Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι - Μετάβαση σε υψηλότερη κατηγορία - Κατάταξη σε κλιμάκιο - Εφαρμοστέοι κανόνες - Κανόνες περί προαγωγής - Επίδομα διαφοράς αποδοχών προς αποφυγή οικονομικής ζημίας
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων άρθρο 46)
Περίληψη
Η κατάταξη σε κλιμάκιο υπαλλήλου ο οποίος ανήλθε σε υψηλότερη κατηγορία πρέπει να γίνεται βάσει των αρχών του άρθρου 46 του κανονισμού που ισχύουν για την προαγωγή.
Στην περίπτωση που η κατάταξη αυτή συνεπάγεται για τον ενδιαφερόμενο οικονομική ζημία κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του κανονισμού, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή υποχρεούται να χορηγήσει στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο επίδομα προοριζόμενο να συμψηφίσει τη διαφορά μεταξύ του παλαιού και του νέου βασικού μισθού.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 125/87,
Leslie Brown, υπάλληλος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος από τον Aloyse May, δικηγόρο-avoue Λουξεμβούργου, ο οποίος είναι και αντίκλητος, 31, Grand-Rue, Λουξεμβούργο,
προσφεύγων,
κατά
Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Francis Hubeau, προϊστάμενο του τμήματος προσωπικού, επικουρούμενο από τον Jean-Francis Bellis, δικηγόρο Βρυξελλών, avenue Louise 222, Βρυξέλλες, με τόπο επιδόσεων το γραφείο του εκπροσώπου του Δικαστηρίου στο Λουξεμβούργο, batiment annexe de la Cour de justice, Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο, μετά την παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 8ης Μαρτίου 1988, αίτημα χορηγήσεως του επιδόματος διαφοράς αποδοχών από 1ης Φεβρουαρίου 1985, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που διασαφηνίσθηκαν με τη γενική απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου, της 10ης Απριλίου 1986, περί θεσπίσεως νέας μεθόδου υπολογισμού του επιδόματος διαφοράς αποδοχών, κατά την αλλαγή κατηγορίας κατόπιν διαγωνισμού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, T. Koopmans και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: J.A. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 28ης Ιουνίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 1987, ο Leslie Brown, αναπληρωτής βοηθός διοικήσεως στο Δικαστήριο, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί ουσιαστικά να του χορηγηθεί, από τις 13 Αυγούστου 1981, ημέρα διορισμού του στο βαθμό Β 5, ή, επικουρικώς, από την 1η Φεβρουαρίου 1985, επίδομα διαφοράς αποδοχών υπολογιζόμενο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που διασαφηνίσθηκαν με τη γενική απόφαση που έλαβε ο πρόεδρος του Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 1986.
2 Ο προσφεύγων, ο οποίος ήταν βοηθός γραφείου βαθμού C 2, διορίσθηκε την 1η Αυγούστου 1981 αναπληρωτής βοηθός διοικήσεως βαθμού Β 5. Με την ευκαιρία αυτή, του χορηγήθηκε επίδομα διαφοράς αποδοχών προοριζόμενο να καλύψει τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αντιστοιχούσαν στην παλαιά του κατάταξη στο βαθμό C 2 και των αποδοχών που αντιστοιχούν στη νέα του κατάταξη στο βαθμό Β 5. Στις 12 Νοεμβρίου 1981, ο Brown υπέβαλε διοικητική ένσταση επικαλούμενος οικονομική ζημία που προέκυπτε από την απόφαση αυτή. Η διοικητική του ένσταση απορρίφθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 1982. Στις 12 Ιουλίου 1983, υπέβαλε αίτημα προκειμένου να επιτύχει αναθεώρηση του τρόπου υπολογισμού του επιδόματος διαφοράς αποδοχών. Στις 8 Νοεμβρίου 1983 το αίτημα αυτό επίσης απορρίφθηκε.
3 Στις 10 Απριλίου 1986, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου έλαβε γενική απόφαση ως προς την κατάταξη και τις αποδοχές των υπαλλήλων οι οποίοι, κατόπιν διαγωνισμού, ανέρχονται σε υψηλότερη κατηγορία. Με την απόφαση αυτή, η οποία γνωστοποιήθηκε στο προσωπικό του Δικαστηρίου στις 26 Μαρτίου 1987, θεσπίσθηκε νέο σύστημα επιδόματος διαφοράς αποδοχών που εφαρμόσθηκε από την 1η Μαρτίου 1986 σε όλους τους υπαλλήλους, περιλαμβανομένων και εκείνων οι οποίοι είχαν μεταβάλει κατηγορία πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Η απόφαση αυτή, στοιχείο Β είναι διατυπωμένη ως εξής:
"Αν οι αποδοχές που αντιστοιχούν στο βαθμό και στο κλιμάκιο του υπαλλήλου στην υψηλότερη κατηγορία είναι χαμηλότερες από τις αποδοχές που ελάμβανε με τον παλαιό βαθμό και κλιμάκιο πριν από τη μετάβασή του στην υψηλότερη κατηγορία, του καταβάλλεται επίδομα διαφοράς αποδοχών.
Στο παρελθόν, το επίδομα αυτό εξαφανιζόταν σταδιακά ανάλογα με τις αυξήσεις των αποδοχών που αντιστοιχούσαν στη νέα κατάταξη.
Του λοιπού, για το επίδομα θα λαμβάνεται υπόψη η αυτόματη προαγωγή κατά κλιμάκιο στο βαθμό της παλαιάς κατηγορίας και οι προσαρμογές των αποδοχών που αντιστοιχούν στην παλαιά κατάταξη ..."
4
Με διοικητική ένσταση της 5ης Αυγούστου 1986, ο προσφεύγων αμφισβήτησε την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της γενικής αυτής αποφάσεως ζητώντας να εφαρμοσθεί όχι από την 1η Μαρτίου 1986, αλλά από την ημέρα διορισμού κάθε υπαλλήλου στην υψηλότερη κατηγορία. Επειδή η διοικητική αυτή ένσταση απορρίφθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1987, ο Brown άσκησε την παρούσα προσφυγή.
5 Η ένσταση απαραδέκτου, που προέβαλε το καθού κατά της προσφυγής αυτής, υπήρξε αντικείμενο της απόφασης της 8ης Μαρτίου 1988 με την οποία το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) έκρινε την προσφυγή παραδεκτή καθόσον απέβλεπε στο να αναγνωρισθεί ότι η γενική απόφαση της 10ης Απριλίου 1986 έπρεπε να ορίζει ότι η αναδρομικότητα ανατρέχει στην 1η Φεβρουαρίου 1985. Κατά τα λοιπά η προσφυγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
6 Με το υπόμνημά του απαντήσεως, ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει ότι δικαιούται να λάβει το επίδομα διαφοράς αποδοχών ώστε να καλύπτεται η διαφορά μεταξύ του μισθού του προηγούμενού του βαθμού C 2 και του μισθού που αντιστοιχεί στο βαθμό Β 4, από την 1η Φεβρουαρίου 1985.
7 Το καθού, με το υπόμνημά του ανταπαντήσεως, ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη στην περίπτωση κατά την οποία το αίτημα θα απέβλεπε στη χορήγηση, από 1ης Φεβρουαρίου 1985, επιδόματος διαφοράς αποδοχών υπολογιζόμενου σύμφωνα με την εν λόγω γενική απόφαση και να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη, επικουρικώς ως αβάσιμη, στην περίπτωση κατά την οποία το αίτημα θα απέβλεπε στη χορήγηση, επιπλέον του εν λόγω επιδόματος διαφοράς αποδοχών, επιδόματος προοριζόμενου να καλύψει τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αντιστοιχούν στον πραγματικό βαθμό και κλιμάκιο του προσφεύγοντος και των αποδοχών που αντιστοιχούν σε υποθετική κατάταξη στο βαθμό Β 4.
8
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα περιστατικά της διαφοράς, οι εφαρμοστέες διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9 Πρέπει προκαταρκτικά να παρατηρηθεί ότι το αίτημα περιλαμβάνει δύο χωριστά κεφάλαια: με το ένα ζητείται όπως το επίδομα διαφοράς αποδοχών που χορηγήθηκε στον προσφεύγοντα ανατρέχει στην 1η Φεβρουαρίου 1985 και με το άλλο όπως το ποσό του επιδόματος αυτού υπολογισθεί με βάση πλασματική κατάταξη του προσφεύγοντος στο βαθμό Β 4.
10 Σχετικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, έκρινε το δεύτερο αυτό κεφάλαιο του αιτήματος απαράδεκτο λόγω του ότι η προθεσμία για την άσκηση δικαστικής προσφυγής ως προς την απόφαση κατατάξεως του Brown στο βαθμό Β 5 είχε λήξει. Η απώλεια αυτή της προθεσμίας εμποδίζει επίσης όπως η απόφαση κατατάξεως αμφισβητηθεί έμμεσα με τη χορήγηση επιδόματος το οποίο θα υπολογισθεί βάσει άλλης κατατάξεως.
11 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι, μετά την παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Μαρτίου 1988, μένει να επιλυθεί μόνο το ζήτημα αν ο Brown δικαιούται να ζητήσει όπως η γενική απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 1986, στοιχείο Β, εφαρμοσθεί στην περίπτωσή του αναδρομικά από 1ης Φεβρουαρίου 1985.
12 Προς στήριξη του αιτήματός του, ο προσφεύγων επικαλείται κυρίως παράβαση του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Κατ' αυτόν, η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό να διασφαλίζει, κατά την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του υπαλλήλου, τη μεταλύτερη δυνατή συνέχεια στην εξέλιξη του μισθού του, αφού ληφθεί υπόψη ο χρόνος υπηρεσίας του. Από την απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιανουαρίου 1985, Michel κατά Επιτροπής (273/83, Συλλογή 1985, σ. 347) προκύπτει ότι οι κανόνες του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως εφαρμόζονται κατά τη μετάβαση ενός υπαλλήλου σε υψηλότερη κατηγορία. Κατά τον προσφεύγοντα, ο υπολογισμός του επιδόματος διαφοράς αποδοχών που του χορηγήθηκε πριν από την απόφαση αυτή πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ως παράνομος. Κατά συνέπεια, η επίδικη γενική απόφαση έπρεπε να έχει αναδρομικό αποτέλεσμα από 1ης Φεβρουαρίου 1985.
13 Το καθού υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι δεν ήταν καθόλου υποχρεωμένο να προσδώσει οποιοδήποτε αναδρομικό αποτέλεσμα στη γενική απόφαση για την οποία γίνεται λόγος. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία η αρχή της ασφάλειας του δικαίου εμποδίζει κανονικά όπως κοινοτική πράξη ορίζει ως χρονικό σημείο ενάρξεως ισχύος της ημερομηνία προγενέστερη από τη δημοσίευσή της και μόνο κατ' εξαίρεση μπορεί να συμβαίνει διαφορετικά, όταν αυτό επιβάλλεται από τον επιδιωκόμενο σκοπό και όταν η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων γίνεται προσηκόντως σεβαστή. Κατά το καθού, η προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985 δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως χρονικό σημείο ενάρξεως των αποτελεσμάτων της γενικής αποφάσεως του προέδρου, εφόσον η απόφαση αυτή δεν αφορά καθόλου το ζήτημα του επιδόματος διαφοράς αποδοχών και, επομένως, δεν προκύπτει ότι η σχετική πρακτική που ακολουθούσε προηγουμένως το Δικαστήριο ήταν παράνομη.
14 Σχετικώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η διατύπωση του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αφορά μόνο την περίπτωση υπαλλήλου ο οποίος ανέρχεται σε υψηλότερο βαθμό εντός της ίδιας κατηγορίας. Η διάταξη αυτή διασφαλίζει επομένως, με τους κανόνες ως προς την κατάταξη σε κλιμάκιο, ότι ο ενδιαφερόμενος θα λαμβάνει πραγματικά, στο νέο βαθμό του, βασικό μισθό τουλάχιστον ίσο με εκείνον που θα ελάμβανε στον προηγούμενό του βαθμό. 'Οσον αφορά τους υπαλλήλους οι οποίοι αλλάζουν κατηγορία, το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, έκρινε ότι, ελλείψει παρόμοιων διατάξεων, η κατάταξή τους σε κλιμάκιο έπρεπε επίσης να γίνεται βάσει των αρχών του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
15 Από αυτό προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η κατάταξη σε κλιμάκιο ενός υπαλλήλου ο οποίος ανήλθε σε υψηλότερη κατηγορία συνεπάγεται οικονομική ζημία, κατά την έννοια του άρθρου 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή υποχρεούται να χορηγήσει στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο επίδομα προοριζόμενο να συμψηφίσει τη διαφορά μεταξύ του παλαιού και του νέου βασικού του μισθού.
16 Στην προκειμένη περίπτωση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υποχρέωση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής που προκύπτει από την εν λόγω διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τηρήθηκε πλήρως. Πράγματι, το επίδομα διαφοράς αποδοχών που χορηγήθηκε στον προσφεύγοντα, μετά την αλλαγή κατηγορίας, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που επιβάλλει το άρθρο 46 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως όπως αυτό ερμηνεύθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, καθόσον με το επίδομα αποφεύχθηκε μείωση του μισθού του Brown.
17 Επομένως, ο προσφεύγων δεν μπορεί να απαιτήσει, βάσει της εν λόγω διατάξεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, να λάβει αναδρομικά ευνοϊκότερο επίδομα, όπως εκείνο που θεσπίσθηκε με την από 10 Απριλίου 1986 γενική απόφαση του προέδρου του Δικαστηρίου.
18 Επιβάλλεται να προστεθεί ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεσθεί καμιά άλλη αρχή του κοινοτικού δικαίου προκειμένου να δικαιολογήσει το αίτημά του ως προς την αναδρομική εφαρμογή του εν λόγω επιδόματος διαφοράς αποδοχών.
19
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του ίδιου κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy