Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι - 'Αδεια για προσωπικούς λόγους - Επανένταξη - Τόπος υπηρεσίας μη σύμφωνος προς τα οικογενειακά συμφέροντα του ενδιαφερομένου - Παράβαση της υποχρεώσεως αρωγής - Δεν υφίσταται
((Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ) ))
Περίληψη
Η υποχρέωση αρωγής της κοινοτικής διοικήσεως έναντι του υπαλλήλου δεν χορηγεί στον υπάλληλο που τελεί σε άδεια για προσωπικούς λόγους το δικαίωμα επανεντάξεως σε κενή θέση σε τόπο υπηρεσίας προσδιοριζόμενο σε συνάρτηση με τα προσωπικά του συμφέροντα. Πράγματι, ο υπάλληλος, βάσει των κριτηρίων του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, επανεντάσσεται στην πρώτη κενή θέση της κατηγορίας του ή του κλάδου του που αντιστοιχεί στο βαθμό του. Μολονότι είναι αλήθεια ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή θα μπορούσε να υποχρεωθεί να λάβει υπόψη σπουδαία οικογενειακά συμφέροντα κατά την άσκηση της ευχέρειάς της εκτιμήσεως σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, τα οικογενειακά αυτά συμφέροντα δεν μπορούν εντούτοις να αποτελέσουν το μόνο αποφασιστικό στοιχείο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 12/87,
Erica Heyl, σύζυγος Zeyen, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την J.-N. Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Y. Hamilius, 11, boulevard Royal, Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο P. Kalbe, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg, Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 25ης Μαρτίου 1986, περί παύσεως της προσφεύγουσας από 1ης Απριλίου 1986, καθώς και την επανένταξη της προσφεύγουσας σε θέση της κατηγορίας και του βαθμού της αναδρομικά από 5ης Ιανουαρίου 1979 και την καταβολή των ποσών που αντιστοιχούν στις αποδοχές που θα είχε τότε εισπράξει,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο τμήματος, K. Bahlmann και T. F. O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και μετά τη συνεδρίαση της 9ης Φεβρουαρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 1988,
εξέδωσε την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Ιανουαρίου 1987, η υπάλληλος της Επιτροπής Erica Heyl, σύζυγος Zeyen, άσκησε προσφυγή, με την οποία ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής, της 25ης Μαρτίου 1986, περί παύσεώς της από 1ης Απριλίου 1986, καθώς και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να την επανεντάξει αναδρομικά από 5ης Ιανουαρίου 1979 και να της καταβάλει τα ποσά που αντιστοιχούν στις αποδοχές που θα είχε εισπράξει από την ημερομηνία αυτή.
2 Η Heyl, υπάλληλος βαθμού C 1 στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra, τελούσε σε άδεια για προσωπικούς λόγους από 1ης Ιανουαρίου 1976 μέχρι 5ης Ιανουαρίου 1979. Με επιστολή της 19ης Φεβρουαρίου 1979, εκδήλωσε την επιθυμία να επανενταχθεί στις υπηρεσίες της Επιτροπής.
3 Στις 4 Φεβρουαρίου 1982 η διοίκηση του Κέντρου της Ispra πρότεινε στη Heyl θέση στο τμήμα εφαρμοσμένων επιστημών και τεχνολογίας. Η Heyl, με επιστολή της 15ης Φεβρουαρίου 1982, κατέστησε γνωστό στην Επιτροπή ότι, για οικογενειακούς λόγους, ενδιαφερόταν να επανενταχθεί μάλλον στο Λουξεμβούργο παρά στην Ispra. Η Επιτροπή τη συμβούλευσε να απευθυνθεί απευθείας στο τμήμα προσωπικού στο Λουξεμβούργο.
4 Στις 15 Οκτωβρίου 1984 η Επιτροπή της προσέφερε θέση κύριου γραμματέα βαθμού C 1 στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra, υπογραμμίζοντας ότι επρόκειτο για τη δεύτερη προσφορά υπό την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Στις 28 Οκτωβρίου 1984 η Heyl υπενθύμισε ότι αντιμετώπιζε μόνο την επανένταξή της στην Λουξεμβούργο και ότι επανένταξή της στο Ispra θα ήταν αντίθετη προς τις επιθυμίες της.
5 Στις 25 Μαρτίου 1986 ο γενικός διευθυντής του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ispra αποφάσισε την παύση της Heyl από 1ης Απριλίου 1986. Στην απόφαση αυτή ορίζεται ότι η Επιτροπή , με έγγραφα της 4ης Φεβρουαρίου 1982 και της 15ης Οκτωβρίου 1984, προσέφερε στη Heyl θέση της κατηγορίας της αντιστοιχούσα στο βαθμό της, με σκοπό την επανένταξή της, και ότι η Heyl αρνήθηκε αυτές τις προσφορές θέσεως με τις από 15 Φεβρουαρίου 1982 και 28 Οκτωβρίου 1984 απαντήσεις της.
6 Στις 18 Ιουνίου 1986 η Heyl υπέβαλε ένσταση υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά της αποφάσεως αυτής. Επειδή η ένσταση έμεινε αναπάντητη, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, προς στήριξη της οποίας επικαλείται παράβαση του άρθρου 49, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθώς και παραβίαση της αρχής της καλής πίστεως και παράβαση της υποχρεώσεως αρωγής εκ μέρους της διοικήσεως.
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο της διαφοράς, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
8 'Οσον αφορά την προσφυγή ακυρώσεως, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι κατά το άρθρο 49 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ο υπάλληλος μπορεί να παυθεί στην περίπτωση του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δηλαδή σε περίπτωση δεύτερης αποποιήσεως προσφοράς θέσεως κατόπιν λήξεως της αδείας για προσωπικούς λόγους.
9 Ως προς την πρώτη προσφορά θέσεως της 4ης Φεβρουαρίου 1982 η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί το κύρος της προσφοράς αυτής, θεωρεί όμως ότι αυτή ανακλήθηκε από την Επιτροπή, ενόψει όσων ανέφερε η διοίκηση του Κέντρου της Ispra για ενδεχόμενη επανένταξη στο Λουξεμβούργο και ότι, κατά συνέπεια, δεν αποποιήθηκε αυτή την προσφορά υπό την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
10 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η επιστολή της 15ης Φεβρουαρίου 1982, με την οποία η προσφεύγουσα εκδήλωσε το ενδιαφέρον της για επανένταξη μάλλον στο Λουξεμβούργο παρά στην Ispra αποτελεί αποποίηση της πρώτης προσφοράς θέσεως.
11 Καταρχήν πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι το γεγονός ότι η διοίκηση του Κέντρου της Ispra πρότεινε στην προσφεύγουσα να ζητήσει πληροφορίες από τις υπηρεσίες της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο σχετικά με τις διαθέσιμες θέσεις για ενδεχόμενη επανένταξή της στο Μεγάλο Δουκάτο δεν μπορεί να αποτελέσει ανάκληση της πρώτης προσφοράς θέσεως. Από το έγγραφο της Επιτροπής της 8ης Μαΐου 1982 προκύπτει, πράγματι, ότι δεν ήταν δυνατό να φυλαχθεί η κενή θέση στην Ispra για μετάταξη στο Λουξεμβούργο.
12 Πρέπει να παρατηρηθεί, επίσης, ότι η υποχρέωση αρωγής της κοινοτικής διοικήσεως έναντι του υπαλλήλου δεν χορηγεί σ' αυτόν το δικαίωμα επανεντάξεως σε τόπο υπηρεσίας προσδιοριζόμενο σε συνάρτηση με τα προσωπικά του συμφέροντα. Πράγματι, ο υπάλληλος, βάσει των κριτηρίων του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, επανεντάσσεται στην πρώτη κενή θέση της κατηγορίας του ή του κλάδου του που αντιστοιχεί στο βαθμό του. Μολονότι είναι αλήθεια ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή θα μπορούσε να υποχρεωθεί να λάβει υπόψη σπουδαία οικογενειακά συμφέροντα κατά την άσκηση της ευχέρειάς της εκτιμήσεως σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, πρέπει, εν τούτοις, να διευκρινιστεί ότι τα οικογενειακά αυτά συμφέροντα δεν μπορούν να αποτελέσουν το μόνο αποφασιστικό στοιχείο, ενόψει του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά το οποίο ο υπάλληλος επανεντάσσεται στην πρώτη κενή θέση.
13 Πρέπει, λοιπόν, να διαπιστωθεί ότι η πρώτη προσφορά θέσεως ήταν έγκυρη. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν αποδέχτηκε αυτή την προσφορά θέσεως, πρέπει να συναχθεί ότι την αποποιήθηκε.
14 Ως προς τη δεύτερη προσφορά θέσεως της 15ης Οκτωβρίου 1984, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν ανταποκρινόταν καθόλου στα κριτήρια του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθόσον η προσφερόμενη θέση δεν αντιστοιχούσε ούτε στο βαθμό ούτε στις ικανότητές της.
15 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα αποποιήθηκε και αυτή την πρόταση επανεντάξεως, πράγμα που δικαιολόγησε την παύση της. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, μολονότι η προσφεύγουσα δεν αποποιήθηκε ρητά την τελευταία προσφορά που της έγινε, βέβαιο είναι ότι δεν την αποδέχθηκε εγκαίρως.
16 Πρέπει να υπογραμμιστεί, σχετικά, ότι η δεύτερη προσφορά θέσεως αφορούσε ρητά θέση της σταδιοδρομίας C5/C4, όπως περιγράφεται στην ανακοίνωση κενής θέσεως που επισυνάφθηκε στο έγγραφο της 15ης Οκτωβρίου 1984. Η προσφεύγουσα είχε, όμως, δικαίωμα να επανενταχθεί σε θέση βαθμού C 1. Ενόψει αυτής της αναφοράς στην ανακοίνωση κενής θέσεως που αφορούσε σταδιοδρομία C 5/C 4, η Επιτροπή ουδαμώς απέδειξε ότι η προσφερθείσα θέση αντιστοιχούσε στο βαθμό και τις ικανότητες της προσφεύγουσας, όπως απαιτεί το άρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
17 Ως προς το επιχείρημα της Επιτροπής ότι είχε γίνει πρόβλεψη ώστε με την προσφερθείσα θέση να ανατεθούν καθήκοντα αντιστοιχούντα στο βαθμό και τις ικανότητες της προσφεύγουσας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή παρέλειψε να πληροφορήσει την προσφεύγουσα σε εύθετο χρόνο, όπως απαιτεί η ανωτέρω διάταξη, ότι η προσφερόμενη θέση πληρούσε όλα τα κριτήρια αντιστοιχίας του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Ενόψει της παραλείψεως αυτής επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η δεύτερη προσφορά θέσεως της Επιτροπής δεν ήταν έγκυρη και ότι, επομένως, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις παύσεως της προσφεύγουσας.
18 Η προσφυγή κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 25ης Μαρτίου 1986 είναι, επομένως, βάσιμη, καθόσον είναι πλημμελής η δεύτερη προσφορά θέσεως.
19 Ως προς το αίτημα της προσφεύγουσας περί αναδρομικής επανεντάξεώς της από 5ης Ιανουαρίου 1979 και το αίτημα αποζημιώσεως που αφορά την καταβολή των ποσών που αντιστοιχούν στις αποδοχές που θα είχε εισπράξει η προσφεύγουσα από 5ης Ιανουαρίου 1979, αν είχε επανενταχθεί από αυτή την ημερομηνία, είναι απαράδεκτα, δεδομένου ότι δεν αποτέλεσαν ούτε ρητά ούτε σιωπηρά αντικείμενο της διαδικασίας ενστάσεως κατά τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Ωστόσο, κατά το άρθρο 70, του ίδιου κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα νίκησε μόνο εν μέρει, πρέπει να φέρει το ήμισυ των εξόδων της.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής, της 25ης Μαρτίου 1986, περί παύσεως της προσφεύγουσας.
2) Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την προσφυγή ως απαράδεκτη.
3) Η Επιτροπή φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα καθώς και το ήμισυ των εξόδων της προσφεύγουσας.
Full & Egal Universal Law Academy