Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Κατάταξη σε κλιμάκιο - Αναγνώριση αρχαιότητας στο κλιμάκιο - 'Εκτακτος υπάλληλος που διορίστηκε μόνιμος - Λαμβάνεται υπόψη η πείρα του ως εκτάκτου υπαλλήλου - 'Ορια
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 32 και 44 )
Περίληψη
Ο σκοπός του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων συνίσταται στη ρύθμιση της θέσεως του μη μονίμου υπαλλήλου που γίνεται δεκτός για πρώτη φορά στο σώμα των μονίμων υπαλλήλων των Κοινοτήτων . Καμιά διάταξη του κανονισμού δεν επιτρέπει να ληφθεί υπόψη υπό τη μορφή της διατηρήσεως της αρχαιότητας κατά την έννοια του άρθρου 44 η περίοδος κατά την οποία ο μόνιμος υπάλληλος διετέλεσε προηγουμένως στην υπηρεσία του ίδιου οργάνου ως έκτακτος υπάλληλος . Η επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη παρά μόνο για την αναγνώριση αρχαιότητας στο κλιμάκιο, που προβλέπεται από το άρθρο 32 του κανονισμού .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 37/87,
Eckhard Sperber, υπάλληλος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος από τον Georges Vandersanden, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Janine Biver, 8, rue Zithe,
προσφεύγων,
κατά
Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Francis Hubeau, προϊστάμενο του τμήματος προσωπικού, επικουρούμενο από τον Robert Andersen, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το γραφείο του εκπροσώπου του Δικαστηρίου, Λουξεμβούργο-Weimershof,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου, της 5ης Μαρτίου 1986, περί κατατάξεως του προσφεύγοντος στο τρίτο κλιμάκιο του βαθμού LΑ 6 και της αποφάσεως της αρμόδιας επί θεμάτων διοικητικών ενστάσεων επιτροπής του Δικαστηρίου, της 6ης Νοεμβρίου 1986, περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως κατά της αποφάσεως κατατάξεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
συγκείμενο από τους G . Bosco, πρόεδρο τμήματος, R . Joliet και F . Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : G . F . Mancini
γραμματέας : H . A . Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 8ης Δεκεμβρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 5 Φεβρουαρίου 1987 στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ο Eckhard Sperber, υπάλληλος του Δικαστηρίου, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, υπό την ιδιότητά του ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ( στο εξής : ΑΔΑ ), που εκδόθηκε στις 5 Μαρτίου 1986 και με την οποία κατετάγη ο προσφεύγων στο κλιμάκιο 3 του βαθμού LΑ 6, και, επικουρικά, της αποφάσεως της αρμόδιας επί θεμάτων διοικητικών ενστάσεων επιτροπής του Δικαστηρίου, της 4ης Νοεμβρίου 1986, περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως κατά της αποφάσεως περί κατατάξεως .
2 Αφού μετέσχε επιτυχώς στο γενικό διαγωνισμό βάσει τίτλων και εξετάσεων CJ 15/82 για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα μελλοντικών προσλήψεων γλωσσομαθών νομικών γερμανικής γλώσσας και εγγράφηκε στον εφεδρικό πίνακα που καταρτίστηκε στις 17 Ιουνίου 1983, ο Sperber, ελλείψει μονίμου αμέσως διαθέσιμης θέσεως, προσελήφθη από το Δικαστήριο στις 3 Οκτωβρίου 1983 ως έκτακτος υπάλληλος και κατετάγη στην κατηγορία LΑ, στον έκτο βαθμό, τρίτο κλιμάκιο . Ο Sperber κατετάγη από 1ης Οκτωβρίου 1985, υπό την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου, στο τέταρτο κλιμάκιο .
3 Με απόφαση που ελήφθη κατά τις συσκέψεις επί διοικητικών θεμάτων της 20ής και 21ης Νοεμβρίου 1985 και της 5ης Μαρτίου 1986, το Δικαστήριο, υπό την ιδιότητα της ΑΔΑ, διόρισε τον Sperber δόκιμο υπάλληλο από 1ης Δεκεμβρίου 1985 και τον κατέταξε στο βαθμό LΑ 6, κλιμάκιο 3 .
4 Κατά της αποφάσεως της 4ης Νοεμβρίου 1986 της αρμόδιας επί θεμάτων διοικητικών ενστάσεων επιτροπής του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση του Sperber που ασκήθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ( στο εξής : κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ) κατά της εν λόγω αποφάσεως κατατάξεως, ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου .
5 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι λόγοι ακυρώσεως και οι ισχυρισμοί των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
6 Ο προσφεύγων προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως : παράβαση του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, της αρχής του μη επιτρεπτού των διακρίσεων, του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθώς και των αρχών της καλής διαχειρίσεως και υγιούς διοικήσεως, της επιεικείας και των κεκτημένων δικαιωμάτων .
7 Με τον πρώτο και τελευταίο λόγο ακυρώσεως ο προσφεύγων αμφισβητεί, κατ' ουσίαν, την άρνηση του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη, κατά το διορισμό του ως υπαλλήλου, την προϋπηρεσία που είχε κατά την περίοδο που διετέλεσε έκτακτος υπάλληλος . Το Δικαστήριο προέβη έτσι σε διπλή εφαρμογή του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και παρέβλεψε τα κεκτημένα δικαιώματά του .
8 Για την έρευνα της βασιμότητος αυτών των λόγων ακυρώσεως πρέπει να υπομνησθεί ότι οι μόνιμοι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και οι έκτακτοι υπάλληλοι βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση από άποψη κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
9 'Οσον αφορά, ειδικότερα, το διορισμό, η πρόσληψη των εκτάκτων υπαλλήλων τελεί υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 8 έως 15 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων, το οποίο δεν απαιτεί την επιτυχία σε διαγωνισμό, ενώ ο διορισμός των μονίμων υπαλλήλων αποτελεί αντικείμενο των άρθρων 27 έως 34 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τα οποία απαιτούν, κατά γενικό κανόνα, την επιτυχία σε διαγωνισμό .
10 Μολονότι το άρθρο 15 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων παραπέμπει, όσον αφορά την κατάταξη του εκτάκτου υπαλλήλου κατά την πρόσληψή του, στο άρθρο 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των μονίμων υπαλλήλων, δεν μπορεί, στην περίπτωση του διορισμού ως μονίμου υπαλλήλου ενός εκτάκτου υπαλλήλου, να αποκλειστεί η εφαρμογή του άρθρου 32 επειδή, όπως υποστηρίζει ο προσφεύγων, πρόκειται για ενιαία σταδιοδρομία και διότι η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 32 είναι διπλή λόγω της προηγουμένης εφαρμογής του άρθρου 15 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων .
11 Από την απόφαση του Δικαστηρίου τη 12ης Ιουλίου 1984 ( Αγγελίδης, 17/83, Συλλογή σ . 2907 ) προκύπτει, πράγματι, ότι το αντικείμενο του άρθρου 32 συνίσταται ακριβώς στη ρύθμιση της θέσεως του μη μονίμου υπαλλήλου που γίνεται δεκτός για πρώτη φορά στο σώμα των μονίμων υπαλλήλων των Κοινοτήτων .
12 Κατά το γράμμα της αποφάσεως της 6ης Ιουνίου 1985 ( De Santis, 146/84, Συλλογή σ . 1723 ), καμιά διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν επιτρέπει να ληφθεί υπόψη, υπό τη μορφή της διατηρήσεως της αρχαιότητας κατά την έννοια του άρθρου 44, η περίοδος κατά την οποία ο μόνιμος υπάλληλος διετέλεσε προηγουμένως στην υπηρεσία του ίδιου οργάνου ως έκτακτος υπάλληλος .
13 Η ειδική περίσταση, την οποία επικαλείται ο προσφεύγων, σύμφωνα με την οποία, στην περίπτωσή του, κατά το χρόνο της προσλήψεώς του ως εκτάκτου υπαλλήλου είχε επιτύχει σε εισαγωγικό διαγωνισμό και είχε επομένως προσδοκία να διοριστεί μόνιμος υπάλληλος, δεν αλλάζει κατά τίποτα αυτή τη διαπίστωση, δεδομένου ότι ελλείψει κενής θέσεως δεν μπορούσε να διοριστεί ως μόνιμος υπάλληλος .
14 Η επαγγελματική πείρα, την οποία είχε αποκτήσει ο προσφεύγων ως έκτακτος υπάλληλος στην υπηρεσία του Δικαστηρίου, δεν μπορούσε, επομένως, να ληφθεί υπόψη παρά μόνο βάσει του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο περιορίζει, όσον αφορά την κατάταξη, την αναγνώριση προϋπηρεσίας για τη χορήγηση κλιμακίου στον υπάλληλο μέχρι 48 μήνες στους λοιπούς βαθμούς πλην του Α 1 έως Α 4, LΑ 3 και LΑ 4 .
15 Κατόπιν αυτών, οι λόγοι ακυρώσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 32 και μη λήψεως υπόψη των κεκτημένων δικαιωμάτων του προσφεύγοντος είναι αβάσιμοι .
16 Με τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων ισχυρίζεται, κατ' ουσίαν, ότι υπέστη δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους λοιπούς επιτυχόντες στο διαγωνισμό, στους οποίους προσφέρθηκε αμέσως μόνιμη θέση, και σε σχέση με άλλους μονίμους υπαλλήλους, στους οποίους αναγνωρίστηκε η περίοδος που διήνυσαν ως έκτακτοι υπάλληλοι . Η πρακτική αυτή του Δικαστηρίου συνιστά, άλλωστε, παράβαση των αρχών της καλής διαχειρίσεως, υγιούς διοικήσεως και επιεικείας .
17 'Οσον αφορά την προβαλλομένη δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους επιτυχόντες στο διαγωνισμό, οι οποίοι προσελήφθησαν αμέσως, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η ΑΔΑ δεν μπορεί να προβεί σε διορισμό δοκίμου υπαλλήλου παρά μόνο όταν υφίσταται κενή θέση . Εφόσον μετέσχε σε διαγωνισμό για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα μελλοντικών προσλήψεων, ο προσφεύγων δεν είχε προσδοκία να διοριστεί δόκιμος υπάλληλος παρά κατά το μέτρο που θα καθίστατο κενή μια θέση κατά το διάστημα της ισχύος του εφεδρικού αυτού πίνακα και ανάλογα με τη σειρά την οποία είχε στον πίνακα αυτό .
18 Χωρίς να χρειάζεται να ληφθεί υπόψη το άλλο επιχείρημα που προβάλλει ο προσφεύγων, αρκεί να τονιστεί ότι ενόψει του άρθρου 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, όπως ερμηνεύτηκε από το Δικαστήριο στις αποφάσεις Αγγελίδη και De Santis ( που αναφέρθηκαν πιο πάνω ), η ΑΔΑ είχε υποχρέωση να προβεί στην κατάταξη του δοκίμου υπαλλήλου τηρώντας τις διατάξεις του άρθρου 32 και δεν είχε δικαίωμα να λάβει υπόψη της την προϋπηρεσία που ο ενδιαφερόμενος είχε αποκτήσει εν τω μεταξύ υπό την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου .
19 Δεδομένου ότι ούτε ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμοι, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει την προσφυγή .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy