Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγοράς - Μεταποιημένα προϊόντα με βάση οπωροκηπευτικά - Ενίσχυση στην παραγωγή - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Υποχρέωση τηρήσεως λογιστικής αποθήκης - 'Εκταση ισχύος - Νομιμότητα
(Κανονισμός του Συμβουλίου 516/77, άρθρο 3β, παράγραφος 5 κανονισμός της Επιτροπής 1530/78, άρθρο 4, παράγραφος 2)
Περίληψη
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1530/78 περί καθορισμού λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεως για ορισμένα μεταποιημένα προϊόντα με βάση οπωροκηπευτικά πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η τήρηση από τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως λογιστικής αποθήκης, περιέχουσας όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, αποτελεί προϋπόθεση χορηγήσεως της ενισχύσεως στην παραγωγή που προβλέπεται για τον τομέα αυτό από το βασικό κανονισμό 516/77 και ότι ενδεχόμενες αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια ορισμένων εγγραφών στην εν λόγω λογιστική αποθήκης μπορούν να αρθούν μέσω άλλων συμπληρωματικών εγγράφων.
Δεδομένου ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις από το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1530/78 αποτελεί μέρος του συστήματος ελέγχου και αποδείξεως που είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση της καλής λειτουργίας του καθεστώτος ενισχύσεως, η Επιτροπή, θεσπίζοντας τη διάταξη αυτή, δεν υπερέβη τις εξουσίες που της παρέχει ο κανονισμός 516/77.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 121/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Bayernwald Fruechteverwertung GmbH
και
Γερμανικού Δημοσίου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1530/78 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1978, περί καθορισμού λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεως για ορισμένα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/21, σ. 235),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους T. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και G. C. Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνονας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η εταιρία Bayernwald Fruechteverwertung GmbH, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη κατά τη γραπτή και προφορική διαδικασία από τον Schiller, δικηγόρο Κολωνίας,
- η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καθής της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη κατά τη γραπτή διαδικασία από τον Apelt και κατά την προφορική διαδικασία από τον Bergemann,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη κατά τη γραπτή και προφορική διαδικασία από τον Dierk Booss,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 6ης Ιουλίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της ιδίας ημέρας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 19ης Μαρτίου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 του ακολούθου Απριλίου 1987, το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1530/78 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1978, περί καθορισμού λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεως για ορισμένα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/21, σ. 235).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς ως προς τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της προαναφερθείσας ενισχύσεως, μεταξύ της εταιρίας Bayernwald Fruechteverwertung GmbH (εφεξής: Bayernwald), προσφεύγουσας της κύριας δίκης, και της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Διατροφής και Δασοπονίας, καθής της κύριας δίκης, ενόψει με της εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεως.
Η σχετική ρύθμιση
3 Με το άρθρο 3α, παράγραφος 1 του κανονισμού 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/17, σ. 226) όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1152/78 του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/21, σ. 94), θεσπίστηκε καθεστώς ενισχύσεως στην παραγωγή για τα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα Ια του κανονισμού αυτού και προέρχονται από οπωροκηπευτικά, η συγκομιδή των οποίων έγινε εντός της Κοινότητος. Με τον κανονισμό 1639/79 του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1979 περί τροποποιήσεως του ανωτέρω κανονισμού 516/77 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 5),αυτό το καθεστώς ενισχύσεως επεκτάθηκε, από την έναρξη της περιόδου εμπορίας 1980/81, στις κονσέρβες κερασιών σε σιρόπι της δασμολογικής κλάσης 20.06 Β του κοινού δασμολογίου.
4 Στο άρθρο 3β, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζεται ο λόγος υπάρξεως του καθεστώτος αυτού ενισχύσεως: το ποσό της ενισχύσεως καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να αντισταθμίζει τη διαφορά μεταξύ του επιπέδου των τιμών των κοινοτικών προϊόντων και των τιμών των προϊόντων τρίτων χωρών.
5 Το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεως βασίζεται, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 3α του προαναφερθέντος κανονισμού 516/77, σ' ένα σύστημα συμβάσεων, οι οποίες δεσμεύουν για διάρκεια που θα προσδιοριστεί, αφενός, τους παραγωγούς νωπών προϊόντων, αφετέρου, τις επιχειρήσεις μεταποίησης. Για τις παραδόσεις που πραγματοποιούνται βάσει των συμβάσεων αυτών, καθορίζεται σε κοινοτικό επίπεδο ελαχίστη τιμή, την οποία οι μεταποιητές πρέπει να καταβάλλουν στους παραγωγούς.
6 Κατά την παράγραφο 4 της διατάξεως αυτής, "η ενίσχυση στην παραγωγή παρέχεται στους μεταποιητές που έχουν συνάψει συμβάσεις σύμφωνα με το άρθρο 3α", που προαναφέρθηκε.
7 Η παράγραφος 5 της ίδιας διατάξεως εξαρτά την καταβολή της ενισχύσεως από τρεις προϋποθέσεις. Η διατύπωση έχει ως εξής:
"Η ενίσχυση καταβάλλεται στους ενδιαφερομένους κατόπιν αιτήσεώς τους μόλις ο οργανισμός που ορίζεται από το κράτος μέλος, εντός του οποίου πραγματοποιείται η μεταποίηση, πιστοποιήσει ότι:
- ο μεταποιητής κατέβαλε στον παραγωγό τιμή τουλάχιστον ίση προς την ελαχίστη τιμή
- τα προϊόντα που απετέλεσαν αντικείμενο συμβάσεων έχουν μεταποιηθεί
- τα προϊόντα τα προερχόμενα από τη μεταποίηση είναι σύμφωνα προς τους ισχύοντες κανόνες ποιότητος."
8 Σύμφωνα με το άρθρο 3γ του εν λόγω κανονισμού, οι λεπτομέρειες εφαρμογής των προαναφερθέντων άρθρων 3α και 3β καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 20 του ίδιου κανονισμού, δηλαδή από την Επιτροπή κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως.
9 Βάσει της εξουσιοδοτήσεως αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε τον προαναφερθέντα κανονισμό 1530/78. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού οι έλεγχοι που προβλέπονται από τον κανονισμό 516/77 πρέπει ιδίως να περιλαμβάνουν την εξακρίβωση της μεταποίησης των ποσοτήτων πρώτων υλών που παραδόθηκαν βάσει των συμβάσεων και την εξακρίβωση ότι τα προϊόντα που προέρχονται από τη μεταποίηση είναι σύμφωνα με τους εφαρμοζόμενους κανόνες ποιότητας.
10 Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου έχει ως εξής:
"...
Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις μεταποιήσεως τηρούν λογιστική αποθήκης, στην οποία εμφαίνονται κυρίως:
α) για κάθε μία από τις περιόδους που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2:
- οι παρτίδες πρώτων υλών που αγοράζονται και εισρέουν στην επιχείρηση κάθε μέρα, διακρίνοντας εκείνες που καλύπτονται από συμβάσεις μεταποιήσεως ή τροποποιητικές συμβάσεις, καθώς και τους αριθμούς των δελτίων παραλαβής, τα οποία ενδεχομένως έχουν καταρτιστεί για τις παρτίδες αυτές,
- το βάρος κάθε εισερχομένης παρτίδας καθώς και, στην περίπτωση παρτίδων που καλύπτονται από τις ανωτέρω συμβάσεις, το όνομα και τη διεύθυνση του συμβαλλομένου μέρους
β) οι ποσότητες των τελικών προϊόντων που λαμβάνονται καθημερινά διά μεταποιήσεως των πρώτων υλών, διακρίνοντας εκείνα που λαμβάνονται από πρώτες ύλες, οι οποίες παραδίδονται βάσει συμβάσεων μεταποιήσεως.
..."
Η υπόθεση στην κύρια δίκη
11 Η επιχείρηση Bayernwald, με αίτηση που υπέβαλε στις 8 Αυγούστου 1980, ζήτησε, βάσει της προαναφερθείσας ρυθμίσεως, για την περίοδο εμπορίας 1980/81 την καταβολή της εν λόγω ενισχύσεως για τη μεταποίηση 55 τόνων γλυκών κερασιών σε κονσέρβες που πραγματοποιήθηκε το 1980. Τα επίμαχα γλυκά κεράσια είχαν παραδοθεί σε εκτέλεση έξι συμβάσεων.
12 Η ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διατροφής και Δασοπονίας αρνήθηκε την καταβολή της αιτουμένης ενισχύσεως, με απόφαση της 28ης Απριλίου 1982, με την αιτιολογία ότι από τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στην επιχείρηση προέκυψαν διαφορές μεταξύ των αποδεικτικών παραδόσεως, των τιμολογίων και των λογαριασμών και ότι δεν υπήρχε κανονικώς τηρούμενη λογιστική αποθήκης. 'Ελειπαν ιδίως οι υποχρεωτικές καθημερινές ενημερώσεις κατά την έννοια της προαναφερθείσας ρυθμίσεως, οι δε λογαριασμοί που είχαν τεθεί αντ' αυτών δεν κατέστησαν δυνατή την αντίστοιχη καθημερινή καταχώριση.
13 Συνεπεία της αποφάσεως αυτής, η Bayernwald άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1530/78 της Επιτροπής της 30ής Ιουλίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/21, σ. 235) προβλέπει πρόσθετη προϋπόθεση για την καταβολή ενισχύσεως στην παραγωγή, την οποία είχε εξουσία να θεσπίσει η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων χωρίς να υπερβεί τη νομοθετική της αρμοδιότητα ή μήπως η προαναφερθείσα διάταξη προβλέπει απλώς ότι μόνο η λογιστική αποθήκης γίνεται δεκτή ως αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο;"
14 Το παραπέμπον δικαστήριο αναλύει το ερώτημά του ως εξής:
Τίθεται καταρχάς το ερώτημα αν η υποχρέωση τηρήσεως λογιστικής αποθήκης, που επιβάλλεται από την επίμαχη διάταξη στις επιχειρήσεις, συνιστά συμπληρωματική προϋπόθεση γενέσεως δικαιώματος για ενίσχυση, η οποία, προστίθεται στις τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 3β, παράγραφος 5, του προαναφερθέντος κανονισμού 516/77.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως ανακύπτει το ζήτημα αν η Επιτροπή παρέμεινε έτσι μέσα στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της, δεδομένου ότι, βάσει της προαναφερθείσας ρυθμίσεως, έχει εξουσία να θεσπίζει μόνο τις λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 3α και 3β του προαναφερθέντος κανονισμού 516/77.
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως γεννάται το πρόβλημα ποιες συνέπειες επέρχονται και τι κυρώσεις επιβάλλονται λόγω μη τηρήσεως της λογιστικής αποθήκης, θέμα για το οποίο ο κανονισμός της Επιτροπής δεν περιέχει καμία ρητή διάταξη: πρέπει επομένως η λογιστική αποθήκης να θεωρηθεί ως αποκλειστικό μέσο αποδείξεως ή ως μέσο αποδείξεως που μπορεί να συμπληρωθεί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία;
15 Το εθνικό δικαστήριο, με το ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο, όπως διευκρινίζεται με την πιο πάνω ανάλυση, ερωτά κατ' ουσίαν αν:
α) το άρθρο 4, παράγραφος 2, του προναφερθέντος κανονισμού 1530/78, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η τήρηση από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις μεταποιήσεως λογιστικής αποθήκης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της γενέσεως του δικαιώματος για τη χορήγηση της εν λόγω ενισχύσεως ή μήπως υπό την έννοια ότι η τήρηση λογιστικής αποθήκης απαιτείται απλώς ως μη αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο που μπορεί, επομένως, να αντικατασταθεί από άλλα μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται ότι συντρέχουν οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις χορηγήσεως της ενισχύσεως, τις οποίες θέτει το άρθρο 3β, παράγραφος 5, του προαναφερθέντος κανονισμού 516/77
β) το ανωτέρω άρθρο 4, παράγραφος 2, είναι ανίσχυρο λόγω τού ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας τη διάταξη αυτή, υπερέβη την εξουσία που της παρέχεται με την εξουσιοδότηση του άρθρου 3γ του προαναφερθέντος κανονισμού 516/77.
16 Στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί απάντηση τηρώντας τη σειρά διατυπώσεως των δύο ερωτημάτων.
17 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της υπόθεσης στην κύρια δίκη, καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο κατά το μέτρο που είναι αναγκαίο για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του ερωτήματος α)
18 Πρέπει να τονιστεί ότι με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1530/78 επιδιώκεται, όπως συνάγεται από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού, να διασφαλιστεί η καλή λειτουργία του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεως σε όλα τα κράτη μέλη και να θεσπιστεί για το σκοπό αυτό ενιαίο σύστημα ελέγχου. Ο έλεγχος αυτός πρέπει να επιτρέπει στις αρμόδιες εθνικές αρχές να εξακριβώνουν αν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, όπως καθορίζονται από το βασικό κανονισμό, για τη χορήγηση της ενισχύσεως. Η εξακρίβωση αυτή δικαιολογεί την απαίτηση τηρήσεως λογιστικής αποθήκης για να μπορεί να χορηγηθεί η ενίσχυση.
19 Πρέπει να παρατηρηθεί, εξάλλου, ότι οι εγγραφές που διενεργούνται σε εκτέλεση της υποχρεώσεως τηρήσεως της λογιστικής αποθήκης πρέπει να περιέχουν οπωσδήποτε όλα τουλάχιστον τα στοιχεία που απαριθμούνται στο προαναφερθέν άρθρο 4, παράγραφος 2, και να συνοδεύονται από αποδεικτικά έγγραφα. Σε περίπτωση που λείπουν αυτά τα απαραίτητα ελάχιστα στοιχεία, η υποχρέωση τηρήσεως λογιστικής αποθήκης δεν μπορεί να θεωρείται ως εκπληρωθείσα. Σε περίπτωση όμως αμφιβολιών ως προς την ακρίβεια ορισμένων εγγραφών που περιέχονται στην εν λόγω λογιστική αποθήκης, το προαναφερθέν άρθρο 4, παράγραφος 2, δεν αποκλείει να λαμβάνονται υπόψη άλλα συμπληρωματικά έγγραφα, προκειμένου να διαλυθούν οι υφιστάμενες αμφιβολίες.
20 Πρέπει λοιπόν στο ερώτημα αυτό να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2 του κανονισμού 1530/78 της Επιτροπής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η τήρηση λογιστικής αποθήκης που περιέχει όλα τα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό αποτελεί προϋπόθεση χορηγήσεως της ενισχύσεως στην παραγωγή, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό 516/77 του Συμβουλίου, ενδεχόμενες δε αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια ορισμένων εγγραφών στην εν λόγω λογιστική αποθήκης μπορούν να αρθούν μέσω άλλων συμπληρωματικών εγγράφων.
Επί του ερωτήματος β)
21 Πρέπει σχετικά να γίνει δεκτό ότι η τήρηση λογιστικής αποθήκης που απαιτείται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1530/78 αποτελεί μέρος του συστήματος ελέγχου και αποδείξεως, η θέσπιση του οποίου ήταν αναγκαία για να εξασφαλιστεί η καλή λειτουργία του συστήματος ενισχύσεως. Η απαίτηση αυτή εντάσσεται στις λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 3α και 3β του κανονισμού 516/77 που η Επιτροπή ήταν εξουσιοδοτημένη να θεσπίσει δυνάμει του άρθρου 3γ του ίδιου κανονισμού.
22 Κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας αυτό το σύστημα ελέγχου, προχώρησε πέραν εκείνου που ήταν αναγκαίο για να εξασφαλισθεί η καλή λειτουργία του συστήματος ενισχύσεων και επομένως πρέπει να γίνει δεκτό ότι το όργανο αυτό δεν υπερέβη τις εξουσίες που του είχαν παρασχεθεί.
23 Πρέπει επομένως να δοθεί στο ερώτημα αυτό η απάντηση ότι από την εξέτασή του δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1530/78 της Επιτροπής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, το χαρακτήρα παρεμπίπτοντοςπου ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν με Διάταξη της 19ης Μαρτίου 1987, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1530/78 της Επιτροπής, περί καθορισμού λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεως για ορισμένα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η τήρηση λογιστικής αποθήκης που περιέχει όλα τα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό το άρθρο, αποτελεί προϋπόθεση χορηγήσεως της ενισχύσεως στην παραγωγή, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό 516/77 του Συμβουλίου, ενδεχόμενες δε αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια ορισμένων εγγραφών στην εν λόγω λογιστική αποθήκης μπορούν να αρθούν μέσω άλλων συμπληρωματικών εγγράφων.
2) Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1530/78 της Επιτροπής.
Full & Egal Universal Law Academy