Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Συστήματα τιμών - Καθορισμός από τις εθνικές αρχές ανώτατων τιμών εφαρμοζομένων μόνον στα εισαγόμενα προϊόντα - Απαγόρευση - Επιδίωξη νομισματικών σκοπών - Ανεπίτρεπτη δικαιολογία
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 30)
2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Σχηματισμός των τιμών - Εθνικά μέτρα - Ασυμβίβαστα με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση - Κριτήρια
Περίληψη
1. Το γεγονός ότι κράτος μέλος εξαρτά την εισαγωγή συγκεκριμένου προϊόντος από άλλα κράτη μέλη από την τήρηση ανωτάτων τιμών και από το συστηματικό έλεγχο της συμμορφώσεως προς την προϋπόθεση αυτή αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς, απαγορευόμενο από το άρθιρο 30 της Συνθήκης, κατά το μέτρο που παρεμφερείς ανώτατες τιμές δεν έχουν εφαρμογή στην εγχώρια παραγωγή. Δεδομένου ότι η εκ μέρους των κρατών μελών άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που διατήρησαν στο νομισματικό τομέα δεν τους επιτρέπει να λαμβάνουν μονομερώς μέτρα που η Συνθήκη απαγορεύει, ο νομισματικός σκοπός ενός τέτοιου μέτρου δεν μπορεί να τη δικαιολογήσει.
2. Στους τομείς που καλύπτονται από κοινή οργάνωση αγοράς, τα κράτη μέλη, κατά μείζονα λόγο όταν η οργάνωση αυτή στηρίζεται σε κοινό σύστημα τιμών, δεν μπορούν πλέον να επεμβαίνουν, με μονομερώς θεσπιζόμενες εθνικές διατάξεις, στο μηχανισμό σχηματισμού των τιμών που διέπονται, στην ίδια φάση παραγωγής και εμπορίας, από την κοινή οργάνωση.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 127/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ξ. Γιαταγάνα, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Ν. Φραγκάκη, νομικό σύμβουλο στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στις Βρυξέλλες, επικουρούμενο από τον Α. Πλιάκο, σύμβουλο στο ελληνικό Υπουργείο Εμπορίου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ελληνική πρεσβεία, 117, Val-Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, με τις εθνικές της διατάξεις και την πρακτική που εφαρμόζει στις εισαγωγές προβείου και αιγείου κρέατος, καθώς και ζώντων προβατοειδών και αιγοειδών, και ιδίως εξαρτώντας τις εισαγωγές αυτές από την τήρηση ανωτάτων τιμών και από το συστηματικό έλεγχο της συμμορφώσεως προς την προϋπόθεση αυτή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, τον κανονισμό 1837/80 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1980, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/029, σ. 150), τον κανονισμό 19/82 της Επιτροπής, της 6ης Ιανουαρίου 1982, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 2641/80 όσον αφορά τις εισαγωγές προϊόντων του τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών (ΕΕ L 3, σ. 18) και τον κανονισμό 20/82 της Επιτροπής, της 6ης Ιανουαρίου 1982, περί ειδικών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εισαγωγής και εξαγωγής στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος (ΕΕ L 3, σ. 26), καθώς και από τις συμφωνίες υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και ορισμένων τρίτων χωρών για το εμπόριο στον τομέα των προβατοειδών και αιγοειδών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, O. Due, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, U. Everling, Y. Galmot, Κ. Κακούρη, T. F. O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση όπως συμπληρώθηκε μετά την προφορική διαδικασία της 2ας Μαρτίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Απριλίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία με τις εθνικές της διατάξεις και την πρακτική που εφαρμόζει στις εισαγωγές προβείου και αιγείου κρέατος, καθώς και ζώντων προβατοειδών και αιγοειδών, και ιδίως εξαρτώντας τις εισαγωγές αυτές από την τήρηση ανώτατης τιμής και από το συστηματικό έλεγχο της τηρήσεως της προϋποθέσεως αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, τον κανονισμό 1837/80 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1980, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος (ΕΕ ειδ. 03/029, σ. 150), τους κανονισμούς 19/82 και 20/82 της Επιτροπής, της 6ης Ιανουαρίου 1982, από τους οποίους ο μεν πρώτος αφορά τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 2641/80 όσον αφορά τις εισαγωγές προϊόντων του τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών, ο δε δεύτερος τις ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εισαγωγής και εξαγωγής στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος (ΕΕ L 3, σσ. 18 και 26), καθώς και από τις συμφωνίες υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και ορισμένων τρίτων χωρών για το εμπόριο στον τομέα προβατοειδών και αιγοειδών.
2 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, με την απόφαση Ε6/1484/3/84, της 19ης Μαρτίου 1984, ο έλληνας Υπουργός Εμπορίου γνωστοποίησε τις ανώτατες τιμές για την εισαγωγή προβείου και αιγείου κρέατος καθώς και ζώων βοειδών και αιγοειδών στην Ελληνική Δημοκρατία. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, τα σχετικά με την εισαγωγή τιμολόγια έπρεπε να υποβάλλονται στην επιτροπή ελέγχου συναλλάγματος εισαγωγής για προληπτικό έλεγχο των τιμών, οι δε εκδοθείσες ήδη άδειες εισαγωγής, προκειμένου για υπερτιμολογημένες εισαγωγές, έπρεπε να ακυρώνονται αν η τιμή των εμπορευμάτων δεν είχε ακόμη διακανονιστεί.
3 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
4 Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι τιμές που καθορίζονται με την επίδικη απόφαση είναι απλώς και μόνο ενδεικτικές. Αποσκοπούν στη διευκόλυνση της εργασίας των αρμόδιων αρχών συναλλάγματος, καθιστώντας δυνατή την αποφυγή της παράνομης εξαγωγής συναλλάγματος, και θα μπορούσαν να έχουν ως παρεμπίπτουσα συνέπεια την προστασία του υγιούς ανταγωνισμού και την παρεμπόδιση της εξωπραγματικής και τεχνητής ανόδου των τιμών. Κατά την κυβέρνηση, η κοινοποίηση των τιμών αυτών δεν πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, ούτε ως εμπίπτουσα στην κοινή εμπορική πολιτική κατά την έννοια του άρθρου 113 αυτής.
5 'Οσον αφορά τη φύση των εν λόγω τιμών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ίδια η διατύπωση της επίδικης αποφάσεως φαίνεται να τους προσδίδει δεσμευτικό χαρακτήρα. Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της ελληνικής κυβερνήσεως εξήγησε ότι, στην πραγματικότητα, οι επιχειρηματίες, τελούντες εν γνώσει των κινδύνων κυρώσεων, αποδέχονται τις καθορισμένες τιμές και ότι, στην πρακτική, δεν υπάρχουν εισαγωγές σε υψηλότερες τιμές. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για ανώτατη τιμή, η τήρηση της οποίας αποτελεί προϋπόθεση κάθε εισαγωγής. Δεν αμφισβητείται εξάλλου ότι οι ανώτατες αυτές τιμές και τα μέτρα προηγουμένου ελέγχου των τιμών δεν έχουν εφαρμογή στην εγχώρια παραγωγή, αλλά μόνο στις εισαγωγές που προέρχονται τόσο από άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας όσο και από τρίτες χώρες.
6 Είναι πρόδηλο ότι ένα τέτοιο σύστημα εμποδίζει, τουλάχιστον δυνητικά, τις εισαγωγές. 'Οταν εφαρμόζεται επί εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη, αποτελεί επομένως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε προεχόντως απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Dassonville, 8/74, Rec. 1974, σ. 837), μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς, απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης, όπως προκύπτει εξάλλου και από το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α), της οδηγίας 70/50 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1969, που στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 33, παράγραφος 7, περί εξαλείψεως των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, μη προβλεπόμενα από άλλες διατάξεις θεσπισθείσες δυνάμει της Συνθήκης ΕΟΚ (JΟ 1970, L 13, σ. 29).
7 Το επικρινόμενο μέτρο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το νομισματικό σκοπό του. Πράγματι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε, τελευταία, απόφαση της 7ης Ιουνίου 1988, Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, 57/86, Συλλογή 1988, σ. 2855), η εκ μέρους των κρατών μελών άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που διατήρησαν στο νομισματικό τομέα δεν τους επιτρέπει να λαμβάνουν μονομερώς μέτρα που η Συνθήκη απαγορεύει.
8 Εξάλλου, η απαγόρευση λήψεως μονομερών εθνικών μέτρων, τα οποία έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα προς ποσοτικούς περιορισμούς, επεκτάθηκε στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες με το άρθρο 20, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 1837/80, ο οποίος αποτελεί το βασικό κανονισμό της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των κρεάτων προβατοειδών και αιγοειδών. Εξάλλου, με τον κανονισμό αυτό θεσπίστηκε σύστημα τιμών που προβλέπει, μεταξύ άλλων, μια βασική τιμή και μια τιμή παρεμβάσεως, κατά πάγια δε νομολογία (βλέπε προεχόντως απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1979, Toffoli, 10/79, Rec. 1979, σ. 3301), στους τομείς που καλύπτονται από κοινή οργάνωση αγοράς, τα κράτη μέλη, κατά μείζοντα λόγο όταν η οργάνωση αυτή στηρίζεται σε κοινό σύστημα τιμών, δεν μπορούν πλέον να επεμβαίνουν, με μονομερώς θεσπιζόμενες εθνικές διατάξεις, στο μηχανισμό σχηματισμού των τιμών που διέπονται, στην ίδια φάση παραγωγής και εμπορίας, από την κοινή οργάνωση. Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι το επικρινόμενο ελληνικό μέτρο αντιβαίνει και στον κανονισμό 1837/80.
9 'Οσον αφορά τις προερχόμενες από τρίτες χώρες εισαγωγές, το επίδικο μέτρο εμπίπτει στην κοινή εμπορική πολιτική η οποία, κατά το άρθρο 113 της Συνθήκης, ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της Κοινότητας. Αυτό καταδεικνύεται από τη σύναψη συμφωνιών αυτοπεριορισμού μεταξύ της Κοινότητας και ορισμένων τρίτων χωρών, ιδίως χωρών κρατικού εμπορίου, ειδικότερα στον τομέα των κρεάτων προβατοειδών και αιγοειδών. Οι συμφωνίες αυτές απαγορεύουν κάθε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, αν οι συναλλαγές δεν υπερβαίνουν συγκεκριμένες ποσότητες και προβλέπουν ότι τα πιστοποιητικά εισαγωγής πρέπει να εκδίδονται αυτομάτως από τα κράτη μέλη κατόπιν προσκομίσεως των πιστοποιητικών εξαγωγής. Οι δυο προαναφερθέντες κανονισμοί 19/82 και 20/82 της Επιτροπής αφορούν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών στα κράτη μέλη. Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το επικρινόμενο ελληνικό μέτρο αντιβαίνει και σ' αυτές τις διατάξεις.
10 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εξαρτώντας τις εισαγωγές προβείου και αιγείου κρέατος καθώς και ζώντων προβατοειδών και αιγοειδών από την τήρηση ανωτάτων τιμών και από το συστηματικό έλεγχο της συμμορφώσεως προς την προϋπόθεση αυτή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και από τον κανονισμό 1837/80 του Συμβουλίου, τους κανονισμούς 19/82 και 20/82 της Επιτροπής και από τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και ορισμένων τρίτων χωρών για το εμπόριο στον τομέα των προβατοειδών και αιγοειδών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
11 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η καθής ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει και αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, εξαρτώντας τις εισαγωγές προβείου και αιγείου κρέατος καθώς και ζώντων προβατοειδών και αιγοειδών από την τήρηση ανωτάτων τιμών και από το συστηματικό έλεγχο της συμμορφώσεως προς την προϋπόθεση αυτή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, τον κανονισμό 1837/80 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1980, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος, τους κανονισμούς 19/82 και 20/82 της Επιτροπής, της 6ης Ιανουαρίου 1982, από τους οποίους ο μεν πρώτος αφορά τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 2641/80 όσον αφορά τις εισαγωγές προϊόντων του τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών, ο δε δεύτερος τις ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εισαγωγής και εξαγωγής στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος, καθώς και από τις συμφωνίες υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και ορισμένων τρίτων χωρών για το εμπόριο στον τομέα προβατοειδών και αιγοειδών.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy