Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινή εμπορική πολιτική - Πεδίο εφαρμογής - Σύστημα γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων - Εφαρμογή - Κοινοτιές δασμολογικές ποσοστώσεις - Κατανομή σε εθνικά μερίδια - Συμβιβαστό με την απαίτηση ομοιομορφίας στο καθεστώς των συναλλαγών - Προϋποθέσεις
Κοινό δασμολόγιο - Σύστημα γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων - Εφαρμογή - Κοινοτικές δασμολογικές ποσοστώσεις - Κατανομή σε εθνικά μερίδια - Συμβιβαστό με την τελωνειακή ένωση - Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 9 και 113 κανονισμός του Συμβουλίου 3924/86 και 3925/86)
Περίληψη
Το κοινό δασμολόγιο, το οποίο αποβλέπει στην επίτευξη της εξίσωσης των δασμών που επιβάλλονται στα σύνορα της Κοινότητας επί προϊόντων που εισάγονται από τις τρίτες χώρες, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε εκτροπή του εμπορίου στις σχέσεις με τις χώρες αυτές και κάθε στρέβλωση της ελεύθερης εσωτερικής κυκλοφορίας ή των συνθηκών ανταγωνισμού, και ο καθορισμός ενιαίων αρχών της κοινής εμπορικής πολιτικής, στην οποία εμπίπτουν οι κανονισμοί περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων, συνεπάγονται την κατάργηση των εθνικών, φορολογικών και εμπορικών ανισοτήτων που πλήττουν το εμπόριο με τις τρίτες χώρες.
Το σύστημα κατανομής σε εθνικά μερίδια μιας κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως που χορηγήθηκε βάσει του συστήματος γενικών δασμολογικών ποσοστώσεων όχι μόνο δεν περιλαμβάνεται σ' αυτή την προοπτική μειώσεως των ανισοτήτων αλλά, αντίθετα, είναι ικανό να προκαλέσει στρεβλώσεις και εκτροπή εμπορίου. Πάντως, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της κοινής εμπορικής πολιτικής, ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να συμβιβάζεται με τα άρθρα 9 και 113 της Συνθήκης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις.
Πρέπει, πρώτον, η κατανομή των εθνικών μεριδίων να δικαιολογείται από δεσμευτικές περιστάσεις διοικητικής, τεχνικής ή οικονομικής φύσεως που εμποδίζουν την κοινοτική διαχείριση της ποσόστωσης. Δεύτερον, είναι αναγκαίο το σύστημα κατανομής να περιλαμβάνει μηχανισμό ο οποίος, εφόσον η συνολική κοινοτική ποσόστωση δεν έχει ακόμη εξαντληθεί, παρεμποδίζει όπως η εισαγωγή εμπορευμάτων σε κράτος μέλος που έχει εξαντλήσει το μερίδιό του γίνεται μόνο με πλήρη εφαρμογή των δασμών ή μετά τη διοχέτευση των εμπορευμάτων προς άλλο κράτος μέλος το μερίδιο του οποίου δεν έχει ακόμη εξαντληθεί. Τέλος, η κατανομή δεν πρέπει να θίγει την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο της ποσόστωσης, μετά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία στο έδαφος κράτους μέλους, και όλοι οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες κάθε κράτους μέλους πρέπει να έχουν πρόσβαση στο μερίδιο που χορηγείται στο οικείο κράτος.
Επειδή οι αρχές αυτές δεν έχουν τηρηθεί, οι κανονισμοί 3924/86 και 3925/86 πρέπει να ακυρωθούν, ωστόσο όμως, τα αποτελέσματά τους πρέπει να θεωρηθούν ως οριστικά.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 51/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Peter Gilsdorf και τον Guido Berardis, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από το νομικό του σύμβουλο John Carbery, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Joerg Kaeser, διευθυντή του τμήματος νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση του κανονισμού 3924/86 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1986, περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1987 για ορισμένα βιομηχανικά προϊόντα καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών, και του κανονισμού 3925/86 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1986, περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1987 για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών (ΕΕ L 373, σ. 1 και 68),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G. Bosco, O. Due, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, Τ. Koopmans, U. Everling, K. Bahlmann, Y. Galmot, R. Joliet και Τ. F. O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Μαΐου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Φεβρουαρίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση του κανονισμού 3924/86 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1986, περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1987 για ορισμένα βιομηχανικά προϊόντα καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών, και του κανονισμού 3925/86 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1986, περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1987 για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών (ΕΕ L 373, σ. 1 και 68).
2 Το ουσιαστικό περιεχόμενο του συστήματος των γενικευμένων κοινοτικών προτιμήσεων συνίσταται στην αναστολή των δασμών του κοινού δασμολογίου. Δυνάμει των δύο επίμαχων κανονισμών, η αναστολή αυτή εφαρμόζεται αναλόγως των κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων που κατανέμονται σε μερίδια μεταξύ των κρατών μελών, σύμφωνα με κατ' αποκοπήν ποσοστά, στηριζόμενα σε γενικά οικονομικά κριτήρια. Κατά τον προαναφερθέντα κανονισμό περί ορισμένων βιομηχανικών προϊόντων, τα αρχικά μερίδια αντιπροσωπεύουν μόνον ένα τμήμα ανερχόμενο σε 80 % της συνολικής ποσοστώσεως. Το δεύτερο τμήμα ανερχόμενο σε 20 % συνιστά απόθεμα προοριζόμενο να καλύψει τις μεταγενέστερες ανάγκες των κρατών μελών τα οποία έχουν εξαντλήσει το αρχικό τους μερίδιο. Με τον προαναφερθέντα κανονισμό περί των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων ορίζονται μόνο σταθερά μερίδια, χωρίς απόθεμα.
3 Η Επιτροπή στηρίζει την προσφυγή της στην παράβαση της Συνθήκης, ιδίως των άρθρων 9 και 113, κατά το μέτρο που οι επίδικοι κανονισμοί περιλαμβάνουν διατάξεις ασυμβίβαστες προς τις αρχές της τελωνειακής ενώσεως και ειδικότερα της αρχής της ενότητας του τελωνειακού καθεστώτος έναντι των τρίτων χωρών.
4 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι λόγοι ακυρώσεως και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5 Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της Συνθήκης, η Κοινότητα βασίζεται επί τελωνειακής ενώσεως που εκτείνεται στο σύνολο των εμπορευματικών συναλλαγών και περιλαμβάνει την υιοθέτηση κοινού δασμολογίου στις σχέσεις με τις τρίτες χώρες. Κατά το άρθρο 113, παράγραφος 1, της Συνθήκης, "μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου η κοινή εμπορική πολιτική διαμορφώνεται επί ενιαίων αρχών, ιδίως σε ότι αφορά τις μεταβολές δασμολογικών συντελεστών ...". Το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι οι κανονισμοί περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων εμπίπτουν στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής (απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1493).
6 Πρέπει επίσης να υπομνηστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1973 (Diamantarbeiders κατά Indiamex, 37 και 38/73, Rec. 1973, 1609), το κοινό δασμολόγιο αποβλέπει στην επίτευξη της εξίσωσης των δασμών που επιβάλλονται στα σύνορα της Κοινότητας επί προϊόντων που εισάγονται από τις τρίτες χώρες, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε εκτροπή του εμπορίου στις σχέσεις με τις χώρες αυτές και κάθε στρέβλωση της ελεύθερης εσωτερικής κυκλοφορίας ή των συνθηκών ανταγωνισμού, ο δε καθορισμός ενιαίων αρχών της κοινής εμπορικής πολιτικής συνεπάγεται, όπως και το ίδιο το κοινό δασμολόγιο, την κατάργηση των εθνικών, φορολογικών και εμπορικών ανισοτήτων που πλήττουν το εμπόριο με τις τρίτες χώρες.
7 Επιβάλλεται επομένως η διαπίστωση ότι ένα σύστημα εθνικών μεριδίων δεν είναι ικανό να περιορίσει τις ανισότητες αυτές, αλλ' αντίθετα μπορεί να προκαλέσει στρεβλώσεις και εκτροπή εμπορίου.
8 Πρέπει πάντως να γίνει δεκτό ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της κοινής εμπορικής πολιτικής, ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να συμβιβάζεται με τα άρθρα 9 και 113 της Συνθήκης όταν η κατανομή των εθνικών μεριδίων δικαιολογείται από δεσμευτικές περιστάσεις διοικητικής, τεχνικής ή οικονομικής φύσεως που εμποδίζουν την κοινοτική διαχείριση της ποσόστωσης. Μολονότι το Συμβούλιο διαθέτει σχετικώς εξουσία εκτιμήσεως, εντούτοις, η άσκηση της εξουσίας αυτής εξακολουθεί να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
9 Επιπροσθέτως, για να συμβιβάζεται με τις προαναφερθείσες διατάξεις της Συνθήκης, το σύστημα κατανομής μιας ποσοστώσεως σε μερίδια μεταξύ των κρατών μελών πρέπει να περιλαμβάνει μηχανισμό ο οποίος, εφόσον η συνολική κοινοτική ποσόστωση δεν έχει ακόμη εξαντληθεί, παρεμποδίζει όπως η εισαγωγή εμπορευμάτων σε κράτος μέλος που έχει εξαντλήσει το μερίδιό του γίνεται μόνο με πλήρη εφαρμογή των δασμών ή μετά τη διοχέτευση των εμπορευμάτων προς άλλο κράτος μέλος το μερίδιο του οποίου δεν έχει ακόμη εξαντληθεί. Πράγματι, ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν ασυμβίβαστο με το κοινό δασμολόγιο και την κοινή εμπορική πολιτική.
10 Τέλος, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αφενός, η κατανομή της ποσόστωσης σε εθνικά μερίδια δεν πρέπει να θίγει την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο της ποσόστωσης, μετά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία στο έδαφος κράτους μέλους, και, αφετέρου, όλοι οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες κάθε κράτους μέλους πρέπει να έχουν πρόσβαση στο μερίδιο που χορηγείται στο οικείο κράτος (απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1980, Grosoli, 35/79, Rec. σ. 177 απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1983 στην υπόθεση 218/82, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 4063 απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1985 στην υπόθεση 199/84, Migliorini, Συλλογή 1985, σ. 3325).
11 Με βάση τις προηγούμενες σκέψεις πρέπει να εξεταστεί αν οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί συμβιβάζονται με τα άρθρα 9 και 113 της Συνθήκης.
12 Πρώτον, όσον αφορά τον κανονισμό περί ορισμένων βιομηχανικών προϊόντων, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, κατά την Επιτροπή, δεν υπάρχει πλέον καμιά δυσχέρεια ικανή να παρεμποδίσει τη συγκεντρωτική διαχείριση των ποσοστώσεων σε κοινοτικό επίπεδο. Επ' αυτού, στην πρόταση κανονισμού που είχε υποβάλει ανέφερε ότι, όσον αφορά τις κοινοτικές ποσοστώσεις και στην προοπτική ολοκληρώσεως της εσωτερικής αγοράς, η κατανομή των ποσοστώσεων μεταξύ των κρατών μελών δεν ήταν ενδεδειγμένη και ότι, αντίθετα, ο νέος προτεινόμενος τρόπος διαχειρίσεως θα μπορούσε να βελτιώσει τη χρήση τους καθόσον επιτρέπει να καλύπτονται οι ανάγκες εκεί όπου εκδηλώνονται.
13 Το Συμβούλιο πάντως δεν δέχθηκε την πρόταση αυτή, αλλά έκρινε ότι η κατανομή των κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων σε εθνικά μερίδια ήταν αναγκαία. Με την αιτιολογία του κανονισμού 3924/86, το Συμβούλιο εξήγησε "ότι ο κοινοτικός χαρακτήρας των εν λόγω ποσοστώσεων δύναται να γίνει σεβαστός με ένα σύστημα χρησιμοποιήσεως βασισμένο στην κατανομή τους μεταξύ των κρατών μελών ...ότι η εφαρμογή των αρχών που γίνονται γενικά δεκτές στον τομέα της κατανομής, όσον αφορά τις κοινοτικές δασμολογικές ποσοστώσεις που έχουν ανοιχθεί μέχρι σήμερα, δεν συμβιβάζεται με την αναγκαία συνέχεια κατά την εφαρμογή των εν λόγω δασμολογικών προτιμήσεων ότι υπ' αυτούς τους όρους, ενδείκνυται ακόμη να γίνει προσφυγή σε μιά κλίμακα κατ' αποκοπή κατανομής των εν λόγω κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων μεταξύ των κρατών μελών".
14 Με την αιτιολογία αυτή, στην οποία επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι έβδομη και όγδοη αιτιολογικές σκέψεις του πρώτου σχετικού κανονισμού (1308/71, της 21ης Ιουνίου 1971, JO L 142, σ. 1), δεν εκτίθενται οι λόγοι που να δικαιολογούν τη μετά από δέκα πέντε έτη διατήρηση αναλλοίωτου του συστήματος.
15 Το Συμβούλιο επικαλείται ακόμη το γεγονός ότι τα εν λόγω προϊόντα εμπίπτουν σε έναν "ευαίσθητο" τομέα, - η δε σημασία του γεγονότος αυτού μπορεί να ποικίλλει από ένα κράτος μέλος σε άλλο - , και τους οικονομικούς περιορισμούς που αυτό συνεπάγεται. Επομένως, οι εθνικές ποσοστώσεις είναι αναγκαίες ώστε κάθε κράτος μέλος να είναι σε θέση να γνωρίζει εκ των προτέρων τις ποσότητες των προϊόντων που θα εισαχθούν στην αγορά του.
16 Το επιχείρημα αυτό είναι απορριπτέο. Πράγματι, πρόβλεψη βασιζόμενη στις εθνικές ποσοστώσεις δεν μπορεί παρά να εξαρτάται από τυχαίο γεγονός εφόσον, όπως δέχεται το ίδιο το Συμβούλιο, μπορεί να γίνει μόνον υπό την επιφύλαξη των επανεξαγωγών από τα άλλα κράτη μέλη.
17 Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Συμβούλιο δεν αντέκρουσε κατά τρόπο εμπεριστατωμένο τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι αυτή ήταν σε θέση να εξασφαλίσει αποτελεσματική διαχείριση των ποσοστώσεων, εφόσον η εγκατάσταση νέων μέσων τηλεπικοινωνίας επέτρεπε τον παραμερισμό των εμποδίων που καθιστούσαν ανέφικτη την κοινοτική διαχείριση.
18 Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι το Συμβούλιο δεν ήταν σε θέση να δικαιολογήσει την κατανομή των ποσοστώσεων σε εθνικά μερίδια. Συνεπώς, ο κανονισμός περί ορισμένων βιομηχανικών προϊόντων πρέπει να ακυρωθεί.
19 Δεύτερον, όσον αφορά τον κανονισμό περί των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, η Επιτροπή, παρόλον ότι δέχεται ότι υπάρχουν ορισμένοι οικονομικοί και διοικητικοί περιορισμοί που μπορούν να δικαιολογήσουν την κατανομή σε εθνικά μερίδια, θεωρεί ότι ο κανονισμός αυτός δεν συνάδει προς τα άρθρα 9 και 113 της Συνθήκης λόγω του ότι δεν προβλέπει καμιά δυνατότητα μεταφοράς των μεριδίων από ένα κράτος μέλος σε άλλο.
20 Επιβάλλεται σχετικώς να υπομνηστεί ότι, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, μια από τις απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε να συμβιβάζεται προς τη Συνθήκη η κατανομή μιας ποσοστώσεως σε εθνικά μερίδια είναι ότι το σύστημα κατανομής μιας ποσοστώσεως σε εθνικά μερίδια περιλαμβάνει μηχανισμό ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα, εφόσον η συνολική κοινοτική ποσόστωση δεν έχει ακόμη εξαντληθεί, να μην παρεμποδίζεται ή εισαγωγή εμπορευμάτων σε κράτος μέλος που έχει εξαντλήσει το μερίδιό του μόνο μετά από την πλήρη εφαρμογή των δασμών ή μετά τη διοχέτευση των εμπορευμάτων προς άλλο κράτος μέλος το μερίδιο του οποίου δεν έχει ακόμη εξαντληθεί. Πράγματι, ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν ασυμβίβαστο με το κοινό δασμολόγιο και την κοινή εμπορική πολιτική.
21 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα δεν περιλαμβάνει κανέναν τέτοιο μηχανισμό, αλλά προβλέπει απλώς σταθερά μερίδια για τα κράτη μέλη. Συνεπώς, ο κανονισμός αυτός πρέπει επίσης να ακυρωθεί.
22 Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως και τις επιταγές της ασφάλειας του δικαίου πρέπει, δυνάμει του άρθρου 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, τα αποτελέσματα των δύο ακυρωθέντων κανονισμών να θεωρηθούν ως οριστικά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το Συμβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει τον κανονισμό 3924/86 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1986, περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1987 για ορισμένα βιομηχανικά προϊόντα καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών, και τον κανονισμό 3925/86 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1986, περί εφαρμογής των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων κατά το έτος 1987 για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα καταγωγής αναπτυσσόμενων χωρών (ΕΕ L 373, σ. 1 και 68).
2) Τα αποτελέσματα των ακυρωθέντων κανονισμών θεωρούνται ως οριστικά.
3) Καταδικάζει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy