Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Δασμοί - Φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος - Εσωτερικές φορολογικές επιβαρύνσεις - Αμοιβές για παρασχεθείσες υπηρεσίες - Επιβαρύνσεις που αφορούν ελέγχους επιβαλλόμενους από το κοινοτικό δίκαιο - 'Εννοιες - Κριτήρια διακρίσεως
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 9, 12, 13, 16 και 95)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Δασμοί - Φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος - Είσπραξη τελών για υγειονομικούς ελέγχους κατά την ενδοκοινοτική μεταφορά ζώντων ζώων, επιβαλλόμενους από κοινοτική οδηγία - Συμβιβάζεται προς τη Συνθήκη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 9 και 12 οδηγία του Συμβουλίου 81/389, άρθρο 2, παράγραφος 1)
Περίληψη
1. Κάθε χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλεται μονομερώς, ανεξαρτήτως της ονομασίας της και της τεχνικής της, και η οποία πλήττει τα εμπορεύματα επειδή διέρχονται τα σύνορα, όταν δεν είναι δασμός κατά κυριολεξία, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια των άρθρων 9, 12, 13 κσι 16 της Συνθήκης. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ισχύει όταν η επιβάρυνση αυτή υπάγεται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών και επιβάλλεται συστηματικά, με τα ίδια κριτήρια, στα εγχώρια προϊόντα και στα εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα, ή όταν συνιστά αμοιβή υπηρεσίας που παρέχεται πραγματικά στον επιχειρηματία, το δε ποσό της αμοιβής είναι ανάλογο προς την υπηρεσία αυτή, ή, ακόμα, όταν η επιβάρυνση αυτή αφορά ελέγχους που διενεργούνται προς εκπλήρωση υποχρεώσεων επιβαλλομένων από το κοινοτικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ότι τα τέλη δεν υπερβαίνουν το πραγματικό κόστος των ελέγχων για τους οποίους εισπράττονται και ότι οι εν λόγω έλεγχοι είναι υποχρεωτικοί και ομοιόμορφοι για το σύνολο των υπαγομένων σ' αυτούς προϊόντων εντός της Κοινότητας, προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο προς το γενικό συμφέρον της Κοινότητας και ευνοούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ιδίως εξουδετερώνοντας τα εμπόδια που ενδεχομένως προκύπτουν από μονομερή μέτρα ελέγχου τα οποία λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης.
2. Τέλος το οποίο εισπράττεται από τις αρχές κράτους μέλους κατά την εισαγωγή ή τη διαμετακόμιση ζώντων ζώων από άλλα κράτη μέλη για την κάλυψη των εξόδων των υγειονομικών ελέγχων που διενεργούνται δυνάμει της οδηγίας 81/389 περί καθορισμού ορισμένων μέτρων για την προστασία των ζώων κατά τις διεθνείς μεταφορές, και του οποίου το ύψος δεν υπερβαίνει το πραγματικό κόστος των ελέγχων, δεν αποτελεί φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμό, απαγορευόμενη από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης. Πράγματι, η καθιέρωση ομοιομόρφων ελέγχων μορεί να ευνοήσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, τα δε επίδικα τέλη, εφόσον αποβλέπουν αποκλειστικά στην από οικονομικής πλευράς δικαιολογημένη αντιστάθμιση μιας υποχρεώσεως που επιβάλλεται εξίσου σε όλα τα κράτη μέλη από το κοινοτικό δίκαιο, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δασμοί. Οι ενδεχόμενες δυσμενείς επιπτώσεις τους στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στην Κοινότητα μπορούν να εξαλειφθούν μόνο βάσει κοινοτικών διατάξεων, προβλεπουσών είτε εναρμόνιση των τελών, είτε υποχρέωση των κρατών μελών να επιβαρυνθούν με τα έξοδα που συνεπάγονται οι έλεγχοι, είτε, τέλος, κάλυψη αυτών από τον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 18/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Joern Sack, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τον Martin Seidel, Ministerialrat του Υπουργείου Οκονομίας και τους Jochim Sedemund και Dietmar Knopp, δικηγόρους Κολωνίας, με τόπο επιδόσεων την πρεσβεία της στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης, καθότι ορισμένα ομόσπονδα κράτηεισπράττουν, κατά την εισαγωγή ζώντων ζώων από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, τέλη για την κάλυψη των εξόδων των υγειονομικών ελέγχων που διενεργούνται δυνάμει της οδηγίας 81/389 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, O. Due, J. C. Moitinho de Almeida, και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, U. Everling, Y. Galmot, Κ. Ν. Κακούρη και T. F. O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 23ης Μαρτίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Ιουνίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Ιανουαρίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης,καθότι ορισμένα ομόσπονδα κράτη εισπράττουν, κατά την εισαγωγή ζώντων ζώων από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, τέλη για την κάλυψη των εξόδων των υγειονομικών ελέγχων που διενεργούνται δυνάμει της οδηγίας 81/389 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1989 (ΕΕ L 150, σ. 1).
2 Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι διοικητικές υπηρεσίες των ομοσπόνδων κρατών της Βρέμης, της 'Εσσης, της Κάτω Σαξωνίας, της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και της Ρηνανίας-Παλατινάτου εισπράττουν κατά την εισαγωγή ή τη διαμετακόμιση ζώων, ακόμα και στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, τέλη για την κάλυψη των εξόδων των επισήμων υγειονομικών ελέγχων, οι οποίοι διενεργούνται άπαξ εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 81/389 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981, περί καθορισμού ορισμένων αναγκαίων μέτρων για την εφαρμογή της οδηγίας 77/489 "περί προστασίας των ζώων κατά τις διεθνείς μεταφορές" (ΕΕ L 150, σ. 1).
3 Κατά την Επιτροπή, τα τέλη αυτά αποτελούν φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου με δασμό, πράγμα το οποίο απαγορεύεται από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβητεί το χαρακτηρισμό αυτό.
4 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5 Πρέπει, καταρχάς, να υπενθυμιστεί ότι, όπως επανειλημμένως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, η αιτιολογία της απαγορεύσεως των δασμών και όλων των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος βρίσκει έρεισμα στο γεγονός ότι οι, έστω και μηδαμινές, χρηματικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται λόγω της διελεύσεως των συνόρων συνιστούν για την κυκλοφορία των εμπορευμάτων εμπόδιο, το οποίο επιτείνεται από τις αλλεπάλληλες διοικητικές διατυπώσεις. Ως εκ τούτου, κάθε χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλεται μονομερώς, ανεξαρτήτως της ονομασίας της και της τεχνικής της, και η οποία πλήττει τα εμπορεύματα επειδή διέρχονται τα σύνορα, όταν δεν είναι δασμός κατά κυριολεξία, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια των άρθρων 9, 12, 13 και 16 της Συνθήκης.
6 Ωστόσο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ισχύει όταν η επιβάρυνση αυτή υπάγεται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών και επιβάλλεται συστηματικά, με τα ίδια κριτήρια, στα εγχώρια προϊόντα και στα εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα (απόφαση της 31ης Μαΐου 1979, Denkavit κατά Γαλλίας, υπόθεση 132/78, Rec. 1979, σ. 1923), όταν συνιστά αμοιβή υπηρεσίας που παρέχεται πραγματικά στον επιχειρηματία, το δε ποσό της αμοιβής είναι ανάλογο προς την υπηρεσία αυτή (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, Επιτροπή κατά Δανίας, υπόθεση 158/82, Συλλογή 1983, σ. 3573), ή, ακόμα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, όταν η επιβάρυνση αυτή αφορά ελέγχους που διενεργούνται προς εκπλήρωση υποχρεώσεων επιβαλλομένων από το κοινοτικό δίκαιο (απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1977, Bauhuis κατά Κάτω Χωρών, υπόθεση 46/76, Rec. 1977, σ. 5).
7 Τα επίδικα τέλη, τα οποία εισπράττονται κατά την εισαγωγή ή τη διαμετακόμιση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως υπαγόμενα σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών ούτε συνιστούν, επίσης, αμοιβή για υπηρεσία που παρέχεται στον επιχειρηματία, δεδομένου ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται μόνον όταν ο επιχειρηματίας αρύεται ειδική και βέβαιη ωφέλεια (βλέπε απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969, Επιτροπή κατά Ιταλίας, υπόθεση 24/68, Rec. 1969, σ. 193), πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν ο έλεγχος χρησιμεύει στην εξασφάλιση, προς το γενικό συμφέρον, της υγείας των ζώντων ζώων κατά τις διεθνείς μεταφορές (βλέπε απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984, Επιτροπή κατά Βελγίου, υπόθεση 314/82, Συλλογή 1984, σ. 1543).
8 Δεδομένου ότι τα επίδικα τέλη εισπράττονται για ελέγχους που διενεργούνται δυνάμει κοινοτικής διατάξεως, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1977 απόφαση της 12ης Ιουλίου 1977, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Rec. 1977, σ. 1355 απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1984, ΙFG κατά Freistaat Bayern, υπόθεση 1/83, Συλλογή 1984, σ. 349), τα τέλη αυτά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως φορολογικές επιβαρύνσεις αποτελέσματος ισοδύναμου προς δασμό εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- τα τέλη να μην υπερβαίνουν το πραγματικό κόστος των ελέγχων για τους οποίους εισπράττονται
- οι εν λόγω έλεγχοι να είναι υποχρεωτικοί και ομοιόμορφοι για το σύνολο των υπαγομένων σ' αυτούς προϊόντων εντός της Κοινότητας
- οι έλεγχοι αυτοί να προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο προς το γενικό συμφέρον της Κοινότητας
- οι έλεγχοι να ευνοούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ιδίως εξουδετερώνοντας τα εμπόδια που ενδεχομένως προκύπτουν από μονομερή μέτρα ελέγχου τα οποία λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης.
9 Στην υπό κρίση περίπτωση, τα επίδικα τέλη πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές. Πράγματι, παρατηρείται καταρχάς ότι δεν διατυπώθηκαν αμφισβητήσεις ως προς το αν τα τέλη αυτά υπερβαίνουν το πραγματικό κόστος των ελέγχων για τους οποίους εισπράττονται.
10 Εξάλλου, όλα τα κράτη μέλη, μέσω των οποίων διαμετακομίζονται ή για τα οποία προορίζονται τα εμπορεύματα, υποχρεούνται να διενεργούν τους εν λόγω υγειονομικούς ελέγχους κατά το χρόνο της εισόδου των ζώων στο έδαφός τους, ιδίως δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της ανωτέρω οδηγίας 81/389, οπότε οι έλεγχοι είναι υποχρεωτικοί και ομοιόμορφοι για το σύνολο των υπαγομένων σ' αυτούς ζώων στην Κοινότητα.
11 Οι έλεγχοι αυτοί προβλέπονται από την οδηγία 81/389, η οποία καθορίζει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας 77/489 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1977, περί προστασίας των ζώων κατά τις διεθνείς μεταφορές, στόχος τους δε είναι η εξασφάλιση της προστασίας των ζώντων ζώων, ο οποίος ανταποκρίνεται στο γενικό συμφέρον της Κοινότητας και όχι στο ιδιαίτερο συμφέρον ορισμένων κρατών.
12 Τέλος, από τις αιτιολογικές σκέψεις των δύο προαναφερθεισών οδηγιών προκύπτει ότι οι εν λόγω οδηγίες αποβλέπουν στην εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα της προστασίας των ζώων κατά τις διεθνείςμεταφορές, προκειμένου να εξαλειφθούν, στο εμπόριο ζώντων ζώων, τα τεχνικά εμπόδια που οφείλονται στις διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών (βλέπε τρίτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 77/489 και τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 81/389). Εξάλλου, ελλείψει της εναρμονίσεως αυτής, κάθε κράτος μέλος είχε το δικαίωμα να διατηρεί ή να θεσπίζει, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 36 της Συνθήκης, μέτρα περιοριστικά του εμπορίου, τα οποία δικαιολογούνταν από λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ζώων. Από αυτό έπεται ότι με την καθιέρωση ομοιομόρφων ελέγχων ευνοείται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
13 Η Επιτροπή υποστήριξε, ωστόσο, ότι τα επίδικα τέλη πρέπει να θεωρηθούν ως φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος λόγω του ότι, ελλείψει εναρμονίσεως των τελών του είδους αυτού - εναρμονίσεως ανέφικτης, εξάλλου, στην πράξη -, οι αρνητικές επιπτώσεις τους στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν αντισταθμίζεται και, κατά συνέπεια, δεν δικαιολογείται από τα ευνοϊκά αποτελέσματα της καθιερώσεως ομοιομόρφων ελέγχων στην Κοινότητα.
14 Παρατηρείται σχετικά ότι, εφόσον τα επίδικα τέλη αποβλέπουν αποκλειστικά στην από οικονομικής πλευράς δικαιολογημένη αντιστάθμιση μιας υποχρεώσεως που επιβάλλεται εξίσου σε όλα τα κράτη μέλη από το κοινοτικό δίκαιο, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δασμοί και, κατά συνέπεια, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης.
15 Οι ενδεχόμενες δυσμενείς επιπτώσεις των τελών αυτών στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στην Κοινότητα μπορούν να εξαλειφθούν μόνο βάσει κοινοτικών διατάξεων, προβλεπουσών είτε εναρμόνιση των τελών είτε υποχρέωση των κρατών μελών να επιβαρυνθούν με τα έξοδα που συνεπάγονται οι έλεγχοι είτε, τέλος, κάλυψη των εξόδων αυτών από τον κοινοτικό προϋπολογισμό.
16 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
17 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy