Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων - Ανεργία - Μεθοριακός εργαζόμενος ευρισκόμενος σε πλήρη ανεργία - Λήψη υπόψη περιόδων ανεργίας για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων επί συντάξεως - Αρμόδιο κράτος - Κράτος της τελευταίας απασχολήσεως προ της ανεργίας
((Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 51 κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α), και 71, παράγραφος 1, στοιχείο α) ii) ))
Περίληψη
Ο κανονισμός 1408/71 έχει την έννοια ότι οι περίοδοι πλήρους ανεργίας που συμπλήρωσε μεθοριακός εργαζόμενος ο οποίος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α) ii), ελάμβανε παροχές ανεργίας κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούσε, πρέπει, λαμβανομένου υπόψη του γενικού κανόνα περί προσδιορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας που περιέχεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α), και ελλείψει οποιασδήποτε παρεκκλίσεως, προβλεπόμενης από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ή επιβαλλόμενης από ανάγκες συμφυείς προς την πραγμάτωση των στόχων αυτής, να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό δικαιωμάτων επί συντάξεως κατά τη νομοθεσία του κράτους της τελευταίας απασχολήσεως προ της ανεργίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 58/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundessozialgericht προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Josef Rebmann, συνταξιούχου, κατοίκου Kleinblittersdorf (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), αφενός,
και
Bundesversicherungsanstalt fuer Angestellte (Ομοσπονδιακού Γραφείου Ασφαλίσεως Υπαλλήλων), εγκατεστημένου στο Βερολίνο, αφετέρου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 71, όπως τροποποιήθηκε, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ 1983, L 230, σ. 8),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, U. Everling, Y. Galmot, R. Joliet και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- το Bundesversicherungsanstalt fuer Angestellte, καθού της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενο από τον Tilo Herrmann,
- η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Pier Giorgio Ferri,
- η κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον E. F. Jacobs,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Juergen Grunwald,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 10ης Φεβρουαρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 21ης Ιανουαρίου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Φεβρουαρίου 1987, το Bundessozialgericht υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α) ii), όπως τροποποιήθηκε, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ 1983, L 230, σ. 8), προς καθορισμό του φορέα που είναι αρμόδιος για να λάβει υπόψη, επί δικαιωμάτων επί συντάξεως, περιόδους πλήρους ανεργίας μεθοριακού εργαζομένου.
2 Αυτό το ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Josef Rebmann και του Bundesversicherungsanstalt fuer Angestellte.
3 Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά το ζήτημα της λήψεως υπόψη περιόδου πλήρους ανεργίας μεθοριακού εργαζόμενου για τον υπολογισμό συντάξεως. Ο αιτών της κύριας δίκης, Josef Rebmann, γεννηθείς το 1920 και κάτοικος Kleinblittersdorf (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), έχει τη γερμανική ιθαγένεια και είχε πάντοτε την κατοικία του στη Γερμανία. Εργάστηκε στη Γαλλία ως μεθοριακός εργαζόμενος από 1ης Αυγούστου 1959 μέχρι 30ής Ιουνίου 1972 και κατέβαλε, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, εισφορές στη γαλλική κοινωνική ασφάλιση. Στη συνέχεια βρέθηκε σε πλήρη ανεργία και το γαλλικό γραφείο εργασίας, στο οποίο απευθύνθηκε, τον παρέπεμψε στο γραφείο εργασίας του Sarrebruck που του κατέβαλε παροχές, κατ' εφαρμογή του Arbeitsfoerderungsgesetz, από τις 13 Ιουλίου 1972 μέχρι τις 31 Ιουλίου 1974. Στη συνέχεια, ο Rebmann υπήχθη στη γερμανική κοινωνική ασφάλιση σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτής της χώρας, αφού βρήκε απασχόληση εκεί.
4 Από το Δεκέμβριο 1980, ο Rebmann λαμβάνει σύνταξη από τη γαλλική κοινωνική ασφάλιση και, με απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1980 του Bundesversicherungsanstalt fuer Angestellte, χορηγήθηκε στον Rebmann σύνταξη λόγω γενικής ανικανότητας προς εργασία, κατά τον υπολογισμό της οποίας, ωστόσο, δεν ελήφθη υπόψη η περίοδος ανεργίας από του Ιουλίου 1972 μέχρι του Ιουλίου 1974. Σύμφωνα με τη Διάταξη περί παραπομπής, η διοικητική ένσταση, η προσφυγή και η έφεση του Rebmann εναντίον αυτής της τελευταίας αποφάσεως απερρίφθησαν με την αιτιολογία ότι μια περίοδος ανεργίας δεν συνιστά περίοδο διακοπής κατά την έννοια του άρθρου 36, παράγραφος 1, σημείο 3, του Angestelltenversicherungsgesetz (νόμου περί ασφαλίσεως υπαλλλήλων) (στο εξής: ΑVG) παρά μόνον όταν διακόπτει περίοδο απασχολήσεως υπαγόμενη στη γερμανική κοινωνική ασφάλιση, ότι οι περίοδοι διακοπής θεωρούνται σ' αυτή την περίπτωση ότι αντικαθιστούν περίοδο καταβολής γερμανικών εισφορών, έτσι ώστε μόνον η διακοπή περιόδου καταβολής γερμανικών εισφορών συνεπάγεται περίοδο διακοπής.
5 Ο Rebmann ζήτησε την αναθεώρηση της αποφάσεως ενώπιον του Bundessozialgericht, επικαλούμενος παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 36 του ΑVG και του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α) ii), του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου. Κατά τον αιτούμενο την αναθεώρηση Rebmann, δεν ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι, δυνάμει της προαναφερθείσας κοινοτικής διατάξεως, όταν βρέθηκε σε ανεργία, δεν είχε δικαίωμα παρά μόνο σε παροχές του κράτους κατοικίας και αναγκάστηκε να τεθεί στη διάθεση του γραφείου εργασίας αυτού του κράτους έπεται ότι ανήκει επίσης στην αρμοδιότητα του κράτους κατοικίας να λάβει υπόψη, για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων επί συντάξεως, τις περιόδους ανεργίας που συμπλήρωσε και να του επιφυλαχθεί μεταχείριση ωσάν να είχε υπαχθεί στη νομοθεσία αυτού του κράτους κατά τη διάρκεια της τελευταίας του απασχόλησης πριν βρεθεί σε ανεργία. Αν αυτό δεν συμβεί, θα υποστεί ζημία από την άποψη των δικαιωμάτων του επί συντάξεως εκ μόνου του γεγονότος ότι, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, δεν μπόρεσε να συμπληρώσει τις περιόδους ανεργίας παρά μόνο στο κράτος κατοικίας.
6 Θεωρώντας ότι η διαφορά συνεπάγεται εκτίμηση της ερμηνείας της εν λόγω κοινοτικής ρυθμίσεως, το Bundessozialgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Ποιος είναι ο αρμόδιος φορέας - ο φορέας του κράτους κατοικίας ή ο φορέας του κράτους απασχολήσεως -, για να λάβει υπόψη, όσον αφορά δικαιώματα επί συντάξεως, περιόδους πλήρους ανεργίας, όταν ο ενδιαφερόμενος είναι μεθοριακός εργαζόμενος, ο οποίος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α) ii), του κανονισμού 1408/71, είχε, σε περίπτωση πλήρους ανεργίας, την υποχρέωση να ζητήσει παροχές στο κράτος κατοικίας και να τεθεί στη διάθεση του γραφείου εργασίας αυτού του κράτους;
Ειδικότερα:
α) Προκύπτει από το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α) ii), του κανονισμού 1408/71 ότι οι περίοδοι πλήρους ανεργίας που συμπλήρωσε μεθοριακός εργαζόμενος εντός του κράτους κατοικίας πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη κατά τη νομοθεσία του κράτους κατοικίας περί δικαιωμάτων επί συντάξεως, ωσάν αυτός να είχε υπαχθεί στην εν λόγω νομοθεσία κατά τη διάρκεια της τελευταίας του απασχόλησης;
β) 'Η πρέπει, αντ' αυτού, να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι πλήρους ανεργίας που συμπλήρωσε ο μεθοριακός εργαζόμενος κατά τη νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως περί δικαιωμάτων επί συντάξεως, ωσάν να είχε υπαχθεί στις διατάξεις αυτού του κράτους μέλους κατά τη διάρκεια της πλήρους ανεργίας;
γ) 'Η έχει ο μεθοριακός εργαζόμενος το δικαίωμα να επιλέξει αν θέλει να ζητήσει από το φορέα του κράτους κατοικίας ή από το φορέα του κράτους απασχολήσεως να ληφθούν υπόψη, όσον αφορά δικαιώματα επί συντάξεως, οι συμπληρωθείσες περίοδοι ανεργίας;"
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν δυνάμει του άρθρου 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
8 Με το ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν, για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων επί συντάξεως, οι περίοδοι πλήρους ανεργίας μεθοριακού εργαζόμενου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη νομοθεσία περί δικαιωμάτων επί συντάξεως του κράτους κατοικίας ή του κράτους απασχολήσεως, ή αν ο μεθοριακός εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να επιλέξει μεταξύ των δύο αυτών νομοθεσιών.
9 Η λύση της επιλογής μεταξύ των δύο νομοθεσιών δεν μπορεί να γίνει δεκτή θα ήταν αντίθετη, πράγματι, όπως το Δικαστήριο υπενθύμισε με την απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986 (Miethe, 1/85, Συλλογή 1986, σ. 1846), προς το περιεχόμενο του κανονισμού 1408/71 που αποσκοπεί, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική του σκέψη, στο να συντονίσει τις εθνικές νομοθεσίες κοινωνικής ασφαλίσεως στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων υπηκόων των κρατών μελών. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου συντονισμού, που αποβλέπει να θεσπίσει τα κριτήρια υπαγωγής στις διάφορες εθνικές νομοθεσίες και να κατανείμει τα βάρη μεταξύ των διαφόρων εθνικών συστημάτων, ο καθορισμός του αρμόδιου φορέα δεν μπορεί να εξαρτάται από επιλογή του δικαιούχου.
10 Ενόψει της δοθησόμενης απαντήσεως, πρέπει καταρχάς να γίνει δεκτό, όπως όλοι οι διάδικοι το δέχονται, ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν περιέχει καμία διάταξη διευκρινίζουσα ρητώς κατά ποίο εθνικό νόμο και από την αρμόδια αρχή ποιου κράτους μέλους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη περίοδοι πλήρους ανεργίας για τις ανάγκες του υπολογισμού των δικαιωμάτων επί συντάξεως στην περίπτωση μεθοριακού εργαζόμενου.
11 Ελλείψει ειδικής διατάξεως του κανονισμού 1408/71, πρέπει να συναχθεί η λύση από το σκοπό και το γενικό πνεύμα του εν λόγω κανονισμού, εφόσον αποσκοπεί στο να ρυθμίσει κατά εξαντλητικό τρόπο το προβλεπόμενο στο άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
12 'Οπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1408/71, οι κανόνες συντονισμού που θεσπίζονται για την εφααρμογή των διατάξεων του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ αποσκοπούν στο να εγγυηθούν, στο εσωτερικό της Κοινότητας, αφενός, σε όλους τους υπηκόους των κρατών μελών, ίση μεταχείριση έναντι των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών και, αφετέρου, στους εργαζομένους, την απόλαυση των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ανεξάρτητα από τον τόπο απασχολήσεως ή κατοικίας τους.
13 'Οσον αφορά, ειδικότερα, τους μεθοριακούς εργαζόμενους, ο κανονισμός 1408/71 απέβλεψε στην πραγμάτωση αυτών των στόχων ορίζοντας, στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α), ότι η κατάστασή τους διέπεται, καταρχήν, από τη νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως. Εξαιρέσεις από αυτό το γενικό κανόνα υπαγωγής προβλέπονται στο άρθρο 25, παράγραφος 2, για τις παροχές ασθενείας ή μητρότητας, στο άρθρο 39 για τις παροχές αναπηρίας, και στο άρθρο 71 για τις παροχές ανεργίας.
14 Αυτές οι ειδικές υπαγωγές στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους κατοικίας εξηγούνται από κοινωνικές σκέψεις και λόγους πρακτικής αποτελεσματικότητας. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 71, που επιβάλλει στο κράτος κατοικίας το βάρος της καταβολής παροχών ανεργίας, ανταποκρίνεται στη μέριμνα αποφυγής πρακτικών μειονεκτημάτων που θα συνεπαγόταν για το μεθοριακό εργαζόμενο η υπαγωγή του στο κράτος απασχολήσεως. Η υποχρέωσή του να τεθεί και να παραμείνει στη διάθεση του γραφείου εργασίας εκπληρούται, πράγματι, ευχερέστερα στο κράτος κατοικίας. Εξάλλου, οι υπηρεσίες αυτού του κράτους είναι οι πλέον ενδεδειγμένες για την καταβολή των παροχών ανεργίας, αφού βεβαιωθούν ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς τους, διευκολύνοντας συγχρόνως την επαγγελματική του αποκατάσταση.
15 Φαίνεται έτσι ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν παρεξέκλινε από το γενικό κανόνα υπαγωγής στο κράτος απασχολήσεως,+ παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις και για λόγους αποτελεσματικότητας και πρακτικής που εμφάνιζαν την υπαγωγή στο κράτος κατοικίας ως καταλληλότερη και πιο σύμφωνη προς το συμφέρον των μεθοριακών εργαζομένων.
16 Επέκταση αυτών των παρεκκλίσεων σε περιπτώσεις μη ρητώς προβλεπόμενες δεν θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί παρά μόνον αν οι παρεκκλίσεις αυτές συνδέονταν στενά με τις παρεκκλίσεις που προβλέπει ο κανονισμός 1408/71 και αν οι ίδιες σκέψεις επέβαλαν αυτή την επέκταση.
17 Αυτό, ωστόσο, δεν συμβαίνει ως προς τη λήψη υπόψη περιόδων πλήρους ανεργίας για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων επί συντάξεως.
18 Ο επιβαλλόμενος με το άρθρο 51 της Συνθήκης σκοπός συνίσταται στο να διασφαλίσει το συνυπολογισμό όλων των περιόδων επαγγελματικής δραστηριότητας προς τις οποίες πρέπει να εξομοιώνονται οι αποζημιούμενες περίοδοι ακούσιας ανεργίας (βλέπε απόφαση της 9ης Ιουλίου 1975, D' Amico, 20/75, Slg. 1975, σ. 891), διασφαλίζοντας στους διακινούμενους εργαζόμενους τη λήψη υπόψη όλων των δικαιωμάτων τους, ανεξαρτήτως του κράτους εντός του οποίου τα δικαιώματα αυτά αποκτήθηκαν.
19 Καμιά σκέψη, απορρέουσα από ανάγκες συμφυείς προς την πραγμάτωση αυτού του στόχου, δεν επιβάλλει παρέκκλιση από το γενικό κανόνα υπαγωγής που θέτει το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α), του κανονισμού 1408/71 και φαίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση αναλόγων σκέψεων προς αυτές που ενέπνευσαν τις ειδικές υπαγωγές που προβλέπει αυτός ο κανονισμός για να δικαιολογηθεί αυτή η παρέκκλιση. Κατά συνέπεια, ελλείψει ειδικής διατάξεως, η λήψη υπόψη περιόδων πλήρους ανεργίας μεθοριακού εργαζόμενου για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων επί συντάξεως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του γενικού κανόνα που διέπει την κατάσταση των μεθοριακών εργαζομένων, καταρχήν, του νόμου του κράτους απασχολήσεως. Σ' αυτό, άλλωστε, το κράτος ο μεθοριακός εργαζόμενος έχει κανονικά αποκτήσει δικαιώματα επί συντάξεως που αυτές οι περίοδοι μπορούν να συμπληρώσουν. Αντιθέτως, δεν είναι βέβαιο ότι, στο κράτος κατοικίας, ο μεθοριακός εργαζόμενος μπόρεσε να αποκτήσει παρόμοια δικαιώματα, αυτό που ιδίως συμβαίνει όταν ποτέ δεν έχει ασκήσει σ' αυτό δραστηριότητα υποκείμενη σε υπαγωγή σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
20 Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο υποβληθέν από το εθνικό δικαστήριο ερώτημα η απάντηση ότι ο κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου έχει την έννοια ότι οι περίοδοι πλήρους ανεργίας που συμπλήρωσε μεθοριακός εργαζόμενος ο οποίος, κατ' εφαρμογή του άρθρου άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α) ii), του κανονισμού 1408/71, ελάμβανε παροχές ανεργίας κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούσε, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό δικαιωμάτων επί συντάξεως κατά τη νομοθεσία του κράτους της τελευταίας απασχολήσεως προ της ανεργίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν προτάσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με Διάταξη της 21ης Ιανουαρίου 1987, το Bundessozialgericht, αποφαίνεται:
Ο κανονισμός, όπως τροποποιήθηκε, 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, έχει την έννοια ότι οι περίοδοι πλήρους ανεργίας που συμπλήρωσε μεθοριακός εργαζόμενος ο οποίος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α) ii), του κανονισμού 1408/71, ελάμβανε παροχές ανεργίας κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούσε, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό δικαιωμάτων επί συντάξεως κατά τη νομοθεσία του κράτους της τελευταίας απασχολήσεως προ της ανεργίας.
Full & Egal Universal Law Academy