Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι - Συνταξιοδοτικά δικαιώματα αποκτηθέντα πριν από την ανάληψη υπηρεσίας στις Κοινότητες - Μεταφορά στο κοινοτικό σύστημα - Υποβολή της αίτησης - Προθεσμία - Δεν αντιτάσσεται στους έκτακτους υπαλλήλους
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VΙΙΙ, άρθρο 11, παράγραφος 2 καθεστώς λοιπού προσωπικού, άρθρο 9, παράγραφος 2)
Περίληψη
Λαμβάνοντας υπόψη τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ της υπηρεσιακής καταστάσεως του μόνιμου υπαλλήλου και εκείνης, συμβατικής φύσεως, του έκτακτου υπαλλήλου, διάταξη θεσπισθείσα για την εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, με την οποία καθορίζεται η προθεσμία εντός της οποίας οι μόνιμοι υπάλληλοι οφείλουν να υποβάλουν την αίτησή τους μεταφοράς στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που απέκτησαν πριν από την ανάληψη υπηρεσίας στις Κοινότητες, δεν μπορεί, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, να εφαρμόζεται στους έκτακτους υπαλλήλους ελλείψει ειδικής διατάξεως που να ρυθμίζει την ιδιαίτερη κατάστασή τους.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 124/87,
Giovanna Gritzmann-Martignoni, έκτακτος υπάλληλος στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra, εκπροσωπούμενη από τον Giuseppe Marchesini, δικηγόρο στο Corte di cassazione της Ιταλικής Δημοκρατίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Victor Biel, 18 A, rue des Glacis,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Giuliano Marenco, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να ακυρωθεί η από 20 Μαΐου 1986 πράξη με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας να μεταφέρει στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχε αποκτήσει προτού διοριστεί ως έκτακτος υπάλληλος,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 20ής Απριλίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Μαΐου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Απριλίου 1988, η Giovanna Gritzmann-Martignoni, έκτακτος υπάλληλος στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση που περιλαμβάνεται στο από 20 Μαΐου 1986 έγγραφο με το οποίο η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας για τη μεταφορά του ασφαλιστικού ισοδυνάμου των δικαιωμάτων της από το εθνικό στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
2 Η μεταφορά αυτή προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κανονισμός), κατά το οποίο ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σε επιχείρηση, έχει την ευχέρεια, κατά το χρόνο της μονιμοποιήσεώς του, να καταβάλει στις Κοινότητες είτε το ασφαλιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει προηγουμένως, είτε το κατ' αποκοπήν ποσό της εξαγοράς που του οφείλεται.
3 Οι γενικές εκτελεστικές διατάξεις που εκδόθηκαν προς εφαρμογή του άρθρου αυτού, βάσει του άρθρου 110 του κανονισμού, όριζαν, όπως το πρώτον ίσχυσαν την 1η Ιουλίου 1969, ότι η σχετική αίτηση έπρεπε να υποβληθεί, επί ποινή απωλείας του δικαιώματος, εντός προθεσμίας έξι μηνών από της κοινοποιήσεως της μονιμοποιήσεως του υπαλλήλου. Αφού στις 4 Φεβρουαρίου 1972 απαλείφθηκε η φράση "επί ποινή απωλείας του δικαιώματος", η από 16 Μαρτίου 1977 ισχύουσα διατύπωση των γενικών εκτελεστικών διατάξεων ορίζει ότι η αίτηση πρέπει να υποβληθεί το αργότερον εντός έξι μηνών που υπολογίζονται είτε από την ημέρα από την οποία κοινοποιήθηκε στον υπάλληλο η μονιμοποίησή του είτε από την ημέρα από την οποία κατέστη δυνατή η μεταφορά.
4 Με τον Ταχυδρόμο του προσωπικού της 14ης Ιουνίου 1978, η Επιτροπή γνωστοποίησε στους υπαλλήλους οι οποίοι υπάγονταν στο Istituto nazionale italiano della previdenza sociale (INPS) ότι η μεταφορά των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων στο κοινοτικό σύστημα ήταν του λοιπού δυνατή βάσει συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ του ΙΝΡS και των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Με την ανακοίνωσή της η Επιτροπή υπέμνησε ότι, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, οι αιτήσεις έπρεπε να υποβληθούν εντός προθεσμίας έξι μηνών υπολογιζομένης από την ημέρα της εν λόγω δημοσιεύσεως. Η ίδια πληροφορία απευθύνθηκε στους μόνιμους και έκτακτους υπαλλήλους που υπηρετούσαν στο Κέντρο Ερευνών της Ispra με το από 13 Ιουλίου 1978 υπηρεσιακό σημείωμα του προϊσταμένου του τμήματος "διοίκηση και προσωπικό" του Κέντρου αυτού.
5 Στις 6 Ιουνίου 1985, η προσφεύγουσα, προσληφθείσα ως έκτακτος υπάλληλος τον Οκτώβριο του 1976, υπέβαλε αίτηση με την οποία ζήτησε να διατυπωθεί πρόταση μεταφοράς στο κοινοτικό σύστημα των συνταξιοδοτικών της δικαιωμάτων που απέκτησε βάσει του ιταλικού εθνικού συστήματος.
6 Με υπηρεσιακό σημείωμα της 2ας Αυγούστου 1985, ο πρόεδρος του τμήματος "διοικητικά και οικονομικά δικαιώματα" της Γενικής Διευθύνσεως "Προσωπικό και διοίκηση" της Επιτροπής της απάντησε ότι, σύμφωνα με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού, η αίτησή της έπρεπε να είχε υποβληθεί στις υπηρεσίες της Επιτροπής πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1978 εντούτοις, η από 12 Δεκεμβρίου 1984 απόφαση της Επιτροπής καθιστούσε δυνατή την εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 11 στους υπαλλήλους οι οποίοι είχαν υποβάλει την αίτησή τους εκπρόθεσμα χωρίς, πάντως, να μπορούν να ληφθούν υπόψη ενδεχόμενες αυξήσεις κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν μετά τη μονιμοποίηση κατά συνέπεια, η πρόταση μεταφοράς η οποία θα διατυπωνόταν βάσει της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής θα αποστελλόταν στην προσφεύγουσα σε εύθετο χρόνο.
7 Με το από 20 Μαΐου 1986 υπηρεσιακό σημείωμα, ο διευθυντής γενικής διοικήσεως της Επιτροπής πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι το από 2 Αυγούστου 1985 υπηρεσιακό σημείωμα βασιζόταν σε εσφαλμένη ερμηνεία της απόφασης της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1984, και ότι, συνεπώς, η αίτησή της δεν μπορούσε να γίνει δεκτή λόγω του ότι η προθεσμία είχε λήξει.
8 Προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στο από 20 Μαΐου 1986 υπηρεσιακό σημείωμα, η προσφεύγουσα επικαλείται την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την παράβαση των γενικών εκτελεστικών διατάξεων, υποστηρίζοντας κυρίως ότι η προθεσμία υποβολής της αιτήσεως μεταφοράς δεν συνιστά αποκλειστική προθεσμία.
9 Η Επιτροπή αμφισβητεί τους προβαλλόμενους λόγους και ζητεί την απόρριψη της προσφυγής.
10 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
11 Χωρίς να χρειάζεται να κριθεί το ζήτημα αν η προθεσμία που ορίζεται με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις πρέπει να θεωρηθεί ως αποκλειστική ή όχι, πρέπει να εξεταστεί αν η προθεσμία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί στους έκτακτους υπαλλήλους.
12 Τόσο το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού, όσο και οι γενικές διατάξεις που εκδόθηκαν προς εκτέλεσή του αφορούν μόνον τους μόνιμους υπαλλήλους και δεν περιλαμβάνουν καμιά ειδική διάταξη που να αφορά τους έκτακτους υπαλλήλους.
13 Κατά το άρθρο 39, παράγραφος 2, του καθεστώτος λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο έκτακτος υπάλληλος δικαιούται συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου "υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του τίτλου V, κεφάλαιο 3, του κανονισμού και του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού" και, κατά το άρθρο 103 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού, "οι γενικές διατάξεις εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως εφαρμόζονται στους υπαλλήλους που αναφέρονται στο παρόν καθεστώς, στο μέτρο που οι διατάξεις του κανονισμού καθίστανται, με το παρόν καθεστώς, εφαρμόσιμοι στους εν λόγω υπαλλήλους".
14 Αν, δυνάμει της γενικής αυτής παραπομπής, οι διατάξεις εφαρμογής που διέπουν την κατάσταση των μόνιμων υπαλλήλων εφαρμόζονται επίσης στους έκτακτους υπαλλήλους, η εφαρμογή αυτή δεν μπορεί πάντως να ισχύει παρά μόνον αν η κατάσταση στην οποία αναφέρεται είναι η ίδια ή, τουλάχιστον, ανάλογη.
15 Ειδικότερα, όσον αφορά το ζήτημα της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να υποβληθούν οι αιτήσεις μεταφοράς, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού και οι γενικές διατάξεις που εκδόθηκαν προς εφαρμογή του, την καθορίζουν, καταρχήν, σε συνδυασμό με την ημέρα μονιμοποιήσεως του υπαλλήλου, δηλαδή από την ημέρα κατά την οποία έγινε ο οριστικός διορισμός του σε μόνιμη θέση σε ένα από τα κοινοτικά όργανα.
16 Μια τέτοια κατάσταση δεν υπάρχει για τους έκτακτους υπαλλήλους οι οποίοι προσλαμβάνονται μόνον για ορισμένο χρόνο ή, αν έχουν προσληφθεί για αόριστο χρόνο, η σύμβαση προσλήψεώς τους μπορεί πάντοτε να καταγγελθεί.
17 Εξομοίωση της μονιμοποιήσεως του υπαλλήλου με την έναρξη ισχύος της συμβάσεως προσλήψεως του έκτακτου υπαλλήλου δεν λαμβάνει υπόψη τη θεμελιώδη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο αυτών γεγονότων και τις σχετικές έννομες συνέπειες. Πράγματι, ο έκτακτος υπάλληλος, εφόσον δεν απολαύει της εγγυήσεως της μονιμότητας που είναι συναφής με την υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου, δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει βραχυπρόθεσμα αν έχει συμφέρον να ζητήσει την μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων από το εθνικό στο κοινοτικό σύστημα. Αντιμετωπίζοντας το ενδεχόμενο η εργασιακή του σχέση με τον κοινοτικό εργοδότη να λήξει και το ενδεχόμενο επιστροφής στο εθνικό σύστημα και μη γνωρίζοντας αν θα αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα στο κοινοτικό σύστημα, ο έκτακτος υπάλληλος μπορεί να διστάζει να λάβει οριστική απόφαση, τουλάχιστον εφόσον δεν θα έχει συμπληρώσει στο κοινοτικό σύστημα την αναγκαία περίοδο για την κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Ο δισταγμός αυτός φαίνεται θεμιτός, έστω και αν το άρθρο 11, παράγραφος 1, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού του επιτρέπει, σε περίπτωση επιστροφής στο εθνικό σύστημα, να μεταφέρει σ' αυτό το ασφαλιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που απέκτησε στο κοινοτικό σύστημα, καθόσον οι διαδοχικές αυτές μεταφορές μπορεί να είναι πηγή αβεβαιότητας για τον ενδιαφερόμενο έκτακτο υπάλληλο.
18 Λαμβάνοντας υπόψη τη θεμελιώδη αυτή διαφορά μεταξύ της υπηρεσιακής καταστάσεως του μόνιμου υπαλλήλου και του καθεστώτος συμβατικής φύσεως του έκτακτου υπαλλήλου, δεν είναι δυνατόν οι διατάξεις που διέπουν την κατάσταση του πρώτου να μεταφερθούν απλώς στην κατάσταση του δευτέρου χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της ασφάλειας του δικαίου.
19 Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις εφαρμογής με τις οποίες ρυθμίζεται η προθεσμία εντός της οποίας οι υπάλληλοι οφείλουν να υποβάλουν την αίτηση μεταφοράς των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων δεν εφαρμόζονται στους έκτακτους υπαλλήλους ελλείψει ειδικής διατάξεως που να ρυθμίζει την ιδιαίτερη κατάστασή τους.
20 Εξάλλου, δεν μπορούσε να οριστεί ειδική προθεσμία για τους έκτακτους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Ispra με την από 13 Ιουλίου 1978 ανακοίνωση του αρμόδιου προϊσταμένου προσωπικού για τις εγκαταστάσεις αυτές με την οποία πληροφορούσε τους μόνιμους και έκτακτους υπαλλήλους ως προς τη δυνατότητα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων από το εθνικό στο κοινοτικό σύστημα και καθόριζε προθεσμία έξι μηνών για την υποβολή των αιτήσεων. Πράγματι, δεν παρέχεται καμιά αυτοτελής εξουσία για τη θέσπιση κανονιστικών ρυθμίσεων σε έναν τέτοιο υπάλληλο, καθόσον ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, όπως και το καθεστώς λοιπού προσωπικού, ορίζει ότι οι γενικές διατάξεις εφαρμογής θεσπίζονται από τα κοινοτικά όργανα.
21 Η Επιτροπή προβάλλει ακόμη ότι δεν είναι δυνατό να γίνεται δεκτή αίτηση μεταφοράς υποβαλλόμενη πάρα πολύ καιρό μετά την ημερομηνία προσλήψεως του έκτακτου υπαλλήλου χωρίς να θίγεται η αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τον πρώτο υπολογισμό των δικαιωμάτων που συμφωνήθηκε με το ΙΝΡS, τα προς μεταφορά συνταξιοδοτικά δικαιώματα του ασκούντος το δικαίωμα υπολογίζονται κατά την ημερομηνία που πραγματοποιείται η μεταφορά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πλεονεκτήματος στα οριστικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα υπό το κοινοτικό καθεστώς προς όφελος εκείνου που υπέβαλε την αίτησή του καθυστερημένα, σε σχέση με εκείνον που είχε υποβάλει την αίτησή του αμέσως μετά την πρόσληψή του. Η αντίρρηση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα εναπόκειται στην Επιτροπή να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την ίση μεταχείριση κατά την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού και του καθεστώτος λοιπού προσωπικού.
22 Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η απόφαση που περιλαμβάνεται στο από 20 Μαΐου 1986 έγγραφο με το οποίο η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, λόγω του ότι έληξε η προθεσμία, πρέπει να ακυρωθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση που περιλαμβάνεται στο από 20 Μαΐου 1986 έγγραφο με το οποίο η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας για τη μεταφορά του ασφαλιστικού ισοδυνάμου των δικαιωμάτων της από το εθνικό στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy