Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως του προσωπικού της ΕΚΑΧ - Νομικό κύρος
2. Υπάλληλοι - Συντάξεις - Συνταξιοδοτικά δικαιώματα που κτήθηκαν πριν από την είσοδο του ασφαλισμένου στην υπηρεσία των Κοινοτήτων - Μεταφορά στο κοινοτικό σύστημα - Υποχρέωση των κρατών μελών - Λήψη των μέτρων που καθιστούν δυνατή τη μεταφορά - Εθνική νομοθεσία που αποκλείει συγχρόνως τη μεταφορά και τη διατήρηση των δικαιωμάτων - Δεν εφαρμόζεται
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ΕΚΑΧ, παράρτημα VΙΙΙ, άρθρο 11, παράγραφος 2)
Περίληψη
1. Η ενότητα των τριών Κοινοτήτων στον τομέα της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τους θα διακυβευόταν εάν ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ΕΚΑΧ είχε κατώτερο νομικό κύρος σε σχέση με τους αντίστοιχους κανονισμούς των υπαλλήλων των άλλων Κοινοτήτων, λόγω των περιστάσεων της θεσπίσεώς του το 1962, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η μη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα, με αποτέλεσμα το προσωπικό της ΕΚΑΧ να στερείται δικαιώματα και δυνατότητες που παρέχονται στους άλλους κοινοτικούς υπαλλήλους. Παρόμοια προσβολή της αρχικής της ισότητας είναι ασυμβίβαστη προς τις θεμελειώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου.
2. Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή του και απέκλεισε, από της θέσεώς του σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1962, την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως δυνάμει της οποίας κοινοτικός υπάλληλος υπαγόμενος στην κοινωνική ασφάλιση του εν λόγω κράτους μέλους ήταν υποχρεωμένος να παραιτηθεί οριστικώς, έναντι καταβολής αποζημιώσεως εξαγοράς ίσης προς τις εισφορές του, από τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχε προηγουμένως αποκτήσει στο εθνικό σύστημα, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει ή να μεταφέρει τα συνταξιοδοτικά αυτά δικαιώματα στο κοινοτικό σύστημα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 130/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour de cassation του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Francois Retter, υπαλλήλου της Επιτροπής, κατοίκου Βρυξελλών,
και
Caisse de pension des employes prives, Λουξεμβούργο,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τους T. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως, και H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως, κατά την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο F. Retter, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο G. Margue, το Caisse de pension des employes prives, εκπροσωπούμενο από τον F. Entringer, δικηγόρο,
- η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, εκπροσωπουμένη από τον G. Schroeder,
- η βρετανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. J. Hay, του Treasury Solicitor' s Department,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον H. Etienne,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση όπως συμπληρώθηκε μετά από τις προφορικές διαδικασίες της 3ης Μαΐου και της 15ης Δεκεμβρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 1988 και, μετά την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, κατά τη συνεδρίαση της 24ης Ιανουαρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 9ης Απριλίου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Απριλίου 1987, το Cour de cassation του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Francois Retter, υπαλλήλου της Επιτροπής, προσφεύγοντος της κύριας δίκης, και του Caisse de pension des employes prives (ταμείο συντάξεως των ιδιωτικών υπαλλήλων) του Λουξεμβούργου, καθού της κύριας δίκης (στο εξής: CΡΕΡ).
3 Ο Retter, πριν από τη μονιμοποίησή του ως υπαλλήλου της Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, στις 5 Φεβρουαρίου 1962, είχε εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα στο Λουξεμβούργο, και είχε αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα έναντι του CΡΕΡ, καθώς είχε συμπληρώσει ασφαλιστικές περιόδους 61 μηνών. Την 1η Απριλίου 1964 ζήτησε από το CΡΕΡ να του επιστρέψει το ήμισυ του συνόλου των εισφορών που είχαν καταβληθεί για λογαριασμό του, οι οποίες ανέρχονταν τότε στο ποσό των 58 538 φράγκων Λουξεμβούργου (LFR). Κατόπιν της αιτήσεως αυτής, του καταβλήθηκε το ποσό των 29 269 LFR.
4 Η ισχύουσα το 1964 νομοθεσία του Λουξεμβούργου δεν προέβλεπε τη δυνατότητα μεταφοράς στο κοινοτικό σύστημα συντάξεων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχαν κτηθεί στο εθνικό σύστημα. Οι διατάξεις αυτής της νομοθεσίας προέβλεπαν μόνο αποζημίωση εξαγοράς για τους ασφαλισμένους οι οποίοι, αφού κατέβαλαν εισφορές για περίοδο τουλάχιστον 30 μηνών, διέκοπταν οριστικά την ασφάλισή τους στο συνταξιοδοτικό σύστημα του Λουξεμβούργου χωρίς να λάβουν σύνταξη. Κατά τις διατάξεις της εν λόγω νομοθεσίας, η σχετική με την καταβολή της αποζημιώσεως εξαγοράς αίτηση έπρεπε να υποβληθεί εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο ετών από της λήξεως της υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση του Λουξεμβούργου, ο δε ασφαλισμένος που εισέπραττε αυτή την αποζημίωση δεν είχε πλέον κανένα δικαίωμα επί παροχών καταβαλλόμενων από το CΡΕΡ.
5 Μετά την έκδοση του νόμου της 14ης Μαρτίου 1979, που τροποποίησε τη νομοθεσία του Λουξεμβούργου παρέχοντας τη δυνατότητα σε όσους έγιναν υπάλληλοι των Κοινοτήτων να μεταφέρουν τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ο προσφεύγων ζήτησε από το CΡΕΡ, στις 4 Φεβρουαρίου 1983, την ακύρωση της πράξεως του 1964 και την αναβίωση των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, έναντι αποδόσεως του ποσού που του είχε επιστραφεί το 1964, προσαυξημένο κατά τους τόκους. Το CΡΕΡ απέρριψε το αίτημα αυτό, στις 15 Μαρτίου 1983, με την αιτιολογία ότι κατά το άρθρο 65 του νόμου του 1979, όσοι εισέπραξαν την προβλεπόμενη από το νόμο του 1964 αποζημίωση εξαγοράς θεωρούνται ως απωλέσαντες κάθε δικαίωμα επί παροχών χορηγουμένων από το CΡΕΡ και, επομένως, δεν μπορούν να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του θεσπισθέντος νέου συστήματος.
6 Αφού αποφάνθηκαν επί της διαφοράς τα αρμόδια δικαστήρια, το επιληφθέν σε τελευταίο βαθμό Cour de cassation αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφασίσει επί του ακολούθου προδικαστικού ερωτήματος:
"'Εχει το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την έννοια ότι παρέχει απευθείας από της θέσεώς του σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1962, δικαίωμα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των υπαλλήλων ΕΚΑΧ από το εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, υπό τους καθοριζόμενους στο προαναφερθέν άρθρο 11, παράγραφος 2, όρους και, κατά συνέπεια, η εν λόγω κοινοτική διάταξη μπορεί από 1ης Ιανουαρίου 1962 να θεωρείται ως ενσωματωμένη, σε ό,τι αφορά το δικαίωμα μεταφοράς που προβλέπει, στην εθνική νομοθεσία περί συνταξιοδοτικών συστημάτων και ειδικότερα στην νομοθεσία περί συντονισμού των διαφόρων συνταξιοδοτικών συστημάτων;"
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8 Πρέπει να υπογραμμιστεί εξαρχής ότι η διαφορά της κύριας δίκης προκλήθηκε από την εξαγορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που συμφωνήθηκε μεταξύ του Retter και του CΡΕΡ το 1964. Την περίοδο εκείνη ο προσφεύγων υπαγόταν, ως υπάλληλος της Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, στις διατάξεις του κανονισμού περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Κοινότητας, τον οποίο εξέδωσε η επιτροπή των προέδρων της ΕΚΑΧ και ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1962. Επομένως, η ερμηνεία την οποία ζητά το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ.
9 Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ, του εν λόγω κανονισμού του 1962, αντιστοιχεί προς το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, που καθορίστηκαν με τους κανονισμούς 31 (ΕΟΚ) και 11 (ΕΚΑΕ) των Συμβουλίων της 18ης Δεκεμβρίου 1961 (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 19), οι οποίοι, επίσης, τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1962. 'Ολες αυτές οι διατάξεις, επαναλήφθησαν κατά γράμμα στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ, του κανονισμού (ΕΟΚ, ΕΚΑΕ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108).
10 Ο προαναφερθείς κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, σε αντίθεση με τους προαναφερθέντες αντίστοιχους κανονισμούς των υπαλλήλων της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ δεν δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα. Οι συνέπειες που θα μπορούσαν να προκύψουν ενδεχομένως από το γεγονός αυτό αποτέλεσαν αντικείμενο των παρατηρήσεων των διαδίκων κατά την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας που αποφάσισε το Δικαστήριο (έκτο τμήμα), αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, στις 4 Οκτωβρίου 1988.
11 Για να καθοριστεί, αν το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ παρέσχε στους υπαλλήλους της Κοινότητας αυτής, από της θέσεώς του σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1962, δικαίωμα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τα οποία απέκτησαν στο πλαίσιο εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος, στο αντίστοιχο κοινοτικό σύστημα, πρέπει να εξεταστεί αν συνέπεια της διατάξεως αυτής είναι να καθιστά ανεφάρμοστη κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους που απέκλειε, κατά την υπό κρίση χρονική περίοδο, όχι μόνο τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, αλλά και τη διατήρηση των δικαιωμάτων αυτών στο εθνικό σύστημα. Για να δοθεί πρακτικά αποτελεσματική απάντηση στο παραπέμπον δικαστήριο, πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά η νομική συγκυρία υπό την οποία εκδόθηκε ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως της ΕΚΑΧ του 1962 και η νομική σημασία των πράξεων που εξέδωσε, στον τομέα της κοινοτικής δημόσιας διοίκησης, η επιτροπή των προέδρων.
12 Ως προς τη νομική συγκυρία υπό την οποία εκδόθηκε ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, πρέπει να τονιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 78, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και της παραγράφου 7, τρίτο εδάφιο, της Συμβάσεως που προβλέπει το άρθρο 85, της εν λόγω Συνθήκης, η εξουσία εκδόσεως του κανονισμού αυτού ανατέθηκε σε επιτροπή αποτελούμενη από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου ως πρόεδρο της και τους προέδρους της Ανωτάτης Αρχής, της κοινής συνελεύσεως και του ειδικού Συμβουλίου Υπουργών. Αντίθετα από το άρθρο 15, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά την εν λόγω διάταξη η ισχύς των μέτρων που λαμβάνει η εν λόγω επιτροπή δεν εξαρτάται από τη δημοσίευσή τους.
13 Στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η παροχή νομοθετικών αρμοδιοτήτων στην επιτροπή των προέδρων συνεπαγόταν τη δυνατότητα δημιουργίας δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών. Η ύπαρξη τέτοιων δικαιωμάτων, που σκοπός τους είναι να συμβάλουν στην εύρυθμη λειτουργία και ανεξαρτησία της κοινοτικής διοικήσεως, υπογραμμίστηκε από το Δικαστήριο στην απόφασή του της 16ης Δεκεμβρίου 1960, Humblet κατά Βελγίου (6/60, Rec. 1960, σ. 1129). Από την απόφαση αυτή, με την οποία το Δικαστήριο καθόρισε τις υποχρεώσεις που προκύπτουν για τα κράτη μέλη από το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών της Κοινότητας, προσαρτημένου στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, προκύπτει ότι η κοινοτική έννομη τάξη μπορεί να δημιουργήσει δικαιώματα υπέρ των υπαλλήλων, αναφορικά με την υπηρεσιακή τους κατάσταση, τα οποία μπορούν να προβληθούν έναντι των αρχών των κρατών μελών.
14 Πρέπει σχετικώς να διαπιστωθεί ότι η σχετική με την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων κανονιστική ρύθμιση που θέσπισε η επιτροπή των προέδρων περιλαμβάνει, εκτός από τους κανόνες που διέπουν τις υπηρεσιακές σχέσεις, διατάξεις περί των σχέσεων των υπαλλήλων με τις κρατικές υπηρεσίες κοινωνικής ασφαλίσεως κράτους μέλους όπου υπάγονταν προηγουμένως.
15 Ως προς το νομικό χαρακτήρα των κανόνων του εν λόγω κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πρέπει να τονιστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1981, Επιτροπή κατά Βελγίου (137/80, Συλλογή 1981, σ. 2393), η παρεχόμενη στους υπαλλήλους δυνατότητα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων μπορεί να δημιουργήσει έννομες συνέπειες έναντι των κρατών μελών. Πράγματι, σκοπός του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως είναι να διασφαλίσει ότι ο κοινοτικός υπάλληλος θα μπορεί να διατηρεί, υπέρ αυτού τα δικαιώματα που απέκτησε σε κράτος μέλος, παρά τον ενδεχομένως περιορισμένο ή ακόμα και αβέβαιο ή μελλοντικό χαρακτήρα τους ή την ανεπάρκειά τους να θεμελιώσουν άμεσο δικαίωμα συντάξεως, και ότι θα μπορούν να ληφθούν υπόψη από το συνταξιοδοτικό σύστημα στο οποίο θα υπάγεται ο υπάλληλος στο τέλος της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, στην προκειμένη περίπτωση το κοινοτικό σύστημα.
16 Οι προπαρασκευαστικές εργασίες των Συμβουλίων της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ, καθώς και της επιτροπής των προέδρων της ΕΚΑΧ το 1961, σχετικές με την κατάρτιση νέων κανονισμών υπηρεσιακής καταστάσεως για το προσωπικό της κοινοτικής διοικήσεως, απέβλεπαν στη θέσπιση ενιαίας κανονιστικής ρυθμίσεως. Πράγματι, από τα πρακτικά των συνεδριάσεων της επιτροπής των προέδρων προκύπτει στενή συνεργασία του οργάνου αυτού με τα Συμβούλια. Στο πλαίσιο αυτών των διαβουλεύσεων, ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως της ΕΚΑΧ αποτέλεσε το πρότυπο για τα Συμβούλια της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ.
17 Με δεδομένο αυτό το νομοθετικό γενικό πλαίσιο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ενότητα των τριών Κοινοτήτων ως προς την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων της, η οποία τονίστηκε στην απόφαση της 15ης Ιουλίου 1960, Campolongo κατά Ανωτάτης Αρχής ΕΚΑΧ (27 και 39/59, Rec. 1960, σ. 799), θα διακυβευόταν εάν ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ είχε περιορισμένο νομικό κύρος σε σχέση με τους αντίστοιχους κανονισμούς των υπαλλήλων της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ , με αποτέλεσμα το προσωπικό της Κοινότητας αυτής να στερείται δικαιώματα και δυνατότητες που παρέχονται στους άλλους κοινοτικούς υπαλλήλους. Παρόμοια προσβολή της αρχής της ισότητας θα είναι ασυμβίβαστη προς τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου.
18 Αυτή η ενότητα των κανονισμών υπηρεσιακής καταστάσεως, παρά τις διαφορές ως προς διαδικασίες θεσπίσεώς τους από τις διάφορες αρχές και ως προς τους κανόνες τους σχετικούς με τη δημοσίευσή τους, επικυρώνεται από το άρθρο 83, παράγραφος 3, των τριών κανονισμών υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων που τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1962. Κατά την εν λόγω διάταξη ο τρόπος εκκαθαρίσεως των συντάξεων των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ, καθώς και η κατανομή των βαρών που προκύπτουν από την εκκαθάριση των συντάξεων αυτών μεταξύ του ταμείου συντάξεων της ΕΚΑΧ και των προϋπολογισμών της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ ρυθμίζονται βάσει κανονισμού, εκδιδομένου με κοινή συμφωνία των Συμβουλίων και της επιτροπής των προέδρων της ΕΚΑΧ. Αυτός ο τρόπος καθορίστηκε αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1962, με τον κανονισμό 5/63/ΕΚΑΕ και 100/63/ΕΟΚ της 10ης Ιουλίου 1963 ((ΕΕ ειδ. έκδ. 01/004 (Σ) )), ο οποίος στις αιτιολογικές του σκέψεις παραπέμπει στους κανονισμούς υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των τριών προαναφερθεισών Κοινοτήτων. Στο ίδιο κανονιστικό πλαίσιο, τα Συμβούλια της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ, καθώς και της Επιτροπής των προέδρων της ΕΚΑΧ, εξέδωσαν την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1963 περί καθορισμού του φορέα στον οποίο ανατέθηκε η χορήγηση των προβλεπομένων από το συνταξιοδοτικό σύστημα παροχών (JΟ 130, σ. 2303), χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των τριών κανονισμών υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
19 Πρέπει να προστεθεί ότι μετά τη θέση σε ισχύ των τριών κανονισμών υπηρεσιακής καταστάσεως, η ευρωπαϊκή συνέλευση, κατά τις συζητήσεις επί προτάσεως των Συμβουλίων περί ενός τροποποιητικού κανονισμού του άρθρου 109 των κανονισμών υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ, είχε καλέσει με απόφασή της την επιτροπή των προέδρων της ΕΚΑΧ να τροποποιήσει τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων αυτής της Κοινότητας (JΟ 1962, αριθ. 116, σ. 2673). Η επιτροπή των προέδρων ανταποκρίθηκε στο ψήφισμα αυτό τροποποιώντας την ίδια διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ.
20 Πρέπει να σημειωθεί, επίσης, ότι την ύπαρξη κανονιστικής ρυθμίσεως περί της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ επιβεβαίωσε ο κανονισμός διαδικασίας του Δικαστηρίου με τις ρυθμίσεις του τις σχετικές με τις διαφορές που προβλέπονται στο άρθρο 58 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του προσωπικού της ΕΚΑΧ, της 21ης Φεβρουαρίου 1957 (JΟ 8, σ. 110), καθώς και ο γενικός κανονισμός οργανώσεως των υπηρεσιών της Ανωτάτης Αρχής, της 20ής Απριλίου 1960 (JΟ 30, σ. 747), ο οποίος στο άρθρο 6, δεύτερο εδάφιο, αναφέρεται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως της ΕΚΑΧ.
21 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες θεσπίστηκε το 1962 ο κανονισμός υπηρεσιακής κατατάσεως των υπαλλήλων της ΕΚΑΧ δεν συνεπάγονται ότι οι διατάξεις του κανονισμού αυτού δεν μπορούν να αναπτύξουν τις προαναφερθείσες έννομες συνέπειες, ακριβώς όμοιες προς εκείνες των αντίστοιχων κανονισμών υπηρεσιακής καταστάσεαως των υπαλλήλων των άλλων Κοινοτήτων.
22 Συνεπώς και έχοντας υπόψη τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας στην οποία αναφέρεται η διαφορά της κύριας δίκης, επιβάλλεται να διαπιστωθεί, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1981, ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή του και, επομένως δεν επιτρέπει την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία αποκλείει τη δυνατότητα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και έχει ως αποτέλεσμα να αποστερεί τον υπάλληλο από δικαίωμα που του παρέχει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως.
23 Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί ως απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Cour de cassation του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ΕΚΑΧ έχει την έννοια ότι από της θέσεώς του σε ισχύ, την 1η Ιανουαρίου 1962, απέκλεισε την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως δυνάμει της οποίας κοινοτικός υπάλληλος υπαγόμενος στην κοινωνική ασφάλιση του εν λόγω κράτους μέλους ήταν υποχρεωμένος να παραιτηθεί οριστικώς, έναντι καταβολής αποζημιώσεως εξαγοράς ίσης προς τις εισφορές του, από τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχε προηγουμένως αποκτήσει στο εθνικό σύστημα, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει ή να μεταφέρει τα συνταξιοδοτικά αυτά δικαιώματα προς το κοινοτικό σύστημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Cour de cassation του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, με απόφαση της 9ης Απριλίου 1987, αποφαίνεται:
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙΙ, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ΕΚΑΧ έχει την έννοια ότι από της θέσεώς του σε ισχύ, την 1η Ιανουαρίου 1962, απέκλεισε την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως δυνάμει της οποίας κοινοτικός υπάλληλος υπαγόμενος στην κοινωνική ασφάλιση του εν λόγω κράτους μέλους ήταν υποχρεωμένος να παραιτηθεί οριστικώς, έναντι καταβολής αποζημιώσεως εξαγοράς ίσης προς τις εισφορές του, από τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχε προηγουμένως αποκτήσει στο εθνικό σύστημα, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει ή να μεταφέρει τα συνταξιοδοτικά αυτά δικαιώματα προς το κοινοτικό σύστημα.
Full & Egal Universal Law Academy