Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Προσφυγή - Προσφυγή στρεφόμενη κατά της αποφάσεως που απορρίπτει τη διοικητική ένσταση - Παραδεκτό
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, άρθρα 90 και 91)
2. Υπάλληλοι - Προσφυγή - Προηγούμενη διοικητική ένσταση - Ταυτότητα αντικειμένου και αιτίας - Ισχυρισμοί και επιχειρήματα που δεν περιλαμβάνονταν στην ένσταση, με την οποία όμως συνδέονται στενά - Παραδεκτό - Αίτημα αποζημιώσεως που διατυπώνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου - Επέκταση του αντικειμένου της διαφοράς
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, άρθρα 90 και 91)
Περίληψη
1. Κατά το σύστημα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ο υπάλληλος δεν μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή κατά αποφάσεως που ελήφθη εις βάρος του από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή παρά μόνον εφόσον υπέβαλε προηγουμένως διοκητική ένσταση ενώπιον της αρχής αυτής και αφού απορριφθεί ρητά ή σιωπηρά αυτή η διοικητική ένσταση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προσφυγή είναι παραδεκτή είτε στρέφεται κατά μόνης της αρχικά αμφισβητηθείσας απόφασης είτε κατά της αποφάσεως που απέρριψε τη διοικητική του ένσταση είτε κατά αμφοτέρων των πράξεων αυτών, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι η διοικητική ένσταση και η προσφυγή ασκήθηκαν εντός των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
2. Τα αιτήματα που υποβάλλονται από τον υπάλληλο ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να έχουν το ίδιο αντικείμενο με τα αιτήματα που εκτέθηκαν στην προηγούμενη διοικητική ένσταση, και να μην περιέχουν παρά μόνο αιτιάσεις που στηρίζονται στην ίδια αιτία με εκείνες που προβλήθηκαν στη διοικητική ένσταση. Αυτές οι αιτιάσεις μπορούν να αναπτυχθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με την υποβολή ισχυρισμών και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονταν αναγκαστικά στη διοικητική ένσταση, με την οποία όμως συνδέονται στενά. Από αυτά προκύπτει ότι ναι μεν οι διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχουν ως σκοπό να επιτρέψουν, με την υποβολή της προηγούμενης διοικητικής ένστασης, φιλικό διακανονισμό της διαφοράς μεταξύ του υπαλλήλου και της διοικήσεώς του, δεν έχουν όμως ως σκοπό τη δέσμευση της δικαστικής φάσεως της διαφοράς κατά τρόπο αυστηρό και οριστικό, εφόσον η ένδικη προσφυγή δεν αλλάζει ούτε την αιτία ούτε το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως.
'Ετσι, είναι παραδεκτό το αίτημα αποζημιώσεως που διατυπώνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ η διοικητική ένσταση αφορούσε μόνο την ακύρωση της φερόμενης ως επιζήμιας απόφασης, διότι το ακυρωτικό αυτό αίτημα μπορεί να συνεπάγεται αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που επέφερε αυτή η απόφαση.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 126/87,
Sergio del Plato, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Via Sempione 32, 21100 Varese, Ιταλία, εκπροσωπούμενος από τον Marcel Slusny, δικηγόρο Βρυξελλών, avenue Brugmann 272, Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Ernest Arendt, δικηγόρο Λουξεμβούργου, avenue Marie-Therese,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Joseph Griesmar και από τον S. Van Raepenbusch, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο:
1) την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση συμμετοχής του προσφεύγοντος σε εσωτερικό διαγωνισμό για την κατάληψη της θέσεως CΟΜ/536/86 στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra
2) την ακύρωση του διορισμού στην εν λόγω θέση του Friedmann Timm
3) την ακύρωση της σιωπηράς απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος
4) επικουρικά, την καταδίκη της Επιτροπής στην καταβολή 20 000 Ecu ως αποζημίωση
5) την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους F. Grevisse, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 14ης Φεβρουαρίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 1987 ο Del Plato, υπάλληλος βαθμού Β 3 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπηρετών στο τμήμα "Κατασκευές και υποδομές" του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ispra, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της σιωπηράς απορριπτικής αποφάσεως που προήλθε από τη σιωπή που τήρησε η διοίκηση επί της αιτήσεώς του με την οποία ζήτησε να ληφθεί υπόψη η υποψηφιότητά του για την κατάληψη της κενωθείσας θέσης CΟΜ/536/86, της αποφάσεως περί διορισμού στη θέση αυτή του Friedmann Timm, καθώς και την αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη από τις δύο αυτές αποφάσεις.
2 Στις 4 Απριλίου 1986 δημοσιεύτηκε η προκήρυξη κενής της θέσεως της κατηγορίας Α του προϊσταμένου της υπηρεσίας "Νέα έργα" του τμήματος "Κατασκευές και υποδομές" του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ispra, στην οποία υπηρετεί ο Del Plato. Ο τελευταίος υπέβαλε την υποψηφιότητά του στις 29 Απριλίου 1986 και, όταν του απορρίφθηκε προφορικά, την επιβεβαίωσε εγγράφως την επομένη. Στις 5 Αυγούστου 1986 δημοσιεύθηκε το νέο οργανόγραμμα της υπηρεσίας από το οποίο προέκυπτε ότι ο Timm διορίστηκε στην εν λόγω θέση. Με διοικητική ένσταση που καταχωρίστηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1986 ζήτησε ο Del Plato να ακυρωθεί η απόφαση απορρίψεως της υποψηφιότητάς του, καθώς και η απόφαση διορισμού του Timm. Ο Del Plato προσβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου τη σιωπηρή απόρριψη της διοικητικής του ενστάσεως, η οποία επιβεβαιώθηκε ρητά στις 2 Απριλίου 1987, την απόφαση διορισμού του Timm και ζητεί αποζημίωση για τη ζημία την οποία υπέστη.
3 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί των ενστάσεων απαραδέκτου που προβάλλει η Επιτροπή
4 Η Επιτροπή προβάλλει καταρχάς το απαράδεκτο της προσφυγής καθόσον στρέφεται κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα του Del Plato.
5 Η Επιτροπή υποστηρίζει καταρχάς ότι η προσφυγή του Del Plato αφορά κακώς μια δήθεν απόρριψη του αιτήματος συμμετοχής του σε εσωτερικό διαγωνισμό πληρώσεως της οικείας θέσεως, ενώ τέτοιος διαγωνισμός δεν διοργανώθηκε ποτέ η προσφυγή όμως στρέφεται στην πραγματικότητα κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να του επιτρέψει να μετάσχει στη διαδικασία επιλογής για την πλήρωση αυτής της θέσεως.
6 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι η προσφυγή αυτή είναι εκπρόθεσμη, διότι κατά του Del Plato προβλήθηκε ήδη στις 29 Απριλίου 1986 ρητή άρνηση, κατά της οποίας έπρεπε να στραφεί με διοικητική ένσταση εντός της προθεσμίας των τριών μηνών που προβλέπουν οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 90, παράγραφος 2, και 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
7 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι μόλις στις 30 Απριλίου 1986 υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος επισήμως στη διοίκηση υποψηφιότητα με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής. Επί της αιτήσεως αυτής δεν απήντησε η Επιτροπή, από την παράλειψη δε αυτή συνάγεται σιωπηρή απορριπτική απόφαση την οποία αμφισβήτησε κανονικά ο προσφεύγων με διοικητική ένσταση την οποία υπέβαλε εντός της προβλεπόμενης από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως προθεσμίας, κατόπιν δε με την προσφυγή του ενώπιον του Δικαστηρίου.
8 Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη καθόσον στρέφεται κατά της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του ενδιαφερομένου, κατά το μέτρο που η απόρριψη αυτή έχει χαρακτήρα αμιγώς βεβαιωτικό της αποφάσεως την οποία προσέβαλε αυτή η διοικητική ένσταση.
9 Δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο υπάλληλος δεν μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά αποφάσεως που ελήφθη εις βάρος του από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή παρά μόνον εφόσον υπέβαλε προηγουμένως διοικητική ένσταση ενώπιον της αρχής αυτής και αφού απορριφθεί ρητά ή σιωπηρά αυτή η διοικητική ένσταση. 'Ετσι, σύμφωνα με το σύστημα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο υπάλληλος οφείλει να υποβάλει διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως την οποία αμφισβητεί και να προσβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου την απόφαση η οποία απορρίπτει τη διοικητική του ένσταση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προσφυγή είναι παραδεκτή είτε στρέφεται κατά μόνης της αρχικά αμφισβητηθείσας απόφασης είτε κατά της αποφάσεως που απέρριψε τη διοικητική του ένσταση είτε κατά αμφοτέρων των πράξεων αυτών (απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1984, Andersen κατά Συμβουλίου, 260/80, Συλλογή 1984, σ. 177, ιδίως σκέψεις 3 και 4), υπό την προϋπόθεση πάντως ότι η διοικητική ένσταση και η προσφυγή ασκήθηκαν εντός των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πράγμα που συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση (απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1989, Koutchoumoff κατά Επιτροπής, 224/87, Συλλογή 1989, σ. 99). Η προσφυγή του Del Plato είναι επομένως επίσης παραδεκτή καθόσον στρέφεται κατά της σιωπηράς απορρίψεως της διοικητικής του ενστάσεως.
10 Η Επιτροπή προβάλλει περαιτέρω απαράδεκτο της προσφυγής καθόσον στρέφεται κατά του διορισμού του Timm, για το λόγο ότι ο προσφεύγων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει διορισμό τον οποίο δεν μπορεί να αξιώσει αυτός ο ίδιος. Δεδομένου ότι η απάντηση σ' αυτή την ένσταση εξαρτάται από το αν ο Del Plato είχε ή όχι δικαίωμα να διοριστεί στην εν λόγω θέση, πράγμα που αμφισβητεί η Επιτροπή, η λύση που πρέπει να δοθεί στο ζήτημα αυτό θα ερευνηθεί πιο κάτω μαζί με τα θέματα ουσίας που τίθενται σ' αυτή τη διαφορά.
11 Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται όσον αφορά το αίτημα περί αποζημιώσεως ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να έχει αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενης διοικητικής ένστασης, αντίθετα από τις απαιτήσεις του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
12 Η ένσταση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. 'Εχει πράγματι παγίως νομολογηθεί ότι στις υπαλληλικές προσφυγές τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να έχουν το ίδιο αντικείμενο με τα αιτήματα που εκτέθηκαν στη διοικητική ένσταση, αφετέρου δε, να μην περιέχουν παρά μόνον αιτιάσεις που στηρίζονται στην ίδια αιτία με εκείνες που προβλήθηκαν στη διοικητική ένσταση. Αυτές οι αιτιάσεις μπορούν να αναπτυχθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με την υποβολή ισχυρισμών και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονταν αναγκαστικά στη διοικητική ένσταση, με την οποία όμως συνδέονται στενά (απόφαση της 20ής Μαΐου 1987, Geist κατά Επιτροπής, 242/85, Συλλογή 1987, σ. 2181). Από αυτά προκύπτει ότι ναι μεν οι διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων έχουν ως αντικείμενο να επιτρέψουν φιλικό διακανονισμό της διαφοράς μεταξύ ενός υπαλλήλου και της διοικήσεώς του, δεν έχουν όμως ως σκοπό τη δέσμευση της δικαστικής φάσεως της διαφοράς κατά τρόπο αυστηρό και οριστικό, εφόσον η ένδικη προσφυγή δεν αλλάζει ούτε την αιτία ούτε το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως (απόφαση της 7ης Μαΐου 1986, Rihoux και λοιποί κατά Επιτροπής, 52/85, Συλλογή 1986, σ. 1555). Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο προσφεύγων ζήτησε με τη διοικητική του ένσταση την ακύρωση μιας αποφάσεως που ελήφθη εις βάρος του αυτό το ακυρωτικό αίτημα μπορεί υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες εμφανίζεται να συνεπάγεται αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας την οποία μπορεί να υπέστη από την εν λόγω απόφαση (απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1989, Koutchoumoff, που προαναφέρθηκε). Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου που προεβλήθη επί του σημείου αυτού από την Επιτροπή κατά της προσφυγής του Del Plato πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
Επί των αιτημάτων που στρέφονται κατά της αρνήσεως να ληφθεί υπόψη η υποψηφιότητα του Del Plato
13 Ο Del Plato υποστηρίζει ότι η Επιτροπή κακώς τον εμπόδισε να μετάσχει σε διαγωνισμό ο οποίος, επιπλέον, διοργανώθηκε πλημμελώς πρέπει όμως να τονιστεί, όπως διευκρινίστηκε ήδη πιο πάνω, ότι η Επιτροπή δεν διοργάνωσε διαγωνισμό για την πλήρωση της επίδικης θέσης, αλλά κίνησε μόνο διαδικασία προσλήψεως εκτάκτου υπαλλήλου. Επομένως, οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται από τον προσφεύγοντα για να αμφισβητήσει τις ενέργειες αυτού του δήθεν διαγωνισμού περί παραβάσεως του άρθρου 29 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων είναι αλυσιτελείς.
14 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται επίσης ότι, μολονότι είναι υπάλληλος της κατηγορίας Β, η υποψηφιότητά του για την κενή θέση που επρόκειτο να πληρωθεί με μη μόνιμο υπάλληλο της κατηγορίας Α έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά το μέτρο που, αφενός, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 45, παράγραφος 2, και 98, εδάφιο 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η μεταπήδηση των μονίμων υπαλλήλων του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου από μία κατηγορία σε άλλη μπορεί να διενεργηθεί χωρίς διαγωνισμό, αφετέρου δε, ο ίδιος είχε τα απαιτούμενα προσόντα για να διοριστεί σ' αυτή τη θέση. Ασφαλώς, ο προσφεύγων δεν περιλαμβανόταν στον πίνακα των υπαλλήλων που είχαν κριθεί ικανοί να ασκήσουν τα καθήκοντα της κατηγορίας Α, ο οποίος καταρτίστηκε σύμφωνα με τις "προκαταρκτικές διαδικαστικές λεπτομέρειες για τις αποφάσεις αλλαγής κατηγορίας Β προς Α, για τους μονίμους υπαλλήλους και τους εκτάκτους υπαλλήλους του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου", αλλά το γεγονός ότι ασκούσε καθήκοντα αντίστοιχα καθ' όλα τα σημεία με τα καθήκοντα που περιγράφονται στην ανακοίνωση κενής θέσεως υποχρέωνε την Επιτροπή, κατά την άποψή του, να αποστεί από τον πίνακα αυτό.
15 Είναι μεν αληθές ότι οι συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 45, παράγραφος 2, και 98, εδάφιο 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επιτρέπουν, για τους υπαλλήλους του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου, τη μετάβαση από μια κατηγορία σε ανώτερη κατηγορία, χωρίς διαγωνισμό, η Επιτροπή όμως θέσπισε τις "διαδικαστικές λεπτομέρειες" για να χωρήσει, μεριμνώντας για την τήρηση αντικειμενικότητας, επιλογή των υποψηφίων που θα κριθούν ικανοί για αλλαγή κατηγορίας. Το κύρος αυτού του συστήματος, σε σχέση ιδίως με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1984, Adam και λοιποί κατά Επιτροπής, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 80 έως 83/81, Συλλογή 1984, σ. 3411) και επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1987 που εκδόθηκε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 181 έως 184/86 (Del Plato και λοιποί, Συλλογή 1987, σ. 4991), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του προσφεύγοντος περί ακυρώσεως της αποφάσεως της επιτροπής επιλογής η οποία αρνήθηκε την εγγραφή του στον πίνακα των μη μονίμων υπαλλήλων που κρίθηκαν ικανοί να ασκήσουν τα καθήκοντα της κατηγορίας Α.
16 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται μεν ότι είχε ασκήσει προηγουμένως ανάλογα καθήκοντα με αυτά τα οποία επιζητούσε να ασκήσει ή ακόμη ότι είχε προηγουμένως ασκήσει τα καθήκοντα αυτά και ότι αυτό έπρεπε να ωθήσει την Επιτροπή να τον διορίσει, εκτιμώντας όμως η Επιτροπή ότι τα στοιχεία αυτά δεν δικαιολογούσαν παρέκκλιση από τον πίνακα που καταρτίστηκε σύμφωνα με τις "διαδικαστικές λεπτομέρειες" που θεσπίστηκαν το 1983, δεν έκαμε, υπό τις περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως, πεπλανημένη χρήση της εξουσίας της εκτιμήσεως.
17 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι ο Del Plato δεν υποστηρίζει βασίμως ότι η άρνηση λήψεως υπόψη της υποψηφιότητάς του έγινε υπό παράνομες προϋποθέσεις.
Επί των αιτημάτων που στρέφονται κατά του διορισμού του Timm
18 'Οπως τόνισε η Επιτροπή, από την πάγια νομολογία προκύπτει ότι για να μπορέσει ένας υπάλληλος να ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεως διορισμού πρέπει να έχει προσωπικό έννομο συμφέρον για την ακύρωση του διορισμού αυτού (απόφαση της 30ής Μαΐου 1984, Santo Picciolo κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, 111/83, Συλλογή 1984, σ. 2323).
19 Από την πιο πάνω ανάπτυξη προκύπτει ότι η προσφυγή του Del Plato περί ακυρώσεως της αρνήσεως να ληφθεί υπόψη η υποψηφιότητά του δεν είναι βάσιμη.
20 Υπό τις περιστάσεις αυτές ο Del Plato, ο οποίος δεν μπορεί να αξιώσει να διοριστεί στην επίδικη θέση, δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει το διορισμό άλλου υποψηφίου σ' αυτή τη θέση. Κατά το μέτρο αυτό πρέπει, επομένως, η προσφυγή του να κηρυχθεί απαράδεκτη.
21 Από όλες τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η προσφυγή του Del Plato πρέπει να κριθεί αβάσιμη, όσον αφορά τόσο το αίτημα ακυρώσεως της αρνήσεως να ληφθεί υπόψη η υποψηφιότητά του για τη θέση CΟΜ/536/86 όσο και το αίτημά του για αποζημίωση, δεδομένου ότι η διοίκηση δεν υπέπεσε σε κανένα σφάλμα έναντι αυτού, απαράδεκτη δε κατά τα λοιπά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγής υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή του Del Plato.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy