Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Λιπαρές ουσίες - Ελαιόλαδο - Ενίσχυση στην παραγωγή - Χορήγηση μέσω αναγνωρισμένων οργανώσεων παραγωγών - Κριτήρια για την αναγνώριση τα οποία καθορίζονται με κοινοτικούς κανονισμούς - Εξουσία των κρατών μελών να καθορίζουν συμπληρωματικά κριτήρια
(Κανονισμός 2261/84 του Συμβουλίου, άρθρο 20, παράγραφος 2)
Περίληψη
Η φύση των συμπληρωματικών κριτηρίων που μπορεί ένα κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 20 του κανονισμού 2261/84, για τη χορήγηση ενίσχυσης στην παραγωγή ελαιολάδου και τις οργανώσεις παραγωγών, να προσθέτει στα κριτήρια που καθορίζουν οι κοινοτικοί κανονισμοί για την αναγνώριση των οργανώσεων αυτών εξαρτάται από τη φύση των ειδικών προβλημάτων που θέτει η ιδιαίτερη διάρθρωση της παραγωγής ελαιολάδου στο κράτος αυτό.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 128/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Γκουλούση, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την Ε. Μ. Μαμουνά, μέλος της νομικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, και τους Η. Λάιο και Μ. Τσοτσάνη, αντίστοιχα νομικό σύμβουλο και νομικό του Υπουργείου Γεωργίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον πρέσβη της Ελλάδας Μ. Γιαννόπουλο, οδός Val Sainte-Croix,
καθής,
η οποία έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, επιφυλάσσοντας την αναγνώριση σε οργανώσεις παραγωγών ελαιολάδου, οι οποίες "πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ασκούν, για λογαριασμό των μελών τους και υπ' ευθύνη τους, κάθε εμπορική δραστηριότητα που αφορά τη συγκέντρωση, τη διανομή και την πώληση ελαιουργικών προϊόντων" και των οποίων "τα μέλη - φυσικά πρόσωπα - συμμετέχουν στην οργάνωση ή εκπροσωπούνται από τοπικές οργανώσεις, οι οποίες συνιστώνται σε επίπεδο μιας κοινότητας ή γειτονικών κοινοτήτων, έχουν νομική προσωπικότητα και επιδιώκουν οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους", και "αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ενημερώνουν την οργάνωση σχετικά με το σύνολο των γεωργικών τους δραστηριοτήτων", παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 2261/84 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1984, για τον καθορισμό των γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση ενίσχυσης στην παραγωγή ελαιολάδου και τις οργανώσεις παραγωγών, και το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο, Τ. Κoopmans και R. Joliet, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler, G. C. Rodriguez Iglesias και Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Μischo
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 25ης Οκτωβρίου 1988, κατά την οποία η καθής εκπροσωπήθηκε και από τον Ν. Φραγκάκη, προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στις Βρυξέλλες,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Νοεμβρίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Απριλίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, αναγνωρίζοντας ως οργανώσεις παραγωγών ελαιολάδου κατά την έννοια των κοινοτικών κανονισμών μόνο τις οργανώσεις παραγωγών οι οποίες
"πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ασκούν, για λογαριασμό των μελών τους και υπ' ευθύνη τους, κάθε εμπορική δραστηριότητα που αφορά τη συγκέντρωση, τη διανομή και την πώληση ελαιουργικών προϊόντων και των οποίων τα μέλη - φυσικά πρόσωπα - συμμετέχουν στην οργάνωση ή εκπροσωπούνται από τοπικές οργανώσεις, οι οποίες συνιστώνται σε επίπεδο μιας κοινότητας ή γειτονικών κοινοτήτων, έχουν νομική προσωπικότητα και επιδιώκουν οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους, και αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ενημερώνουν την οργάνωση σχετικά με το σύνολο των γεωργικών τους δραστηριοτήτων",
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό 2261/84 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1984, για τον καθορισμό των γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση ενίσχυσης στην παραγωγή ελαιολάδου και τις οργανώσεις παραγωγών (ΕΕ L 208, σ. 3), καθώς και από το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Ο προαναφερθείς κανονισμός 2261/84 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 136/66 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1562/78 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1978 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 248). Ο κανονισμός 136/66, ο οποίος αποτελεί το βασικό κανονισμό στον οικείο τομέα, καθιέρωσε σύστημα ενισχύσεως της παραγωγής ελαιολάδου εντός της Κοινότητας.
3 Οσον αφορά τη χορήγηση της ενισχύσεως στην παραγωγή και τις οργανώσεις παραγωγών, ο βασικός κανονισμός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1413/82 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1982 (ΕΕ L 162, σ. 6). Με τον κανονισμό αυτό προστέθηκε ένα νέο άρθρο, το 20γ, το οποίο καθορίζει τα χαρακτηριστικά των οργανώσεων παραγωγών και των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών. Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού εκφράζεται ο φόβος ότι δεν θα μπορέσει να εφαρμοστεί στο εγγύς μέλλον το ήδη ισχύον καθεστώς, το οποίο επιπλέον δεν φαίνεται να είναι προσαρμοσμένο στη διάρθρωση της ελληνικής παραγωγής ελαιολάδου.
4 Ο προαναφερθείς κανονισμός 2261/84, που αποτελεί εκτελεστικό κανονισμό στον τομέα του ελαιολάδου, καθορίζει στα άρθρα 4-13 τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι οργανώσεις παραγωγών ελαιολάδου και οι ενώσεις τους. Το άρθρο 20 του κανονισμού, το οποίο αποτελεί μέρος των τελικών διατάξεων, εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου "να εξασφαλιστεί αρμονική μετάβαση από το καθεστώς που ισχύει σήμερα σε εκείνο που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό". Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού έχει ως εξής:
" Με σκοπό την εξασφάλιση της τήρησης των στόχων που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό και λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά προβλήματα που μπορούν να ανακύψουν σε ορισμένα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή των διατάξεών του, τα σχετικά κράτη μέλη, μετά από διαβουλεύσεις με την Επιτροπή και λαμβάνοντας υπόψη συμπληρωματικά κριτήρια, μπορούν να αναγνωρίσουν προσωρινά, για μια μεταβατική περίοδο τριών περιόδων εμπορίας, αρχίζοντας από την περίοδο εμπορίας 1984/85, τις οργανώσεις παραγωγών και τις ενώσεις τους που θα το ζητήσουν."
5 Κατ' εφαρμογή ακριβώς της διατάξεως αυτής ο Υπουργός Γεωργίας της Ελλάδας εξέδωσε την απόφαση 330358, της 25ης Οκτωβρίου 1984, η οποία καθορίζει τα "συμπληρωματικά κριτήρια" για την αναγνώριση των οργανώσεων παραγωγών ελαιολάδου στην Ελλάδα. Η Επιτροπή αμφισβητεί το σύννομο της παραγράφου 3 της υπουργικής αυτής αποφάσεως.
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο και τα περιστατικά της υποθέσεως, καθώς και τα αιτήματα, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα συμπληρωματικά κριτήρια που θέτει η υπουργική απόφαση 330358 έχουν ως σκοπό και ως αποτέλεσμα να περιορίζουν την αναγνώριση στις ενώσεις γεωργικών συνεταιρισμών, δηλαδή τους λεγόμενους δευτεροβάθμιους συνεταιρισμούς, και να αποκλείουν εκ των προτέρων και κατά γενικό τρόπο όλες τις άλλες μορφές οργανώσεων. Καθορίζοντας τα κριτήρια αυτά, η ελληνική κυβέρνηση υπερέβη τα όρια των εξουσιών που παρέχονται στα κράτη μέλη από τις κοινοτικές διατάξεις, και συγκεκριμένα από το άρθρο 20 του κανονισμού 2261/84. Επιπλέον, τα εν λόγω κριτήρια οδηγούν σε αυθαίρετες διακρίσεις μεταξύ παραγωγών, οι οποίες είναι αντίθετες προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
8 Προκειμένου να εξεταστεί αν η ελληνική κυβέρνηση υπερέβη τα όρια των εξουσιών που της παρέχουν οι κοινοτικές διατάξεις, πρέπει πρώτα να προσδιοριστούν τα όρια αυτά.
9 Σχετικά επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2261/84 δεν αναφέρονται στην εξουσία καθορισμού "συμπληρωματικών" κριτηρίων, πέραν αυτών που έχουν ήδη καθοριστεί με τους κοινοτικούς κανονισμούς για την αναγνώριση των οργανώσεων παραγωγών, εξουσία που αναγνωρίζει στα κράτη μέλη το άρθρο 20 του κανονισμού αυτού. Το άρθρο 20 όμως ορίζει ότι τα συμπληρωματικά κριτήρια πρέπει να διευκολύνουν την "αρμονική μετάβαση" από το προηγούμενο καθεστώς σε εκείνο που θεσπίζεται με τον κανονισμό 2261/84 και ότι πρέπει να εξασφαλίζεται η τήρηση των στόχων που αναφέρονται στον εν λόγω κανονισμό και να λαμβάνονται υπόψη τα "ειδικά προβλήματα που μπορεί να ανακύπτουν σε ορισμένα κράτη μέλη" κατά την εφαρμογή των διατάξεών του. Μνεία των προβλημάτων αυτών γίνεται επίσης στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1413/82, κατά τις οποίες η ανάγκη καθορισμού νέων κριτηρίων για την αναγνώριση των οργανώσεων παραγωγών οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι το προηγούμενο καθεστώς δεν φαινόταν "να είναι καλά προσαρμοσμένο στην ιδιαίτερη διάρθρωση της ελληνικής παραγωγής ελαίου".
10 Επομένως, από την εξέταση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 20 του κανονισμού 2261/84 προκύπτει ότι η φύση των συμπληρωματικών κριτηρίων που μπορούν να καθορίζονται από την Ελλάδα εξαρτάται από τη φύση των ειδικών προβλημάτων που θέτει η ιδιαίτερη διάρθρωση της παραγωγής ελαιολάδου στη χώρα αυτή. Τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αντιληφθεί ποια είναι αυτά τα ειδικά προβλήματα. Η Επιτροπή περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι η κυβέρνηση της Ελλάδας είναι αυτή που οφείλει να προσδιορίσει τα προβλήματα αυτά. Η ελληνική κυβέρνηση αναφέρθηκε απλώς στην ανομοιογένεια του ελληνικού εδάφους και στο γεγονός ότι τα καλλιεργούμενα με ελαιόδενδρα αγροτεμάχια είναι διάσπαρτα, χωρίς να προσπαθήσει να συνδέσει κατά κάποιο τρόπο τα πραγματικά αυτά στοιχεία με το νομικό καθεστώς που ισχύει για τις οργανώσεις παραγωγών ελαιολάδου.
11 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο θα μπορούσε να αναγνωρίσει ότι η ελληνική κυβέρνηση υπερέβη τα όρια των εξουσιών που της παρέχουν οι κοινοτικοί κανονισμοί μόνον εφόσον αποδεικνυόταν ότι ο καθορισμός των συμπληρωματικών κριτηρίων από την κυβέρνηση αυτή αποτελεί κατάδηλη κατάχρηση εξουσίας.
12 Για να κριθεί αν αυτό συμβαίνει εν προκειμένω, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι οι δύο ισχυρισμοί που προβάλλει η Επιτροπή, δηλαδή ότι συντρέχουν υπέρβαση των ορίων των παρεχομένων εξουσιών και διακρίσεις μεταξύ παραγωγών, βασίζονται αμφότεροι στην άποψη ότι τα συμπληρωματικά κριτήρια που θέτει η επίμαχη απόφαση έχουν διαμορφωθεί κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται η αναγνώριση κάθε οργανώσεως παραγωγών που δεν είναι ένωση γεωργικών συνεταιρισμών ή εν πάση περιπτώσει ένωση συνεταιριστικού χαρακτήρα. Επομένως, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί η άποψη αυτή.
13 Η Επιτροπή προβάλλει τρία επιχειρήματα για να στηρίξει την άποψη αυτή. Πρώτον, υποστηρίζει ότι, αν εξεταστεί η ελληνική νομοθεσία, προκύπτει σαφώς ότι μόνον οι ενώσεις γεωργικών συνεταιρισμών μπορούν να ανταποκρίνονται σε όλα τα κριτήρια που καθορίστηκαν με την απόφαση 330358. Δεύτερον, η Επιτροπή αναφέρεται στον πίνακα των οργανώσεων παραγωγών που αναγνωρίστηκαν για την περίοδο εμπορίας 1984/1985 βάσει των συμπληρωματικών κριτηρίων, στον οποίο περιλαμβάνονται μόνον ενώσεις συνεταιρισμών. Τέλος, εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι το προοίμιο της υπουργικής αποφάσεως, με την οποία καταρτίστηκε ο πίνακας αυτός (απόφαση 762 του Υπουργού Γεωργίας, της 10ης Ιανουαρίου 1985), αναφέρεται ρητά στον ελληνικό νόμο περί γεωργικών συνεταιρισμών.
14 Το πρώτο επιχείρημα στηρίζεται στον τρόπο με τον οποίο είναι διατυπωμένα τα συμπληρωματικά κριτήρια στην παράγραφο 3 της υπουργικής αποφάσεως 330358. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η διατύπωση αυτή ανταποκρίνεται στον ορισμό των ενώσεων συνεταιρισμών κατά την έννοια του ελληνικού νόμου περί γεωργικών συνεταιρισμών.
15 Καταρχάς πρέπει να εξεταστεί ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η αναγνώριση περιορίζεται στις ενώσεις συνεταιρισμών. Κατά την Επιτροπή, ο περιορισμός αυτός προκύπτει από το γεγονός ότι τα μέλη πρέπει, κατά την υπουργική απόφαση, να συμμετέχουν στην οργάνωση όχι άμεσα, αλλά μέσω τοπικών οργανώσεων οι οποίες συνιστώνται σε επίπεδο μιας κοινότητας ή γειτονικών κοινοτήτων. Ο ισχυρισμός όμως αυτός βασίζεται σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου της επίδικης απόφασης. Σύμφωνα με το κείμενο αυτό, τα μέλη, φυσικά πρόσωπα, "συμμετέχουν" στην οργάνωση "ή" εκπροσωπούνται σ' αυτήν από τοπικές οργανώσεις. Από το κείμενο της αποφάσεως επομένως συνάγεται ότι υπάρχει δυνατότητα αναγνωρίσεως του συνεταιρισμού στου οποίου τη διαχείριση μετέχουν οι ίδιοι οι αγρότες.
16 Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί αν, όπως υποστηρίζει επικουρικά η Επιτροπή, η διατύπωση των συμπληρωματικών κριτηρίων τα οποία καθορίζει η απόφαση αποκλείει τη δυνατότητα αναγνωρίσεως άλλων οργανώσεων πλην των γεωργικών συνεταιρισμών και των ενώσεων συνεταιρισμών.
17 Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι το κείμενο της επίδικης απόφασης, μολονότι περιορίζει την αναγνώριση στις οργανώσεις παραγωγών που μπορούν να ασκούν ορισμένες εμπορικές δραστηριότητες "για λογαριασμό των μελών τους και υπ' ευθύνη τους", δεν περιέχει το στοιχείο που διακρίνει, κατά το ελληνικό δίκαιο, τους γεωργικούς συνεταιρισμούς από τα άλλα σωματεία, δηλαδή το σκοπό στον οποίο αποβλέπει ο συνεταιρισμός και ο οποίος συνίσταται στην "οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη" των μελών του γεωργών, "με την ισότιμη συνεργασία ... μέσα σε μια κοινή επιχείρηση", όπως διατυπώνεται στο άρθρο 1 του νόμου 1541 του 1985 περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, τεύχος Α, αριθ. φύλλου 68, της 18.4.1985).
18 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η διατύπωση της υπουργικής αποφάσεως ανταποκρίνεται στον ορισμό των δραστηριοτήτων των γεωργικών συνεταιρισμών και των ενώσεων συνεταιρισμών, από την εξέταση όμως του ελληνικού νόμου περί γεωργικών συνεταιρισμών προκύπτει απλώς μια αόριστη ομοιότητα. Είναι γεγονός ότι κατά την απαρίθμηση των δραστηριοτήτων των γεωργικών συνεταιρισμών στο νόμο (άρθρο 3 του προαναφερθέντος νόμου 1541) αναφέρεται ότι οι συνεταιρισμοί έχουν ως αποστολή να αναλαμβάνουν τη συγκέντρωση και πώληση των προϊόντων των γεωργικών επιχειρήσεων των μελών τους, όπως είναι επίσης γεγονός ότι οι γεωργικοί συνεταιρισμοί πρέπει, μεταξύ άλλων, να φροντίζουν για την εμπορία των προϊόντων των μελών τους (άρθρο 49 του νόμου 1541). Οι δραστηριότητες όμως αυτές των συνεταιρισμών και των ενώσεων συνεταιρισμών είναι ενταγμένες, μέσα στον ελληνικό νόμο, σ' ένα σύνολο πολυσχιδών δραστηριοτήτων. Από το γεγονός και μόνον ότι ορισμένες από τις δραστηριότητες αυτές συμπίπτουν με τα συμπληρωματικά κριτήρια που καθόρισε η επίμαχη απόφαση δεν επιτρέπεται να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η απόφαση αυτή περιορίζει την αναγνώριση στους γεωργικούς συνεταιρισμούς ή στις ενώσεις συνεταιρισμών.
19 Η Επιτροπή δεν προσπάθησε να αποδείξει ότι, λόγω των χαρακτηριστικών των άλλων μορφών ενώσεων ή εταιριών που απαντούν στο ελληνικό δίκαιο, η επιλογή μιας από αυτές τις νομικές μορφές θα είχε αυτόματα ως συνέπεια να μη συγκεντρώνει η οικεία οργάνωση τις προϋποθέσεις που προβλέπει η επίμαχη απόφαση.
20 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το ίδιο το γράμμα της αποφάσεως 330358 έχει ως αποτέλεσμα ότι μόνο οι ενώσεις συνεταιρισμών, ή μόνο οι γεωργικοί συνεταιρισμοί, μπορούν να ανταποκρίνονται στα προβλεπόμενα συμπληρωματικά κριτήρια.
21 Απομένει να εξεταστούν τα επιχειρήματα που αφορούν αφενός τον πίνακα των οργανώσεων παραγωγών που αναγνωρίστηκαν για την περίοδο εμπορίας 1984/1985 και αφετέρου τη μνεία του νόμου περί γεωργικών συνεταιρισμών, η οποία περιέχεται στο προοίμιο του πίνακα αυτού.
22 Ο εν λόγω πίνακας, ο οποίος υπάρχει στη δικογραφία, περιλαμβάνει 77 οργανώσεις παραγωγών, οι οποίες είναι όλες περιφερειακές ενώσεις γεωργικών συνεταιρισμών. Το προοίμιο αναφέρεται πράγματι στο νόμο περί γεωργικών συνεταιρισμών, χωρίς να κάνει μνεία καμιάς άλλης νομοθετικής διατάξεως. Η ελληνική κυβέρνηση δεν παρέσχε ικανοποιητικές εξηγήσεις για κανένα από αυτά τα δύο σημεία και περιορίστηκε απλώς στον ισχυρισμό ότι οι αιτήσεις που είχαν υποβάλει οι μη συνεταιριστικές οργανώσεις δεν πληρούσαν την περίοδο εκείνη τις προϋποθέσεις που έθεταν οι κοινοτικοί κανονισμοί και η απόφαση 330358.
23 Με το υπόμνημα απαντήσεως η Επιτροπή αναφέρθηκε σε τρεις συγκεκριμένες περιπτώσεις, στις οποίες δεν αναγνωρίστηκαν από τις ελληνικές αρχές οργανώσεις παραγωγών που δεν είχαν τη νομική μορφή ενώσεως συνεταιρισμών (επρόκειτο για δύο σωματεία μη κερδοσκοπικού σκοπού και για μία ανώνυμη εταιρία). Η ελληνική κυβέρνηση διευκρίνισε όμως, χωρίς να αντικρουστεί από την Επιτροπή, ότι οι ελληνικές αρχές αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τις εν λόγω τρεις οργανώσεις για λόγους άσχετους προς τη νομική τους μορφή και ότι άλλωστε αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν και δέκα περίπου συνεταιρισμούς.
24 Επιβάλλεται κατ' ανάγκη η διαπίστωση ότι, λόγω της συνθέσεως του πίνακα των οργανώσεων παραγωγών που αναγνωρίστηκαν, θα μπορούσε να πιθανολογηθεί σοβαρά ότι πρόθεση της ελληνικής κυβερνήσεως ήταν να αναγνωρίζονται ως οργανώσεις παραγωγών ελαιολάδου οι ενώσεις συνεταιρισμών και μόνο. Αυτό όμως δεν επιβεβαιώθηκε από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Η πιθανολόγηση αυτή και μόνο δεν μπορεί να δικαιολογήσει το συμπέρασμα ότι τα συμπληρωματικά κριτήρια που καθορίστηκαν με την απόφαση 330358 αποκλείουν τη δυνατότητα αναγνωρίσεως άλλων οργανώσεων εκτός από τις ενώσεις γεωργικών συνεταιρισμών. Η αιτίαση δε περί παραβάσεως αφορά τα κριτήρια που καθορίζει η απόφαση και όχι την εφαρμογή στην πράξη των κριτηρίων αυτών εκ μέρους των ελληνικών αρχών.
25 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν προσκόμισε τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να διαπιστωθεί η ύπαρξη παραβάσεως. Η προσφυγή πρέπει επομένως να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δυνάμει όμως της παραγράφου 3 του ίδιου αυτού άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι. Εν προκειμένω πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, δεδομένου ότι και οι δύο διάδικοι δεν παρέσχον στο Δικαστήριο τα στοιχεία που χρειαζόταν για να αποφασίσει.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα έξοδά του.
Full & Egal Universal Law Academy