Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι - Συντάξεις - Συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αποκτήθηκαν πριν από την είσοδο στην υπηρεσία των Κοινοτήτων - Μεταφορά στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα - Υποχρεώσεις των κρατών μελών - Λήψη των μέτρων που καθιστούν δυνατή τη μεταφορά - Λεπτομέρειες εφαρμογής - Αποκλειστική προθεσμία για την υποβολή της αιτήσεως - Δεν μπορεί ν' αντιταχθεί όταν η αίτηση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα στο κοινοτικό όργανο, σύμφωνα με διοικητική πρακτική
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VΙΙΙ, άρθρο 11, παράγραφος 2)
Περίληψη
Λόγω της κανονιστικής του φύσεως το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχει δεσμευτικό χαρακτήρα που εφαρμόζεται απευθείας σε όλα τα κράτη μέλη, με αποτέλεσμα να υποχρεούνται τα τελευταία να λάβουν όλα τα γενικά ή ειδικά μέτρα που θα επιτρέπουν στους υπαλλήλους να κάνουν χρήση της δυνατότητας που τους προσφέρει η διάταξη αυτή, να μεταφέρουν, δηλαδή, στο συνταξιοδοτικό σύστημα των Κοινοτήτων τα δικαιώματα που απέκτησαν δυνάμει του εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος.
Πρέπει να αναγνωριστεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να τάξουν ορισμένες προθεσμίες εντός της οποίας οι υπάλληλοι πρέπει, επί ποινή απωλείας του δικαιώματος, να υποβάλουν αίτηση μεταφοράς. 'Οσον αφορά τη διάρκειά της, η προθεσμία ενός έτους από της μονιμοποιήσεως ανταποκρίνεται στο σκοπό της εν λόγω διατάξεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, προσφέροντας στον ενδιαφερόμενο επαρκή χρόνο προκειμένου να λάβει εγκύρως την απόφασή του.
Ωστόσο, η πάροδος της αποκλειστικής προθεσμία δεν μπορεί ν' αντιταχθεί σε υπάλληλο ο οποίος υπέβαλε, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας, την αίτησή του στο κοινοτικό όργανο στο οποίο υπηρετεί, σύμφωνα με διοικητική πρακτική που ακολουθείται μεταξύ του οργάνου αυτού και της αρμόδιας εθνικής αρχής, επί της οποίας ακριβώς στηρίχθηκε η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ενδιαφερομένου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 129/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour de cassation του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Eva Fingruth, συζύγου Decker, υπαλλήλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατοίκου Arlon,
και
Caisse de pension des employes prives, Λουξεμβούργο,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώστος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο τμήματος, T. Koopmans, K. Bahlmann, Κ. Ν. Κακούρη και T. F. O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η E. Fingruth, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο A. Bonn,
- το Caisse de pension des employes prives, εκπροσωπούμενο από το δικηγόρο F. Entringer,
- η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενη από τους G. Schroeder και C. Ewen,
- η βρετανική κυβέρνηση εκπροσωπούμενη από την S. J. Hay του Treasury Solicitor' s Department,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον H. Etienne
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 3ης Μαΐου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 1988
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 9ης Απριλίου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Απριλίου 1987, το Cour de cassation του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108), (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Eva Fingruth, υπαλλήλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αναιρεσείουσας της κύριας δίκης, και του Caisse de pension des employes prives (Ταμείου συντάξεως ιδιωτικών υπαλλήλων) του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, αναιρεσίβλητου της κύριας δίκης (στο εξής: CΡΕΡ).
3 Η Fingruth, πριν από τη μονιμοποίησή της, από 1ης Απριλίου 1981, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είχε εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα στο Λουξεμβούργο, και είχε αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα έναντι του CΡΕΡ.
4 Επειδή η Fingruth εξεδήλωσε το ενδιαφέρον της για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών της δικαιωμάτων από το λουξεμβουργιανό στο κοινοτικό εκπαιδευτικό σύστημα, οι διοικητικές υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ζήτησαν από το CΡΕΡ να τους γνωρίσει το ακριβές ποσό των προς μεταφορά εισφορών. Αφού έλαβε το σχετικό εκκαθαριστικό σημείωμα που της διαβίβασαν οι υπηρεσίες του Κοινοβουλίου στις 24 Νοεμβρίου 1981, η Fingruth υπέβαλε, την ίδια μέρα, αίτηση προς τις εν λόγω υπηρεσίες ζητώντας τη μεταφορά του ανερχόμενου σε 618 192 φράγκα Λουξεμβούργου (LFR) ποσού των εισφορών στο ταμείο συντάξεως των Κοινοτήτων. Οι υπηρεσίες του Κοινοβουλίου διαβίβασαν την αίτηση αυτή στο CΡΕΡ μόλις στις 27 Μαΐου 1982, δηλαδή ένα και πλέον έτος μετά τη μονιμοποίηση της Fingruth.
5 Στις 2 Ιουνίου 1982 το CΡΕΡ απέρριψε την αίτηση μεταφοράς, με την αιτιολογία ότι υποβλήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας που προβλέπει σχετικώς η εθνική νομοθεσία. Το άρθρο 18 του λουξεμβουργιανού νόμου της 16ης Δεκεμβρίου 1963 περί συντονισμού των συνταξιοδοτικών συστημάτων, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο της 14ης Μαρτίου 1979, προβλέπει, πράγματι, ότι η αίτηση μεταφοράς πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας ενός έτους από της μονιμοποιήσεως του υπαλλήλου, επί ποινή απωλείας του δικαιώματος.
6 Αφού αποφάνθηκαν επί της διαφοράς τα αρμόδια δικαστήρια, το επιληφθέν σε τελευταίο βαθμό Cour de cassation αποφάσισε ν' αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφασίσει επί του ακολούθου προδικαστικού ερωτήματος:
"Δεδομένου ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως έχει θεσπισθεί με τον κανονισμό 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, δεν προβλέπει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί η αίτηση μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων υπαλλήλου που εισέρχεται στην υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχει μήπως την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη, στο πλαίσιο των εκτελεστικών μέτρων εσωτερικού δικαίου που λαμβάνουν για την εφαρμογή αυτής της κοινοτικής διατάξεως, να περιορίζουν την άσκηση του παρεχομένου στον υπάλληλο δικαιώματος τάσσοντας προθεσμία για την υποβολή της αιτήσεως μεταφοράς και επιβάλλοντας ως κύρωση της μη τηρήσεως αυτής την απώλεια του σχετικού δικαιώματος;"
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι σχετικές εθνικές και κοινοτικές διατάξεις καθώς και η διαδικασία και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8 Η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη να τάσσει αποκλειστική προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Πράγματι, μια τέτοια προθεσμία θα έθιγε δικαίωμα που παρέχεται στον υπάλληλο δυνάμει κοινοτικής διατάξεως.
9 Αντιθέτως, το αναιρεσίβλητο της κύριας δίκης θεωρεί ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν εμποδίζει τον καθορισμό παρόμοιας προθεσμίας για λόγους διοικητικών αναγκών. Την άποψη αυτή συμμερίζονται οι κυβερνήσεις του Λουξεμβούργου και της Μεγάλης Βρετανίας. Η Επιτροπή, καίτοι δέχεται το δικαίωμα των κρατών μελών να τάσσουν αποκλειστική προθεσμία, υποστηρίζει ότι η εκπνοή της προθεσμίας αυτής δεν μπορεί ν' αντιταχθεί σε υπάλληλο του οποίου η επιλογή δηλώθηκε στο όργανο στο οποίο υπηρετεί εντός της προθεσμίας αυτής, δεν διαβιβάστηκε όμως εμπρόθεσμα από το όργανο αυτό στις εθνικές αρχές, λόγω βραδύτητας της διοικήσεως.
10 Πρέπει καταρχήν να παρατηρηθεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 20ής Οκτωβρίου 1981 (Επιτροπή κατά Βελγίου, 137/80, Συλλογή 1981, σ. 2393), το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και εφαρμόζεται απευθείας σ' όλα τα κράτη μέλη, με αποτέλεσμα να υποχρεούνται τα τελευταία να λάβουν όλα τα γενικά ή ειδικά μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής.
11 Από αυτή την κατανομή αρμοδιοτήτων προκύπτει ότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να τάσσουν ορισμένη προθεσμία εντός της οποίας οι κοινοτικοί υπάλληλοι που επιθυμούν να μεταφέρουν τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα στο κοινοτικό σύστημα πρέπει να υποβάλουν την αίτησή τους, ώστε ν' αποφευχθεί η αβεβαιότητα σχετικά με την υπαγωγή τους σε ασφαλιστικό φορέα, όπως ορθά υπογράμμισαν οι προαναφερθείσες κυβερνήσεις και η Επιτροπή.
12 'Οσον αφορά τη διάρκεια αυτής της αποκλειστικής προθεσμίας, η περίοδος ενός έτους από την ημερομηνία μονιμοποιήσεως του υπαλλήλλου, όπως προβλέπει η λουξεμβουργιανή νομοθεσία, πρέπει να θεωρηθεί σύμφωνη προς το σκοπό του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, διότι η προθεσμία αυτή προσφέρει στον ενδιαφερόμενο επαρκή χρόνο σκέψεως προκειμένου να λάβει εγκύρως την απόφασή του.
13 Για να είναι χρήσιμη η απάντηση που θα δοθεί στο εθνικό δικαστήριο, στο συγκεκριμένο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, πρέπει, εντούτοις, να εξετασθεί το ζήτημα αν η εν λόγω αποκλειστική προθεσμία μπορεί να αντιταχθεί σε υπάλληλο που υπέβαλε την αίτηση μεταφοράς στο κοινοτικό όργανο στο οποίο ανήκει εντός της προθεσμίας που προβλέπει η εθνική νομοθεσία, σύμφωνα με την ακολουθούμενη διοικητική πρακτική μεταξύ του οργάνου αυτού και της αρμόδιας εθνικής αρχής, του οποίου όμως η αίτηση δεν διαβιβάστηκε από την υπεύθυνη υπηρεσία του κοινοτικού οργάνου παρά μόνο μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής.
14 Πράγματι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία η αρμόδια αρχή του Λουξεμβούργου είχε δεχθεί ότι η αίτηση μεταφοράς έπρεπε να της διαβιβασθεί μέσω της αρμόδιας υπηρεσίας του εν λόγω οργάνου. Το Κοινοβούλιο, λοιπόν, ζήτησε καταρχάς από το CΡΕΡ να του γνωρίσει το ποσό που αντιπροσωπεύουν τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα της Fingruth, ενόψει μεταφοράς των δικαιωμάτων αυτών στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, το δε CΡΕΡ απέστειλε στη συνέχεια στο Κοινοβούλιο εκκαθαριστικό σημείωμα σχετικά με τις εισφορές της Fingruth που μπορούν να μεταφερθούν.
15 Υπό τις συνθήκες αυτές και παρά την ύπαρξη αποκλειστικής προθεσμίας για την άσκηση του δικαιώματος μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, η αρμόδια εθνική αρχή, λόγω της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που οι περιστάσεις αυτές δημιουργούν στον εν λόγω κοινοτικό υπάλληλο, είναι υποχρεωμένη να εγγυηθεί ότι το δικαίωμα μεταφοράς θα μπορεί πράγματι να ασκηθεί αν ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος προβεί στις αναγκαίες ενέργειες πριν εκπνεύσει η προθεσμία. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η πάροδος της προθεσμίας αυτής δεν μπορεί ν' αντιταχθεί σε κοινοτικό υπάλληλο που υπέβαλε την αίτηση μεταφοράς στο κοινοτικό όργανο στο οποίο υπηρετεί εντός της προθεσμίας που προβλέπει η εθνική νομοθεσία, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διοικητική πρακτική, όταν η εκπνοή της προθεσμίας αυτής είναι ανεξάρτητη της θελήσεώς του.
16 Κατά συνέπεια, στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να τάσσουν αποκλειστική προθεσμία ενός έτους για την υποβολή των αιτήσεων μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Η πάροδος της προθεσμίας αυτής δεν μπορεί, ωστόσο, ν' αντιταχθεί από την εθνική αρχή, σε κοινοτικό υπάλληλο ο οποίος υπέβαλε την αίτηση μεταφοράς των δικαιωμάτων του, εντός της προβλεπόμενης από την εθνική νομοθεσία προθεσμίας, στο κοινοτικό όργανο στο οποίο υπηρετεί, όταν η υποβολή της αιτήσεως μεταφοράς μέσω αυτού του οργάνου είναι σύμφωνη προς διοικητική πρακτική ακολουθούμενη σ' αυτόν τον τομέα μεταξύ του κοινοτικού οργάνου και της αρμόδιας εθνικής αρχής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
17 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με Διάταξη της 9ης Απριλίου 1987, το Cour de cassation του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου αποφαίνεται:
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να τάσσουν αποκλειστική προθεσμία ενός έτους για την υποβολή των αιτήσεων μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Η πάροδος της προθεσμίας αυτής δεν μπορεί, ωστόσο, ν' αντιταχθεί, από την εθνική αρχή σε κοινοτικό υπάλληλο ο οποίος υπέβαλε την αίτηση μεταφοράς των δικαιωμάτων του, εντός της προβλεπόμενης από την εθνική νομοθεσία προθεσμίας, στο κοινοτικό όργανο στο οποίο υπηρετεί, όταν η υποβολή της αιτήσεως μεταφοράς μέσω αυτού του οργάνου ήταν σύμφωνη προς διοικητική πρακτική ακολουθούμενη σ' αυτόν τον τομέα μεταξύ του κοινοτικού οργάνου και της αρμόδιας εθνικής αρχής.
Full & Egal Universal Law Academy