Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι - Προσφυγή - Προηγούμενη διοικητική ένσταση - Προθεσμίες - Αποκλειστική προθεσμία - 'Εναρξη νέας προθεσμίας - Προϋποθέσεις - Νέο περιστατικό
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91 )
Περίληψη
Δεν είναι δυνατό η εκ μέρους υπαλλήλου υποβολή διοικητικής ενστάσεως, σχετικής με ζήτημα το οποίο έχει ρυθμιστεί με ατομική απόφαση που κατέστη απρόσβλητη, να έχει ως αποτέλεσμα ότι αρχίζει να τρέχει εκ νέου η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής που προβλέπεται με το άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Μόνον η επέλευση νέου γεγονότος μπορεί να δικαιολογήσει την έναρξη νέας προθεσμίας επιτρέπουσας την άσκηση διοικητικής προσφυγής κατά μιας τέτοιας αποφάσεως . Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ακυρώνεται διοικητική πράξη μπορεί να συνιστά ένα τέτοιο γεγονός μόνον έναντι των προσώπων τα οποία η ακυρωθείσα πράξη αφορά άμεσα .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 125/87,
Leslie Brown, υπάλληλος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με εκπρόσωπο και αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Aloyse May, δικηγόρο-avoue Λουξεμβούργου, 31, Grand-Rue, Λουξεμβούργο,
προσφεύγων,
κατά
Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Francis Hubeau, προϊστάμενο του τμήματος προσωπικού, επικουρούμενο από τον Robert Andersen, δικηγόρο Βρυξελλών, 241, avenue Montjoie, Βρυξέλλες, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το γραφείο του εκπροσώπου του, κτίριο Weimershof, Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, το παραδεκτό της προσφυγής με την οποία ζητείται να ακυρωθεί η απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Ιανουαρίου 1987 με την οποία απορρίφθηκε η από 5 Αυγούστου 1986 διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος κατά της γενικής αποφάσεως του προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 1986, περί θεσπίσεως νέας μεθόδου υπολογισμού του επιδόματος διαφοράς αποδοχών, από 1ης Μαρτίου 1986, κατά την αλλαγή κατηγορίας κατόπιν διαγωνισμού, καθώς και τη χορήγηση επιδόματος διαφοράς αποδοχών σύμφωνα με τη νέα μέθοδο υπολογισμού από 13 Αυγούστου 1981, ημέρα διορισμού του προσφεύγοντος στο βαθμό Β 5, επικουρικώς από 1ης Φεβρουαρίου 1985, και τόκους υπερημερίας προς 8 % ετησίως επί των ποσών που αντιστοιχούν στις διαφορές του μισθού, ανάλογα με την περίπτωση,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
συγκείμενο από τους O . Due, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, K . Bahlmann και T . F . O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : J . Mischo
γραμματέας : J . A . Pompe, βοηθός γραμματέας
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Νοεμβρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Δεκεμβρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 1987, ο Leslie Brown, βοηθός διοικήσεως βαθμού Β 4 στο Δικαστήριο, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί ουσιαστικά τη χορήγηση επιδόματος διαφοράς αποδοχών σύμφωνα με τη γενική απόφαση που έλαβε ο πρόεδρος του Δικαστηρίου υπό την ιδιότητα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, στις 10 Απριλίου 1986, περί της εισαγωγής νέας μεθόδου υπολογισμού του επιδόματος διαφοράς αποδοχών κατά την αλλαγή κατηγορίας κατόπιν διαγωνισμού, αυτό δε αναδρομικά από τις 13 Αυγούστου 1981, ημέρα του διορισμού του στο βαθμό Β 5, ή, επικουρικώς, από την 1η Φεβρουαρίου 1985 ο προσφεύγων ζητεί επίσης να του επιδικαστούν, για τα ποσά που αντιστοιχούν στις διαφορές μισθού, τόκοι υπερημερίας 8 % ετησίως .
2 Ο Brown, τότε βοηθός γραφείου βαθμού C 2 στο Δικαστήριο, διορίστηκε αναπληρωτής βοηθός διοικήσεως βαθμού Β 5 από 1ης Αυγούστου 1981 . Στις 12 Νοεμβρίου 1981, υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά του διορισμού του ως αναπληρωτή βοηθού διοικήσεως και της χορηγήσεως επιδόματος διαφοράς αποδοχών ίσου προς τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αντιστοιχούσαν στην παλαιά του κατάταξη στο βαθμό C 2 και των αποδοχών από την κατάταξή του στο βαθμό Β 5, επικαλούμενος τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις της εν λόγω αποφάσεως σε σχέση με την προγενέστερη κατάστασή του . Η διοικητική ένσταση απορρίφθηκε από την ΑΔΑ στις 5 Φεβρουαρίου 1982 .
3 Στις 12 Ιουλίου 1983, ο Brown υπέβαλε αίτηση ζητώντας την αναθέωρηση του τρόπου υπολογισμού του επιδόματός του διαφοράς αποδοχών με βάση διανυθείσα πλασματική σταδιοδρομία στο βαθμό C 2 . Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου της 8ης Νοεμβρίου 1983 .
4 Κατόπιν της τελευταίας αυτής αποφάσεως, επακολούθησε μακρά αλληλογραφία μεταξύ του προέδρου του Δικαστηρίου και του υπαλλήλου ο οποίος επικαλείται, όσον αφορά τον υπολογισμό του επιδόματός του διαφοράς αποδοχών, την εκδοθείσα εν τω μεταξύ απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιανουαρίου 1985 ( Michel κατά Επιτροπής, 273/83, Συλλογή 1985, σ . 347 ). Οι πολλές απαντήσεις που έδωσε ο πρόεδρος του Δικαστηρίου συνίσταντο ουσιαστικά στο να παραπέμπει τον προσφεύγοντα στις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 1982 και της 8ης Νοεμβρίου 1983 υπογραμμίζοντας τη λήξη των προθεσμιών για την άσκηση διοικητικής προσφυγής και τον οριστικό χαρακτήρα της απόφασης ως προς την κατάταξη του προσφεύγοντος και τη χορήγηση του επιδόματος διαφοράς αποδοχών .
5 Στις 10 Απριλίου 1986, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου έλαβε γενική απόφαση ως προς την κατάταξη και τις αποδοχές των υπαλλήλων οι οποίοι, κατόπιν διαγωνισμού, μεταβαίνουν σε υψηλότερη κατηγορία . Με την απόφαση αυτή, η οποία γνωστοποιήθηκε στο προσωπικό του Δικαστηρίου στις 26 Μαρτίου 1987, θεσπίστηκε εξελικτικό σύστημα επιδόματος διαφοράς αποδοχών, εφαρμοζόμενο από 1ης Μαρτίου 1986 σε όλους τους υπαλλήλους, περιλαμβανομένους και εκείνους οι οποίοι είχαν αλλάξει κατηγορία πριν από την εν λόγω ημερομηνία .
6 Στις 5 Αυγούστου 1986, ο Brown υπέβαλε διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, με την οποία αμφισβητούσε το σύννομο του χρόνου ενάρξεως ισχύος της προαναφερόμενης γενικής αποφάσεως της 10ης Απριλίου 1986, ζητώντας η απόφαση αυτή να εφαρμοστεί σε όλους τους υπαλλήλους όχι από την 1η Μαρτίου 1986, αλλά από την ημέρα διορισμού κάθε ενδιαφερόμενου υπαλλήλου σε υψηλότερη κατηγορία ή, τουλάχιστον, ενόψει της από 29 Ιανουαρίου 1985 προαναφερόμενης αποφάσεως του Δικαστηρίου, από την 1η Φεβρουαρίου 1985 . Η αρμόδια επιτροπή του Δικαστηρίου, επιφορτισμένη να αποφαίνεται επί των ενστάσεων που υποβάλλονται βάσει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, απέρριψε την εν λόγω ένσταση στις 30 Ιανουαρίου 1987, αιτιολογώντας την απόφασή της από την έλλειψη νόμιμης υποχρεώσεως να οριστεί χρόνος για την αναδρομική έναρξη ισχύος της εν λόγω γενικής διοικητικής αποφάσεως της 10ης Απριλίου 1986 . Ο Brown άσκησε την παρούσα προσφυγή κατά της απορριπτικής αποφάσεως της διοικητικής του ενστάσεως .
7 Επειδή το καθού, κατά το άρθρο 91, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, το Δικαστήριο ( δεύτερο τμήμα ) αποφάσισε να περιορίσει την προφορική διαδικασία στην εξέταση της εν λόγω ενστάσεως χωρίς να εισέλθει στη συζήτηση επί της ουσίας .
8 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, το νομικό πλαίσιο και η επιχειρηματολογία των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
9 Το καθού υποστηρίζει ότι με την προσφυγή επιδιώκεται να αμφισβητηθεί το κύρος της από 13ης Αυγούστου 1981 αποφάσεως με την οποία ο Brown διορίστηκε στο βαθμό Β 5, καθόσον με αυτήν καθορίζεται, σύμφωνα με ορισμένους τρόπους υπολογισμού, το επίδομα διαφοράς αποδοχών . Δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος δεν άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως μετά την απόρριψη της διοικητικής του ενστάσεως στις 5 Φεβρουαρίου 1982, η παρούσα προσφυγή είναι εκπρόθεσμη και επομένως απαράδεκτη .
10 Το καθού ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι ο οριστικός χαρακτήρας της αποφάσεως διορισμού του Brown δεν μπορεί να αμφισβητηθεί μετά την από 29 Ιανουαρίου 1985 απόφαση του Δικαστηρίου . Παρατηρεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι νομικές συνέπειες αποφάσεως με την οποία ακυρώθηκε διοικητική πράξη επηρεάζουν μόνον τα πρόσωπα τα οποία η εν λόγω πράξη αφορούσε άμεσα .
11 Ο προσφεύγων αντικρούει την εν λόγω ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής . Ισχυρίζεται ότι η διοικητική ένσταση και η προσφυγή στρέφονται κατά της γενικής διοικητικής αποφάσεως της 10ης Απριλίου 1986 . Η εν λόγω απόφαση συνιστά νέο γεγονός όσον αφορά την υπηρεσιακή του κατάσταση ώστε δεν μπορεί να του αντιταχθεί η λήξη της προθεσμίας για την άσκηση διοικητικής προσφυγής .
12 Επιβάλλεται πρωτίστως να παρατηρηθεί ότι η προσφυγή περιλαμβάνει δύο αίτηματα, το πρώτο αποβλέπον στη χορήγηση επιδόματος διαφοράς αποδοχών υπολογιζόμενου σύμφωνα με τις αρχές που καθιερώθηκαν με τη γενική διοικητική απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου, από την ημέρα διορισμού του προσφεύγοντος, και το δεύτερο αποβλέπον στη χορήγηση του επιδόματος αυτού από την 1η Φεβρουαρίου 1985, δηλαδή κατόπιν της από 29 Ιανουαρίου 1985 αποφάσεως του Δικαστηρίου, που αναφέρθηκε πιο πάνω .
13 'Οσον αφορά το πρώτο αίτημα, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το αίτημα αυτό ισοδυναμεί με αμφισβήτηση του κύρους ατομικής αποφάσεως η οποία κατέστη απρόσβλητη . Κατά πάγια όμως νομολογία ( βλέπε ιδίως απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1971, Tontodonati κατά Επιτροπής, 17/71, Rec . 1971, σ . 1059 ), δεν είναι δυνατό η εκ μέρους υπαλλήλου υποβολή διοικητικής ενστάσεως που έχει το ίδιο αντικείμενο με την απόφαση η οποία κατέστη απρόσβλητη να έχει ως αποτέλεσμα να αρχίζει να τρέχει εκ νέου η προθεσμία του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, την οποία ο υπάλληλος άφησε να παρέλθει . 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 15ης Μαΐου 1985 ( Esly κατά Επιτροπής, 127/84, Συλλογή 1985, σ . 1437 ), μόνο η ύπαρξη νέων ουσιωδών περιστατικών μπορεί να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως που αποσκοπεί στην επανεξέταση μιας τέτοιας αποφάσεως . Σχετικά, κατά πάγια νομολογία ( βλέπε ιδίως απόφαση της 17ης Ιουνίου 1965, Moeller κατά Συμβουλίου, 43/84, Rec . 1965, σ . 499 ) απόφαση με την οποία ακυρώνεται διοικητική πράξη δεν μπορεί να συνιστά νέο περιστατικό παρά μόνον έναντι των προσώπων τα οποία η ακυρωθείσα πράξη αφορά άμεσα .
14 Πρέπει εν προκειμένω να προστεθεί ότι η εν λόγω γενική διοικητική απόφαση, από την ίδια της τη φύση και τα έννομα αποτελέσματα που αναπτύσσει, δεν μπορεί να συνιστά νέο περιστατικό . Η απόφαση αυτή δεν έχει ως σκοπό ούτε ως αποτέλεσμα να θέσει υπό αμφισβήτηση το κύρος διοικητικών αποφάσεων οι οποίες κατέστησαν απρόσβλητες πριν από τη έναρξη ισχύος της . Συνεπώς η προσφυγή, καθόσον αποβλέπει στη χορήγηση επιδόματος διαφοράς αποδοχών υπολογιζόμενου σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται με την εν λόγω γενική απόφαση από την ημέρα διορισμού του προσφεύγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη .
15 'Οσον αφορά το δεύτερο αίτημα της προσφυγής, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτό αφορά μέτρο γενικού χαρακτήρα με το οποίο θεσπίζεται νέο σύστημα επιδόματος διαφοράς αποδοχών . Πράγματι, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι ο πρόεδρος του Δικαστηρίου είχε την υποχρέωση να προσδώσει αναδρομικό αποτέλεσμα στη γενική απόφαση ώστε να συναγάγει αμέσως τις διοικητικές συνέπειες της προαναφερόμενης αποφάσεως του Δικαστηρίου της 29ης Ιανουαρίου 1985 .
16 Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι ο οριστικός χαρακτήρας της από 13 Αυγούστου 1981 αποφάσεως διορισμού του Brown δεν τον εμποδίζει να ασκήσει την ευχέρεια που προβλέπεται ρητά με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως να ασκήσει προσφυγή κατά πράξεως γενικού χαρακτήρα που του προκαλεί βλάβη . Επομένως, πρέπει να παρασχεθεί στον προσφεύγοντα η δυνατότητα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της γενικής αποφάσεως της 10ης Απριλίου 1986 κατά το μέτρο που, κατ' αυτόν, με την απόφαση αυτή δεν έχουν συναχθεί οι διοικητικές συνέπειες της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 29ης Ιανουαρίου 1985 .
17 Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή καθόσον αποβλέπει στο να αναγνωριστεί ότι με τη γενική απόφαση έπρεπε να ορίζεται αναδρομική έναρξη ισχύος από 1ης Φεβρουαρίου 1985 .
18 Επομένως, η προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή όσον αφορά το δεύτερο αίτημα και να διαταχθεί η συνέχιση της διαδικασίας .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Πρέπει να γίνει επιφύλαξη ως προς τα δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
αποφαινόμενο πριν από την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας της υποθέσεως, αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει την ένσταση απαραδέκτου που προβλήθηκε κατά του αιτήματος χορηγήσεως από 1ης Φεβρουαρίου 1985 επιδόματος διαφοράς αποδοχών σύμφωνα με τη γενική απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 1986, η δε διαδικασία θα συνεχιστεί επί της ουσίας .
2 ) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά ως απαράδεκτη .
3 ) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy