Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Πράξεις των κοινοτικών οργάνων - Αιτιολογία - Υποχρέωση - 'Εκταση - Απόφαση επιτάσσουσα διενέργεια ελέγχου κατ' εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού αριθ. 17
(Κανονισμός του Συμβουλίου αριθ. 17, άρθρο 14, παράγραφος 3)
2. Ανταγωνισμός - Διοικητική διαδικασία - Ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής - Χρησιμοποίηση στοιχείων συλλεγέντων κατά τη διάρκεια ελέγχου - 'Ορια - Κίνηση διαδικασίας έρευνας σχετικά με ενέργειες αντίθετες προς του κανόνες περί ανταγωνισμού της Συνθήκης σε άλλον τομέα οι οποίες αποκαλύφθηκαν παρεμπιπτόντως επ' ευκαιρία ελέγχου - Επιτρέπεται
(Κανονισμός του Συμβουλίου αριθ. 17, άρθρα 14, παράγραφος 3, και 20, παράγραφος 1)
3. Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Δικαιώματα αμυνομένου - Σεβασμός στο πλαίσιο διοικητικών διαδικασιών
(Κανονισμός του Συμβουλίου αριθ. 17, άρθρο 14)
4. Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Θεμελιώδη δικαιώματα - Το δικαίωμα των φυσικών προσώπων για το απαραβίαστο της κατοικίας - Δεν ισχύει όσον αφορά τις επιχειρήσεις - Προστασία από αυθαίρετες ή δυσανάλογα επαχθείς παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής
(Κανονισμός του Συμβουλίου αριθ. 17, άρθρο 14)
5. Ανταγωνισμός - Διοικητική διαδικασία - Ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής - 'Εκταση - Είσοδος στους χώρους επιχειρήσεων - 'Ορια - Αναφορά του αντικειμένου και του σκοπού του ελέγχου
(Κανονισμός του Συμβουλίου αριθ. 17, άρθρο 14)
6. Ανταγωνισμός - Διοικητική διαδικασία - Ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής - 'Ορια - Καταστάσεις απαιτούσες τη συνδρομή των εθνικών αρχών
(Κανονισμός του Συμβουλίου αριθ. 17, άρθρο 14)
7. Ανταγωνισμός - Διοικητική διαδικασία - Ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής - Συνδρομή των εθνικών αρχών - Καθορισμός των διαδικαστικών λεπτομερειών από το εθνικό δίκαιο - 'Ελεγχος των εθνικών αρχών - 'Ορια
(Κανονισμός του Συμβουλίου αριθ. 17, άρθρο 14, παράγραφος 6)
8. Πράξεις των κοινοτικών οργάνων - Απόφαση - Ισχύς - Εκτίμηση ανεξαρτήτως ενδεχόμενων πλημμελειών κατά την εκτέλεση
Περίληψη
1. Το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού αριθ. 17 καθορίζει τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αιτιολογία της επιτάσσουσας έλεγχο απόφασης. Η υποχρέωση της Επιτροπής να αναφέρει το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση των δικαιωμάτων άμυνας των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων. Εξ αυτού έπεται ότι η σημασία της υποχρέωσης αιτιολογίας των αποφάσεων περί διενεργείας ελέγχου δεν μειούται από θεωρήσεις σχετικές με την αποτελεσματικότητα της έρευνας. Εν προκειμένω, καίτοι η Επιτροπή δεν υποχρεούται ούτε να γνωστοποιεί στον αποδέκτη μιας αποφάσεως όλα τα στοιχεία που διαθέτει σχετικά με φερόμενες παραβάσεις, όπως η ακριβής οροθέτηση της οικείας αγοράς ή η περίοδος κατά την οποία διαπράχθηκαν οι παραβάσεις, ούτε να προβαίνει σε ακριβή νομικό χαρακτηρισμό των παραβάσεων αυτών, οφείλει, αντιθέτως, να αναφέρει σαφώς τις υποψίες που σκοπεύει να ελέγξει.
2. Από τα άρθρα 20, παράγραφος 1, και 14, παράγραφος 3, του κανονισμού αριθ. 17 προκύπτει ότι οι πληροφορίες οι οποίες συνελέγησαν κατά τη διάρκεια των ελέγχων δεν δύνανται να χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους εκτός από αυτούς που αναφέρονται στην εντολή διενεργείας ελέγχου ή στην απόφαση περί διενεργείας ελέγχου. Η υποχρέωση αυτή αποβλέπει στην προστασία, εκτός του επαγγελματικού απορρήτου περί του οποίου γίνεται ρητώς λόγος στο προαναφερθέν άρθρο 20, των δικαιωμάτων άμυνας των επιχειρήσεων που το άρθρο 14, παράγραφος 3, σκοπεί να διασφαλίσει.
Αντιθέτως, δεν μπορεί εξ αυτού να συναχθεί ότι απαγορεύεται στην Επιτροπή να κινεί διαδικασία έρευνας προκειμένου να ελέγξει την ακρίβεια ή να συμπληρώσει στοιχεία που περιήλθαν παρεμπιπτόντως στη γνώση της κατά τη διάρκεια προγενέστερου ελέγχου, στην περίπτωση που από τα στοιχεία αυτά καταφαίνεται η ύπαρξη ενεργειών αντίθετων προς τους κανόνες περί ανταγωνισμού της Συνθήκης. Πράγματι, μια τέτοια απαγόρευση θα υπερέβαινε τα όρια αυτού που είναι αναγκαίο για την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου και των δικαιωμάτων του αμυνομένου και θα αποτελούσε, κατά συνέπεια, αδικαιολόγητο εμπόδιο στην εκπλήρωση από την Επιτροπή της αποστολής της να μεριμνά για την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και να εντοπίζει τις παραβάσεις των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης.
3. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων του αμυνομένου, ως θεμελιώδους χαρακτήρα αρχή, πρέπει να διασφαλίζεται όχι μόνο στις διοικητικές διαδικασίες που μπορούν να καταλήγουν σε επιβολή ποινών, αλλά και στο πλαίσιο διαδικασιών προηγούμενης έρευνας, όπως είναι οι έλεγχοι, περί των οποίων γίνεται μνεία στο άρθρο 14 του κανονισμού αριθ. 17 και οι οποίοι μπορούν να παίζουν καθοριστικό ρόλο για την εξακρίβωση στοιχείων σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα ενεργειών ορισμένων επιχειρήσεων, ικανών να επισύρουν την ευθύνη τους.
4. Καίτοι η αναγνώριση του θεμελιώδους δικαιώματος του απαραβίαστου της κατοικίας όσον αφορά την ιδιωτική κατοικία των φυσικών προσώπων επιβάλλεται στην κοινοτική έννομη τάξη ως κοινή αρχή των δικαίων των κρατών μελών, δεν ισχύει το ίδιο και για τις επιχειρήσεις, διότι τα νομικά συστήματα των κρατών μελών παρουσιάζουν όχι αμελητέες διαφορές ως προς τη φύση και το βαθμό προστασίας των χώρων ασκήσεως εμπορικής δραστηριότητας από τις παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής. Δεν μπορεί να συναχθεί διαφορετικό συμπέρασμα από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Ωστόσο, σε όλα τα νομικά συστήματα των κρατών μελών οι παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής στη σφαίρα της ιδιωτικής δραστηριότητας κάθε προσώπου, είτε φυσικού είτε νομικού, πρέπει να είναι νομικώς θεμελιωμένες και να δικαιολογούνται από λόγους προβλεπόμενους από τον νόμο και, όπως είναι επόμενο, τα συστήματα αυτά προβλέπουν, καίτοι με διαφορές ως προς τις λεπτομέρειες, την προστασία έναντι παρεμβάσεων που είναι αυθαίρετες ή δυσανάλογα επαχθείς. Επομένως, η ανάγκη μιας τέτοιας προστασίας πρέπει να αναγνωριστεί ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.
5. Τόσο από το σκοπό του κανονισμού αριθ. 17 όσο και από την απαρίθμηση, στο άρθρο του 14 των εξουσιών που έχουν παρασχεθεί στα όργανα της Επιτροπής προκύπτει ότι οι έλεγχοι μπορούν να είναι λίαν εκτεταμένοι.
Εν προκειμένω, το δικαίωμα εισόδου σε κάθε χώρο, γήπεδο ή μέσο μεταφοράς των επιχειρήσεως έχει ιδιάζουσα σημασία καθόσον καθιστά δυνατή για την Επιτροπή τη συλλογή των αποδείξεων για παραβάσεις των κανόνων περί ανταγωνισμού στον τόπο που ανευρίσκονται συνήθως, δηλαδή στους χώρους ασκήσεως των εμπορικών δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων.
Το δικαίωμα αυτό εισόδου θα ήταν άχρηστο αν τα όργανα της Επιτροπής όφειλαν να περιορίζονται στο να ζητούν την προσκόμιση εγγράφων ή φακέλων που θα μπορούσαν να προσδιορίσουν επακριβώς εκ των προτέρων. Αντιθέτως, το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ευχέρεια αναζητήσεως διάφορων στοιχείων που δεν είναι ακόμη γνωστά ή πλήρως εξακριβωμένα. Χωρίς αυτή την ευχέρεια θα ήταν αδύνατη για την Επιτροπή η
συλλογή των αναγκαίων για τον έλεγχό της στοιχείων σε περίπτωση που θα προσέκρουε στην άρνηση συνεργασίας, ή ακόμη στην παρακωλυτική στάση των οικείων επιχειρήσεων.
Ωστόσο, η άσκηση των ευρέων εξουσιών έρευνας που διαθέτει η Επιτροπή υπόκειται σε όρους ικανούς να διασφαλίζουν το σεβασμό των δικαιωμάτων των επιχειρήσεων. Σχετικά, η υποχρέωση της Επιτροπής να αναφέρει το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση προκειμένου όχι μόνο να καταφαίνεται η δικαιολογία της μελετώμενης παρεμβάσεως στο εσωτερικό των οικείων επιχειρήσεων αλλά, επίσης, για να είναι οι τελευταίες σε θέση να αντιλαμβάνονται την έκταση του καθήκοντός τους συνεργασίας, διατηρώντας ταυτόχρονα τα δικαιώματα άμυνας που έχουν.
6. Στην περίπτωση ελέγχων που διενεργούνται με τη συνεργασία των οικείων επιχειρήσεων δυνάμει υποχρεώσεως απορρέουσας από απόφαση περί διενέργειας ελέγχου, τα όργανα της Επιτροπής έχουν, μεταξύ άλλων, την ευχέρεια να ζητούν την προσκόμιση των εγγράφων που τα ενδιαφέρουν, να εισέρχονται στους χώρους που καθορίζουν και να λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των επίπλων που υποδεικνύουν. Αντιθέτως, δεν μπορούν να εισέρχονται βιαίως σε χώρους ή να παραβιάζουν έπιπλα ή να εξαναγκάζουν προς τούτο το προσωπικό της επιχείρησης ούτε να αναζητούν στοιχεία χωρίς την άδεια των υπευθύνων της επιχείρησης, η οποία, ενδεχομένως, μπορεί να τους δίδεται σιωπηρώς, ιδίως μέσω της παρεχόμενης στα όργανα της Επιτροπής συνδρομής.
Αντιθέτως, όταν η Επιτροπή αντιμετωπίζει την άρνηση των οικείων επιχειρήσεων, τα όργανά της μπορούν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 6, του κανονισμού αριθ. 17, να αναζητούν, χωρίς τη συνεργασία των επιχειρήσεων, όλα τα αναγκαία για τον έλεγχο στοιχεία με τη συνδρομή των εθνικών αρχών, οι οποίες υποχρεούνται να τους παρέχουν τη συνδρομή που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Καίτοι η συνδρομή αυτή δεν απαιτείται παρά μόνο σε περίπτωση που η επιχείρηση εκδηλώνει την αντίθεσή της, πρέπει να προστεθεί ότι μπορεί επίσης να ζητείται προληπτικώς προς κάμψη ενδεχόμενης αρνήσεως της επιχειρήσεως.
7. Από το άρθρο 14, παράγραφος 6, του κανονισμού αριθ. 17 προκύπτει ότι στα κράτη μέλη εναπόκειται να καθορίζουν τους όρους υπό τους οποίους παρέχεται στα όργανα της Επιτροπής η συνδρομή των εθνικών αρχών. Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα των ενεργειών της Επιτροπής, τηρώντας ταυτόχρονα τις προαναφερθείσες γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως τα δικαιώματα του αμυνομένου. Εντός των ορίων αυτών, το εθνικό δίκαιο είναι αυτό που καθορίζει τις διαδικαστικές λεπτομέρειες που είναι κατάλληλες για τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων των επιχειρήσεων.
Οι εθνικοί αυτοί διαδικαστικοί κανόνες πρέπει να τηρούνται από την Επιτροπή η οποία, εξάλλου, οφείλει να μεριμνά ώστε η δυνάμει του εθνικού δικαίου αρμόδια αρχή να έχει στη διάθεσή της όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορεί να ασκεί τον δικό της έλεγχο.
Η αρχή αυτή - ασχέτως του αν είναι δικαστική ή μη - δεν μπορεί να υποκαθιστά, όσον αφορά την αναγκαιότητα των επιτασσόμενων ελέγχων, τη δική της εκτίμηση στην κρίση της Επιτροπής, της οποίας οι αξιολογήσεις ως προς τα πραγματικά και νομικά περιστατικά υπόκεινται μόνο στον έλεγχο νομιμότητας του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, στις εξουσίες των εθνικών αρχών εμπίπτει να εξετάζουν, αφού διαπιστώσουν τη γνησιότητα της απόφασης περί διενεργείας ελέγχου, αν τα μελετώμενα μέτρα εξαναγκασμού είναι αυθαίρετα ή υπερβολικώς επαχθή σε σχέση με το αντικείμενο του ελέγχου και να μεριμνούν για την τήρηση των κανόνων του εθνικού τους δικαίου κατά την εφαρμογή αυτών των μέτρων.
8. Η ισχύς μιας αποφάσεως δεν θίγεται από πράξεις μεταγενέστερες της εκδόσεώς της, οπότε ενδεχόμενες πλημμέλειες κατά την εκτέλεσή της δεν ασκούν επιρροή όταν πρόκειται για την εκτίμηση της εν λόγω ισχύος.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 85/87,
Dow Benelux NV, πρώην Dow Chemical (Nederland) BV, εταιρεία ολλανδικού δικαίου, με έδρα το Ρόττερνταμ, εκπροσωπούμενη από τον P. V. F. Bos, δικηγόρο Ρότερνταμ, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Marc Loesch, 8, rue Zithe,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Rene Barents, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, και Norbert Koch, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής, που εκδόθηκε στις υποθέσεις ΙV/31.865 - ΡVC και ΙV/31.866 - πολυαιθυλένιο, της 15ης Ιανουαρίου 1987 ((C(87)19/10)), σχετικά με τη διενέργεια ελέγχου κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler και M. Zuleeg, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, G. F. Mancini, R. Joliet, T. F. O' Higgins, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse και M. D iez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 8ης Δεκεμβρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Φεβρουαρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Μαρτίου 1987, η εταιρεία Dow Chemical (Nederland) BV (σήμερα Dow Benelux NV) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής που ελήφθη στις υποθέσεις ΙV/31.865 - ΡVC και ΙV/31.866 - πολυαιθυλένιο, της 15ης Ιανουαρίου 1987 ((C(87)19/10)), σχετικά με τη διενέργεια ελέγχου κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
2 Η Επιτροπή, έχοντας πληροφορίες που της επέτρεπαν να εικάσει την ύπαρξη συμφωνιών ή εναρμονισμένων πρακτικών όσον αφορά τον καθορισμό τιμών και ποσοστώσεων παραδόσεως ΡVC και πολυαιθυλενίου μεταξύ ορισμένων παραγωγών και προμηθευτών των ουσιών αυτών εντός της Κοινότητας, αποφάσισε να διενεργήσει ελέγχους σε διάφορες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και στην προσφεύγουσα, και εξέδωσε ως προς την τελευταία την επίδικη απόφαση.
3 Ο έλεγχος διενεργήθηκε στις 20 και 21 Ιανουαρίου 1987. Οι εκπρόσωποι της προσφεύγουσας παρέσχον τη συνδρομή τους στα όργανα της Επιτροπής, αλλά διατύπωσαν αντιρρήσεις και προέβαλαν διαμαρτυρίες τόσο για το περιεχόμενο της απόφασης όσο και τον τρόπο ενεργείας των οργάνων της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής του ελέγχου.
4
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5 Προς στήριξη της προσφυγής της η προσφεύγουσα επικαλείται τρεις λόγους ακυρώσεως που αφορούν, κυρίως, την έλλειψη αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως, επικουρικώς, την έλλειψη ευλόγων ή νομοτύπων αποδείξεων που να δικαιολογούν τη διενέργεια ελέγχου και, όλως επικουρικώς, την προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος του απαραβίαστου της κατοικίας καθώς και την αντικανονική εκτέλεση της απόφασης.
Ως προς τον πρώτο λόγο της ελλείψεως αιτιολογίας
6 Κατά την προσφεύγουσα, η επίδικη απόφαση δεν τηρεί τις υποχρεώσεις αιτιολογίας που απορρέουν από το άρθρο 190 της Συνθήκης και το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού αριθ. 17, κυρίως διότι περιέχει ανακριβή προσδιορισμό της οικείας αγοράς, παραλείπει τη γεωγραφική οροθέτηση της αγοράς αυτής, δεν χαρακτηρίζει επαρκώς τις φερόμενες παραβάσεις και, τέλος, διότι δεν περιέχει στοιχεία όσον αφορά την περίοδο κατά την οποία διαπράχθηκαν οι παραβάσεις αυτές.
7 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως το Δικαστήριο έκρινε με την προαναφερθείσα απόφαση της 26ης Ιουνίου 1980 (National Panasonic, 136/79, Rec. 1980, σ. 2033, σκέψη 25), το ίδιο το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού αριθ. 17 καθορίζει τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αιτιολογία της επιτάσσουσας έλεγχο απόφασης, προβλέποντας ότι η απόφαση αυτή "αναφέρει το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου, ορίζει το χρόνο ενάρξεως του ελέγχου και αναφέρει τις προβλεπόμενες από το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ) και το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο δ), κυρώσεις καθώς και το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο κατά της αποφάσεως".
8 'Οπως το Δικαστήριο έκρινε πρόσφατα με την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989 (Hoechst κατά Επιτροπής, 46/87 και 227/88, Συλλογή 1989, σ. 2859, σκέψη 41), η υποχρέωση της Επιτροπής να αναφέρει το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση των δικαιωμάτων άμυνας των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων. Εξ αυτού έπεται ότι η σημασία της υποχρέωσης αιτιολογίας των αποφάσεων περί διενεργείας ελέγχου δεν μειούται από θεωρήσεις σχετικές με την αποτελεσματικότητα της έρευνας.
9 Στην ίδια απόφαση, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται μεν να γνωστοποιεί στον αποδέκτη μιας αποφάσεως όλα τα στοιχεία που διαθέτει σχετικά με φερόμενες παραβάσεις ούτε να προβαίνει σε ακριβή νομικό χαρακτηρισμό των παραβάσεων αυτών, οφείλει, όμως, να αναφέρει σαφώς τις υποψίες που σκοπεύει να ελέγξει.
10 Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας σχετικά με την αιτιολογία της επίδικης απόφασης πρέπει να απορριφθούν. Πράγματι, η ακριβής οροθέτηση της οικείας αγοράς, ο ακριβής νομικός χαρακτηρισμός των προβαλλόμενων παραβάσεων και η μνεία της περιόδου κατά την οποία διεπράχθησαν οι παραβάσεις δεν είναι απαραίτητο να περιλαμβάνονται σε μια απόφαση περί διενεργείας ελέγχου εφόσον η απόφαση αυτή περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία που επισημάνθηκαν ανωτέρω.
11
Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι καίτοι η αιτιολογία της επίδικης απόφασης περί διενεργείας ελέγχου είναι γενικότατα διατυπωμένη ενώ θα έπρεπε να είναι συγκεκριμένη και μπορεί επομένως να επικριθεί από την άποψη αυτή, περιλαμβάνει ωστόσο τα ουσιώδη στοιχεία που επιβάλλει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού αριθ. 17. Πράγματι, στην εν λόγω απόφαση γίνεται ιδίως λόγος για στοιχεία από τα οποία καταφαίνεται η ύπαρξη και η εφαρμογή συμφωνιών ή εναρμονισμένων πρακτικών μεταξύ ορισμένων παραγωγών και προμηθευτών ΡVC και πολυαιθυλενίου (συμπεριλαμβανομένου αλλά μη περιοριζόμενου στο LdPE) εντός της ΕΟΚ ως προς τις τιμές, τις ποσότητες ή τους σχετικούς με την πώληση των προϊόντων αυτών στόχους. Στην απόφαση επισημαίνεται ότι αυτές οι συμφωνίες και πρακτικές συνιστούν ενδεχομένως σοβαρή παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Κατά το άρθρο 1 της ίδιας απόφασης, η προσφεύγουσα "υποχρεούται να ανεχθεί τη διενέργεια ελέγχου όσον αφορά την ενδεχόμενη συμμετοχή της" σ' αυτές τις συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές και, κατά συνέπεια, να επιτρέψει την είσοδο των οργάνων της Επιτροπής στους χώρους της, να προσκομίσει ή να τους επιτρέψει να λάβουν αντίγραφα για να τα εξετάσουν των επαγγελματικών εγγράφων "που είναι σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας".
12 Από τις προηγούμενες σκέψεις, προκύπτει ότι ο λόγος της ελλείψεως αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς το λόγο της ελλείψεως εύλογων ή νομότυπων αποδείξεων που να δικαιολογούν την ανάγκη διενεργείας ελέγχου
13 Στο δικόγραφο της προσφυγής της και στο υπόμνημα απαντήσεώς της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση συνιστά παράβαση του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού αριθ. 17, κατά το μέτρο που δεν αναφέρει καμιά "εύλογη απόδειξη" ικανή να δικαιολογήσει έλεγχο. Η σιγή της Επιτροπής ως προς το σημείο αυτό καταδεικνύει είτε ότι το εν λόγω κοινοτικό όργανο δεν διέθετε στοιχεία ή αποδείξεις, είτε ότι οι αποδείξεις δεν ήταν εύλογες, είτε, ακόμα, ότι τα εν λόγω στοιχεία και αποδείξεις δεν συγκεντρώθηκαν νομοτύπως.
14 'Οταν πληροφορήθηκε, στη συνέχεια, ότι η Επιτροπή είχε εκδώσει την επίδικη απόφαση βάσει στοιχείων συλλεγέντων κατά τη διάρκεια ελέγχων σχετικά με πιθανό καρτέλ στον τομέα του προπυλενίου, ελέγχων που διενεργήθηκαν στις 13 και 14 Οκτωβρίου 1983 σε άλλες επιχειρήσεις, η προσφεύγουσα ισχυρίσθηκε ότι η Επιτροπή παρέβη τα άρθρα 14 και 20 του κανονισμού αριθ. 17 χρησιμοποιώντας τα στοιχεία αυτά για σκοπό άλλο από αυτόν για τον οποίον είχαν γίνει οι έλεγχοι αυτοί.
15 Η προσφεύγουσα ζητεί να της επιτραπεί να επικαλεσθεί τα στοιχεία αυτά, των οποίων έλαβε γνώση μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, αλλά πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση, είτε ως παρεμπίπτον διαδικαστικό ζήτημα βάσει του άρθρου 91 του κανονισμού διαδικασίας, είτε ως νέα πραγματικά στοιχεία, βάσει του άρθρου 42, παράγραφος 2, του ίδιου αυτού κανονισμού.
16 'Οσον αφορά το λόγο αυτό όπως διατυπώθηκε αρχικά, αρκεί η διαπίστωση ότι το επιχείρημα της προσφεύγουσας, ότι δηλαδή η Επιτροπή υποχρεούται, από το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού αριθ. 17, να κάνει μνεία στις αποφάσεις περί διενεργείας ελέγχου όλων των στοιχείων που διαθέτει σχετικά με τις πιθανολογούμενες παραβάσεις, έχει ήδη απορριφθεί στο πλαίσιο της εξέτασης του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας.
17 'Οσον αφορά την αιτίαση που στηρίζεται στην αντικανονική χρησιμοποίηση των στοιχείων που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια ελέγχων διενεργηθέντων στις 13 και 14 Οκτωβρίου 1983, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι πράγματι από τα άρθρα 20, παράγραφος 1, και 14, παράγραφος 3, του κανονισμού αριθ. 17, προκύπτει ότι οι πληροφορίες οι οποίες συνελέγησαν κατά τη διάρκεια των ελέγχων δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς άλλους εκτός από αυτούς που αναφέρονται στην εντολή διενεργείας ελέγχου ή στην απόφαση περί διενεργείας ελέγχου.
18 Η υποχρέωση αυτή αποβλέπει στην προστασία, εκτός του επαγγελματικού απορρήτου περί του οποίου γίνεται ρητώς λόγος στο προαναφερθέν άρθρο 20, των δικαιωμάτων άμυνας των επιχειρήσεων που το άρθρο 14, παράγραφος 3, σκοπεί, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, να διασφαλίσει. Πράγματι, τα δικαιώματα αυτά θα διακυβεύονταν σοβαρώς, αν μπορούσε η Επιτροπή να επικαλείται σε βάρος των επιχειρήσεων αποδείξεις οι οποίες, συλλεγείσες κατά τη διάρκεια ενός ελέγχου, είναι άσχετες προς το αντικείμενο και το σκοπό του τελευταίου.
19 Αντιθέτως, δεν μπορεί εξ αυτού να συναχθεί ότι απαγορεύεται στην Επιτροπή να κινεί διαδικασία έρευνας προκειμένου να ελέγξει την ακρίβεια ή να συμπληρώσει στοιχεία που περιήλθαν παρεμπιπτόντως στη γνώση της κατά τη διάρκεια προγενέστερου ελέγχου στην περίπτωση που από τα στοιχεία αυτά καταφαίνεται η ύπαρξη ενεργειών αντίθετων προς τους κανόνες περί ανταγωνισμού της Συνθήκης. Πράγματι, μια τέτοια απαγόρευση θα υπερέβαινε τα όρια αυτού που είναι αναγκαίο για την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου και των δικαιωμάτων του αμυνομένου και θα αποτελούσε, κατά συνέπεια, αδικαιολόγητο εμπόδιο στην εκπλήρωση από την Επιτροπή της αποστολής της να μεριμνά για την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και να εντοπίσει τις παραβάσεις των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης.
20
Εν προκειμένω, η αιτίαση της προσφεύγουσας αφορά ακριβώς το γεγονός ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε σε στοιχεία που απέκτησε κατά τη διάρκεια προηγούμενων ελέγχων, που είχαν άλλο αντικείμενο, προκειμένου να κινήσει νέα έρευνα σχετικά με παραβάσεις των κανόνων περί ανταγωνισμού της Συνθήκης. Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.
21 Κατά συνέπεια, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξετασθεί το παραδεκτό του παρεμπίπτοντος αιτήματος που υποβλήθηκε εν προκειμένω, από την προσφεύγουσα, ο λόγος που στηρίζεται στην έλλειψη εύλογων ή νομοτύπων αποδείξεων που να δικαιολογούν την ανάγκη διενεργείας ελέγχου πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς το λόγο της προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος του απαραβίαστου της κατοικίας καθώς και της μη προσήκουσας εφαρμογής της επίδικης αποφάσεως
22 Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η επίδικη απόφαση στερείται νομιμότητας κατά το μέτρο που επιτρέπει στα όργανα της Επιτροπής να προβούν σε μέτρα που αυτή χαρακτηρίζει ως κατ' οίκον έρευνα, μέτρα που δεν προβλέπονται από το άρθρο 14 του κανονισμού αριθ. 17 και θίγουν αναγνωρισμένα από το κοινοτικό δίκαιο θεμελιώδη δικαιώματα. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι, αν η διάταξη αυτή ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία επιτόπιας έρευνας, στερείται νομιμότητας λόγω του ότι είναι ασυμβίβαστη με τα θεμελιώδη δικαιώματα των οποίων η προστασία απαιτεί όπως οι επιτόπιες έρευνες γίνονται μόνο δυνάμει δικαστικού εντάλματος. 'Ολως επικουρικώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, κατά την εφαρμογή της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 14 του κανονισμού αριθ. 17 καθόσον υπερέβη τα όρια των εξουσιών ελέγχου και προέβη στην πραγματικότητα, σε επιτόπια έρευνα.
23 Το Δικαστήριο έκρινε πρόσφατα (απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, στην προαναφερθείσα υπόθεση Hoechst) ότι στο άρθρο 14 του κανονισμού αριθ. 17 δεν μπορεί να δοθεί ερμηνεία που να καταλήγει σε αποτέλεσμα ασυμβίβαστο με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, και, ιδίως, με τα θεμελιώδη δικαιώματα.
24 Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο σύμφωνα με τις συνταγματικές παραδόσεις που είναι κοινές στα κράτη μέλη καθώς και τις διεθνείς συμφωνίες για τις οποίες έχουν συνεργαστεί ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη (βλέπε, ιδίως, την απόφαση της 14ης Μαΐου 1974, Nold, 4/73, Rec. 1974, σ. 491). Ιδιαίτερη, για το σκοπό αυτό, σημασία έχει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου) (βλέπε, ιδίως, την απόφαση της 15ης Μαΐου 1986, Johnston, 222/84, Συλλογή 1986, σ. 1651)
25 Για την ερμηνεία του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 17, πρέπει να ληφθούν, κυρίως, υπόψη οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το σεβασμό των δικαιωμάτων του αμυνομένου, αρχή της οποίας ο θεμελιώδης χαρακτήρας έχει επανειλημμένα υπογραμμιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε, ιδίως, την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, Michelin, 322/81, Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 7).
26 Πρέπει να διευκρινισθεί ότι, ναι μεν με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο επισήμανε ότι πρέπει να υφίσταται σεβασμός των δικαιωμάτων του αμυνομένου στις διοικητικές διαδικασίες που μπορούν να καταλήξουν σε επιβολή ποινών, πλην όμως είναι σημαντικό να αποφεύγεται η κατά τρόπο αθεράπευτο προσβολή των δικαιωμάτων αυτών στο πλαίσιο διαδικασιών προηγούμενης έρευνας, όπως είναι οι έλεγχοι, οι οποίοι μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο για την εξακρίβωση στοιχείων σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα ενεργειών ορισμένων επιχειρήσεων, ικανών να επισύρουν την ευθύνη τους.
27 Κατά συνέπεια, καίτοι ορισμένα δικαιώματα του αμυνομένου αφορούν μόνο τις κατ' αντιμωλία διαδικασίες που αποτελούν τη συνέχεια ανακοινώσεως αιτιάσεων, άλλα δικαιώματα, όπως παραδείγματος χάριν, αυτά της παραστάσεως με δικηγόρο και του σεβασμού του απορρήτου της αλληλογραφίας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη (που έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο με την απόφαση της 18ης Μαΐου 1982, ΑΜ και S, 155/79, Συλλογή 1982, σ. 1575), πρέπει να προστατεύονται ήδη από το στάδιο της προηγούμενης έρευνας.
28 Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα επικαλέστηκε επίσης τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το θεμελιώδες δικαίωμα του απαραβιάστου της κατοικίας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, καίτοι η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού όσον αφορά την ιδιωτική κατοικία των φυσικών προσώπων επιβάλλεται στην κοινοτική έννομη τάξη ως κοινή αρχή των δικαίων των κρατών μελών, δεν ισχύει το ίδιο και για τις επιχειρήσεις, διότι τα νομικά συστήματα των κρατών μελών παρουσιάζουν όχι αμελητέες διαφορές ως προς τη φύση και το βαθμό προστασίας των χώρων ασκήσεως εμπορικής δραστηριότητας από τις παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής.
29 Δεν μπορεί να συναχθεί διαφορετικό συμπέρασμα από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, του οποίου η παράγραφος 1 προβλέπει ότι "παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του". Το αντικείμενο της προστασίας του άρθρου αυτού αφορά το πεδίο της ανάπτυξης της προσωπικής ελευθερίας του ατόμου και, επομένως, δεν μπορεί να επεκταθεί στους χώρους εμπορικών δραστηριοτήτων. Σημειωτέον εξάλλου ότι δεν υπάρχει σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
30 Ωστόσο, σε όλα τα νομικά συστήματα των κρατών μελών, οι παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής στη σφαίρα της ιδιωτικής δραστηριότητας κάθε προσώπου, είτε φυσικού είτε νομικού, πρέπει να είναι νομικώς θεμελιωμένες και να δικαιολογούνται από λόγους προβλεπόμενους από το νόμο και, όπως είναι επόμενο, τα συστήματα αυτά προβλέπουν, καίτοι με διαφορές ως προς τις λεπτομέρειες, την προστασία έναντι παρεμβάσεων που είναι αυθαίρετες ή δυσανάλογα επαχθείς. Επομένως, η ανάγκη μιας τέτοιας προστασίας πρέπει να αναγνωριστεί ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Σχετικά, πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι είναι αρμόδιο να ασκεί έλεγχο όσον αφορά τον, ενδεχομένως, υπερβολικό χαρακτήρα των ελέγχων που διενεργεί η Επιτροπή στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ (απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962, San Mischele και λοιποί, 5 έως 11 και 13 έως 15/62, Rec. 1962, σ. 919).
31 Επομένως, υπό το φως των ανωτέρω εκτιθεμένων γενικών αρχών, πρέπει να εξετασθεί η φύση και η έκταση των εξουσιών ελέγχου που έχει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 17.
32 Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διενεργεί όλους τους απαραίτητους ελέγχους στις επιχειρήσεις και τις ενώσεις επιχειρήσεων, ενώ διευκρινίζει ότι "για το σκοπό αυτό, τα εντεταλμένα από την Επιτροπή όργανα έχουν την εξουσία:
α) να ελέγχουν τα βιβλία και άλλα επαγγελματικά έγγραφα
β) να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματα των βιβλίων και επαγγελματικών εγγράφων
γ) να ζητούν επιτόπου προφορικές διευκρινίσεις
δ) να εισέρχονται σε όλους τους χώρους, γήπεδα και μεταφορικά μέσα των επιχειρήσεων".
33 Οι παράγραφοι 2 και 3 του ίδιου άρθρου προβλέπουν ότι οι έλεγχοι διενεργούνται κατόπιν επιδείξεως έγγραφης εντολής ή βάσει αποφάσεως προς την οποία οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να συμμορφώνονται. 'Οπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, η Επιτροπή μπορεί να επιλέγει οποιαδήποτε από τις δύο αυτές δυνατότητες, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες κάθε περιπτώσεως (προαναφερθείσα απόφαση της 26ης Ιουνίου 1980, National Panasonic). Τόσο οι έγγραφες εντολές όσο και οι αποφάσεις πρέπει να αναφέρουν το αντικείμενο και το σκοπό των ελέγχων. Η Επιτροπή, ασχέτως της ακολουθούμενης διαδικασίας, υποχρεούται να ενημερώνει προηγουμένως την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρέπει να διενεργηθεί ο έλεγχος και να τη συμβουλεύεται, δυνάμει της παραγράφου 4 του άρθρου 14, πριν από τη λήψη κάθε αποφάσεως περί διενεργείας ελέγχου.
34 Κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, τα όργανα της Επιτροπής μπορούν να έχουν, κατά την εκτέλεση του έργου τους, τη συνδρομή των οργάνων της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρέπει να διενεργηθεί ο έλεγχος. Η συνδρομή αυτή μπορεί να χορηγείται κατόπιν αιτήσεως είτε της αρχής αυτής είτε της Επιτροπής.
35 Τέλος, κατά την παράγραφο 6, η συνδρομή των εθνικών αρχών είναι αναγκαία για τη διενέργεια του ελέγχου όταν μια επιχείρηση αντιτίθεται σ' αυτόν.
36 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 26ης Ιουνίου 1980 (National Panaconic σκέψη 20), από την έβδομη και όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αριθ. 17 προκύπτει ότι οι εξουσίες που έχουν παρασχεθεί στην Επιτροπή με το άρθρο 14 του κανονισμού αυτού αποσκοπούν στο να της δώσουν τη δυνατότητα να εκπληρώσει την ανατεθείσα σ' αυτήν από τη Συνθήκη ΕΟΚ αποστολή μέριμνας για την τήρηση των κανόνων περί ανταγωνισμού στο πλαίσιο της κοινής αγοράς. Οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν, όπως προκύπτει από το τέταρτο εδάφιο του προοιμίου της Συνθήκης, από το άρθρο 3, σημείο στ), καθώς και από τα άρθρα 85 και 86, στο να αποφεύγεται η νόθευση του ανταγωνισμού κατά τρόπο που να αποβαίνει σε βάρος του γενικού συμφέροντος, των επιμέρους επιχειρήσεων και των καταναλωτών. 'Ετσι, η άσκηση των εξουσιών που έχουν παρασχεθεί στην Επιτροπή με τον κανονισμό αριθ. 17 συντελεί στη διατήρηση του επιδιωχθέντος από τη Συνθήκη συστήματος ανταγωνισμού που οι επιχειρήσεις οφείλουν να τηρούν οπωσδήποτε. Η προαναφερθείσα όγδοη αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι, για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή πρέπει να διαθέτει, καθόλη την έκταση της κοινής αγοράς, την εξουσία να ζητεί πληροφορίες και να προβαίνει στους ελέγχους "οι οποίοι είναι απαραίτητοι" για τη διακρίβωση των παραβάσεων των προαναφερθέντων άρθρων 85 και 86.
37 Τόσο από το σκοπό του κανονισμού αριθ. 17 όσο και από την απαρίθμηση, στο άρθρο 14, των εξουσιών που έχουν παρασχεθεί στα όργανα της Επιτροπής, προκύπτει ότι οι έλεγχοι μπορούν να είναι λίαν εκτεταμένοι. Εν προκειμένω, το δικαίωμα εισόδου σε κάθε χώρο, γήπεδο ή μέσο μεταφοράς των επιχειρήσεων έχει ιδιάζουσα σημασία καθόσον καθιστά δυνατή για την Επιτροπή τη συλλογή των αποδείξεων για παραβάσεις των κανόνων περί ανταγωνισμού στον τόπο όπου ανευρίσκονται συνήθως, δηλαδή στους χώρους ασκήσεως των εμπορικών δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων.
38 Το δικαίωμα εισόδου θα ήταν άχρηστο αν τα όργανα της Επιτροπής όφειλαν να περιορίζονται στο να ζητούν την προσκόμιση εγγράφων ή φακέλων που θα μπορούσαν να προσδιορίσουν επακριβώς εκ των προτέρων. Αντιθέτως, το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ευχέρεια αναζητήσεως διαφόρων στοιχείων, που δεν είναι ακόμη γνωστά ή πλήρως εξακριβωμένα. Χωρίς αυτή την ευχέρεια θα ήταν αδύνατη για την Επιτροπή η συλλογή των αναγκαίων για τον έλεγχό της στοιχείων, σε περίπτωση που θα προσέκρουε στην άρνηση συνεργασίας ή ακόμα στην παρακωλυτική στάση των οικείων επιχειρήσεων.
39 Το άρθρο 14 του κανονισμού αριθ. 17 παρέχει μεν στην Επιτροπή ευρείες εξουσίες έρευνας, οι εξουσίες όμως αυτές πρέπει να ασκούνται κατά τρόπο που να διασφαλίζει το σεβασμό των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.
40 Σχετικά, πρέπει, καταρχάς, να επισημανθεί η υποχρέωση της Επιτροπής να αναφέρει το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση προκειμένου όχι μόνο να καταφαίνεται η δικαιολογία της μελετώμενης παρεμβάσεως στο εσωτερικό των οικείων επιχειρήσεων αλλά, επίσης, για να είναι οι τελευταίες σε θέση να αντιληφθούν την έκταση του καθήκοντος συνεργασίας, διατηρώντας ταυτόχρονα τα δικαιώματα άμυνας που έχουν.
41 Περαιτέρω, πρέπει να τονισθεί ότι οι όροι ασκήσεως των εξουσιών ελέγχου της Επιτροπής ποικίλλουν ανάλογα με την επιλεγόμενη από αυτή διαδικασία, από τη στάση των σχετικών επιχειρήσεων καθώς και από την παρέμβαση των εθνικών αρχών.
42 Το άρθρο 14 του κανονισμού αριθ. 17 αφορά πρωτίστως ελέγχους διενεργούμενους με τη συνεργασία των οικείων επιχειρήσεων, είτε εκούσια, στην περίπτωση έγγραφης εντολής περί διενέργειας ελέγχου, είτε δυνάμει υποχρεώσεως απορρέουσας από απόφαση περί διενέργειας ελέγχου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όπως και στην υπό κρίση υπόθεση, τα όργανα της Επιτροπής έχουν, μεταξύ άλλων, την ευχέρεια να ζητούν την προσκόμιση των εγγράφων που τα ενδιαφέρουν, να εισέρχονται στους χώρους που καθορίζουν και να λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των επίπλων που υποδεικνύουν. Αντιθέτως, δεν μπορούν να εισέρχονται βιαίως σε χώρους ή να παραβιάζουν έπιπλα ή να εξαναγκάζουν προς τούτο το προσωπικό της επιχείρησης ούτε να αναζητούν στοιχεία χωρίς την άδεια των υπευθύνων της επιχείρησης, η οποία, ενδεχομένως, μπορεί να τους δίδεται σιωπηρώς, ιδίως μέσω της παρεχόμενης στα όργανα της Επιτροπής συνδρομής.
43 Η περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική όταν η Επιτροπή αντιμετωπίζει την άρνηση των οικείων επιχειρήσεων. Στην περίπτωση αυτή, τα όργανα της Επιτροπής μπορούν, βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 6, να αναζητούν χωρίς τη συνεργασία των επιχειρήσεων, όλα τα αναγκαία για τον έλεγχο στοιχεία με τη συνδρομή των εθνικών αρχών οι οποίες υποχρεούνται να τους παρέχουν τη συνδρομή που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Καίτοι η συνδρομή αυτή δεν απαιτείται παρά μόνο σε περίπτωση που η επιχείρηση εκδηλώνει την αντίθεσή της, πρέπει να προστεθεί ότι μπορεί επίσης να ζητείται προληπτικώς προς κάμψη ενδεχόμενης αρνήσεως της επιχειρήσεως.
44 Από το άρθρο 14, παράγραφος 6, προκύπτει ότι στα κράτη μέλη εναπόκειται να καθορίζουν τους όρους υπό τους οποίους παρέχεται στα όργανα της Επιτροπής η συνδρομή των εθνικών αρχών. Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα των ενεργειών της Επιτροπής, τηρώντας ταυτόχρονα τις προαναφερθείσες γενικές αρχές. Εξ αυτού έπεται ότι, εντός των ορίων αυτών, το εθνικό δίκαιο είναι αυτό που καθορίζει τις διαδικαστικές λεπτομέρειες που είναι κατάλληλες για τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων των επιχειρήσεων.
45 Κατά συνέπεια, εφόσον η Επιτροπή προτίθεται να εφαρμόσει, με τη συνεργασία των εθνικών αρχών, μέτρα ελέγχου χωρίς τη συνεργασία των οικείων επιχειρήσεων, υποχρεούται να σεβαστεί τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει προς τούτο το εθνικό δίκαιο.
46 Η Επιτροπή οφείλει να μεριμνά ώστε η δυνάμει του εθνικού δικαίου αρμόδια αρχή να έχει στη διάθεσή της όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορεί να ασκεί τον δικό της έλεγχο. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η αρχή αυτή - ασχέτως του αν είναι δικαστική ή μη - δεν μπορεί να υποκαθιστά, όσον αφορά την αναγκαιότητα των διατασσόμενων ελέγχων, τη δική της εκτίμηση στην κρίση της Επιτροπής, της οποίας οι αξιολογήσεις ως προς τα πραγματικά και νομικά περιστατικά υπόκεινται μόνο στον έλεγχο νομιμότητας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Αντιθέτως, στις εξουσίες των εθνικών αρχών εμπίπτει να εξετάζουν, αφού διαπιστώσουν τη γνησιότητα της απόφασης περί διενεργείας ελέγχου, αν τα μελετώμενα μέτρα εξαναγκασμού είναι αυθαίρετα ή υπερβολικώς επαχθή σε σχέση με το αντικείμενο του ελέγχου και να μεριμνούν για την τήρηση των κανόνων του εθνικού τους δικαίου κατά την εφαρμογή αυτών των μέτρων.
47 Υπό το φως των προηγούμενων σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα μέτρα που η επίδικη απόφαση περί διενεργείας ελέγχου επέτρεψε στα όργανα της Επιτροπής να εφαρμόσουν δεν υπερέβαιναν τις εξουσίες που αυτά διαθέτουν δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 17. 'Οντως, το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως περιορίστηκε στο να επιβάλει στην προσφεύγουσα την υποχρέωση "να επιτρέψει στα εντεταλμένα όργανα της Επιτροπής την είσοδο στους χώρους της κατά τις κανονικές ώρες λειτουργίας των γραφείων, να προσκομίσει προς επιθεώρηση και να επιτρέψει τη λήψη φωτοαντιγράφων των σχετικών με το αντικείμενο της έρευνας επαγγελματικών εγγράφων και να παράσχει παραχρήμα όλες τις διευκρινίσεις που θα της ζητήσουν τα εν λόγω όργανα".
48 Βεβαίως, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα όργανά της έχουν το δικαίωμα, στο πλαίσιο ελέγχων, να αναζητούν στοιχεία χωρίς τη συνδρομή των εθνικών αρχών και χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων από το εθνικό δίκαιο διαδικαστικών εγγυήσεων. Ωστόσο, αυτή η πεπλανημένη ερμηνεία του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 17 δεν μπορεί να συνεπάγεται την έλλειψη νομιμότητας των αποφάσεων που εκδόθηκαν βάσει της διατάξεως αυτής.
49 'Οσον αφορά το επικουρικό επιχείρημα της προσφεύγουσας σχετικά με τον τρόπο εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως, πρέπει να σημειωθεί ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι οι ενέργειες των οργάνων της Επιτροπής δεν ήταν σύμφωνες προς τις εξουσίες που διαθέτουν από του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 17 και την βαλλόμενη απόφαση, το γεγονός αυτό δεν θίγει τη νομιμότητα της απόφασης αυτής. Πράγματι, όπως το Δικαστήριο έχει κρίνει με την απόφασή της 8ης Νοεμβρίου 1983 (ΙΑΖ, 96 έως 102, 104, 105, 108 και 110/82, Συλλογή 1983, σ. 3369, σκέψη 16), πράξεις μεταγενέστερες της εκδόσεως μιας πράξεως δεν μπορούν να θίξουν την ισχύ της. Κατά συνέπεια, παρέλκει η εξέταση, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, των αιτιάσεων σχετικά με τη διεξαγωγή του ελέγχου.
50 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι ο λόγος που αναφέρεται στην προσβολή του ουσιώδους δικαιώματος του απαραβίαστου της κατοικίας καθώς και στην παράτυπη εκτέλεση της επίδικης απόφασης πρέπει να απορριφθεί.
51 Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους που προβλήθηκαν κατά της επίδικης αποφάσεως δεν έγινε δεκτός, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
52 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy