Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία - Προσέγγιση των νομοθεσιών - Ρύθμιση του εμπορίου με τις τρίτες χώρες - Νομική βάση
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 38, παράγραφος 2, 39, 40, παράγραφος 3, 43, 100 και 113 οδηγία 87/64 του Συμβουλίου)
Περίληψη
Το άρθρο 43 της Συνθήκης αποτελεί την ενδεδειγμένη νομική βάση για κάθε ρύθμιση που αφορά την παραγωγή και την εμπορία των γεωργικών προϊόντων τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης και η οποία συμβάλλει στην πραγματοποίηση ενός ή περισσοτέρων από τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής που διατυπώνονται στο άρθρο 39 της Συνθήκης. Οι ρυθμίσεις αυτές, ακόμη κι αν εξυπηρετούν συγχρόνως στόχους κοινής γεωργικής πολιτικής και άλλους στόχους οι οποίοι, ελλείψει ειδικών διατάξεων, επιδιώκονται βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης, μπορούν να προβλέπουν την εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων στον τομέα αυτό, χωρίς να χρειάζεται αναφορά στο προαναφερθέν άρθρο. Το άρθρο αυτό πράγματι, λαμβανομένης υπόψη της προτεραιότητας που εξασφαλίζει το άρθρο 38, παράγραφος 2, της Συνθήκης στις ειδικές διατάξεις του γεωργικού τομέα έναντι των γενικών διατάξεων που αφορούν την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς, δεν μπορεί να δικαιολογήσει κανένα περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 43.
Η οδηγία 87/64, που τροποποιεί τις οδηγίες 72/461 και 72/462, περί προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και κατά την εισαγωγή νωπών κρεάτων προελεύσεως τρίτων χωρών, αφενός, εφαρμόζεται σε προϊόντα που εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ, και αφετέρου, επιδιώκοντας να καταστήσει δυνατό τον εφοδιασμό της φαρμακοβιομηχανίας με γεωργική πρώτη ύλη σε λογικές τιμές και επαρκείς ποσότητες, συμβάλλει στην εξασφάλιση του εφοδιασμού και στη διασφάλιση λογικών τιμών κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές, στην επίτευξη δηλαδή στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχεία δ) και ε), της Συνθήκης.
Εξάλλου, μόνο το γεγονός ότι η οδηγία ρυθμίζει τις προϋποθέσεις εμπορίας των εν λόγω προϊόντων τόσο στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, όσο και όταν αυτά προέρχονται από τρίτες χώρες δεν είναι αρκετό για να καταστήσει εφαρμοστέο το άρθρο 113. Πράγματι, από το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης προκύπτει ότι τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής μπορούν επίσης να αφορούν τις εισαγωγές και τις εξαγωγές των εν λόγω προϊόντων.
Για το λόγο αυτό, το Συμβούλιο έπρεπε να εκδώσει την οδηγία στηριζόμενο μόνο στο άρθρο 43. Εφόσον αυτό δεν συνέβη, η οδηγία πρέπει να ακυρωθεί.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 131/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Dierk Booss, νομικό σύμβουλο, και D. Grant Lawrence, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από
το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τους G. M. Borchardt και M. A. Fierstra, του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Βασιλείου των Κάτω Χωρών,
παρεμβαίνον,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένου από τον Jacques Delmoly, κύριο υπάλληλο διοικήσεως στη νομική υπηρεσία του Συμβουλίου, και την Moyra Sims, υπάλληλο διοικήσεως στη νομική υπηρεσία του Συμβουλίου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον JOErg Kaeser, προϊστάμενο της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
υποστηριζομένου από
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από την Jacqueline A. Gensmantel, του Treasury Solicitor' s Department, και από το δικηγόρο Richard Plender, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου,
και
το Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τον Joergen Molde, νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη Suzanne Rubow, σύμβουλο πρεσβείας, που εκτελεί προσωρινώς χρέη επιτετραμμένου στην πρεσβεία του Βασιλείου της Δανίας,
παρεμβαίνοντα,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της οδηγίας 87/64 του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1986, για την τροποποίηση της οδηγίας 72/461, περί προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων, και της οδηγίας 72/462, περί των υγειονομικών προβλημάτων και των προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου κατά την εισαγωγή βοοειδών και χοιροειδών καθώς και νωπών κρεάτων προελεύσεως τρίτων χωρών (ΕΕ 1987, L 34, σ. 52),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, Sir Gordon Slynn και F. A. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, T. F. O' Higgins, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias και F. Grevisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 20ής Ιουνίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του στη δημόσια συνεδρίαση της 12ης Ιουλίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Απριλίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της οδηγίας 87/64 του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1986, για την τροποποίηση της οδηγίας 72/461, περί προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων, και της οδηγίας 72/462, περί των υγειονομικών προβλημάτων και των προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου κατά την εισαγωγή βοοειδών και χοιροειδών καθώς και νωπών κρεάτων προελεύσεως τρίτων χωρών (ΕΕ 1987, L 34, σ. 52).
2 Η οδηγία 72/461 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1972, περί προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 236), όπως τροποποιήθηκε μεταξύ άλλων με την οδηγία 85/322 του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 168, σ. 41), καθορίζει τις υγειονομικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα ζώα από τα οποία προέρχονται τα νωπά κρέατα που προορίζονται για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Η οδηγία 72/462 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1972, περί των υγειονομικών προβλημάτων και των υγειονομικών μέτρων κατά τις εισαγωγές ζώων του βοείου και χοιρείου είδους και νωπών κρεάτων προελεύσεως τρίτων χωρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 3), όπως τροποποιήθηκε μεταξύ άλλων με την την οδηγία 83/91 του Συμβουλίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1983 (ΕΕ L 59, σ. 34), καθορίζει τις υγειονομικές προϋποθέσεις και τις προϋποθέσεις υγειονομικού ελέγχου που ισχύουν για την εισαγωγή των οικείων προϊόντων από τις τρίτες χώρες.
3 Για να διευκολυνθεί η εισαγωγή από τις τρίτες χώρες αδένων και οργάνων, περιλαμβανομένου και του αίματος, που προορίζονται για τη φαρμακοβιομηχανία και για να ισχύσουν οι ίδιες διευκολύνσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο των προϊόντων αυτών, το Συμβούλιο θέσπισε την οδηγία 87/64, που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
4 Η οδηγία αυτή στηρίχθηκε στα άρθρα 100 και 113 της Συνθήκης, ενώ η Επιτροπή είχε προτείνει το άρθρο 43 ως νομική βάση, όπως είχε πράξει και για τις προαναφερθείσες οδηγίες 72/461 και 72/462, τις οποίες εξέδωσε το Συμβούλιο βάσει των άρθρων 43 και 100 της Συνθήκης.
5 Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, θεωρεί ότι η επίδικη οδηγία έπρεπε να εκδοθεί βάσει μόνο του άρθρου 43, ενώ το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας και από το Βασίλειο της Δανίας, θεωρεί ότι ορθά επελέγησαν ως νομική βάση τα άρθρα 100 και 113.
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7 Πρέπει προκαταρκτικά να υπενθυμισθεί ότι στο πλαίσιο του συστήματος αρμοδιοτήτων της Κοινότητας η επιλογή της νομικής βάσεως μιας πράξεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία που να επιδέχονται δικαστικό έλεγχο (απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 11, 45/86, Συλλογή 1987, σ. 1493).
8 Στη συνέχεια επιβάλλεται η παρατήρηση ότι στην προκειμένη περίπτωση η έριδα ως προς την ορθή νομική βάση δεν είναι καθαρά τυπική, διότι τα άρθρα 100 και 43 προβλέπουν διαφορετικούς κανόνες για το σχηματισμό της βουλήσεως του Συμβουλίου. Επομένως η επιλογή της νομικής βάσεως μπορούσε να έχει συνέπειες για τον καθορισμό του περιεχομένου της προσβαλλομένης οδηγίας.
9 Κατά συνέπεια πρέπει να εξετασθεί αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η προσβαλλόμενη οδηγία έπρεπε να στηριχθεί στο άρθρο 43 της Συνθήκης, και όχι στα άρθρα 100 και 113.
10 'Οπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1988, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (68/86, Συλλογή 1988, σ. 855, και 131/86, Συλλογή 1988, σ. 905), το άρθρο 43 της Συνθήκης αποτελεί την ενδεδειγμένη νομική βάση για κάθε ρύθμιση που αφορά την παραγωγή και την εμπορία των γεωργικών προϊόντων τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης και η οποία συμβάλλει στην πραγματοποίηση ενός ή περισσοτέρων από τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής που διατυπώνονται στο άρθρο 39 της Συνθήκης. Οι ρυθμίσεις αυτές μπορούν να προβλέπουν την εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων στον τομέα αυτό, χωρίς να χρειάζεται αναφορά στο άρθρο 100 της Συνθήκης.
11 Στις ίδιες αποφάσεις το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 38, παράγραφος 2, της Συνθήκης προβλέπει την προτεραιότητα των ειδικών διατάξεων του γεωργικού τομέα έναντι των γενικών διατάξεων που αφορούν την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς και ότι, κατά συνέπεια, ακόμη και αν οι επίδικες ρυθμίσεις έχουν συγχρόνως στόχους γεωργικής πολιτικής και άλλους στόχους οι οποίοι, ελλείψει ειδικών διατάξεων, επιδιώκονται βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης, η διάταξη αυτή, η οποία προβλέπει γενικώς την έκδοση οδηγιών για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών, δεν μπορεί να δικαιολογήσει κανένα περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 43 της Συνθήκης.
12 Κατόπιν των προηγουμένων παρατηρήσεων πρέπει να εξετασθεί, αφενός, αν τα προϊόντα τα οποία αφορά η επίδικη οδηγία εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης και, αφετέρου, αν η εν λόγω οδηγία συμβάλλει στην επίτευξη ενός ή περισσοτέρων στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής.
13 Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι αυτές οι δύο προϋποθέσεις αρκούν για να υπαχθεί η οικεία ρύθμιση στον τομέα της γεωργίας, και επομένως στο άρθρο 43 της Συνθήκης. Η προηγούμενη ύπαρξη κοινών οργανώσεων αγοράς στον οικείο τομέα αποτελεί από την άποψη αυτή σημαντικότατη ένδειξη, αλλά, αντίθετα απ' ό,τι προτάθηκε προς υποστήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου, δεν είναι απαραίτητη.
14 Για να εξακριβωθεί αν τα προϊόντα που αποτελούν το αντικείμενο της οδηγίας εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης, πρέπει να εξετασθεί η κατάταξή τους υπό το πρίσμα της ονοματολογίας για την κατάταξη των εμπορευμάτων την οποία καθιερώνει η σύμβαση της 15ης Δεκεμβρίου 1950 (United Nations Treaty Series, τόμος 347, σ. 127), η λεγόμενη ονοματολογία των Βρυξελλών, στην οποία αναφέρεται το παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης.
15 Πρέπει, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι από τις επεξηγηματικές σημειώσεις της ονοματολογίας των Βρυξελλών που εξέδωσε το Συμβούλιο τελωνειακής συνεργασίας το 1966 προκύπτει ότι οι αδένες και τα όργανα πρέπει να κατατάσσονται στο κεφάλαιο 2 (κρέατα και βρώσιμα παραπροϊόντα σφαγίων) όταν είναι "κατάλληλα για την ανθρώπινη κατανάλωση" και ότι το αίμα υπάγεται οπωσδήποτε στην κλάση 05.15 (προϊόντα ζωικής προέλευσης που δεν κατονομάζονται ή δεν περιλαμβάνονται αλλού, ζώα των κεφαλαίων 1 ή 3, μη ζωντανά, ακατάλληλα για την ανθρώπινη κατανάλωση), που περιλαμβάνει το "αίμα ζώων, έστω και βρώσιμο, υγρό ή αποξηραμένο". Τα προϊόντα που κατατάσσονται στις κλάσεις αυτές εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης.
16 Αντίθετα, όπως επίσης προκύπτει από τις προαναφερθείσες επεξηγηματικές σημειώσεις, οι αδένες και τα όργανα κατατάσσονται σε κλάσεις που δεν ανήκουν στο παράρτημα ΙΙ, δηλαδή στην κλάση 05.14 (άμβρα, καστόριο, ζήβεθο και μόσχος κανθαρίδες και χολή, έστω και αποξηραμένα ζωικές ουσίες που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή φαρμακευτικών προϊόντων, νωπές, διατηρημένες με απλή ψύξη, κατεψυγμένες ή αλλιώς διατηρημένες κατά τρόπο προσωρινό), εάν είναι "ακατάλληλα, από τη φύση ή την παρουσίασή τους, για την ανθρώπινη κατανάλωση", και στην κλάση 30.01 (αδένες και άλλα όργανα για οποθεραπεία, αποξηραμένα, έστω και σε σκόνη εκχυλίσματα αδένων ή άλλων οργάνων ή των εκκρίσεων αυτών, για οποθεραπεία άλλες ζωικές ουσίες παρασκευασμένες για σκοπούς θεραπευτικούς ή προφυλακτικούς, που δεν κατονομάζονται ή δεν περιλαμβάνονται αλλού), εάν "βρίσκονται σε αποξηραμένη μορφή" και είναι επομένως επίσης ακατάλληλα για την ανθρώπινη κατανάλωση.
17 Από αυτό προκύπτει ότι οι αδένες και τα όργανα δεν εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης παρά μόνον όταν είναι κατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση. Το αίμα εμπίπτει οπωσδήποτε στο παράρτημα αυτό.
18 Στη συνέχεια επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η επίδικη οδηγία αφορά τους "αδένες και τα όργανα, περιλαμβανομένου και του αίματος", μόνον αν είναι κατάλληλα για την ανθρώπινη κατανάλωση. Πράγματι η οδηγία αυτή περιορίζεται να τροποποιήσει ορισμένες προϋποθέσεις του εμπορίου των προϊόντων αυτών, χωρίς να διευρύνει ή να περιορίζει το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής των δύο οδηγιών που τροποποιεί. Αυτό το πεδίο εφαρμογής οριοθετείται στο άρθρο 1 της οδηγίας 72/461, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 2 της οδηγίας 72/462, όπως έχει τροποποιηθεί με την προαναφερθείσα οδηγία 83/91.
19 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/461, η οδηγία αυτή "αφορά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές νωπών κρεάτων που προέρχονται από κατοικίδια ζώα τα οποία ανήκουν στο βόειο, χοίριο, πρόβειο και αίγειο είδος, καθώς και στα κατοικίδια μόνοπλα". Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου διευκρινίζει ότι "θεωρούνται ως κρέατα όλα τα τμήματα των ζώων αυτών που είναι κατάλληλα για την ανθρώπινη κατανάλωση".20
Αντίθετα απ' ό,τι υποστήριξε η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν υπάρχει λόγος να γίνει σχετικά διάκριση αναλόγως του αν οι αδένες και τα όργανα είναι κατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση "λόγω της φύσεώς τους" ("suitable for human consumption") ή "λόγω του τρόπου της παρουσιάσεώς τους" ("fit for human consumption"). Η διάκριση αυτή δεν προκύπτει από το κείμενο της οδηγίας 72/461 ούτε εξάλλου από τις επεξηγηματικές σημειώσεις της ονοματολογίας των Βρυξελλών, τις οποίες επικαλέσθηκε η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
21 Κατά συνέπεια δεν μπορούν να θεωρηθούν ως κατάλληλα για την ανθρώπινη κατανάλωση κατά την έννοια της οδηγίας 72/461 (στα αγγλικά: "fit for human consumption") και των κλάσεων της ονοματολογίας των Βρυξελλών που αναφέρθηκαν (στα αγγλικά, ανάλογα με την περίπτωση, "fit" ή "suitable") τα προϊόντα που δεν πληρούν αυτή την προϋπόθεση είτε λόγω της φύσεώς τους είτε λόγω του τρόπου της παρουσιάσεώς τους.
22 Κατά συνέπεια τα προϊόντα που καλύπτονται από τις οδηγίες 72/461 και 72/462, και επομένως από την επίδικη οδηγία, είναι προϊόντα που εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης.
23 'Οσον αφορά το ζήτημα αν η προσβαλλόμενη πράξη συμβάλλει ή όχι στην επίτευξη στόχων κοινής γεωγικής πολιτικής, επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι, όπως επεσήμανε και η Επιτροπή, η επίδικη οδηγία, επιδιώκοντας να καταστήσει δυνατό τον εφοδιασμό της φαρμακοβιομηχανίας με γεωργική πρώτη ύλη σε λογικές τιμές και επαρκείς ποσότητες, συμβάλλει στην εξασφάλιση του εφοδιασμού και στη διασφάλιση λογικών τιμών κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές, στην επίτευξη δηλαδή στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχεία δ) και ε), της Συνθήκης.
24
Πρέπει σχετικά να τονιστεί ότι, αντίθετα με ό,τι προτάθηκε προς υποστήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου, δεν είναι δυνατόν να εξαιρεθεί από τους στόχους αυτούς ο εφοδιασμός της βιομηχανίας. Πράγματι το άρθρο 39 δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί μια τέτοια εξαίρεση και, εξάλλου, πολλά γεωργικά προϊόντα υφίστανται βιομηχανική μεταποίηση. Θα ήταν όμως αυθαίρετο να εξαιρεθούν για το λόγο αυτό από τον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής.
25 'Οσον αφορά το μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι η επίδικη οδηγία, εξεταζόμενη είτε μεμονωμένα είτε στο πλαίσιο των οδηγιών που τροποποιεί, επιδιώκει επίσης την προστασία της δημόσιας υγείας, αρκεί να υπενθυμισθεί ότι από τις αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1988, που αναφέρθηκαν προηγουμένως, προκύπτει ότι η επιδίωξη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής δεν μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη ορισμένες ανάγκες γενικού συμφέροντος, όπως ιδίως η προστασία της υγείας, και ότι το γεγονός ότι οι πράξεις που θεσπίζονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής επιδιώκουν συγχρόνως στόχους οι οποίοι, ελλείψει ειδικών διατάξεων, επιδιώκονται βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης, δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 43 επί των πράξεων αυτών.
26 'Οσον αφορά το άρθρο 113, το Συμβούλιο προέβαλε ως αιτιολογία για τη χρησιμοποίηση της διατάξεως αυτής ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης πράξεως το γεγονός ότι η πράξη αυτή αποσκοπεί στη διευκόλυνση των εισαγωγών των εν λόγω προϊόντων στην Κοινότητα.
27 Σχετικά επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι η οδηγία έχει ως αντικείμενο την ενιαία ρύθμιση των προϋποθέσεων εμπορίας των εν λόγω προϊόντων όχι μόνον όταν προέρχονται από τρίτες χώρες, αλλά και στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.
28
Στη συνέχεια πρέπει να επισημανθεί ότι μόνο το γεγονός ότι η επίδικη οδηγία αφορά και τις εισαγωγές στην Κοινότητα δεν είναι αρκετό για να καταστήσει εφαρμοστέο το άρθρο 113. Πράγματι, από το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης προκύπτει ότι τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής μπορούν επίσης να αφορούν τις εισαγωγές και τις εξαγωγές των εν λόγω προϊόντων.
29 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η επίδικη οδηγία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 43 της Συνθήκης και ότι, κατά συνέπεια, το Συμβούλιο κακώς την εξέδωσε βάσει των άρθρων 100 και 113. Επομένως πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, εξαιρέσει των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι παρεμβαίνοντες, διότι οι κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Δανίας επίσης ηττήθηκαν και η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών δεν είχε υποβάλει αίτημα σχετικά με τα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την οδηγία 87/64 του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1986, για την τροποποίηση της οδηγίας 72/461 περί προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων και της οδηγίας 72/462 περί των υγειονομικών προβλημάτων και των προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου κατά την εισαγωγή βοοειδών και χοιροειδών καθώς και νωπών κρεάτων προελεύσεως τρίτων χωρών.
2) Καταδικάζει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα εξαιρέσει των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι παρεμβαίνοντες, οι οποίοι φέρουν τα δικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy