Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Οίνοι - Οίνοι ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένες περιοχές - Οροθέτηση των περιοχών παραγωγής από τα κράτη μέλη - Εφαρμογή κριτηρίων που ορίζει το κοινοτικό δίκαιο - Εξουσία εκτιμήσεως - 'Ελεγχος από την Επιτροπή και το Δικαστήριο - 'Εκταση
(Κανονισμός 338/79 του Συμβουλίου, άρθρο 3, παράγραφος 2)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Απόδειξη της παράβασης - Η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως - Αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης - Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
3. Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Οίνος - Οίνοι ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένες περιοχές - Χαρακτηρισμός βάσει των παραδοσιακών συνθηκών παραγωγής - Επέκταση της παραδοσιακής περιοχής παραγωγής - Επιτρέπεται - Προϋποθέσεις
(Κανονισμός 338/79 του Συμβουλίου, άρθρο 2)
Περίληψη
1. Μολονότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 338/79, εναπόκειται στα οικεία κράτη μέλη να προβαίνουν στην ακριβή οροθέτηση μιας περιοχής παραγωγής οίνων ποιότητας που παράγονται σε συγκεκριμένες περιοχές και μολονότι, για την οροθέτηση αυτή, οι εθνικές αρχές διαθέτουν οπωσδήποτε ορισμένη εξουσία εκτιμήσεως, τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη για το σκοπό αυτόν είναι, ουσιαστικώς, αυτά που ορίζει το κοινοτικό δίκαιο.
Ο έλεγχος της οροθέτησης αυτής από την Επιτροπή και το Δικαστήριο, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που τους έχουν παρασχεθεί με τη Συνθήκη, δεν περιορίζεται στην καθαρά τυπική εξακρίβωση του ότι ελήφθησαν υπόψη από το οικείο κράτος μέλος τα κριτήρια του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, μια εξακρίβωση που δεν θα αφορούσε την ακρίβεια και τη συγκεκριμένη σημασία των γεγονότων που ελήφθησαν υπόψη, των αξιολογήσεών τους και του χαρακτηρισμού τους από τις εθνικές αρχές, δεν θα μπορούσε ούτε να συντελέσει στην κοινή προσπάθεια εναρμονίσεως όσον αφορά τις απαιτήσεις ποιότητας που ο προαναφερθείς κανονισμός έχει ορίσει ως σκοπό του, ούτε να διασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή εντός των κρατών μελών των κοινοτικών κανονισμών σχετικά με τους οίνους ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένες περιοχές.
2. 'Οταν υποβάλλεται στην κρίση του Δικαστηρίου μια διαφορά στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως και να προσκομίσει η ίδια τις σχετικές αποδείξεις. Η Επιτροπή δεν μπορεί να ζητήσει, για το σκοπό αυτό, από το Δικαστήριο τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
3. Οι "παραδοσιακές συνθήκες παραγωγής" που μνημονεύονται στο άρθρο 2 του κανονισμού 338/79, καίτοι περιλαμβάνουν την παράδοση που υφίσταται σ' έναν τόπο παραγωγής, δεν εμποδίζουν μεταβολές και, ιδίως, την επέκταση της παραδοσιακής περιοχής παραγωγής, εφόσον οι περιληφθείσες νέες εκτάσεις εμφανίζουν τα ίδια με την παραδοσιακή περιοχή χαρακτηριστικά, είναι κατάλληλες για την παραγωγή του ίδιου οίνου και τηρούνται σ' αυτές οι παραδοσιακοί τρόποι παραγωγής, κυρίως όσον αφορά τη σύνθεση του αμπελώνα, την καλλιεργητική πρακτική και την οινοποίηση.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 141/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς της συμβούλους Peter Karpenstein και Giuliano Marenco, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κέντρο Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον Ivo M. Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ιταλική πρεσβεία,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, περιλαμβάνοντας στην περιοχή παραγωγής του οίνου "Lago di Caldaro" εδάφη όπου δεν προϋπήρχε παράδοση εμπορίας οίνου με την ονομασία αυτή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ και τον κανονισμό 338/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 159),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους R. Joliet, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, T. F. O' Higgins και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και μετά την προφορική διαδικασία της 22ας Νοεμβρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 31ης Ιανουαρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Μαΐου 1987, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, περιλαμβάνοντας ή διατηρώντας στην περιοχή παραγωγής οίνου με "denominazione di origine controllata" "Caldaro" ή "Lago di Caldaro" ορισμένες αμπελουργικές ζώνες της επαρχίας του Trento, των οποίων ο οίνος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να τύχει της ονομασίας αυτής κατ' εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 338/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 159), περί καθορισμού ειδικών διατάξεων σχετικών με τους οίνους ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών (εφεξής: v.q.p.r.d.), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
2 Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 338/79 του Συμβουλίου, η κοινοτική ονομασία v.q.p.r.d. επιφυλάσσεται στους οίνους που ανταποκρίνονται στις ειδικές διατάξεις του κανονισμού αυτού, καθώς και στις διατάξεις που έχουν θεσπιστεί κατ' εφαρμογή του και συμπληρωθεί από εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις.
3 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, με τις ειδικές διατάξεις περί v.q.p.r.d. που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, λαμβάνονται υπόψη οι παραδοσιακές συνθήκες παραγωγής, εφόσον αυτές δεν ζημιώνουν την πολιτική ποιότητας ή την πραγματοποίηση της ενιαίας αγοράς, και ερείδονται στα ακόλουθα στοιχεία: οροθέτηση της ζώνης παραγωγής, σύνθεση αμπελώνα, καλλιεργητικές πρακτικές, μέθοδοι οινοποιήσεως, ελάχιστος φυσικός αλκοολικός τίτλος κατ' όγκον, απόδοση ανά εκτάριο, ανάλυση και εκτίμηση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών. Δυνάμει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, στα κράτη μέλη εναπόκειται ο καθορισμός των διαφόρων αυτών στοιχείων και ο προσδιορισμός, ενδεχομένως, "λαμβάνοντας υπόψη τις νόμιμες και διαρκείς συνήθειες", των συμπληρωματικών συνθηκών και χαρακτηριστικών παραγωγής.
4 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, με την έκφραση καθορισμένη περιοχή νοείται μια περιοχή ή σύνολο αμπελουργικών περιοχών οι οποίες παράγουν οίνους που διαθέτουν ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά και των οποίων το όνομα χρησιμοποιείται για να χαρακτηριστούν εκείνοι από τους οίνους αυτούς που περιλαμβάνονται στον ορισμό των v.q.p.r.d. του άρθρου 1 του κανονισμού.
5 Τέλος, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, κάθε καθορισμένη περιοχή αποτελεί το αντικείμενο μιας όσο το δυνατό περισσότερο ακριβούς οροθετήσεως βάσει του αμπελοτεμαχίου ή του τμήματος αυτού. Κατά την οροθέτηση αυτή, που πραγματοποιείται από κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, λαμβάνονται υπόψη στοιχεία που συμβάλλουν στην ποιοτική βελτίωση των οίνων που παράγονται στην εν λόγω περιοχή όπως, κυρίως, η φύση του εδάφους και του υπεδάφους, το κλίμα καθώς και η θέση των αμπελοτεμαχίων ή των τμημάτων αυτών.
6 Με τα ιταλικά προεδρικά διατάγματα της 23ης Μαρτίου 1970 (GURΙ 115 της 9.5.1970, σ. 2872) και της 22ας Σεπτεμβρίου 1981 (GURΙ 92 της 3.4.1982, σ. 2607), στην περιοχή παραγωγής οίνου με την ονομασία "Caldaro" ή "Lago di Caldaro" περιελήφθησαν εδάφη που βρίσκονται σε 12 κοινότητες της επαρχίας του Bolzno και σε 8 κοινότητες της επαρχίας του Trento.
7 Με έγγραφο της 18ης Νοεμβρίου 1983, η Επιτροπή κατέστησε γνωστό στην Ιταλική Δημοκρατία ότι θεωρούσε ότι η οροθέτηση που είχε κατ' αυτό τον τρόπο πραγματοποιηθεί δεν ήταν σύμφωνη προς τις διατάξεις του κανονισμού 338/79 και την κάλεσε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία ενέμεινε στην άποψή της ότι η οροθέτηση αυτή ήταν νομότυπη, τόσο από πλευράς εθνικών όσο και από πλευράς κοινοτικών ρυθμίσεων, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 17 Ιουλίου 1985, την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ αιτιολογημένη γνώμη. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως.
8 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9 Προς στήριξη της προσφυγής της λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή προβάλλει δύο αιτιάσεις. Η πρώτη, η οποία αντλείται από το ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι παραδοσιακές συνθήκες παραγωγής, ερείδεται στο γεγονός ότι ορισμένα από τα εδάφη, που τα ιταλικά προεδρικά διατάγματα περιέλαβαν στην περιοχή παραγωγής του "Caldaro" ή του "Lago di Caldaro", δεν παράγουν οίνους χαρακτηριζόμενους με την ονομασία αυτή. Με τη δεύτερή της αιτίαση, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι στην εν λόγω ρύθμιση δεν ελήφθη υπόψη η απαραίτητη ομοιογένεια των φυσικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν τα εδάφη που είναι κατάλληλα για την παραγωγή οίνου με καθορισμένη ονομασία, όπως, ιδίως, τα στοιχεία που αναφέρονται, στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού.
10 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει, κυρίως, ότι η Επιτροπή και, επομένως, το Δικαστήριο έχουν απλώς τη δυνατότητα να ελέγχουν αν, για τον καθορισμό μιας περιοχής παραγωγής, το ενδιαφερόμενο κράτος έλαβε υπόψη τα κριτήρια των κοινοτικών κανονισμών και όχι άλλα διαφορετικά κριτήρια. Αντιθέτως, ούτε στην Επιτροπή ούτε στο Δικαστήριο εναπόκειται να ελέγχει τα πραγματικά περιστατικά ή την από τεχνικής απόψεως αξιολόγηση των περιστατικών αυτών στην οποία προέβησαν οι ιταλικές αρχές για να κινηθεί η διαδικασία οροθετήσεως, η οποία, κατά την κοινοτική ρύθμιση, εμπίπτει στην εθνική αρμοδιότητα. Εφόσον δεν αμφισβητείται ότι, για την οροθέτηση της περιοχής παραγωγής του "Caldaro" ή του "Lago di Caldaro", τα κριτήρια που εφάρμοσαν οι ιταλικές αρχές είναι τα της κοινοτικής ρυθμίσεως, η προσφυγή της Επιτροπής δεν μπορεί παρά να απορριφθεί.
11 Αυτή η επιχειρηματολογία της Ιταλικής Δημοκρατίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
12 Μολονότι εναπόκειται στις εθνικές αρχές, όπως επιβάλλει ο κανονισμός 338/79 με το άρθρο του 3, παράγραφος 2, να προβαίνουν στην ακριβή οροθέτηση μιας περιοχής αμπελουργικής παραγωγής, κατά το δυνατό βάσει του αμπελοτεμαχίου ή του τμήματος αυτού, και μολονότι, για την οροθέτηση αυτή, οι εθνικές αρχές διαθέτουν οπωσδήποτε ορισμένη εξουσία εκτιμήσεως, τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη για το σκοπό αυτό είναι ουσιαστικώς, και εν πάση περιπτώσει καθόσον πρόκειται για τα υπό κρίση στην παρούσα υπόθεση κριτήρια, αυτά που ορίζει το κοινοτικό δίκαιο.
13 Τα κριτήρια αυτά αποτελούν την έκφραση των κοινών κανόνων που προβλέπονται στους κανονισμούς του Συμβουλίου ως προς τους v.q.p.r.d. για την ανάπτυξη πολιτικής ποιότητας στον τομέα της οινοπαραγωγής και για την προστασία των παραγωγών από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και των καταναλωτών από τη σύγχυση ή την παραπλάνηση. Οι σκοποί αυτοί δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν, αν η εφαρμογή των κριτηρίων που θέτει ο κοινοτικός κανονισμός για το χαρακτηρισμό μιας περιοχής παραγωγής οίνου ποιότητας με συγκεκριμένη ονομασία ενέπιπτε στη διακριτική εξουσία των εθνικών αρχών και επέτρεπε να λαμβάνονται υπόψη γεγονότα, εκτιμήσεις και χαρακτηρισμοί των γεγονότων αυτών από πλευράς κοινοτικού δικαίου που διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, χωρίς οι διαφορές αυτές να δικαιολογούνται από την ποικιλία, οπωσδήποτε πολλή μεγάλη, των χαρακτηριστικών των αμπελουργικών ζωνών της Κοινότητας.
14 Αυτό ακριβώς θα συνέβαινε αν, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που τους έχουν παρασχεθεί με τη Συνθήκη, η Επιτροπή και το Δικαστήριο έπρεπε, όπως υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, να περιορίζονται στο να ελέγχουν αν, όσον αφορά την οροθέτηση μιας περιοχής παραγωγής, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έλαβε υπόψη τα κριτήρια του κοινοτικού δικαίου, χωρίς να εξετάζουν την ακρίβεια και την συγκεκριμένη σημασία των γεγονότων που ελήφθησαν υπόψη κατά τις αξιολογήσεις τους και το χαρακτηρισμό τους από τις εθνικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με την οροθέτηση της περιοχής παραγωγής. Χωρίς την εξέταση αυτή, ο έλεγχος της Επιτροπής και του Δικαστηρίου θα ήταν καθαρά τυπικός, χωρίς ουσιαστική σημασία, και δεν θα μπορούσε ούτε να συντελέσει στην "κοινή προσπάθεια εναρμονίσεως όσον αφορά τις απαιτήσεις ποιότητας" που, σύμφωνα με την τρίτη του αιτιολογική σκέψη, αποτελεί το σκοπό του κανονισμού 338/79, ούτε να διασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή εντός των κρατών μελών των σχετικών με τους v.q.p.r.d. κοινοτικών κανονισμών.
15 Πρέπει ωστόσο να υπομνηστεί ότι όταν υποβάλλεται στην κρίση του Δικαστηρίου, όπως εν προκειμένω, μια διαφορά στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει, όπως επανειλημμένα έχει κρίνει το Δικαστήριο, τελευταίως με την απόφασή του της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας (272/86, Συλλογή 1988, σ. 4875), την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως.
16 Βάσει όλων των πιο πάνω νομικών σκέψεων, στο Δικαστήριο εναπόκειται να ερευνήσει αν η Επιτροπή έχει προσκομίσει αποδείξεις ως προς το γεγονός ότι, όπως αυτή υποστηρίζει, ορισμένα εδάφη, τα οποία με ιταλικά προεδρικά διατάγματα περιλήφθησαν στην περιοχή παραγωγής του "Caldaro" ή του "Lago di Caldaro", δεν παράγουν οίνους χαρακτηριζόμενους με την ονομασία αυτή και ότι η οροθετημένη περιοχή δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να θεωρείται ως ομοιογενής σύμφωνα με τα κριτήρια της κοινοτικής ρύθμισεως.
17 Σχετικά, πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι ένα κράτος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, σ' αυτήν εναπόκειται να αποδείξει την προβαλλόμενη παράβαση. Επομένως, το αίτημα της Επιτροπής για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί.
'Οσον αφορά την παραδοσιακή χρήση της ονομασίας
18 Προκειμένου περί οίνων συγκεκριμένης ονομασίας, η έκφραση "παραδοσιακές συνθήκες παραγωγής" της πρώτης παραγράφου του άρθρου 2 του κανονισμού 338/79 αναφέρεται όχι μόνο στη σχετική με τον τόπο παραγωγής παράδοση που πρέπει να είναι μακρόχρονη και διαρκής, αναγκαίος όρος για τη δημιουργία καλής φήμης, αλλά και στη σχετική με την καλλιέργεια και τις μεθόδους παραγωγής τεχνική.
19 Καίτοι είναι αληθές ότι με το διάταγμα περί οροθετήσεως της 23ης Οκτωβρίου 1931 (GURΙ 290 της 17.12.1931) δεν θεωρήθηκαν ως οίνοι δικαιούμενοι της ονομασίας "Caldaro" παρά μόνο οι παραγόμενοι από αμπέλια των κοινοτήτων Appiano και Caldaro και ως δικαιούμενοι της ονομασίας "Lago di Caldaro" αυτοί που προέρχονταν από ορισμένα μέρη της κοινότητας Caldaro στην οποία υπάγεται η ομώνυμη λίμνη, τίποτα δεν εμπόδιζε την Ιταλική Κυβέρνηση να επεκτείνει τη σχετική περιοχή, όπως άλλωστε της επέτρεπε ρητώς το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 του διατάγματος της 12ης Ιουλίου 1963, εφόσον υφίστατο καθιερωμένη συνήθεια παραγωγής και εμπορίας με την ονομασία "Caldaro" ή "Lago di Caldaro" οίνων που προέρχονταν από ζώνες που είχαν εσχάτως περιληφθεί στην περιοχή παραγωγής.
20 'Οσον αφορά την ύπαρξη της συνήθειας αυτής, είναι αληθές, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, ότι στα διάφορα συγγράμματα σχετικά με το πρόβλημα των ονομασιών προελεύσεως, ο χαρακτηρισμός "Caldaro" δεν εμφανίζεται, όσον αφορά τους οίνους που προέρχονται από την περιοχή του Trento, παρά μόνο κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και ότι η περιφερειακή υποεπιτροπή για τη μελέτη της ονομασίας "Caldaro" είχε εκφράσει αμφιβολίες, όσον αφορά την παράδοση παραγωγής οίνου με την ονομασία αυτή στην επαρχία του Trento.
21 Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί ότι στην προαναφερθείσα έκθεση της περιφερειακής υποεπιτροπής για τη μελέτη της ονομασίας "Caldaro" αναφέρεται ότι "σε ορισμένα μέρη της επαρχίας του Trento, ουδέποτε σταμάτησε η παραγωγή, με την ίδια ποικιλία αμπέλου, την ίδια παραδοσιακή οινοποίηση και τα ίδια χημικά και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, οίνου ανάλογου προς τον 'Caldaro' καθώς και η πώλησή του με αυτήν την ονομασία". Επιπλέον, η Ιταλική Δημοκρατία προσκόμισε διάφορα έγγραφα σχετικά με την πώληση και την εξαγωγή οίνων "Caldaro" ή "Lago di Caldaro", προελερχόμενου από την επαρχία του Trento, από τα οποία ορισμένα χρονολογούνται από τις αρχές της δεκαετίας του 1950.
22 Καίτοι η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εδώ πρόκειται για καταχρηστική πρακτική και ότι υφίσταται αμφιβολία ως προς την προέλευση του εν λόγω οίνου, δεν παρέσχε κανένα στοιχείο που να επιτρέπει να εκτιμηθεί το βάσιμο των σχετικών της ισχυρισμών.
23 Κατά τα λοιπά, πρέπει να επισημανθεί ότι οι "παραδοσιακές συνθήκες παραγωγής" που μνημονεύονται στο άρθρο 2 του κανονισμού 338/79, καίτοι περιλαμβάνουν την παράδοση που υφίσταται σε ένα τόπο παραγωγής, δεν εμποδίζουν μεταβολές και, ιδίως, την επέκταση της παραδοσιακής περιοχής παραγωγής, εφόσον οι περιληφθείσες νέες εκτάσεις εμφανίζουν τα ίδια με την παραδοσιακή περιοχή χαρακτηριστικά, είναι κατάλληλες για την παραγωγή του ίδιου οίνου και τηρούνται σ' αυτές οι παραδοσιακοί τρόποι παραγωγής, κυρίως όσον αφορά τη σύνθεση του αμπελώνα, την καλλιεργητική πρακτική και την οινοποίηση.
24 Από την τελευταία αυτή άποψη, η Επιτροπή ούτε καν ισχυρίζεται ότι στην επαρχία του Trento δεν τηρούνται οι παραδοσιακές συνθήκες παραγωγής του "Caldaro" ή του "Lago di Caldaro".
'Οσον αφορά την ομοιογένεια της περιοχής παραγωγής
25 Η Επιτροπή διατείνεται ότι η περιοχή παραγωγής που καθορίστηκε το 1970 και το 1981 δεν είναι ομοιογενής, όσον αφορά τόσο τη φύση του εδάφους και του υπεδάφους όσο και το κλίμα και την κατάσταση των αμπελοτεμαχίων, πράγμα που έχει ως συνέπεια ότι οι οργανοληπτικές ιδιότητες των οίνων που προέρχονται από την περιοχή του Caldaro είναι διαφορετικές από αυτές των οίνων της περιοχής του Trento.
26 Από την άποψη αυτή, πρέπει, καταρχάς, να σημειωθεί ότι η περιοχή παραγωγής, όπως έχει οροθετηθεί με τα διατάγματα του 1970 και 1981, καλύπτει έκταση πενήντα περίπου χιλιομέτρων, σε ορεινή ζώνη, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, εκατέρωθεν του Adige μεταξύ, κατά προσέγγιση, του Bolzano στα βόρεια και του Trento στα νότια.
27 Η κατ' αυτό τον τρόπο προσδιορισθείσα ζώνη περιλαμβάνει διάφορες μικρότερες περιοχές, όπως στο βορειότερο σημείο, του Nalles και Adriano, στο κέντρο του Caldaro Bronzolo και Ora, στα δε νότια τις περιοχές των οποίων η κατάταξη βάλλεται από την Επιτροπή, αφενός, στη περιοχή του Rovere de la Luna και Mezzocorona, στη δεξιά όχθη του Adige, αφετέρου, στην περιοχή του San Michele all' Adige, Lavis, και Cembra, στην αριστερή όχθη του ίδιου ποταμού.
28 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, από γεωλογική άποψη, τα εδάφη είναι, στη ζώνη του Caldaro, ασβεστολιθικής φύσεως ενώ, σε ορισμένα μέρη της ζώνης του Trentο, είναι πορφυριτικά.
29 Ωστόσο, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η περιοχή παραγωγής, όπως έχει καθοριστεί με τα διατάγματα του 1970 και 1981 εκτείνεται, τόσο στην περιοχή του Bolzano όσο και σ' αυτή του Trento, σε εδάφη δολομιτικής καταγωγής, συντιθέμενα από ασβεστολιθικά στοιχεία, και σε εδάφη από χαλαζίτη. Επομένως, η Επιτροπή δεν αποδεικνύει ως προς τι η υπαγωγή της αμφισβητούμενης περιοχής διασπά, από γεωλογική άποψη, την ενότητα της περιοχής παραγωγής.
30 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι υφίστανται σημαντικές διαφορές, από κλιματολογική άποψη, μεταξύ της περιοχής του Caldaro και αυτής του Trento και ότι η πλειονότητα των αμπέλων της τελευταίας αυτής περιοχής βρίσκεται σε μεγαλύτερο υψόμετρο.
31 Πρέπει, πρώτον, να παρατηρηθεί ότι οι συγκρίσεις, όσον αφορά την ηλιοφάνεια και τις βροχοπτώσεις, στις οποίες προέβη η Επιτροπή δεν είναι απολύτως πειστικές, διότι στηρίζονται σε στοιχεία προερχόμενα από το μετεωρολογικό σταθμό του Bolzano που βρίσκεται εκτός της περιοχής παραγωγής και, αναμφισβήτητα, απολαύει εξαιρετικών κλιματολογικών συνθηκών. Δεύτερον, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι σχετικές με τον ήλιο και τη βροχή διαφορές, όσο έντονες κι αν είναι μεταξύ των διάφορων ζωνών της περιοχής παραγωγής, επηρεάζουν αισθητά τα χαρακτηριστικά του οίνου που παράγεται στις οικείες περιοχές. 'Ετσι, η περιφερειακή υποεπιτροπή για τη μελέτη της ονομασίας "Caldaro" θεωρεί ως γεγονός αδιαμφισβήτητο, στην ήδη μνηνευθείσα έκθεσή της, την παραγωγή και πώληση, στην επαρχία του Trento, οίνου "ουσιαστικώς όμοιου" προς τον "Caldaro" . Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή δεν προσεκόμισε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο, όσον αφορά τη ζώνη του "Val di Cembra", της οποίας, ωστόσο, την υπαγωγή στην περιοχή παραγωγής αμφισβητεί περισσότερο απ' όσο οποιασδήποτε άλλης ζώνης.
32 Καίτοι από τους χάρτες που περιέχονται στη δικογραφία προκύπτει ότι η ζώνη παραγωγής του Lago di Caldaro βρίσκεται σε υψόμετρο μεταξύ 212 και 556 μέτρων, ενώ η ζώνη της περιοχής του Trento βρίσκεται μεταξύ 339 και 654 μέτρων, ωστόσο, η Επιτροπή δεν παρέσχε ως προς την κατάσταση των αμπελοτεμαχίων στοιχεία που να επιτρέπουν να εκτιμηθεί με ακρίβεια το μέγεθος των υψομετρικών διαφορών ή να εξακριβωθεί αν οι διαφορές αυτές όντως επηρεάζουν τα χαρακτηριστικά του παραγόμενου οίνου.
33 'Οσον αφορά, τέλος, τα οργανοληπτικά και χημικά χαρακτηριστικά των εν λόγω οίνων, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι οίνοι της περιοχής του Trento είναι "υπόξινοι", ενώ αυτοί της περιοχής του Caldaro χαρακτηρίζονται από "μικρή οξύτητα".
34 Μολονότι κατά τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 338/79 όπως, άλλωστε, και από αυτές του κανονισμού του Συμβουλίου 822/87, της 16ης Μαρτίου 1987 (ΕΕ L 84, σ. 1), "η οξύτητα είναι στοιχείο εκτιμήσεως της ποιότητας καθώς και στοιχείο συντηρήσεως του οίνου", η Επιτροπή δεν προσεκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει για ποιο λόγο οι διαφορές οξύτητας, καθώς και οι συνακόλουθες διαφορές ως προς την περιεκτικότητα σε φωσφορικά άλατα, συνεπάγονται ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των εν λόγω οίνων, ενώ άλλα στοιχεία, όπως, παραδείγματος χάρη, η περιεκτικότητα σε ζάχαρη, δεν λαμβάνονται υπόψη.
35 'Ετσι, ορισμένες από τις διαφορές που επικαλέστηκε η Επιτροπή μεταξύ των ζωνών της περιοχής παραγωγής δεν αποδείχθηκαν, ούτε διαπιστώθηκε δε ότι οι συνέπειες των άλλων διαφορών έχουν ουσιαστική σημασία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η έλλειψη ομοιογένειας της περιοχής παραγωγής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδειχθείσα.
36 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν προσεκόμισε τις αποδείξεις που όφειλε ούτε ως προς το ότι ο οίνος με την ονομασία "Caldaro" ή "Lago di Caldaro" δεν παράγεται παραδοσιακώς στην περιοχή του Trento ούτε ότι η περιοχή παραγωγής του, όπως έχει καθοριστεί με τα ιταλικά προεδρικά διατάγματα της 23ης Μαρτίου 1970 και της 22ας Σεπτεμβρίου 1981, δεν είναι ομοιογενής. Κατά συνέπεια, η προσφυγή της πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy