Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Ανωτέρα βία - Αποτελέσματα - Δημιουργία δικαιωμάτων που δεν προβλέπονται από την κανονιστική ρύθμιση - Αποκλείεται
2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγοράς - Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα - Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος - Καθορισμός των ποσοτήτων αναφοράς που απαλλάσσονται της εισφοράς - Εξαιρετικά γεγονότα που επηρέασαν την παραγωγή - Λαμβάνονται υπόψη εντός ορίων - Επιλογή έτους αναφοράς που δεν τοποθετείται στην εναλλακτική δυνατότητα την οποία προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση - Αποκλείεται
(Κανονισμός του Συμβουλίου 857/84, άρθρο 3, σημείο 3 κανονισμός της Επιτροπής 1371/84)
3. Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Στόχοι - Ορθολογική ανάπτυξη της γαλακτοκομικής παραγωγής και εξασφάλιση δικαίου εισοδήματος για τους παραγωγούς - Καθιέρωση συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος - Νόμιμη
((Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β) κανονισμός του Συμβουλίου 857/84 κανονισμός της Επιτροπής 1371/84))
4. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγοράς - Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα - Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος - Παραγωγοί που υπήρξαν θύματα εξαιρετικών γεγονότων τα οποία επηρέασαν την παραγωγή τους κατά την περίοδο αναφοράς - Επιβολή δυσανάλογων επιβαρύνσεων - Δεν υπάρχει
(Κανονισμός του Συμβουλίου 857/84 κανονισμός της Επιτροπής 1371/84)
5. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγοράς - Διακρίσεις μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών - Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος - Αποτελέσματα επί των παραγωγών που διαφέρουν αναλόγως της παραγωγής τους κατά την περίοδο αναφοράς - Δεν υπάρχει δυσμενής διάκριση
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2 κανονισμός του Συμβουλίου 854/84 κανονισμός της Επιτροπής 1371/84)
Περίληψη
1. Η επέλευση περιπτώσεως ανωτέρας βίας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ότι απαλλάσσει τον συγκεκριμένο επιχειρηματία από ορισμένες έννομες συνέπειες που συνεπάγεται κατά τη σχετική ρύθμιση η μη πραγματοποίηση μιας πράξεως ή η παράλειψη εκτελέσεως μιας υποχρέωσης, πλην όμως δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να δημιουργήσει υπέρ του επιχειρηματία κάποιο δικαίωμα το οποίο δεν προβλέπεται από τη σχετική ρύθμιση.
2. Ο κανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1371/84 της Επιτροπής της 16ης Μαΐου 1984, δεν επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη, υπέρ του παραγωγού του οποίου η γαλακτοκομική παραγωγή επηρεάστηκε αισθητά από εξαιρετικό γεγονός καθ' όλη την περίοδο από 1981 έως 1983, η ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε κατά τη διάρκεια έτους προ του 1981 ή μια θεωρητική ποσότητα, υπολογιζόμενη κατά συναγωγή βάσει της ομαλής εξελίξεως των παραδόσεων που παραγματοποίησε σε περίοδο προ της επελεύσεως του εν λόγω εξαιρετικού γεγονότος.
3. Το σύστημα της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος αποβλέπει στην αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στην αγορά γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων όπου σημειώνονται διαρθρωτικά πλεονάσματα, μέσω του περιορισμού της γαλακτοκομικής παραγωγής. Το σύστημα αυτό εντάσσεται στους στόχους της ορθολογικής ανάπτυξης της γαλακτοκομικής παραγωγής και της διατήρησης δίκαιου βιοτικού επιπέδου για το γεωργικό πληθυσμό καθόσον συμβάλλει στη σταθεροποίηση του εισοδήματος του πληθυσμού αυτού. 'Αρα δεν συνιστά κακή εκτίμηση των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής που διατυπώνει το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), της Συνθήκης.
4. Δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει, κατά την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς τη φύση και την έκταση των ληπτέων μέτρων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το σύστημα της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος επιβάλλει βάρη δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους στόχους, στους παραγωγούς των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή μειώθηκε αισθητά λόγω εξαιρετικού γεγονότος κατά το έτος αναφοράς που έχει επιλέξει το κράτος της εγκατάστασής τους. Η κατάσταση των παραγωγών αυτών ελήφθη επαρκώς υπόψη με την τήρηση των επιτακτικών αναγκών της ασφάλειας του δικαίου και της αποτελεσματικότητας του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς. Οι παραγωγοί αυτοί έχουν τη δυνατότητα αφενός της εναλλακτικής επιλογής έτους αναφοράς εντός της περιόδου 1981 έως 1983 και, αφετέρου, της ανακατανομής από τα κράτη μέλη και υπό ορισμένες προϋποθέσεις των ποσοτήτων αναφοράς που δεν εξαντλήθηκαν.
5. Το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ως ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας δεν επιτρέπει τη διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς. Δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί ότι συνιστά παράβαση της διάταξης αυτής το γεγονός ότι η ρύθμιση περί πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος πλήττει τους παραγωγούς, η γαλακτοκομική παραγωγή των οποίων μειώθηκε αισθητά καθ' όλη την περίοδο 1981 μέχρι 1983 βαρύτερα από εκείνους που μπορούν να επιδείξουν μια αντιπροσωπευτική παραγωγή εντός της περιόδου αυτής, διότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικά από την ανάγκη, την οποία υπαγορεύει συγχρόνως η ασφάλεια του δικαίου και η αποτελεσματικότητα του συστήματος της πρόσθετης εισφοράς, να περιοριστεί ο αριθμός των ετών που μπορούν να ληφθούν υπόψη ως έτη αναφοράς.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 84/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Conseil d' Etat του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Marcel Erpelding, κατοίκου Tuntange,
και
Υφυπουργού Γεωργίας και Αμπελουργίας,
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού αριθ. 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), καθώς και του άρθρου 3 του κανονισμού 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού αριθ. 804/68 (ΕΕ L 132, σ. 11),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, U. Everling. Y. Galmot, R. Joliet και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Marcel Erpelding, εκπροσωπούμενος από τον J. Brucher,
- ο Υφυπουργός Γεωργίας και Αμπελουργίας, εκπροσωπούμενος από τον F. Hoffstetter,
- η γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Colonna,
- το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον A. Braeutigam,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την D. Sorasio,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 10ης Δεκεμβρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 10ης Μαρτίου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Μαρτίου, το Conseil d' Etat του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία και το κύρος του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού αριθ. 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), όπως συμπληρώθηκε από τον κανονισμό 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού αριθ. 804/68 (ΕΕ L 132, σ. 11).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση αιτήσεως ακυρώσεως του Erpelding, γεωργού, κατ' αποφάσεως του Υφυπουργού Γεωργίας και Αμπελουργίας του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, με την οποία χορηγήθηκε στον προσφεύγοντα συμπληρωματική ατομική ποσότητα αναφοράς γάλακτος.
3 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, με την εφαρμογή σχεδίου αναπτύξεως που ενέκρινε η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, ο Erpelding αύξησε σταθερά τη γαλακτοπαραγωγή της εκμετάλλευσής του μετά το έτος 1975, από 145 093 kg το 1975 σε 178 369 kg το 1979. Μετά το 1980 όμως, η εν λόγω παραγωγή μειώθηκε από 139 969 kg το 1980 σε 84 567 kg το 1982. Η μείωση οφείλεται στο ότι οι γαλακτοκομικής κατευθύνσεως αγελάδες του Erpelding προσβλήθηκαν από χρόνια μαστίτιδα, τα αίτια της οποίας εντοπίστηκαν μόλις στις αρχές του 1983. Στο τέλος του 1983 η γαλακτοπαραγωγή της εκμετάλλευσης ανακόπηκε και πάλι λόγω της καναδικής γρίππης που έπληξε ένα μέρος των αγελάδων του Erpelding. Μόνο μετά το 1985 η γαλακτοπαραγωγή της εκμετάλλευσης αυξήθηκε και πάλι και έφθασε τα 160 000 kg κατά το έτος εκείνο.
4 Λόγω των εκτεθέντων περιστατικών, ο Erpelding ζήτησε από τον Υφυπουργό Γεωργίας και Αμπελουργίας να του χορηγηθεί συμπληρωματική ατομική ποσότητα αναφοράς γάλακτος, και να ληφθεί προς τούτο υπόψη μια θεωρητική ποσότητα αναφοράς, υπολογιζόμενη διά συναγωγής βάσει της ομαλής εξέλιξης της γαλακτοπαραγωγής της εκμετάλλευσής του κατά την περίοδο από 1975 έως 1979. Με απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1985, ο Υφυπουργός Γεωργίας και Αμπελουργίας αύξησε την ατομική ποσότητα αναφοράς του Erpelding κατά 1 779 kg γάλακτος, που αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ της παραγωγής του 1981 και του 1983.
5 Με την αίτησή του ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, ο Erpelding ζητεί την ακύρωση της εν λόγω απόφασης καθόσον δεν του χορηγήθηκε πρόσθετη ποσότητα υπολογισθείσα βάσει της γαλακτοκομικής παραγωγής του κατά την περίοδο από 1975 έως 1979.
6 Το Conseil d' Etat, εκτιμώντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία και από το κύρος της κοινοτικής ρύθμισης περί πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος, ανέβαλε να αποφανθεί οριστικώς και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"Τα άρθρα 3, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, που επιτρέπουν, κατόπιν αιτήσεως του παραγωγού, του οποίου η γαλακτοκομική παραγωγή του έτους αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του προαναφερθέντος κανονισμού 857/84 έχει επηρεαστεί αισθητά από εξαιρετικά γεγονότα που συνέβησαν πριν ή κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους, να ληφθεί υπόψη ένα άλλο ημερολογιακό έτος αναφοράς μέσα στο χρονικό διάστημα 1981 έως 1983, αποκλείουν τη δυνατότητα να ληφθεί υπόψη, για λόγους δικαιοσύνης και απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών, η παραγωγή έτους πριν το 1981 ή μια θεωρητική παραγωγή υπολογιζόμενη κατά συναγωγή βάσει της ομαλής εξέλιξης της γαλακτοκομικής παραγωγής που πραγματοποίησε ο παραγωγός σε περίοδο προγενέστερη του ατυχήματος που υπέστη, στην περίπτωση που η παραγωγή του μειώθηκε αισθητά λόγω εξαιρετικού γεγονότος και χωρίς δικό του πταίσμα, καθ' όλη την περίοδο μεταξύ 1981 και 1983;
"Τα άρθρα 3, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371 συμβιβάζονται προς το άρθρο 39, στοιχεία α) και β), της Συνθήκης της Ρώμης, που προβλέπει την ορθολογική ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής καθώς και την άριστη χρησιμοποίηση των συντελεστών παραγωγής, ιδίως του εργατικού δυναμικού καθώς και ένα δίκαιο βιοτικό επίπεδο στο γεωργικό πληθυσμό ιδίως με την αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία, δεδομένου ότι, στην περίπτωση του γαλακτοπαραγωγού, η εκμετάλλευση του οποίου επηρεάστηκε από εξαιρετικά γεγονότα κατά την έννοια των προσβαλλομένων κανονιστικών διατάξεων όχι μόνο το 1981 αλλά και το 1982 και 1983, οι διατάξεις αυτές δεν επιτρέπουν στις διοικητικές αρχές ενός κράτους μέλους να επιλέξει έτος αναφοράς κατά το οποίο η εν λόγω εκμετάλλευση τελούσε υπό ομαλές συνθήκες;"
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας υπόθεσης, οι επίδικες κοινοτικές διατάξεις, η ρύθμιση του Λουξεμβούργου για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθ' όσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Το κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς
8 Για να δοθεί λυσιτελής απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να εκτεθεί προκαταρκτικά η εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση.
9 Ενόψει της σταθερής αύξησης της παραγωγής γάλακτος το Συμβούλιο θέσπισε με τον κανονισμό 856/84, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), μια συμπληρωματική εισφορά που επιβάλλεται, κατά το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, επί των παραδιδομένων ποσοτήτων γάλακτος που υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς η οποία θα καθοριστεί η εισφορά οφείλεται είτε από τους παραγωγούς γάλακτος (εναλλακτική λύση Α) είτε από τους αγοραστές γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι τη μετακυλίουν στους παραγωγούς που αύξησαν τις παραδόσεις τους, ανάλογα με το πόσο συνετέλεσαν στην υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς του αγοραστή (εναλλακτική λύση Β).
10 Ο τρόπος υπολογισμού της ποσότητας αναφοράς, δηλαδή των ποσοτήτων που απαλλάσσονται από τη συμπληρωματική εισφορά, καθορίστηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 857/84 του Συμβουλίου. Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, αυτής της πράξεως, η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1981, προσαυξημένη κατά 1 %. Τα κράτη μέλη μπορούν πάντως να προβλέπουν, σύμφωνα με την παράγραφο 2 αυτού του άρθρου, ότι στο έδαφός τους η ποσότητα αναφοράς είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1982 ή 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να μην ξεπεραστεί η εγγυημένη ποσότητα για το συγκεκριμένο κράτος μέλος. Το Μεγάλο Δουκάτο επέλεξε το έτος 1981 και την εναλλακτική λύση Β.
11 Από τους κανόνες αυτούς προβλέπονται παρεκκλίσεις, σε ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις, με τα άρθρα 3, 4 και 4α του ίδιου κανονισμού. 'Ετσι, κατά το άρθρο 3, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγήσουν ειδικές ποσότητες αναφοράς στους παραγωγούς που προσυπέγραψαν ένα σχέδιο αναπτύξεως της γαλακτοκομικής παραγωγής βάσει της οδηγίας 72/159 του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 1972, περί του εκσυγχρονισμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (JΟ 96, σ. 1), το οποίο κατατέθηκε πριν από την 1η Μαρτίου 1984, ή στους παραγωγούς που προέβησαν σε επενδύσεις χωρίς σχέδιο αναπτύξεως (σημείο 1), καθώς και στους νέους καλλιεργητές που έχουν εγκατασταθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 1980 (σημείο 2).
12 Εξάλλου, κατά το άρθρο 3, σημείο 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84, "οι παραγωγοί των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή κατά το έτος αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, έχει επηρεαστεί αισθητά από εξαιρετικά γεγονότα που συνέβησαν πριν ή κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους, επιτυγχάνουν, ύστερα από αίτησή τους, να ληφθεί υπόψη ένα άλλο ημερολογιακό έτος αναφοράς μέσα στο χρονικό διάστημα της περιόδου 1981 έως 1983". Το δεύτερο εδάφιο του ίδιου σημείου απαριθμεί τις καταστάσεις στις οποίες είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη ένα άλλο έτος αναφοράς τον πίνακα αυτόν συμπληρώνει το άρθρο 3 του προαναφερθέντος κανονισμού 1371/84.
13 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 επιτρέπει στα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτευχθεί η αναδιάρθρωση της γαλακτοκομικής παραγωγής, μεταξύ άλλων να χορηγούν συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς στους παραγωγούς που πραγματοποιούν σχέδιο ανάπτυξης της γαλακτοπαραγωγής τους το οποίο εγκρίνεται μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 857/84 δυνάμει της προαναφερθείσας οδηγίας 72/159, καθώς και στους παραγωγούς που ασκούν το γεωργικό επάγγελμα ως κύρια απασχόληση.
14 Επιπλέον, το άρθρο 4α, που προστέθηκε με τον τροποποιητικό κανονισμό 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 (ΕΕ L 68, σ. 1), επιτρέπει στα κράτη μέλη να παραχωρούν, κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου, τις ποσότητες αναφοράς που δεν χρησιμοποίησαν οι παραγωγοί ή αγοραστές στους παραγωγούς ή αγοραστές της ίδιας περιοχής ή ενδεχομένως, άλλων περιοχών. Τέλος, το άρθρο 7 προβλέπει ότι σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή μεταβιβάσεως λόγω κληρονομικής διαδοχής μιας εκμεταλλεύσεως, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται εν όλω ή εν μέρει στον αγοραστή, το μισθωτή ή τον κληρονόμο.
Επί του πρώτου ερωτήματος
15 Με το πρώτο ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί αν ο κανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, αποκλείει τη δυνατότητα να ληφθεί υπόψη υπέρ του παραγωγού, του οποίου η γαλακτοκομική παραγωγή επηρεάστηκε αισθητά από εξαιρετικό γεγονός καθ' όλη την περίοδο από το 1981 έως το 1983, είτε η ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε κατά τη διάρκεια ενός έτους πριν από το 1981 είτε μια θεωρητική ποσότητα που υπολογίζεται διά συναγωγής βάσει της ομαλής εξέλιξης των παραδόσεών του επί ορισμένη περίοδο πριν από την επέλευση του εν λόγω εξαιρετικού γεγονότος.
16 Ως προς αυτό το σημείο ο Erpelding υποστηρίζει ότι, κατά το πνεύμα της σχετικής ρύθμισης, ο παραγωγός που υπήρξε θύμα εξαιρετικών γεγονότων κατά τη διάρκεια τριών ετών αναφοράς (1981 έως 1983) μπορεί να ζητήσει να ληφθεί υπόψη είτε η παραγωγή ενός προηγουμένου έτους είτε μια θεωρητική παραγωγή που υπολογίζεται διά συναγωγής από τις παραγωγές των παλαιοτέρων ετών, βάσει της ομαλής εξέλιξης της γαλακτοκομικής παραγωγής της εκμετάλλευσης μέχρι το εν λόγω έτος αναφοράς. Η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη που εξασφαλίζει πρακτική αποτελεσματικότητα στις σχετικές διατάξεις και η οποία αποτρέπει την παραβίαση των αρχών και της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης. Εξάλλου μια εξαιρετική κατάσταση όπως αυτή στην οποία βρέθηκε ο Erpelding αποτελεί περίπτωση ανωτέρας βίας και δικαιολογεί ειδική μεταχείριση των ενδιαφερομένων για λόγους δικαιοσύνης.
17 Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, η γαλλική κυβέρνηση, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν την άποψη αυτή και υπογραμμίζουν ότι το άρθρο 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84, δυνάμει του οποίου μπορεί να ληφθεί υπόψη ένα άλλο έτος αναφοράς από την περίοδο 1981 έως 1983, αποτελεί εξαιρετική διάταξη και πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Συνεπώς, δεν επιτρέπει να ληφθεί υπόψη ούτε ένα έτος αναφοράς εκτός της εν λόγω περιόδου ούτε μια θεωρητική παραγωγή υπολογιζόμενη δια συναγωγής. Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου και η γαλλική κυβέρνηση καθώς και το Συμβούλιο και η Επιτροπή υπογραμμίζουν πάντως ότι χορήγηση ειδικών ή συμπληρωματικών ποσοτήτων σε παραγωγούς οι οποίοι βρίσκονται σε καταστάσεις όπως η επίδικη στην κύρια δίκη είναι ενδεχομένως δυνατή δυνάμει διαφόρων άλλων διατάξεων της σχετικής ρύθμισης και συγκεκριμένα των άρθρων 3, σημείο 1, 4, παράγραφος 1, και 4α του κανονισμού 857/84.
18 'Οπως προκύπτει από την οικονομία και το σκοπό της, η σχετική ρύθμιση απαριθμεί περιοριστικά τις καταστάσεις στις οποίες είναι δυνατή η χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς ή ατομικών ποσοτήτων, για τον καθορισμό των οποίων περιέχει σαφείς διατάξεις. Καμιά από τις διατάξεις αυτές δεν προβλέπει υπέρ των παραγωγών τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη οι παραδόσεις γάλακτος που πραγματοποίησαν εκτός της περιόδου 1981 έως 1983 και πρέπει να θεωρηθεί ότι η δυνατότητα αυτή αποκλείεται ακόμη και στην περίπτωση όπου οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν αντιπροσωπευτική παραγωγή κατά την εν λόγω περίοδο.
19 Την ερμηνεία αυτή επιβάλλει εξάλλου το άρθρο 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του κανονισμού 1371/84 της Επιτροπής, που αποτελεί τη μόνη διάταξη η οποία επιτρέπει στους παραγωγούς να επιλέξουν διαφορετικό έτος αναφοράς από αυτό που έχει επιλέξει το συγκεκριμένο κράτος μέλος μέσα στην περίοδο 1981 έως 1983, περιορίζει ρητά την επιλογή αυτή σε ένα απ' τα δύο άλλα έτη από την εν λόγω περίοδο.
20 Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστη με τις απαιτήσεις που απορρέουν από την έννοια της ανωτέρας βίας με την αιτιολογία ότι η αισθητή μείωση της παραγωγής του παραγωγού λόγω εξαιρετικού γεγονότος και χωρίς δική του υπαιτιότητα αποτελεί γι' αυτόν περίπτωση ανωτέρας βίας η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επέλευση περιπτώσεως ανωτέρας βίας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ότι απαλλάσσει τον συγκεκριμένο επιχειρηματία από ορισμένες έννομες συνέπειες που συνεπάγεται κατά τη σχετική ρύθμιση η μη πραγματοποίηση μιας πράξεως ή η παράλειψη εκτελέσεως μιας υποχρέωσης, πλην όμως δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να δημιουργήσει υπέρ του επιχειρηματία κάποιο δικαίωμα το οποίο δεν προβλέπεται από τη σχετική ρύθμιση.
21 Πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι αν η κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνευόμενη ρύθμιση δεν επιτρέπει να υπολογίζονται οι ατομικές ποσότητες των παραγωγών βάσει των παραδόσεων που πραγματοποίησαν εκτός της περιόδου 1981 έως 1983, αυτό δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να λάβουν υπόψη, για τη χορήγηση ειδικών ή συμπληρωματικών ποσοτήτων, την περίπτωση ενός παραγωγού που δεν έχει αντιπροσωπευτική παραγωγή εντός της περιόδου αυτής, εφόσον ο ενδιαφερόμενος εμπίπτει σε μία ή περισσότερες από τις περιπτώσεις που προβλέπει ρητά η σχετική ρύθμιση. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4α του κανονισμού 857/84 επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεραπεύουν, επί ετησίας βάσεως και μέσα στο όριο των μη χρησιμοποιουμένων ποσοτήτων αναφοράς, τις εξαιρετικές καταστάσεις των επί μέρους παραγωγών.
22 Για τους λόγους αυτούς στο πρώτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι ο κανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1371/84 της Επιτροπής της 16ης Μαΐου 1984, δεν επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη, υπέρ του παραγωγού του οποίου η γαλακτοκομική παραγωγή επηρεάστηκε αισθητά από εξαιρετικό γεγονός καθ' όλη την περίοδο από 1981 έως 1983, η ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε κατά τη διάρκεια έτους προ του 1981 ή μια θεωρητική ποσότητα, υπολογιζόμενη κατά συναγωγή βάσει της ομαλής εξελίξεως των παραδόσεων που παραγματοποίησε σε περίοδο προ της επελεύσεως του εν λόγω εξαιρετικού γεγονότος.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
23 Το δεύτερο ερώτημα αναφέρεται στο κύρος της επίδικης ρύθμισης με γνώμονα την ερμηνεία που κρίθηκε επιβεβλημένη εις απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
24 Ο Erpelding υποστηρίζει ότι η ρύθμιση αυτή είναι ανίσχυρη εφόσον αποκλείει τη δυνατότητα των παραγωγών που βρέθηκαν σε εξαιρετική κατάσταση καθ' όλη την περίοδο 1981 έως 1983, να επιλέξουν έτος αναφοράς εκτός της περιόδου αυτής. Συγκεκριμένα στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση δεν συμβιβάζεται με τους σκοπούς της γεωργικής πολιτικής που καθορίζει το άρθρο 39, στοιχεία α) και β), της Συνθήκης, δηλαδή την ορθολογική ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής, την άριστη χρησιμοποίηση των συντελεστών της παραγωγής καθώς και την εξασφάλιση δικαίου βιοτικού επιπέδου για τον αγροτικό πληθυσμό. Εξάλλου η ρύθμιση παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης.
25 Η Επιτροπή αντιθέτως υποστηρίζει ότι είναι έγκυρη η υπό κρίση ρύθμιση και υπογραμμίζει ότι κάθε σύστημα ελέγχου της παραγωγής συνεπάγεται κατ' ανάγκην παύση της ανάπτυξής της. Εξάλλου το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι τα κοινοτικά όργανα έχουν, όσον αφορά τον καθορισμό των κανόνων της κοινής οργάνωσης αγορών, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, τα όρια της οποίας δεν παραβιάστηκαν εν προκειμένω.
26 'Οσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα περί ασυμβιβάστου προς το άρθρο 39, στοιχεία α) και β), της Συνθήκης πρέπει να σημειωθεί ότι το σύστημα της συμπληρωματικής εισφοράς αποβλέπει στην αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στην αγορά γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων όπου σημειώνονται διαρθρωτικά πλεονάσματα, μέσω του περιορισμού της γαλακτοκομικής παραγωγής. Επομένως το μέτρο αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο των επί μέρους στόχων της ορθολογικής ανάπτυξης της γαλακτοκομικής παραγωγής και του στόχου της διατήρησης δίκαιου βιοτικού επιπέδου για το γεωργικό πληθυσμό καθόσον συμβάλλει στη σταθεροποίηση του εισοδήματος του πληθυσμού αυτού. 'Αρα το επιχείρημα περί ασυμβιβάστου προς το άρθρο 39, στοιχεία α) και β), δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
27 Ακολούθως, όσον αφορά τον ισχυρισμό της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, το Δικαστήριο νομολογεί παγίως ότι όταν πρόκειται για κατάσταση που υπαγορεύει την ανάγκη εκτιμήσεως ορισμένης πολύπλοκης οικονομικής πραγματικότητας όπως είναι η περίπτωση της κοινής γεωργικής πολιτικής, ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς τη φύση και την έκταση εφαρμογής των ληπτέων μέτρων. Από τις ιδιαίτερες περιστάσεις που ιστορούνται με την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι παραβιάστηκαν εν προκειμένω τα όρια της εξουσίας αυτής.
28 Πράγματι, ο κοινοτικός νομοθέτης, δίδοντας στους παραγωγούς, η γαλακτοκομική παραγωγή των οποίων μειώθηκε αισθητά λόγω εξαιρετικού γεγονότος κατά το έτος αναφοράς που έχει επιλέξει το συγκεκριμένο κράτος μέλος, τη δυνατότητα να επιλέξουν άλλο έτος αναφοράς, περιορίζοντας όμως την επιλογή σε κάποιο από τα έτη της περιόδου 1981 ως 1983, έλαβε επαρκώς υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των επιχειρηματιών αυτών, συγχρόνως δε σεβάστηκε τις επιτακτικές ανάγκες της ασφάλειας του δικαίου και της αποτελεσματικότητας του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς. Δέχτηκε εξάλλου ότι τα κράτη μέλη μπορούν υπό ορισμένες προϋποθέσεις να αναχορηγήσουν τις μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες αναφοράς σε παραγωγούς που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερη κατάσταση. Δεν ευσταθεί επομένως η εις βάρος του επίκληση ότι υπέβαλε στους επιχειρηματίες βάρη δυσανάλογα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους εφόσον δεν έλαβε υπόψη όλες τις πιθανές ιδιαίτερες περιπτώσεις και συγκεκριμένα αυτές που εκτίθενται στην απόφαση περί παραπομπής.
29 Για τους ίδιους λόγους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχει διάκριση μεταξύ παραγωγών της Κοινότητας, την οποία απαγορεύει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Κατά πάγια νομολογία, η διάταξη αυτή ως ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας δεν επιτρέπει τη διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων εκτός αν η διαφοροποίηση παρίσταται αντικειμενικώς δικαιολογημένη.
30 Εν προκειμένω η διαφορετική μεταχείριση για την οποία διαμαρτύρεται ο αιτών της κύριας δίκης προκύπτει από το ότι η επίδικη νομοθεσία δεν προβλέπει υπέρ των παραγωγών, των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή μειώθηκε αισθητά καθ' όλη την περίοδο 1981 έως 1983,τη δυνατότητα να τους χορηγηθεί ατομική ποσότητα υπολογιζόμενη βάσει μιας αντιπροσωπευτικής παραγωγής και κατά τούτο πλήττει αυτή την κατηγορία παραγωγών περισσότερο από εκείνους οι οποίοι μπορούν να επιδείξουν μια αντιπροσωπευτική παραγωγή εντός της περιόδου αυτής. Αυτό το αποτέλεσμα όμως δικαιολογείται από την ανάγκη, την οποία υπαγορεύει συγχρόνως η ασφάλεια του δικαίου και η αποτελεσματικότητα του συστήματος πρόσθετης εισφοράς, να περιοριστεί ο αριθμός των ετών που μπορούν να ληφθούν υπόψη ως έτη αναφοράς. Επομένως, η διαφορετική μεταχείριση που προκύπτει δικαιολογείται αντικειμενικά και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δημιουργική διακρίσεων κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
31 Για τους λόγους αυτούς, στο δεύτερο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι από τη βάσει των περιστατικών που ιστορούνται στην απόφαση περί παραπομπής εξέταση του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1984, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος της υπό κρίση κανονιστικής ρύθμισης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου και η γαλλική κυβέρνηση καθώς και το Συμβούλιο και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Επειδή η διαδικασία έχει έναντι των διαδίκων της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 10ης Μαρτίου 1987 το Conseil d' Etat του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου αποφαίνεται:
1) Ο κανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, δεν επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη, υπέρ του παραγωγού του οποίου η γαλακτοκομική παραγωγή επηρεάστηκε αισθητά από εξαιρετικό γεγονός καθ' όλη την περίοδο από 1981 έως 1983, η ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε κατά τη διάρκεια έτους προ του 1981 ή μια θεωρητική ποσότητα, υπολογιζόμενη κατά συναγωγή βάσει της ομαλής εξελίξεως των παραδόσεων που παραγματοποίησε σε περίοδο προ της επελεύσεως του εν λόγω εξαιρετικού γεγονότος.
2) Από τη βάσει των περιστατικών που ιστορούνται στην απόφαση περί παραπομπής εξέταση του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1984, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος της υπό κρίση κανονιστικής ρύθμισης.
Full & Egal Universal Law Academy