Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Παράβαση - Διατήρηση εθνικής διατάξεως που οδηγεί σε διάκριση εις βάρος υπηκόων άλλων κρατών μελών ως προς τις προϋποθέσεις ασκήσεως ορισμένων επαγγελμάτων - Δικαιολογία στηριζόμενη στην ύπαρξη διοικητικής πρακτικής εξασφαλίζουσας την εφαρμογή της Συνθήκης - Δεν χωρεί
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 52, 59 και 169)
Περίληψη
Η σιωπή του νόμου κράτους μέλους ως προς το δικαίωμα των υπηκόων των άλλων κρατών μελών να αποκτούν την ιδιότητα του τακτικού μέλους επαγγελματικού οργανισμού, όταν η ιδιότητα αυτή αποτελεί προϋπόθεση της προσβάσεως στα οικεία επαγγέλματα και της ασκήσεώς τους τις οποίες και διευκολύνει, δημιουργεί αμφίβολη κατάσταση πραγμάτων, διατηρώντας, για τα ενδιαφερόμενα υποκείμενα δικαίου, κατάσταση αβεβαιότητας ως προς τις δυνατότητές τους να επικαλεστούν τις διατάξεις των άρθρων 52 και 59 της Συνθήκης, οι οποίες παράγουν άμεσα αποτελέσματα. Η διατήρηση, επομένως, μιας νομοθεσίας που περιέχει ένα τέτοιο κενό δικαίου συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, οι δε απλές διοικητικές πρακτικές, που από τη φύση τους μπορούν να τροποποιηθούν κατά βούληση από τη διοίκηση και στερούνται της προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν έγκυρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών.
'Ενα κράτος μέλος δεν μπορεί να αντιτάξει διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης, για να δικαιολογήσει την αθέτηση των υποχρεώσεων που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 38/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, τον οποίο όρισε και αντίκλητό της στο Λουξεμβουργο, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από το Σπύρο Ζησιμόπουλο, νομικό, εμπειρογνώμονα στην υπηρεσία ΕΚ του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από την Εύη Σκανδάλου, δικηγόρο στην ειδική νομική υπηρεσία της υπηρεσίας ΕΚ του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ελληνική πρεσβεία, 117, Val-Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θέτοντας την ελληνική ιθαγένεια ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στα επαγγέλματα του αρχιτέκτονα, του πολιτικού μηχανικού, του τοπογράφου και του δικηγόρου, καθώς και για την άσκηση αυτών των επαγγελμάτων, και έχοντας παραλείψει να προσαρμόσει προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου τη σχετική με αυτά νομοθεσία της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, O. Due, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, Τ. Κοοpmans, U. Everling, Y. Galmot, Κ. Κακούρη και T. F. O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 2ας Μαρτίου 1988, κατά την οποία η καθής εκπροσωπήθηκε από τον Νίκο Φραγκάκη, νομικό σύμβουλο στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στις Ελληνικές Κοινότητες, επικουρούμενο από την Εύη Σκανδάλου,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Φεβρουαρίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θέτοντας την ελληνική ιθαγένεια ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στα επαγγέλματα του αρχιτέκτονα, του πολιτικού μηχανικού, του τοπογράφου και του δικηγόρου, καθώς και για την άσκηση αυτών των επαγγελμάτων, και έχοντας παραλείψει να προσαρμόσει προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου τη σχετική επί του θέματος νομοθεσία της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται οι επίδικες εθνικές διατάξεις (ιδίως το άρθρο 4, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 2728, της 12ης Νοεμβρίου 1953, και το άρθρο 2 του νόμου 1486, της 17ης Οκτωβρίου 1984), η εξέλιξη της διαδικασίας και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω, παρά μόνον καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Ως προς τα επαγγέλματα του αρχιτέκτονα, του πολιτικού μηχανικού και του τοπογράφου
3 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο κάτοχος των απαιτούμενων πτυχίων και της αναγκαίας άδειας μπορεί να ασκήσει τα εν λόγω επαγγέλματα στην Ελληνική Δημοκρατία μόνον εφόσον είναι τακτικό μέλος του επαγγελματικού επιμελητηρίου των αρχιτεκτόνων, μηχανικών, κλπ., που αποκαλείται Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (στο εξής: Τεχνικό Επιμελητήριο). Ενώ όμως οι έλληνες υπήκοοι είναι αυτοδικαίως τακτικά μέλη του οργανισμού αυτού, η Ελληνική νομοθεσία δεν προβλέπει την κτήση της ιδιότητας αυτής από αλλοδαπούς. Υπάρχει επομένως παράβαση των άρθρων 7, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον η πρόσβαση στα εν λόγω επαγγέλματα και η άσκησή τους δεν επιτρέπεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις για τους αλλοδαπούς και για τους έλληνες υπηκόους, και αν ακόμη υποτεθεί ότι, ελλείψει ρητής απαγορεύσεως του νόμου, το Τεχνικό Επιμελητήριο έχει τη δυνατότητα να εγγράφει αλλοδαπούς ως τακτικά μέλη.
4 Η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι οι επίδικες διατάξεις απλώς επιβάλλουν στους έλληνες υπηκόους υποχρέωση εγγραφής στο Τεχνικό Επιμελητήριο, το οποίο και υποχρεούται να προβεί σ' αυτήν, χωρίς να υποβάλλουν και τους αλλοδαπούς σε τέτοια υποχρέωση. Ωστόσο, η ελληνική νομοθεσία, όπως άλλωστε ερμηνεύεται παγίως από το Τεχνικό Επιμελητήριο, επιτρέπει την εγγραφή αλλοδαπών ως τακτικών μελών.
5 Είναι δεδομένο ότι η πρόσβαση στα εν λόγω επαγγέλματα και η άσκησή τους στην Ελληνική Δημοκρατία εξαρτώνται, σε κάθε περίπτωση και επ' απειλή επιβολής κυρώσεων, από την εγγραφή των ενδιαφερομένων στο Τεχνικό Επιμελητήριο ως τακτικών μελών. Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι η ιδιότητα αυτή επάγεται ορισμένα πλεονεκτήματα, ιδίως όσον αφορά την είσπραξη της αμοιβής, την κοινωνική ασφάλιση και την επαγγελματική εκπαίδευση.
6 Πρέπει να σημειωθεί ότι η εγγραφή κάποιου ως τακτικού μέλους του Τεχνικού Επιμελητηρίου αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσβαση στα οικεία επαγγέλματα και την άσκησή τους στην Ελληνική Δημοκρατία τις οποίες και διευκολύνει. Επομένως, οι προϋποθέσεις εγγραφής στον οργανισμό αυτόν πρέπει να είναι οι ίδιες για τους έλληνες υπηκόους και για τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών, σύμφωνα με τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης, τα οποία απαγορεύουν, καθένα στο πεδίο εφαρμογής του, κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.
7 Προκύπτει όμως ότι οι επίδικες εθνικές διατάξεις δεν απονέμουν ρητά στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών το δικαίωμα εγγραφής τους στο Τεχνικό Επιμελητήριο ως τακτικών μελών. Εξάλλου, οι δύο μόνες δυνατότητες εγγραφής που προβλέπονται ρητά, για ορισμένους μεν ελληνικής καταγωγής αλλοδαπούς ως τακτικών μελών, για δε τους λοιπούς αλλοδαπούς ως επιτίμων μελών, μπορούν, όπως και υποστηρίζει η Επιτροπή, να ερμηνευτούν ως εξαντλητικές και, συνεπώς, ως αποκλείουσες τους υπηκόους των άλλων κράτων μελών από το δικαίωμα εγγραφής στο Τεχνικό Επιμελητήριο ως τακτικών μελών.
8 Το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας, ότι οι επίδικες εθνικές διατάξεις επιτρέπουν την εγγραφή αλλοδαπών ως τακτικών μελών του Τεχνικού Επιμελητηρίου και ότι αυτή είναι η πάγια ερμηνεία του εν λόγω οργανισμού, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
9 Αφενός, η σιωπή του νόμου ως προς το δικαίωμα των υπηκόων των άλλων κρατών μελών να εγγράφονται στο Τεχνικό Επιμελητήριο ως τακτικά μέλη δημιουργεί αμφίβολη κατάσταση πραγμάτων, διατηρώντας, για τα ενδιαφερόμενα υποκείμενα δικαίου, κατάσταση αβεβαιότητας ως προς τις δυνατότητές τους να επικαλεστούν τις προαναφερθείσες διατάξεις της Συνθήκης, οι οποίες παράγουν άμεσα αποτελέσματα. Η διατήρηση, επομένως, μιας νομοθεσίας που περιέχει ένα τέτοιο κενό δικαίου συνιστά, για την Ελληνική Δημοκρατία, παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από τη Συνθήκη.
10 Αφετέρου, απλές διοικητικές πρακτικές, που από τη φύση τους μπορούν να τροποποιηθούν κατά βούληση από τη διοίκηση και στερούνται της προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν έγκυρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη (βλέπε απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1986, υπόθεση 168/85, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1986, σ. 2945).
11 'Εχει, εξάλλου, σημασία να υπομνηστεί ότι, απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη, η Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στις Κοινότητες πληροφόρησε την Επιτροπή ότι, όσον αφορά τις διακρίσεις με βάση την ιθαγένεια που εξακολουθούν να υφίστανται ως προς την πρόσβαση στα εν λόγω επαγγέλματα, τα αρμόδια εθνικά Υπουργεία είχαν κινήσει τη διαδικασία επεξεργασίας νομοθετικών κειμένων που αποσκοπούσαν στην εξάλειψη της προϋποθέσεως της ιθαγένειας.
12 Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που δεν θεσπίζουν ρητά το δικαίωμα των υπηκόων των άλλων κρατών μελών να εγγράφονται στο Τεχνικό Επιμελητήριο ως τακτικά μέλη, ενώ η εγγραφή υπ' αυτή την ιδιότητα αποτελεί προϋπόθεση της προσβάσεως στα οικεία επαγγέλματα και της ασκήσεώς τους στην Ελληνική Δημοκρατία τις οποίες και διευκολύνει, παρέβη τις διατάξεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης.
13 Η διαπίστωση αυτή αφορά μόνο τη δυσμενή διάκριση που γίνεται λόγω ιθαγενείας και δεν προδικάζει, συνεπώς, το ζήτημα αν η υποχρέωση εγγραφής κάποιου ως τακτικού μέλους του Τεχνικού Επιμελητηρίου συνιστά, έναντι των υπηκόων των άλλων κρατών μελών, περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών επιβαλλόμενο λόγω του ότι είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου όπου παρέχεται η υπηρεσία. Και τούτο διότι το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.
Ως προς το επάγγελμα του δικηγόρου
14 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η πρόσβαση στο δικηγορικό επάγγελμα επιφυλάσσεται, από το άρθρο 3 του νομοθετικού διατάγματος της 6ης/8ης Οκτωβρίου 1954 περί του κώδικος των δικηγόρων, στους έλληνες υπηκόους. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί αυτόν τον ισχυρισμό, διατείνεται όμως ότι, όσον αφορά την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα και την άσκησή του, έχει ήδη κινηθεί η διαδικασία θεσπίσεως του νομοθετικού κειμένου με το οποίο θα εξαλειφθεί η προβλεπόμενη από τον κώδικα των δικηγόρων προϋπόθεση της ιθαγένειας. Η διαδικασία αυτή ωστόσο αναμένεται να απαιτήσει αρκετό χρόνο, δεδομένου ότι αφορά ταυτόχρονα την ενοποίηση των διατάξεων περί της ισοτιμίας των πανεπιστημιακών τίτλων των διαφόρων κρατών μελών, καθώς και την επεξεργασία ενός κώδικα δεοντολογίας που θα ισχύει και για άλλα επαγγέλματα.
15 Είναι επομένως δεδομένο ότι οι εθνικές διατάξεις κατά των οποίων βάλλει η Επιτροπή δεν συμβιβάζονται με τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης.
16 Τα επιχειρήματα τα οποία προβάλλει προς άμυνά της η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Πράγματι, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αντιτάξει διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης, για να δικαιολογήσει την αθέτηση των υποχρεώσεων που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο (βλέπε ιδίως απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1987, υπόθεση 69/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 773).
17 Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που εξαρτούν την πρόσβαση στο δικηγορικό επάγγελμα και την άσκησή του από την κατοχή της ελληνικής ιθαγένειας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που δεν θεσπίζουν ρητά το δικαίωμα των υπηκόων των άλλων κρατών μελών να εγγράφονται στο Τεχνικό Επιμελητήριο ως τακτικά μέλη, ενώ η εγγραφή υπ' αυτή την ιδιότητα αποτελεί προϋπόθεση της προσβάσεως στα επαγγέλματα του αρχιτέκτονα, του πολιτικού μηχανικού και του τοπογράφου και της ασκήσεώς τους στην Ελληνική Δημοκρατία τις οποίες και διευκολύνει, παρέβη τις διατάξεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2) Η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που εξαρτούν την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου και την άσκησή του από την κατοχή της Ελληνικής ιθαγένειας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
3) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy