Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Πράξεις των οργάνων - Τεκμήριο νομιμότητας
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 189)
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστο μιας ενίσχυσης με την κοινή αγορά - Μη εκτέλεση - Δικαιολογία - Απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως οφειλόμενη σε οικονομικές δυσχέρειες που θα αντιμετώπιζαν οι ωφελούμενοι - Ανεπίτρεπτη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 93, παράγραφος 2)
Περίληψη
1. Από το νομοθετικό και δικαιοδοτικό σύστημα που έχει θεσπιστεί με τη Συνθήκη προκύπτει ότι, ενώ η τήρηση της αρχής της κοινοτικής νομιμότητας εμπεριέχει για τους πολίτες το δικαίωμα αμφισβητήσεως ενώπιον δικαστηρίου της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων, η αρχή αυτή συνεπάγεται επίσης, για όλα τα υποκείμενα του κοινοτικού δικαίου, την υποχρέωση να αναγνωρίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των πράξεων αυτών, εφόσον δεν έχει αποδειχτεί ο παράνομος χαρακτήρας τους.
2. Οι οικονομικές δυσχέρειες, στις οποίες θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωποι οι ωφελούμενοι από παράνομη ενίσχυση μετά την κατάργησή της, δεν συνιστούν όσον αφορά το οικείο κράτος μέλος περίπτωση απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία διαπιστώθηκε το ασυμβίβαστο της ενίσχυσης αυτής με την κοινή αγορά και διατάχθηκε η κατάργησή της.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 63/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Θεοφάνη Χριστοφόρου και Γεώργιο Κρεμλή, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, και Thomas Cusak, νομικό σύμβουλο της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τους Στέλιο Περράκη, δικηγόρο επίκουρο καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θράκης, Βασίλη Ζορμπά, δικηγόρο, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και Ηλία Λάιο, νομικό σύμβουλο του Υπουργού Γεωργίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ελληνική πρεσβεία, 117, rue Val-Sainte-Croix, (1371) Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να συμμορφωθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας προς την απόφαση 86/187 της Επιτροπής, της 13ης Νοεμβρίου 1985, για τις ενισχύσεις που χορηγεί η Ελλάδα στην εξαγωγή όλων των προϊόντων, με εξαίρεση τα προϊόντα πετρελαίου, υπό μορφή επιδότησης επιτοκίου (ΕΕ 1986, L 136, σ. 61), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους A. J. Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G. Bosco και O. Due, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, Κ. Ν. Κακούρη, T. F. O' Higgins και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
αφού έλαβε υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 3ης Δεκεμβρίου 1987 και
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Μαρτίου 1988, εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Φεβρουαρίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να συμμορφωθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας προς την απόφαση 86/187 της Επιτροπής, της 13ης Νοεμβρίου 1985, για τις ενισχύσεις που χορηγεί η Ελλάδα στην εξαγωγή όλων των προϊόντων, με εξαίρεση τα προϊόντα πετρελαίου, υπό μορφή επιδότησης επιτοκίου (ΕΕ 1986, L 136, σ. 61), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2 Με την απόφαση διαπιστώθηκε κατ' ουσία ότι η ενίσχυση, έχουσα τη μορφή επιδοτήσεως επιτοκίου 6 % ή 3 % που οι ελληνικές αρχές χορηγούν, υπό ορισμένους όρους, στις πιστώσεις κατά την εξαγωγή, είναι ασυμβίβαστη, κατά το άρθρο 92 της Συνθήκης, με την κοινή αγορά και πρέπει να καταργηθεί. Κατά το άρθρο 2 της αποφάσεως, "η Ελλάδα ενημερώνει την Επιτροπή εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης για τα μέτρα που λαμβάνει ώστε να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση". Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην Ελληνική Δημοκρατία με διαβιβαστικό έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 1985.
3 Στις 26 Φεβρουαρίου 1986, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 173, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης (υπόθεση 57/86) και στις 13 Μαρτίου 1986 υπέβαλε αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 185 της Συνθήκης. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με Διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 30ής Απριλίου 1986 (Συλλογή 1986, σ. 1497). Ομοίως, το Δικαστήριο απέρριψε την προαναφερθείσα προσφυγή ακυρώσεως με απόφαση που εκδόθηκε την ίδια μέρα με την παρούσα απόφαση.
4 Με τηλετύπημα της 23ης Μαΐου 1986, η Επιτροπή ζήτησε από τις ελληνικές αρχές να την ενημερώσουν εντός δύο εβδομάδων για τα μέτρα που πράγματι έλαβαν προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή η απόφαση. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν απάντησε επισήμως στο τηλετύπημα αυτό ούτε γνωστοποίησε μέτρα που έλαβε προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση.
5 Οι υπηρεσίες της Επιτροπής πληροφορήθηκαν, χωρίς πάντως να τους γνωστοποιηθεί επισήμως, ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφαση της 5ης Ιουνίου 1986, μείωσε το ποσοστό επιστροφής τόκων σε 5 % από 9ης Ιουνίου 1986, εν συνεχεία δε, με απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1987, αφενός μείωσε το ποσοστό από 5 % σε 3 % για την περίοδο μεταξύ 1ης Απριλίου 1987 και 31ης Δεκεμβρίου 1987 και αφετέρου αποφάσισε την πλήρη κατάργηση της επιστροφής τόκων από 1ης Ιανουαρίου 1988.
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
7 Η Επιτροπή φρονεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις της, δεδομένου ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την απόφαση εντός της ταχθείσας με την απόφαση προθεσμίας ενός μήνα από της κοινοποιήσεώς της. Η καθής όφειλε να λάβει τα αναγκαία μέτρα το βραδύτερο στις 23 Ιανουαρίου 1986 και να ενημερώσει περί τούτου αμέσως την Επιτροπή. Η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως δεν παρέχει στην καθής το δικαίωμα να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
8 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι της ήταν απολύτως αδύνατο να συμμορφωθεί προς την απόφαση εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Η άμεση κατάργηση του επικρινομένου συστήματος πιστώσεων θα είχε εξαιρετικά σοβαρές συνέπειες για τους έλληνες εξαγωγείς και, κατ' επέκταση, στην οικονομική και νομισματική πολιτική της χώρας. Η επιστροφή τόκων, αποτελούσα αναπόσπαστο τμήμα ενός νέου γενικού συστήματος πιστώσεων που τέθηκε σε εφαρμογή τον Απρίλιο του 1983, δεν θα μπορούσε να καταργηθεί χωρίς καθολική μεταρρύθμιση του συστήματος αυτού. 'Ομως, μια τέτοια μεταρρύθμιση θα απαιτούσε ορισμένο χρόνο προκειμένου να γίνουν οι απαραίτητες εκτιμήσεις. Τέλος, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν για την έγκριση των μέτρων σταθεροποιήσεως της ελληνικής οικονομίας βάσει του άρθρου 108 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή επέδειξε μεγάλη κατανόηση για τις οικονομικές δυσχέρειες της χώρας.
9 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι, σε περίπτωση δεόντως αποδεικνυομένης αδυναμίας λήψεως των απαιτούμενων μέτρων εντός της ταχθείσας προθεσμίας, αυτά πρέπει να λαμβάνονται ή να τίθενται σε εφαρμογή εντός ευλόγου χρόνου.
10 'Οπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο (απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1979, Granaria κατά Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten, 101/78, Rec. σ. 623), από το νομοθετικό και δικαιοδοτικό σύστημα που έχει θεσπιστεί με τη Συνθήκη προκύπτει ότι, ενώ η τήρηση της αρχής της κοινοτικής νομιμότητας εμπεριέχει το δικαίωμα αμφισβητήσεως ενώπιον δικαστηρίου της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων, η αρχή αυτή συνεπάγεται επίσης, για όλα τα υποκείμενα του κοινοτικού δικαίου, την υποχρέωση να αναγνωρίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των πράξεων αυτών, εφόσον δεν έχει αποδειχτεί ο παράνομος χαρακτήρας τους.
11 Πρέπει να υπομνηστεί, αφενός, ότι κατά το άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι ασκούμενες ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγές δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως που υπέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία απορρίφθηκε.
12 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η Ελληνική Δημοκρατία όφειλε, ως αποδέκτης της αποφάσεως, να τη θεωρήσει ως δεσμευτική ως προς όλα της τα στοιχεία, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι είχε ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής.
13 Δεν αμφισβητείται ότι η καθής έχει καταργήσει πλήρως την επιστροφή των επίδικων τόκων από 1ης Ιανουαρίου 1988. Αφετέρου, η Επιτροπή υποστήριξε, χωρίς να αντικρουστεί, ότι ουδέποτε ενημερώθηκε επισήμως για τα μέτρα που έλαβε η καθής. Το Δικαστήριο οφείλει επομένως να γνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση.
14 Η καθής δεν στήριξε τον ισχυρισμό που συνίσταται στην απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως σε ειδικά επιχειρήματα δυνάμενα να αποδείξουν ότι η επιστροφή των επίδικων τόκων δεν μπορούσε να καταργηθεί εντός της ταχθείσας με την απόφαση προθεσμίας ή, τουλάχιστον, εντός ευλόγου χρόνου. Σχετικώς, αρκεί η διαπίστωση ότι οι οικονομικές δυσχέρειες, στις οποίες θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωποι οι εξαγωγείς μετά την κατάργηση της παράνομης ενίσχυσης, δεν συνιστούν περίπτωση απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως της αποφάσεως. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της Ελληνικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
15 Πρέπει επίσης να απορριφθεί ο δεύτερος ισχυρισμός της καθής. Συγκεκριμένα, έστω και αν φαίνεται ότι η Επιτροπή επέδειξε μεγάλη κατανόηση για τις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζαν οι ελληνικές αρχές και ότι το θέμα της επίδικης επιστροφής τόκων εθίγη κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών, παρ' όλ' αυτά, δεν αποδείχτηκε ότι αυτή η στάση της Επιτροπής θα μπορούσε να νοηθεί ως επηρεάζουσα την υποχρέωση της Ελληνικής Δημοκρατίας να συμμορφωθεί προς την απόφαση 86/187.
16 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να συμμορφωθεί προς την απόφαση 86/187 της Επιτροπής, της 13ης Νοεμβρίου 1985, για τις ενισχύσεις που χορηγεί η Ελλάδα στην εξαγωγή όλων των προϊόντων, με εξαίρεση τα προϊόντα πετρελαίου, υπό μορφή επιδότησης επιτοκίου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
17 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να συμμορφωθεί προς την απόφαση 86/187 της Επιτροπής, της 13ης Νοεμβρίου 1985, για τις ενισχύσεις που χορηγεί η Ελλάδα στην εξαγωγή όλων των προϊόντων, με εξαίρεση τα προϊόντα πετρελαίου, υπό μορφή επιδότησης επιτοκίου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy