Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Ασφάλιση γήρατος και θανάτου - Υπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως - Εξομοίωση των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία τρίτου κράτους με τις περιόδους που συμπληρώθηκαν υπό τη γερμανική νομοθεσία κατά τον καθορισμό της συντάξεως που οφείλουν να χορηγούν οι γερμανικοί ασφαλιστικοί φορείς - Επιτρέπεται - Συνυπολογισμός κατά την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως - Δεν επιτρέπεται
(Κανονισμός του Συμβουλίου 1408/71, άρθρο 46, παράγραφος 1)
Περίληψη
Ο κανονισμός 1408/71 επιτρέπει στο γερμανικό ασφαλιστικό φορέα, κατά την απόφαση για τον υπολογισμό των περιόδων διακοπής (Ausfallzeiten) κατά την έννοια της γερμανικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, να εξομοιώνει με τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας και με την υπαγωγή στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων όχι μόνο τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται εντός άλλων κρατών μελών και την υπαγωγή στην ασφάλιση συντάξεων άλλων κρατών μελών, αλλά επίσης και τις υποχρεωτικές εισφορές και την υπαγωγή στην ασφάλιση εντός τρίτου κράτους με το οποίο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει συνάψει σύμβαση για την αμοιβαία εξομοίωση των περιόδων ασφαλίσεως.
Αντιθέτως, περίοδοι που έχουν συμπληρωθεί υπό τη νομοθεσία τρίτης χώρας δεν καθίστανται περίοδοι "που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών" κατά την έννοια του άρθρου 46 του κανονισμού απλώς και μόνο επειδή λαμβάνονται υπόψη από το γερμανικό φορέα σύμφωνα με διμερή συμφωνία που έχει συνάψει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Κατά συνέπεια, καμία διάταξη δεν υποχρεώνει τους φορείς των άλλων κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη τις περιόδους αυτές, όταν προβαίνουν σε υπολογισμούς κατά το άρθρο 46, ο δε συνυπολογισμός των περιόδων αυτών από το γερμανικό φορέα δεν συνεπάγεται, επομένως, οποιαδήποτε διεύρυνση των υποχρεώσεών τους.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 21/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundessozialgericht προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Felix Borowitz
και
Bundesversicherungsanstalt fuer Angestellte,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε ιδίως με τον κανονισμό 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ L 143, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο τμήματος, T. Koopmans, K. Bahlmann, Κ. Κακούρη και T. F. O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Juergen Grunwald, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
- η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη, κατά μεν την έγγραφη διαδικασία από τον Alfred Dittrich, Oberregierungsrat, κατά δε την προφορική διαδικασία από τον Martin Seidel, Ministerialrat, οι οποίοι υπηρετούν και οι δύο στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας,
- η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενη από τον H. R. L. Purse του Treasury Solicitor' s Department, Queen Anne' s Chambers,
- ο Bundesversicherungsanstalt fuer Angestellte, εκπροσωπούμενος από τον Tilo Herrmann,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 11ης Φεβρουαρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Απριλίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 25ης Νοεμβρίου 1986, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Ιανουαρίου 1987, το Bundessozialgericht υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε, ιδίως, με τον κανονισμό 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ L 143, σ. 1).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Felix Borowitz και του Bundesversicherungsanstalt fuer Angestellte (ομοσπονδιακός φορέας ασφαλίσεως ιδιωτικών υπαλλήλων) σχετικά με το ποσό της συντάξεως γήρατος που καταβάλλει στον πρώτο ο εν λόγω φορέας.
3 'Οπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, ο Borowitz, που γεννήθηκε το 1910 στην Πολωνία, είχε υπαχθεί αρχικά, μετά τη συμπλήρωση ανωτάτων σπουδών, στο πολωνικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Στη συνέχεια, και μετά τον πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου υπήρξε αιχμάλωτος, εργάστηκε στις Κάτω Χώρες, όπου κατέβαλε εισφορές στο ολλανδικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Από το 1952 μέχρι τη συνταξιοδότησή του εργάστηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, της οποίας απέκτησε την ιθαγένεια, και κατέβαλε εκεί εισφορές στο σύστημα που προβλέπει ο γερμανικός νόμος περί κοινωνικής ασφαλίσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων και με την εφαρμογή του οποίου είναι επιφορτισμένος ο Bundesversicherungsanstalt fuer Angestellte.
4 Δεδομένου ότι οι περίοδοι ασφαλίσεως που συμπλήρωσε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας του έδιναν δικαίωμα για παροχές γήρατος, ο εν λόγω φορέας του χορήγησε σύνταξη, το ποσό της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71, προέκυψε από έναν κατ' αναλογία υπολογισμό, με βάση τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν στις Κάτω Χώρες και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, και το οποίο ποσό ήταν μεγαλύτερο από εκείνο που προέκυπτε με βάση μόνο τις περιόδους που συμπληρώθηκαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
5 Για τον προσδιορισμό αυτού του ποσού, ο αρμόδιος φορέας έλαβε υπόψη, σύμφωνα με το νόμο περί κοινωνικής ασφαλίσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων, ως περίοδο, όπως αποκαλείται, διακοπής (Ausfallzeit), την περίοδο των σπουδών σχολικής και ανωτάτης εκπαιδεύσεως που πραγματοποίησε ο Borowitz στην Πολωνία μετά τη συμπλήρωση του 16ου έτους της ηλικίας του.
6 Ο συνυπολογισμός αυτών των περιόδων διακοπής εξαρτάται, δυνάμει του εθνικού νόμου που προαναφέρθηκε, από την προϋπόθεση της αποκαλούμενης κατά το ήμισυ καλύψεως (Halbbelegung), σύμφωνα με την οποία η περίοδος μεταξύ της υπαγωγής στην ασφάλιση και μέχρι της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως πρέπει να καλύπτεται τουλάχιστον κατά το ήμισυ με την καταβολή εισφορών λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας.
7 Αυτή η προϋπόθεση για το συνυπολογισμό των περιόδων διακοπής κατά τη γερμανική νομοθεσία αποτελεί το αντικείμενο ειδικής διατάξεως στο παράρτημα VΙ του κανονισμού 1408/71. Στο εν λόγω παράρτημα, τμήμα Γ "Γερμανία", ψηφίο 2, στοιχείο α), ορίζεται ότι, για να καθοριστεί αν οι περίοδοι διακοπής πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως τέτοιες, οι υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται κατά τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους και η υπαγωγή στην ασφάλιση άλλου κράτους μέλους εξομοιώνονται με τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται βάσει της γερμανικής νομοθεσίας και με την υπαγωγή στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων.
8 Η προϋπόθεση της κατά το ήμισυ καλύψεως συνέτρεχε στην περίπτωση του Borowitz, δεδομένου ότι η περίοδος μεταξύ της υπαγωγής του στην ολλανδική ασφάλιση και της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως είχε καλυφθεί, κατά πλέον του ημίσεως, με εισφορές που είχαν καταβληθεί στο ολλανδικό και το γερμανικό σύστημα.
9 Εντούτοις, μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Πολωνίας περί ασφαλίσεως συντάξεως και ατυχημάτων, που υπογράφηκε στη Βαρσοβία στις 9 Οκτωβρίου 1975 (BGBl. 1976 ΙΙ, σ. 396), ο αρμόδιος φορέας θεώρησε ότι έπρεπε να προβεί σε νέα εκκαθάριση της συντάξεως που καταβάλλεται στον Borowitz.
10 Κατά τη συμφωνία αυτή, οι γερμανικοί ασφαλιστικοί φορείς οφείλουν, κατά την εκκαθάριση των συντάξεων, να λαμβάνουν υπόψη τις περιόδους ασφαλίσεως και τις εξομοιούμενες περιόδους που συμπληρώθηκαν στην Πολωνία σαν να είχαν πραγματοποιηθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
11 Το ποσό της συντάξεως που υπολογίστηκε, σύμφωνα με την εν λόγω συμφωνία, βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και των περιόδων ασφαλίσεως και εξομοιούμενων που συμπληρώθηκαν στην Πολωνία, ήταν ανώτερο από το ποσό που εισέπραττε μέχρι τότε ο Borowitz, και κατά συνέπεια του καταβάλλεται το μεγαλύτερο αυτό ποσό.
12 Για τον καθορισμό αυτού του νέου ποσού, ο αρμόδιος φορέας έλαβε πρώτα υπόψη, ως περίοδο διακοπής, την περίοδο των σπουδών σχολικής και ανωτάτης εκπαιδεύσεως που πραγματοποίησε ο Borowitz στην Πολωνία. Στη συνέχεια, εντούτοις, διαπίστωσε ότι οι εισφορές που κατέβαλε ο Borowitz στο πολωνικό και το γερμανικό σύστημα δεν αρκούσαν για να καλυφθεί κατά το ήμισυ η περίοδος μεταξύ της υπαγωγής του στην πολωνική ασφάλιση και της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως.
13 Για το λόγο αυτό, ο Borowitz ζήτησε να συνυπολογιστούν και οι εισφορές του στο ολλανδικό σύστημα ούτως ώστε να πληρούται η προϋπόθεση της κατά το ήμισυ καλύψεως. Ο αρμόδιος φορέας αρνήθηκε έναν τέτοιο συνυπολογισμό, με την αιτιολογία ότι είναι υποχρεωμένος να προβαίνει σε δύο χωριστούς προσδιορισμούς του ποσού της συντάξεως, από τους οποίους ο μεν ένας πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στη γερμανική νομοθεσία και στη γερμανοπολωνική συμφωνία, ο δε άλλος αποκλειστικά και μόνο στη γερμανική νομοθεσία και το κοινοτικό δίκαιο, πράγμα που αποκλείει οποιαδήποτε σύζευξη.
14 Το Bundessozialgericht, το οποίο επελήφθη της διαφοράς που προέκυψε από την άρνηση αυτή κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως, έκρινε ότι η άποψη του αρμόδιου φορέα είναι αβάσιμη κατά το εθνικό δίκαιο. Κατά το δικαστήριο αυτό, είναι δυνατό να συναχθεί από τη νομολογία του μια βασική αρχή κατά την οποία λαμβάνονται συνολικά υπόψη, κατά τον καθορισμό του ποσού συντάξεως, όλες οι σημαντικές από άποψη δικαίου των συντάξεων περιστάσεις και να καθορίζεται, συνεπώς, η σύνταξη κατά τρόπο ενιαίο. Το εθνικό δικαστήριο δέχτηκε, εξάλλου, ότι οι διατάξεις της γερμανοπολωνικής συμφωνίας δεν αποκλείουν ένα τέτοιο συνολικό καθορισμό του ποσού της συντάξεως. Θεωρώντας ότι απέμενε το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο αποκλείει ή όχι έναν τέτοιο ενιαίο καθορισμό που να στηρίζεται από κοινού στο εθνικό δίκαιο, τη διμερή συμφωνία που προαναφέρθηκε και τον κανονισμό 1408/71, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Επιτρέπεται από τον κανονισμό 1408/71 ο γερμανικός ασφαλιστικός φορέας να εξομοιώνει, κατά την απόφαση για τον υπολογισμό των περιόδων διακοπής (Ausfallzeiten), με τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται βάσει των γερμανικών νομοθετικών διατάξεων και με την υπαγωγή στη γερμανική ασφάλιση όχι μόνο τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται εντός των άλλων κρατών μελών και την υπαγωγή στην ασφάλιση άλλων κρατών μελών, αλλά επίσης και τις υποχρεωτικές εισφορές και την υπαγωγή στην ασφάλιση εντός τρίτου κράτους (εν προκειμένω της Πολωνίας), με το οποίο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει συνάψει σύμβαση για την αμοιβαία εξομοίωση των περιόδων ασφαλίσεως;"
15 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς οι σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου, τα πραγματικά περιστατικά της κυρίας υποθέσεως, καθώς και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
16 Το Bundesversicherungsanstalt fuer Angestellte και η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστηρίζουν ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο προσήκει αρνητική απάντηση. Το πρόβλημα που τίθεται με το ερώτημα αυτό έχει ήδη λυθεί με μια απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής για την Κοινωνική Ασφάλιση των Διακινουμένων Εργαζομένων που ελήφθη τον Ιανουάριο του 1964 και αφορά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα από τα κράτη μέλη συνδέεται με διμερή σύμβαση με μια τρίτη χώρα. Κατά την απόφαση αυτή, το κράτος μέλος που δεν συνδέεται με τη σύμβαση πρέπει να υπολογίζει την παροχή του σύμφωνα με τους κανονισμούς 3 και 4, οι οποίοι αργότερα αντικαταστάθηκαν από τον κανονισμό 1408/71, ενώ το κράτος μέλος που συνδέεται με τη σύμβαση πρέπει να υπολογίζει χωριστά το κατ' αναλογία ποσό που οφείλεται στο πλαίσιο της ΕΟΚ και χωριστά το ποσό που οφείλεται στο πλαίσιο της συμβάσεως, να χορηγεί δε το μεγαλύτερο από τα δύο ποσά. Η σύζευξη των διατάξεων μιας διμερούς συμβάσεως και του κοινοτικού κανονισμού θα ήταν, εξάλλου, αντίθετη προς τις γενικές αρχές του διεθνούς και του κοινοτικού δικαίου, αφού κάθε μία από τις πράξεις αυτές αποτελεί ένα αυτοτελές σύστημα συντονισμού, ειδικά προσαρμοσμένο στα συστήματα που συντονίζει.
17 Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί, όπως συνάγεται από τις παρατηρήσεις που διατύπωσε κατά την προφορική διαδικασία, ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο μπορεί να δοθεί καταφατική απάντηση, αλλά μόνο εφόσον η εξομοίωση των περιόδων που συμπληρώθηκαν σε τρίτες χώρες μπορεί να γίνει χωρίς να παράγεται οποιοδήποτε αποτέλεσμα, νομικό ή πραγματικό, ως προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο κανονισμός 1408/71 στα άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας.
18 Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από την προαναφερθείσα διάταξη του παραρτήματος VΙ του κανονισμού 1408/71 μπορεί να συναχθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο. Κατά τη διάταξη αυτή, οι εισφορές που καταβάλλονται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους εξομοιώνονται με τις εισφορές που καταβάλλονται βάσει της γερμανικής νομοθεσίας. Οι όροι "γερμανική νομοθεσία" πρέπει να ερμηνευθούν υπό το φως του ορισμού που δίνεται στο άρθρο 1, στοιχείο ι), του κανονισμού στον όρο "νομοθεσία", όρος που καλύπτει ιδίως τους νόμους των κρατών μελών και, κατά συνέπεια, και τους νόμους με τους οποίους τα κράτη μέλη έχουν κυρώσει μια διμερή σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή προσέθεσε ότι το πρόβλημα είναι, στην πραγματικότητα, ένα πρόβλημα καθαρώς γερμανικού δικαίου. Η διάταξη σχετικά με τις περιόδους διακοπής και την κατά το ήμισυ κάλυψη δεν απαντά αντιστοίχως στις νομοθεσίες των άλλων κρατών μελών. Καμιά διάταξη του κανονισμού δεν απαγορεύει στους γερμανικούς φορείς να λαμβάνουν υπόψη τις πολωνικές περιόδους και καμιά διάταξη δεν υποχρεώνει τους φορείς των άλλων κρατών μελών να λάβουν υπόψη αυτές τις περιόδους.
19 Πρέπει εξαρχής να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε απόφαση της 14ης Μαΐου 1981, Romano, 98/80, Συλλογή 1981, σ. 1241), οι αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής για την Κοινωνική Ασφάλιση των Διακινουμένων Εργαζομένων δεν έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και δεν μπορούν, συνεπώς, να έχουν καθοριστική σημασία κατά την ερμηνεία ενός κανονισμού του Συμβουλίου. Η Επιτροπή, εξάλλου, ανέφερε κατά την προφορική διαδικασία, ότι η εν λόγω απόφαση δεν περιλαμβάνεται στις αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής που παραμένουν σε ισχύ μετά την έναρξη εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
20 Στη συνέχεια, το πρόβλημα που τίθεται με το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του κανονισμού 1408/71.
21 Εν προκειμένω, πρέπει κατά πρώτον να τονιστεί ότι μια περίπτωση όπως η υπό κρίση στην κύρια δίκη, κατά την οποία ένας εργαζόμενος, υπήκοος κράτους μέλους, έχει υπαχθεί στη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως διαφόρων κρατών μελών, εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
22 Κατά δεύτερον, πρέπει να τονιστεί ότι όταν πρόκειται, όπως στην κύρια δίκη, για την εκκαθάριση μιας παροχής λόγω γήρατος, κατά την οποία δεν είναι αναγκαίος, για τη γένεση του δικαιώματος, ο συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλων κρατών μελών, η εκκαθάριση αυτή διέπεται από τη ρύθμιση του άρθρου 46, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
23 Αφού οριοθετήθηκε έτσι το τεθέν πρόβλημα, πρέπει να υπομνησθεί, όπως επανειλημμένα έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο (βλέπε, για παράδειγμα, την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, Brunori, 266/78, Slg. 1979, σ. 2705) την απόφαση της 12ης Ιουνίου 1980 Laterza, 733/79, Slg. 1980, σ. 1915, και την απόφαση της 9ης Ιουλίου 1980, Gravina, 807/79, Slg. 1980, σ. 2205), ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν έχει διαμορφώσει ένα κοινό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά αφήνει άθικτα τα διάφορα εθνικά συστήματα, ο δε κανονισμός αυτός έχει ως μοναδικό σκοπό να διασφαλίσει το συντονισμό αυτών των εθνικών συστημάτων.
24 Πρέπει, εξάλλου, να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία (βλέπε ιδίως την απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1980, Jordens-Vosters, 69/79, Slg. 1980, σ. 75), ο κανονισμός 1408/71 δεν έχει την έννοια ότι απαγορεύεται στις εθνικές νομοθεσίες να χορηγούν κοινωνικές παροχές πέραν από εκείνες που απορρέουν από την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού.
25 Κατά τη διενέργεια των υπολογισμών που προβλέπονται στο άρθρο 46, παράγραφος 1, ο αρμόδιος φορέας προσδιορίζει τις περιόδους ασφαλίσεως που πρέπει να ληφθούν υπόψη δυνάμει της νομοθεσίας του με βάση το εθνικό του δίκαιο και με την επιφύλαξη αποκλειστικά και μόνο των ρητών διατάξεων του κανονισμού. Καμία διάταξη όμως του κανονισμού δεν απαγορεύει στο γερμανικό φορέα να εξομοιώνει τις περιόδους ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί υπό την πολωνική νομοθεσία με τις περιόδους ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί υπό τη γερμανική νομοθεσία ή να λαμβάνει υπόψη, για να εξακριβώσει αν συντρέχει η προϋπόθεση της κατά το ήμισυ καλύψεως, όχι μόνο περιόδους που έχουν συμπληρωθεί υπό τη γερμανική και την πολωνική νομοθεσία, αλλά και περιόδους επίσης που έχουν συμπληρωθεί υπό τη νομοθεσία ενός άλλου κράτους μέλους.
26 Αντιθέτως, τέτοιες περίοδοι που έχουν συμπληρωθεί υπό τη νομοθεσία τρίτης χώρας δεν καθίστανται περίοδοι "που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών" κατά την έννοια του άρθρου 46 του κανονισμού απλώς και μόνο επειδή λαμβάνονται υπόψη από το γερμανικό φορέα σύμφωνα με διμερή συμφωνία που έχει συνάψει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Κατά συνέπεια, καμία διάταξη δεν υποχρεώνει τους φορείς των άλλων κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη τις περιόδους αυτές όταν προβαίνουν σε υπολογισμούς κατά το άρθρο 46, ο δε συνυπολογισμός των περιόδων αυτών από το γερμανικό φορέα δεν συνεπάγεται, επομένως, οποιαδήποτε διεύρυνση των υποχρεώσεών τους.
27 Επομένως, στο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι ο κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, επιτρέπει στο γερμανικό ασφαλιστικό φορέα, κατά την απόφαση για τον υπολογισμό περιόδων διακοπής (Ausfallzeiten) κατά την έννοια της γερμανικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, να εξομοιώνει με τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας και με την υπαγωγή στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων όχι μόνο τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται εντός άλλων κρατών μελών και την υπαγωγή στην ασφάλιση συντάξεων άλλων κρατών μελών, αλλά επίσης και τις υποχρεωτικές εισφορές και την υπαγωγή στην ασφάλιση εντός τρίτου κράτους (εν προκειμένω της Πολωνίας) με το οποίο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει συνάψει σύμβαση για την αμοιβαία εξομοίωση των περιόδων ασφαλίσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα) ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 25ης Νοεμβρίου 1986 το Bundessozialgericht, αποφαίνεται:
Ο κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, επιτρέπει στο γερμανικό ασφαλιστικό φορέα, κατά την απόφαση για τον υπολογισμό περιόδων διακοπής (Ausfallzeiten) κατά την έννοια της γερμανικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, να εξομοιώνει με τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας και με την υπαγωγή στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων όχι μόνο τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται εντός άλλων κρατών μελών και την υπαγωγή στην ασφάλιση συντάξεων άλλων κρατών μελών, αλλά επίσης και τις υποχρεωτικές εισφορές και την υπαγωγή στην ασφάλιση εντός τρίτου κράτους (εν προκειμένω της Πολωνίας) με το οποίο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει συνάψει σύμβαση για την αμοιβαία εξομοίωση των περιόδων ασφαλίσεως.
Full & Egal Universal Law Academy