ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-142/87 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Η εταιρία SA des Usines à tubes de la Meuse-Tubemeuse (στο εξής: Tubemeuse), με έδρα το Flémalle (περιοχή Λιέγης), συστάθηκε το 1911 από άλλες επιχειρήσεις σιδηρουργίας. Από το 1920η επιχείρηση έχει επινοήσει και αναπτύξει ένα πρόγραμμα κατασκευής συγκολλημένων και μη συγκολλημένων σωλήνων και από το 1955 έχει προσανατολιστεί προς τη βιομηχανία των προϊόντων πετρελαίου, των οποίων η αγορά βρισκόταν τότε σε πλήρη ανάπτυξη.
Η εξελιξη της καταστάσεως της επιχειρήσεως Tubemeuse
2.
Η βελγική κυβέρνηση περιγράφει ως εξής την εξέλιξη της καταστάσεως της εν λόγω επιχειρήσεως.
3.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 τα προϊόντα της Tubemeuse περιείχαν πολύ μικρή υπεραξία· η αλυσίδα παραγωγής της επιχειρήσεως στερούνταν κάθετης ολοκλήρωσης και ο παραγωγικός εξοπλισμός της ήταν πλέον απηρχαιωμένος.
4.
Επειδή το 1979η κατάσταση της επιχειρήσεως ήταν πλέον κρίσιμη, κατέστη αναγκαία η εκ βάθρων αναδιάρθρωση της. Επειδή οι χαλυβουργίες, μέτοχοι της Tubemeuse, που είχαν πληγεί και οι ίδιες από την κρίση στον τομέα αυτό, δεν είχαν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν αυτή την αναδιάρθρωση, αντικαταστάθηκαν από το βελγικό δημόσιο, το οποίο ανέλαβε το 72 ο/ο του εταιρικού κεφαλαίου, καθώς και από μία γερμανική επιχείρηση σιδηρουργίας, που ανέλαβε το 28 ο/ο του κεφαλαίου αυτού. Οι νέοι μέτοχοι αποφάσισαν να αναδιαρθρώσουν βιομηχανικά την Tubemeuse και να ανανεώσουν τις εγκαταστάσεις παραγωγής της, θέτοντας ως στόχο την παραγωγή προϊόντων με μεγάλη υπεραξία και την πραγματοποίηση της κάθετης ολοκλήρωσης της αλυσίδας παραγωγής.
5.
Σ' αυτό το γενικό πλαίσιο, η Επιτροπή επέτρεψε το 1982 τη χορήγηση ενός συνόλου ενισχύσεων εκ μέρους του βελγικού κράτους, για την υλοποίηση ενός προγράμματος επενδύσεων, το οποίο προοριζόταν να διπλασιάσει την ικανότητα παραγωγής της επιχειρήσεως για τους μη συγκολλημένους σωλήνες. Αυτή η αναπτυξιακή προσπάθεια είχε ως σκοπό τη διασφάλιση του μέλλοντος της επιχειρήσεως στο πλαίσιο δύο μεσο-μακροπρόθεσμων συμβάσεων που συνάφθηκαν με τη Σοβιετική Ένωση τον Νοέμβριο του 1980 και τον Μάρτιο του 1981, οι οποίες εξασφάλιζαν τη χρησιμοποίηση του 60 % της δυναμικότητας της επιχειρήσεως.
6.
Η συνδρομή του βελγικού κράτους προς την επιχείρηση, πέραν της εισφοράς νέου χρήματος για την κάλυψη του κόστους της ανωτέρω αναδιαρθρώσεως, συνίστατο επίσης στην κάλυψη των ζημιών κατά την περίοδο της αναδιαρθρώσεως, καθώς και των ζημιών των προηγουμένων χρήσεων, με την έκδοση μετατρέψιμων ομολογιών με συμμετοχή στα κέρδη υπό όρους και με την κεφαλαιοποίηση των εγγυημένων πιστώσεων, με την επιδότηση του επιτοκίου, με τη χορήγηση εγγυητικών επιστολών για τις χορηγηθείσες πιστώσεις κλπ.
7.
Εντούτοις, λόγω εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων δεν επετεύχθησαν τα αναμενόμενα από την αναδιάρθρωση της επιχειρήσεως αποτελέσματα.
8.
Πράγματι, η εφαρμογή του προγράμματος αναδιαρθρώσεως της επιχειρήσεως χρειάστηκε περισσότερο χρόνο από όσο προβλεπόταν, το δε πραγματικό κόστος της υπερέβη κατά 40 έως 60 % το ποσό που είχε προγραμματιστεί. Αυτή η καθυστέρηση προξένησε σημαντικές καθυστερήσεις στην παράδοση των προϊόντων, οι οποίες είχαν εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες επί της οικονομικής δομής της επιχειρήσεως και οδήγησαν στην υπερχρέωση της. Θα έπρεπε ίσως να προστεθούν σ' αυτούς τους παράγοντες οι διαχειριστικές πλημμέλειες.
9.
Κατόπιν αυτού, ανεφύησαν διαφωνίες όσον αφορά τη διαχείριση μεταξύ των δύο μετόχων, οι οποίες οδήγησαν στην αποχώρηση του ιδιώτη μετόχου και στην ανάληψη από το βελγικό δημόσιο μεγαλύτερου μεριδίου της επιχειρήσεως, το οποίο έφθασε έτσι στο σημείο να κατέχει το σύνολο σχεδόν των μετοχών.
10.
Στις προαναφερθείσες εσωτερικές δυσχέρειες προστέθηκαν και αρνητικοί εξωτερικοί παράγοντες. Έτσι, προς το τέλος του 1983, ύστερα από τη μείωση της καταναλώσεως πετρελαίου στις δυτικές χώρες, η αγορά του πετρελαίου υπέστη καθίζηση και ο ΟΠΕΚ διασπάστηκε. Η υπερβολική προσφορά οδήγησε σε πτώση των τιμών και κατέστησε περιττές τις έρευνες για νέα κοιτάσματα. Αυτό οδήγησε επίσης στην αισθητή μείωση των τιμών των προϊόντων χαλυβουργίας που προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν στις έρευνες για νέα κοιτάσματα, η μείωση δε ενισχύθηκε από την πτώση της τιμής του δολαρίου.
11.
Στο πλαίσιο των γεγονότων αυτών, η Tubemeuse υπέβαλε στις 21 Οκτωβρίου 1986 αίτηση προς προπτωχευτικό συμβιβασμό με παραχώρηση του ενεργητικού, η οποία κρίθηκε παραδεκτή με απόφαση του Tribunal de commerce της Λιέγης. Κατόπιν της συμφωνίας της απαιτούμενης πλειοψηφίας των πιστωτών, οι συμβιβαστικές προτάσεις έγιναν δεκτές με απόφαση της 10ης Μαρτίου 1987.
Η επίδικη απόφαση
12.
Στην επίδικη απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1987, η οποία κοινοποιήθηκε στο βελγικό κράτος στις 6 Μαρτίου 1987, η Επιτροπή αναφέρει τα ακόλουθα.
13.
Στις 19 Ιουλίου 1984 η βελγική κυβέρνηση ενημέρωσε την Επιτροπή βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, περί της προθέσεώς της να προβεί σε αύξηση του κεφαλαίου της Tubemeuse κατά 1,8 δισεκατ. βελγικά φράγκα ( BFR ) και την έκδοση μετατρέψιμων ομολογιών με συμμετοχή στα κέρδη υπό όρους για ποσό 2,2 δισεκατ. BFR.
14.
Εξάλλου, σύμφωνα με πληροφορίες της Επιτροπής, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν με έγγραφο της βελγικής κυβερνήσεως της 29ης Ιουλίου 1985, στην Tubemeuse είχαν χορηγηθεί παλαιότερα και άλλες ενισχύσεις από το δημόσιο χωρίς έγκριση της Επιτροπής, άρα κατά παράβαση του προαναφερθέντος άρθρου 93, παράγραφος 3.
15.
Το σύνολο των ενισχύσεων, κοινοποιηθεισών ή μη, που χορήγησε το βελγικό δημόσιο στην Tubemeuse ανέρχεται σε 9,085 δισεκατ. BFR.
16.
Η Επιτροπή κίνησε έναντι του προαναφερθέντος σχεδίου τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, και έταξε στη βελγική κυβέρνηση προθεσμία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, αυτή όμως προχώρησε παρ' όλα αυτά στη χορήγηση της οικονομικής ενισχύσεως για την οποία είχε ενημερώσει ήδη την Επιτροπή, προτού καταλήξει η διαδικασία αυτή στην έκδοση οριστικής αποφάσεως.
17.
Επιπλέον η βελγική κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή, με έγγραφο της 6ης Ιουνίου 1986, ένα σχέδιο κεφαλαιοποιήσεως 3,010 δισεκατ. BFR εγγυημένων δανείων, πάντοτε σε όφελος της Tubemeuse, και προχώρησε τελικά στην κεφαλαιοποίηση 2,510 δισεκατ. BFR από αυτό το ποσό,παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε κινήσει κατά του σχεδίου αυτού τη διαδικασία του προαναφερθέντος άρθρου 93, παράγραφος 2.
18.
Επομένως, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ως άνω επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93, παράγραφος 3.
19.
Όσον αφορά τη συμφωνία αυτών των επεμβάσεων προς το άρθρο 92 της Συνθήκης, η Επιτροπή παραπέμπει στην ανακοίνωση της στα κράτη μέλη περί ζητημάτων αναλήψεως του κεφαλαίου επιχειρήσεων από τις κρατικές αρχές ( Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 9/1984), καθώς και στη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, Intermills, 323/82, Συλλογή 1984, σ. 3809), υποστηρίζοντας ότι « οι εκ μέρους των δημοσίων αρχών αναλήψεις μεριδίου συμμετοχής στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων συνιστούν ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, όταν υπάρχει εισφορά νέου κεφαλαίου υπό συνθήκες που θα ήταν απαράδεκτες για ιδιώτη επενδυτή, ο οποίος ενεργεί υπό κανονικές συνθήκες σε οικονομία της αγοράς ».
20.
Τούτο ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση που από την οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως, τη διάρθρωσή της και το ύψος του χρέους της δεν μπορεί να αναμένεται μια κανονική απόδοση των επενδυόμενων κεφαλαίων και όταν η δημόσια συμμετοχή στην επιχείρηση, το κεφάλαιο της οποίας είναι κατανεμημένο μεταξύ ιδιωτών μετόχων και του δημοσίου, « φθάνει μια αναλογία αισθητά ανώτερη από αυτή της αρχικής κατανομής του κεφαλαίου ».
21.
Η Επιτροπή διαπιστώνει με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, πέραν της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως, ο τομέας στον οποίο αυτή ασκεί τις δραστηριότητες της αντιμετωπίζει σημαντικά διαρθρωτικά πλεονάσματα παραγωγικής ικανότητας, δεδομένου ότι στις κυριότερες δυτικές χώρες (Ηνωμένες Πολιτείες, Ιαπωνία, Ευρωπαϊκή Κοινότητα) η πλεονάζουσα ικανότητα παραγωγής υπολογίζεται σε 35 έως 40 ο/ο των υφισταμένων μονάδων. Επιπλέον, δεδομένου ότι η κατάσταση της πετρελαϊκής αγοράς οδηγεί σε επιβράδυνση των δραστηριοτήτων αντλήσεως πετρελαίου και στην πτώση της ζητήσεως μη συγκολλημένων σωλήνων, η βελτίωση της οικονομικής καταστάσεως της Tubemeuse παραμένει αβέβαιη.
22.
Υπό τις συνθήκες αυτές, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη πράξη, οι προαναφερθείσες επεμβάσεις του βελγικού δημοσίου δεν αποτελούν εισφορές κεφαλαίου αλλά κρατικές ενισχύσεις, που πρέπει να εκτιμηθούν βάσει του άρθρου 92.
23.
Για να αποδείξει ότι οι εν λόγω ενισχύσεις επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και ότι μπορούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, η Επιτροπή παρατηρεί καταρχάς ότι η παγκόσμια βιομηχανία χαλυβδοσω-λήνων, και ιδίως των μη συγκολλημένων σωλήνων, αντιμετωπίζει κατάσταση κρίσης και οξύτατου ανταγωνισμού. Μεταξύ 1982 και 1985η παγκόσμια παραγωγή σωλήνων μειώθηκε κατά 20 % περίπου, ενώ οι τιμές εμφάνισαν πτώση περί το 50 ο/ο. Επιπλέον, οι προβλέψεις για το άμεσο μέλλον είναι μάλλον δυσμενείς.
24.
Αν και οι κοινοτικοί παραγωγοί μη συγκολλημένων σωλήνων είναι προσανατολισμένοι κυρίως προς τις εξαγωγές μεγάλων ποσοτήτων, εντούτοις και η κοινοτική αγορά παρέχει δυνατότητες διαθέσεως, απορροφώντας το ένα τέταρτο περίπου των εξαγωγών των κρατών μελών.
25.
Εάν προστεθούν σ' αυτό τα προαναφερθέντα πλεονάσματα παραγωγικής ικανότητας και η συνακόλουθη αστάθεια των τιμών, οι επιβαλλόμενοι από τις Ηνωμένες Πολιτείες περιορισμοί στις εισαγωγές, καθώς και οι νέες μονάδες που λειτουργούν στις αναπτυσσόμενες χώρες και τις χώρες κρατικού εμπορίου, συνάγεται ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί έχουν κίνητρα για να προωθήσουν πλέον τις πωλήσεις τους στο εσωτερικό της Κοινότητας. Έτσι, η διατήρηση σε λειτουργία, μέσω της χορηγήσεως κρατικών ενισχύσεων, μιας επιχειρήσεως που πραγματοποιεί εξαγωγές προς τρίτες χώρες μπορεί να έχει δυσμενείς συνέπειες για άλλες επιχειρήσεις της Κοινότητας.
26.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενισχύσεις προς την Tubemeuse, οι εξαγωγές της οποίας αντιπροσωπεύουν το 90% του κύκλου εργασιών της και η παραγωγή της οποίας σε μη συγκολλημένους σωλήνες διαμέτρου από 127 έως 416 χιλιοστά αποτελεί το 17 ο/ο της κοινοτικής παραγωγής, είναι ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
27.
Με βάση την ίδια συλλογιστική, η προσβαλλόμενη πράξη αναφέρεται στη συνέχεια στο νέο στόχο της Tubemeuse, η οποία σκοπεύει να αποσυρθεί από τη σοβιετική αγορά, που κρίνεται ως ανεπαρκώς προσοδοφόρα, και να προσανατολιστεί προς άλλες αγορές. Έτσι, η αύξηση της δυναμικότητας της επιχειρήσεως, η οποία επιτεύχθηκε το 1982 χάρη στις επιτραπείσες από την Επιτροπή ενισχύσεις με σκοπό την ικανοποίηση των αναγκών της σοβιετικής αγοράς, η οποία θεωρούνταν τότε ως εξασφαλισμένη, είχε σε τελική ανάλυση « παρεκκλίνει από τον αρχικό της στόχο και συνέβαλε στην όξυνση της υφισταμένης ανισότητας μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης στις αγορές που ήταν ακόμα ανοιχτές στις ευρωπαϊκές παραδόσεις ».
28.
Η Επιτροπή καταλήγει στην προσβαλλόμενη πράξη στο συμπέρασμα ότι ο νέος στόχος της Tubemeuse, ο οποίος επιδιώκεται με τη χορήγηση νέων ενισχύσεων, σημαίνει κατ' ανάγκη, ενόψει της καταστάσεως μιας συμπιεσμένης αγοράς, την επιβολή αποσταθεροποιητικών τιμών, που μπορούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό. Στα πλαίσια αυτά, η Επιτροπή αναφέρει την « έντονη ανησυχία » που εξέφρασαν σχετικά τρία άλλα κράτη μέλη και τέσσερις επαγγελματικές ενώσεις του οικείου τομέα.
29.
Στη συνέχεια η Επιτροπή διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να ισχύσει για τις εν λόγω ενισχύσεις καμία από τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 3 του άρθρου 92 παρεκκλίσεις, και συγκεκριμένα ότι οι ενισχύσεις αυτές δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για « την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων δραστηριοτήτων ή ορισμένων οικονομικών περιοχών », διότι αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που αντιβαίνει προς το κοινό συμφέρον, και ότι, κατά πάσα πιθανότητα, η εν λόγω επιχείρηση δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα της.
30.
Κατόπιν αυτών η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, όπως εκτίθεται στις διατάξεις της επίδικης απόφασης, οι εν λόγω ενισχύσεις είναι παράνομες λόγω της μη τηρήσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 3. Επιπλέον, όσον αφορά την ουσία, είναι ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 92. Βάσει αυτών των δύο διατάξεων η Επιτροπή επιτάσσει στο βελγικό κράτος να τις καταργήσει ζητώντας την απόδοση τους και τάσσει στο κράτος αυτό προθεσμία δύο μηνών για να την ενημερώσει για τα μέτρα που θα λάβει.
Η εξέΑιξη της διαδικασίας
31.
Με δικόγραφα που κατέθεσε στις 8 Μαΐου 1987, η βελγική κυβέρνηση άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της προαναφερθείσας αποφάσεως και υπέβαλε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας την αναστολή της εφαρμογής της εν λόγω αποφάσεως. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με Διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Ιουνίου 1987.
32.
Κατόπιν της απορρίψεως της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, το βελγικό δημόσιο ζήτησε να θεωρηθεί, στο πλαίσιο του προαναφερθέντος προπτωχευτικού συμβιβασμού, ως εγχειρόγραφος δανειστής, για μια συμπληρωματική απαίτηση 11,595 δισεκατ. BFR, που αντιστοιχούσε στο συνολικό ποσό της οικονομικής βοήθειας που είχε χορηγηθεί στην Tubemeuse. Η εταιρία αυτή και οι εκκαθαριστές της αντιτάχθηκαν σ' αυτό το αίτημα. Το Tribunal de commerce της Λιέγης απέρριψε το αίτημα αυτό με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1987, με την αιτιολογία ότι το βελγικό δημόσιο, « υπό την πίεση της Επιτροπής », ζητεί να ικανοποιηθεί από την περιουσία της Tubemeuse μία εγχειρόγραφη απαίτηση « ίση με το ποσό της συμμετοχής του στο εταιρικό κεφάλαιο, ενώ το εταιρικό κεφάλαιο δεν αποτελεί χρέος της εταιρίας έναντι των μετόχων της ».
33.
Το δικόγραφο της προσφυγής του Βασιλείου του Βελγίου πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Μαΐου 1987.
34.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Υπέβαλε εντούτοις ένα γραπτό ερώτημα στο Βασίλειο του Βελγίου και ένα άλλο στην Επιτροπή, που απάντησαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Επιπλέον η Επιτροπή, μετά από αίτημα του Δικαστηρίου, γνωστοποίησε εντός της ταχθείσας προθεσμίας το πλήρες κείμενο των παρατηρήσεων που υπέβαλαν τρία κράτη μέλη και τέσσερις επαγγελματικές ενώσεις παραγωγών χαλυβδοσωλήνων και στις οποίες αναφέρεται με την απόφαση της.
II — Αιτήματα των διαδίκων
35.
Το Βασίλειο του Βελγίου ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 4ης Φεβρουαρίου 1987·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
36.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή της βελγικής κυβερνήσεως ως απαράδεκτη ή, έστω, ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα της παρούσας υποθέσεως, καθώς και της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
III — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων
Επί νου παραδεκτού
37.
Η Επιτροπή προβάλλει, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, με βάση την ακόλουθη συλλογιστική.
38.
Η προσβαλλόμενη απόφαση χαρακτηρίζει άκυρες τις επίμαχες ενισχύσεις για δύο λόγους: α) η βελγική κυβέρνηση προέβη στη χορήγηση των ενισχύσεων προτού καταλήξει σε έκδοση τελικής αποφάσεως η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 3, πράγμα το οποίο αποτελεί παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο (διαδικαστική πλημμέλεια)· β) οι ενισχύσεις αυτές είναι ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, σύμφωνα με τους ουσιαστικούς κανόνες του άρθρου 92.
39.
Η πρώτη πλημμέλεια αρκεί προς θεμελίωση των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η βελγική κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι εν λόγω ενισχύσεις χορηγήθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3: «επομένως, αφού οι ενισχύσεις αυτές έχουν πλέον κριθεί οριστικά παράνομες λόγω της παρελεύσεως της προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής, η προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί ως απαράδεκτη ».
40.
« Η Επιτροπή προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι το Δικαστήριο, εάν δεχθεί την προταθείσα ένσταση απαραδέκτου, ... δεν θα πρέπει να προχωρήσει στην εξέταση των προβαλλόμενων ισχυρισμών περί του ασυμβίβαστου της ενισχύσεως προς τους ουσιαστικούς κανόνες του άρθρου 92. »
41.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει συναφώς ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 93, παράγραφος 3, έχουν άμεσο αποτέλεσμα (αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 1973, Capolongo, 77/72, Rec. 1973, σ. 621, και της 11ης Δεκεμβρίου 1973, Lorenz, 120/73, Rec. 1973, σ. 1471 ), υπογραμμίζει δε ότι η θέση της εν προκειμένω, η οποία αποτελεί αλλαγή της στάσης της στον τομέα αυτό, δικαιολογείται από τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό των ενισχύσεων που χορηγούνται κατά παράβαση των διαδικαστικών κανόνων ( εξήντα περιπτώσεις κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1987). Αυτή η νέα προσέγγιση του προβλήματος θα μπορούσε να αποθαρρύνει την πρακτική που ακολουθούν συχνά τα κράτη μέλη και θα μπορούσε μάλιστα να λύσει εξαρχής τα προβλήματα της αναζητήσεως των παρανόμων ενισχύσεων.
42.
Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως η Επιτροπή μεταβάλλει το αίτημα της όσον αφορά το απαράδεκτο της προσφυγής ως εξής: η άποψη που εξέφρασε δεν συνεπάγεται κανένα περιορισμό της εξουσίας ελέγχου του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο μπορεί να ελέγχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν πρόκειται για ενισχύσεις κατά την έννοια των ουσιαστικών κανόνων του άρθρου 92, παράγραφος 1, αλλά, εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει το ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά των εν λόγω ενισχύσεων κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, αφού η παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, αρκεί για τη διαπίστωση αυτού του ασυμβίβαστου, δεν είναι αναγκαία η εξέταση της ενδεχόμενης συμφωνίας των ενισχύσεων αυτών προς τους ουσιαστικούς κανόνες του άρθρου 92, παράγραφος 3.
43.
Η Επιτροπή διατείνεται ότι επέδειξε την ίδια στάση σε παρόμοιες περιπτώσεις, για παράδειγμα στις εκκρεμείς ακόμη συνεκδικα-ζόμενες υποθέσεις C-166/87 και C-173/87.
44.
Η βεΑγική κυβέρνηση ισχυρίζεται σχετικά ότι η στάση της Επιτροπής οφείλεται κυρίως σε λόγους πρακτικής φύσεως και ότι αντιβαίνει στην πρακτική που η ίδια ακολουθούσε, αφού η Επιτροπή άρχισε την εξέταση πολλών φακέλων επί της ουσίας, μολονότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν είχε συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 93 ( Δέκατη έκτη έκΰεση επί της πολιτικής του ανταγωνισμού, 1986). Αυτός ο τρόπος ενέργειας δημιουργεί επίσης διοικητικές και δικαστικές ανισότητες μεταξύ των επιχειρήσεων.
45.
Επιπλέον, με αυτό τον νέο τρόπο ενέργειας, η Επιτροπή θα μπορούσε να αποφύγει κάθε έλεγχο του Δικαστηρίου. Η εξέταση μιας διαφοράς επί της ουσίας θα μπορούσε να αποφευχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο αν η Συνθήκη είχε προβλέψει έναντι του οικείου κράτους ρητή αποκλειστική προθεσμία, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει. Προς στήριξη των ισχυρισμών της, η βελγική κυβέρνηση επικαλείται τις προαναφερθείσες αποφάσεις Capolongo και Lorenz, όπου αναγνωρίστηκε το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 93, παράγραφος 3.
46.
Η νομολογία του Δικαστηρίου δεν είναι τυπολατρική. Για παράδειγμα, σε ζητήματα λογαριασμών ΕΓΤΠΕ, το Δικαστήριο έχει δεχτεί τη δυνατότητα μεταγενέστερης διευθετήσεως σε περιπτώσεις επιστροφής χρημάτων με βάση μη πλήρη δικαιολογητικά. Επιπλέον, στην προαναφερθείσα υπόθεση 323/82 και στις υποθέσεις Leeuwarder Papierwarenfabriek,296/82 και 318/82 (αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 809 και 3727 ), το Δικαστήριο εξέτασε τις υποθέσεις επί της ουσίας, μολονότι οι ενισχύσεις δεν είχαν κοινοποιηθεί.
47.
Τέλος, είναι σκόπιμο στην προκειμένη υπόθεση να μπορέσει να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της ουσίας, ενόψει του σημαντικού ζητήματος το οποίο ανακύπτει για πρώτη φορά ( και που εκτίθεται κατωτέρω ).
Επί της ουσίας
Πρώτος Αόγος ακυρώσεως: ο χαρακτηρισμός ως ενισχύσεων των επεμβάσεων του βελγικού κράτους στο κεφάλαιο της Tubemeuse
48.
Το προσφεύγον κράτος υποστηρίζει ότι η βοήθεια που παρέσχε με διάφορες μορφές στην Tubemeuse δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, αλλά συνήθη εισφορά μετόχου σε εταιρία.
49.
Εν πάση περιπτώσει εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι εδώ πρόκειται για συγκαλυμμένη ενίσχυση και, από την άποψη αυτή, η απόφαση της δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
50.
Συναφώς, το προσφεύγον κράτος παρατηρεί ότι η Επιτροπή αναφέρεται στις παρατηρήσεις που υπέβαλαν « τρία άλλα κράτη μέλη και τέσσερις επαγγελματικές οργανώσεις παραγωγών χαλυβδοσωλήνων », χωρίς να έχει καταθέσει τα σχετικά έγγραφα και χωρίς να παράσχει τη δυνατότητα στο προσφεύγον να σχολιάσει αυτές τις παρατηρήσεις. 'Ετσι, είναι άγνωστο κατά πόσον αυτές οι παρατηρήσεις επηρέασαν την απόφαση της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, υφίσταται παραβίαση των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως, καθώς και της αρχής της « ευθυδικίας ».
51.
Όσον αφορά τη φύση των παροχών του προς την Tubemeuse, το βελγικό κράτος υποστηρίζει ότι δεν αποτελούν ενισχύσεις κατά κυριολεξία, αλλά τη λογική συνέχεια του ευρέος προγράμματος αναδιαρθρώσεως και ανανεώσεως της επιχειρήσεως και την ολοκλήρωση της επενδύσεως του βελγικού δημοσίου, την οποία είχε επιτρέψει η ίδια η Επιτροπή το 1982 (το σχέδιο επενδύσεων είχε κοινοποιηθεί τότε στην Επιτροπή χωρίς υποχρέωση εκ μέρους της βελγικής κυβερνήσεως, αφού δεν αποτελούσε κρατική ενίσχυση). Επομένως, η επίδικη βοήθεια προς την Tubemeuse αποτελεί τη συνήθη αντίδραση κάθε επενδυτή σε περίπτωση κινδύνου της αρχικής του επενδύσεως.
52.
Έτσι η κανονική αντίδραση κάθε επενδυτή θα ήταν να μην εγκαταλείψει την επένδυση του πριν ολοκληρωθεί και, όταν η επένδυση αυτή διατρέχει κινδύνους, να επιχειρήσει να τη διασώσει με κάθε μέσο, ιδίως με νέες εισφορές κεφαλαίου και με την κάλυψη των συναφών εξόδων, με μετατροπή ενεργητικού σε εταιρικό κεφάλαιο, με επιδοτήσεις των επιτοκίων που συνδέονται με την επένδυση κλπ., ακόμα και θυσιάζοντας την προσδοκία άμεσης αποδόσεως.
53.
Το προσφεύγον κράτος αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής ότι η ίδια η συμμετοχή του δημοσίου σε προβληματικές εταιρίες ή εταιρίες οι οποίες ασκούν τις δραστηριότητες τους σε ένα τομέα που παρουσιάζει πλεονάζουσες ικανότητες παραγωγής αποτελεί κρατική ενίσχυση.
54.
Πράγματι, κάθε επένδυση είναι εξ ορισμού αβέβαιη και οι ιδιώτες επιχειρηματίες τις αναλαμβάνουν ακριβώς όταν, παρά τον επιχειρηματικό κίνδυνο, η προσδοκία κέρδους είναι σημαντική. Επιπλέον υπάρχουν πολλά παραδείγματα ιδιωτικών επενδύσεων σε τομείς που παρουσιάζουν πλεονάζουσες ικανότητες παραγωγής. Κατά τα λοιπά, όταν έγιναν οι επίμαχες επεμβάσεις, το προσφεύγον κράτος ήταν ήδη μέτοχος της Tubemeuse. Εν πάση περιπτώσει, η απλή αναφορά της Επιτροπής στην ανακοίνωση της του 1984 δεν επαρκεί για να θεμελιώσει την επίδικη απόφαση.
55.
Εξάλλου, τα αναφερόμενα στην ανακοίνωση της Επιτροπής κριτήρια δεν εφαρμόστηκαν ορθά στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, κατά τον χρόνο της αρχικής επενδύσεως, υπήρχαν θετικές προοπτικές ανακάμψεως της Tubemeuse,κaθώς ο πετρελαϊκός τομέας βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη και οι συμβάσεις με τη Σοβιετική Ένωση εξασφάλιζαν το μέλλον της επιχειρήσεως· για τον λόγο αυτό άλλωστε είχε παρασχεθεί η άδεια για την αρχική επένδυση το 1982. Η επίδικη απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1987, η οποία εκδόθηκε με βάση τις νεότερες εξελίξεις, ανατρέπει την άδεια που είχε χορηγηθεί το 1982, διότι αφορά σε μεγάλο βαθμό τις αρχικές επενδύσεις και, επομένως, έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου.
56.
Εν πάση περιπτώσει, η έννοια των ενισχύσεων είναι αντικειμενική, ανεξάρτητη από τη βούληση των ενδιαφερομένων. Έτσι, τα προαναφερθέντα έγγραφα που απέστειλε το βελγικό κράτος στην Επιτροπή, με τα οποία της κοινοποιούσε ορισμένα σχέδια παροχής οικονομικής συνδρομής στην Tubemeuse, δεν μπορούν με κανένα τρόπο να αποτελέσουν νομικά έγκυρη αναγνώριση. Αντίθετα, το γεγονός αυτό δείχνει την αβεβαιότητα από την οποία διακατέχονταν η Επιτροπή και το βελγικό κράτος όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των εν λόγω επεμβάσεων.
57.
Η Επιτροπή παρατηρεί επ' αυτού, καταρχάς, ότι το βελγικό κράτος της είχε κοινοποιήσει προηγουμένως, δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 3, μεγάλο μέρος των επεμβάσεων που σχεδίαζε να πραγματοποιήσει στην Tubemeuse και ότι αυτές οι επεμβάσεις είναι ανάλογες προς εκείνες τις οποίες επέτρεψε η Επιτροπή το 1982 και που είχαν χαρακτηριστεί τότε ως ενισχύσεις. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τη βελγική κυβέρνηση ούτε από την Tubemeuse.
58.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι με την επίδικη απόφαση εφάρμοσε τα κριτήρια που καθορίζονταν στην προαναφερθείσα ανακοίνωση της του Σεπτεμβρίου 1984, όσον αφορά τις εκ μέρους των δημοσίων αρχών αναλήψεις μεριδίου συμμετοχής στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων και ιδίως το κριτήριο βάσει του οποίου οι αναλήψεις αυτές «... συνιστούν κρατικές ενισχύσεις, όταν υπάρχει εισφορά νέου κεφαλαίου υπό συνθήκες που θα ήταν απαράδεκτες για ιδιώτη επενδυτή ο οποίος ενεργεί υπό κανονικές συνθήκες σε οικονομία της αγοράς ».
59.
Τα εν λόγω κριτήρια αποσκοπούν στο να καταστεί δυνατός ο διαχωρισμός μεταξύ της κανονικής συμπεριφοράς του κράτους-μετόχου, όταν ενεργεί υπό συνθήκες που θα ήταν αποδεκτές για έναν ιδιώτη επενδυτή, και των επεμβάσεων των δημοσίων αρχών οι οποίες δεν αποσκοπούν στην πραγματοποίηση κερδών.
60.
Τα κριτήρια αυτά έχουν γίνει δεκτά από το Δικαστήριο. Η Επιτροπή επικαλείται τις εξής αποφάσεις: απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, Intermills, όπ. π.· αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1985, Leeuwarder Papierwarenfabriek BV, όπ. π.· απόφαση· της 10ης Ιουλίου 1986, Βέλγιο κατά Επιτροπής (234/84, Συλλογή 1986, σ. 2263)· απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, Βέλγιο κατά Επιτροπής ( 40/85, Συλλογή1986, σ. 2321 ) απόφαση της 9ης Απριλίου 1987, Επιτροπή κατά Βελγίου (5/86, Συλλογή 1987, σ. 1773 ).
61.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι οικονομικές δυσχέρειες της Tubemeuse ήταν πασίγνωστες από καιρό. Η σταδιακή αποχώρηση των ιδιωτών μετόχων, οι συνεχείς ζημίες που είχε η επιχείρηση εδώ και δέκα έτη και οι διαδοχικές εισφορές κεφαλαίου εκ μέρους του βελγικού δημοσίου, χωρίς λογικά να υφίστανται προοπτικές πραγματοποιήσεως κερδών, σε συνδυασμό με την κατάσταση της αγοράς, αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για το ότι το κράτος δεν ενήργησε όπως θα έπραττε ένας ιδιώτης μέτοχος. Εξάλλου, η έλλειψη τεχνικής προσαρμογής των εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως στις συνθήκες της αγοράς και το γεγονός ότι παράγει ένα μόνο προϊόν που προορίζεται για μία και μόνη αγορά δεν αφήνουν περιθώρια για προοπτικές ανακάμψεως.
62.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ουδέποτε θέλησε να αμφισβητήσει το κύρος της άδειας που παρέσχε το 1982. Αναφέρει απλώς ότι τα στοιχεία που είχε παράσχει τότε η βελγική κυβέρνηση αναφορικά με την κατάσταση της επιχειρήσεως και τις προοπτικές της αγοράς σωλήνων ήταν ελλιπή ή εσφαλμένα και ότι, με βάση την εξέλιξη της καταστάσεως, δεν θα επέτρεπε τη χορήγηση των ενισχύσεων του 1982, διότι δεν θα ήταν δυνατόν να πληρούνται οι όροι του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ).
63.
Απαντώντας στην αιτίαση ότι παραβίασε τα δικαιώματα της υπερασπίσεως, η Επιτροπή παραθέτει τη 13η σκέψη της αποφάσεως της 11ης Νοεμβρίου 1987, Γαλλία κατά Επιτροπής ( 259/85, Συλλογή 1987, σ. 4393), στην οποία αναφέρονται τα εξής:
« Εντούτοις, για να συνεπάγεται μια τέτοια προσβολή των δικαιωμάτων υπερασπίσεως ακυρότητα, θα έπρεπε, εφόσον δεν υφίστατο αυτή η πλημμέλεια, η διαδικασία να είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι εν λόγω παρατηρήσεις δεν περιέχουν παρά υποτυπώδη επιχειρηματολογία. Κατά το μέτρο που τα στοιχεία της επιχειρηματολογίας αυτής ανευρίσκονται στην αιτιολογία της Επιτροπής, έχουν αναπτυχθεί και θεμελιωθεί με στατιστικά δεδομένα και οικονομικούς δείκτες που η Επιτροπή συγκέντρωσε και κατέστησε γνωστούς στη Γαλλική κυβέρνηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι η κυβέρνηση αυτή δεν είχε τη δυνατότητα να σχολιάσει τις εν λόγω παρατηρήσεις δεν ήταν ικανό να επηρεάσει το αποτέλεσμα της διοικητικής διαδικασίας. Επομένως, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. »
64.
Επ' αυτού η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα στοιχεία που συνέλεξε από τρίτους είναι επίσημα και αντικειμενικά, τα οποία γνωρίζει και έχει χρησιμοποιήσει η βελγική κυβέρνηση. Εξάλλου, στην αιτιολογία της αποφάσεώς της περιλαμβάνονται πραγματικά και μόνο στοιχεία, που είναι παγκοίνως γνωστά, και δεν υπάρχει σχετικά κανένα νέο πραγματικό στοιχείο.
65.
Στο πλαίσιο αυτού του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το προσφεύγον κράτος προσάπτει στην Επιτροπή ότι έρχεται σε αντίφαση με την ίδια την ανακοίνωση της του Σεπτεμβρίου 1984, στην οποία δέχεται την αρχή της ουδετερότητας αναφορικά με το σύστημα ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων και την αρχή της ισότητας μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων. Το Βέλγιο ισχυρίζεται ότι από δύο χωρία της επίδικης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε κριτήρια που συνεπάγονται δυσμενείς διακρίσεις όσον αφορά τη συμμετοχή του δημοσίου, « αφού εξαρτά τη φύση της συμμετοχής αυτής, σε σχέση με το άρθρο 92 της Συνθήκης, από τον βαθμό αυτής της συμμετοχής του δημοσίου ή από τη διατήρηση ίσης αναλογίας μεταξύ του ύψους της συμμετοχής του δημοσίου και των ιδιωτών μετόχων ».
66.
Η Επιτροπή απαντά στο σημείο αυτό ότι η ανακοίνωση της του 1984 έχει ενδεικτική αξία και καθορίζει τη γενική γραμμή πλεύσεως της Επιτροπής, όπως εξάλλου έχει δεχτεί το Δικαστήριο (απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, Deufil, 310/85, Συλλογή 1987, σ. 901 ). Όσον αφορά τα χωρία της αποφάσεως της τα οποία παρέθεσε το προσφεύγον κράτος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι περιλαμβάνονται επίσης εκτενώς στην ανακοίνωση της.
67.
Εξάλλου, τα κριτήρια που εκτίθενται στην ανακοίνωση της αποσκοπούν στο να καταστεί δυνατός ο διαχωρισμός μεταξύ της κανονικής συμπεριφοράς του κράτους-μετόχου και των παρεμβάσεων των δημοσίων αρχών οι οποίες δεν αποσκοπούν στην πραγματοποίηση κερδών. Στην περίπτωση της Tubemeuse, συμμετείχαν αρχικά στο κεφάλαιο το δημόσιο και οι ιδιώτες μέτοχοι. Η αποχώρηση των μετόχων αυτών, οι συνεχείς ζημίες που παρουσιάζει η επιχείρηση και οι συνεχείς χρηματοδοτήσεις της επιχειρήσεως από το κράτος, ενώ δεν υπάρχουν λογικά προοπτικές πραγματοποιήσεως κερδών, αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για το ότι το κράτος δεν ενεργεί όπως θα έπραττε ένας ιδιώτης μέτοχος.
68.
Το προσφεύγον κράτος διατείνεται στη συνέχεια ότι, προς εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, πρέπει να εξετάζονται τα μέσα που διαθέτουν οι ανταγωνιστές στην οικεία αγορά. Στην προκειμένη περίπτωση, η κατάσταση της Tubemeuse ήταν παρόμοια με των ανταγωνιστών της. Επομένως, η στάση του κράτους ως μετόχου ήταν ανάλογη προς εκείνη των μετόχων των ανταγωνιστριών εταιριών.
69.
Η Επιτροπή απαντά στον ισχυρισμό αυτό ότι ναι μεν, λόγω της καταστάσεως στον τομέα αυτό, οι περισσότεροι από τους παραγωγούς υπέστησαν ορισμένες φορές ζημίες, οπότε οι μέτοχοί τους παρέσχον τα αναγκαία κεφάλαια, υπήρχαν όμως και περίοδοι με κέρδη, ενώ η Tubemeuse, εδώ και δέκα χρόνια, έχει μόνο ζημίες. Αυτό φαίνεται καλύτερα από ένα συγκριτικό πίνακα των αποτελεσμάτων χρήσεως των επιχειρήσεων Mannesmann, Valourer και Tubesmeuse. Η Tubemeuse, η οποία κανονικά θα αναγκαζόταν τότε να εξαφανιστεί από την αγορά, επέζησε αποκλειστικά χάρη στις κρατικές παρεμβάσεις.
70.
Το προσφεύγον κράτος υποστηρίζει στη συνέχεια ότι ενήργησε όπως θα έπραττε ένας συνήθης ιδιώτης επενδυτής στα πλαίσια της οικονομίας της αγοράς. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι επενδύσεις της εν λόγω επιχειρήσεως χρηματοδοτήθηκαν εν μέρει από μια διεθνή κοινοπραξία τραπεζών, πράγμα από το οποίο προκύπτει η οικονομική υγεία της επιχειρήσεως, και από το γεγονός ότι οι ιδιώτες μέτοχοι αποσύρθηκαν εξαιτίας προβλημάτων που δεν είχαν καμία σχέση με την κατάσταση της Tubemeuse.
71.
Η Επιτροπή αντιτείνει ότι, για τα δάνεια τα οποία χορήγησε η προαναφερθείσα κοινοπραξία, το βελγικό κράτος είχε παράσχει εγγυητικές επιστολές, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι οι δανειστές συνήψαν μάλλον μια κερδοφόρα σύμβαση δανείου χωρίς να αναλάβουν τους κινδύνους που απέρρεαν από τη σύμβαση αυτή.
72.
Προσπαθώντας να αποδείξει ότι ενήργησε πάντοτε ως ιδιώτης μέτοχος ο οποίος δεν έχασε ποτέ τις ελπίδες του όσον αφορά το μέλλον της επιχειρήσεως του και ότι δεν είχε ποτέ την πρόθεση να παρέμβει αποδεχόμενο τη δυνατότητα απώλειας των εισφερομένων κεφαλαίων, το προσφεύγον κράτος ισχυρίζεται ότι, μέχρι την έναρξη της διαδικασίας του προ-πτωχευτικού συμβιβασμού, η Tubemeuse είχε διατηρήσει ακέραια τη φερεγγυότητά της στις συναλλαγές, ότι ποτέ δεν μείωσε τις τιμές της κάτω του κόστους, ότι από την έναρξη της διαδικασίας εκκαθαρίσεως συνέχισε να λειτουργεί σε περιορισμένο βαθμό χωρίς καμία ενίσχυση από τις δημόσιες αρχές.
73.
Το βελγικό κράτος υποστηρίζει ότι, όπως θα έκανε κάθε άλλος συνήθης ιδιώτης επενδυτής, απευθύνθηκε δύο φορές, το 1983 και το 1986, στο διεθνές γραφείο εμπειρογνωμόνων Mc Kinsey αναφορικά με το μέλλον της Tubemeuse και ότι ακολούθησε πάντοτε τις συμβουλές του γραφείου.
74.
Πρέπει να σημειωθεί επ' αυτού ότι, κατά την περίοδο 1984-1986, η Tubemeuse παραπονέθηκε ότι το βελγικό κράτος δεν είχε εκπληρώσει το καθήκον του ως μέτοχος, ενώ οι αρμόδιοι δικαστές του εμποροδικείου της Λιέγης έκριναν ότι η αιτία για την κατάσταση της Tubemeuse « είναι η έλλειψη επαρκών κεφαλαίων κινήσεως». Εξάλλου, το βελγικό κράτος, αφού δεν βρήκε συνεταίρο για τη διάσωση της Tubemeuse, αρνήθηκε να της παράσχει παράνομες ενισχύσεις και υποτάχθηκε στους νόμους της αγοράς.
75.
Η Επιτροπή απαντά ότι μία επιχείρηση υπό εκκαθάριση ούτε επιστρέφει δάνεια ούτε καταβάλλει φόρους. Επιπλέον στην έκθεση Mc Kinsey του 1983 γίνεται ήδη λόγος για τη δύσκολη κατάσταση της Tubemeuse, συμπέρασμα το οποίο επιβεβαιώθηκε το 1985 από τη βελγική Εθνική Επιτροπή Προγραμματισμού και Ελέγχου της Σιδηρουργίας, η οποία αναφέρει καθαρά, μεταξύ άλλων, ότι εν πάση περιπτώσει η πλήρης τιμή κόστους της Tubemeuse ήταν πάντοτε ανώτερη από την τιμή πωλήσεως.
76.
Επομένως, οι δυσχέρειες της Tubemeuse δεν προξενήθηκαν από την ανεπαρκή εισφορά οικονομικών πόρων εκ μέρους του δημοσίου ως μετόχου, αλλά από σοβαρές διαχειριστικές πλημμέλειες, από την ακαταλληλότητα του τεχνικού εξοπλισμού της και από το ότι παράγει ένα μόνο προϊόν που προορίζεται για μία και μόνη αγορά.
Δεύτερος λόγος ακνρώοεως: η εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, οτην περίπτωση ενισχύσεων προς επιχείρηση η οποία εξάγει εκτός της Κοινότητας το σύνολο σχεδόν της παραγωγής της
77.
Κατά τη βελγική κυβέρνηση, όπως έχει δεχτεί το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του στις προαναφερθείσες υποθέσεις Leeuwarder (296/82 και 318/82), μία από τις προϋποθέσεις για να μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 92, παράγραφος 1, είναι να επηρεάζει η ενίσχυση τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό στην κοινή αγορά. Αυτή η προϋπόθεση δεν μπορεί να συντρέχει, αφού το 90 % της παραγωγής της Tubemeuse διοχετεύεται εκτός της Κοινότητας, έστω και αν η παραγωγή της σε μη συγκολλημένους σωλήνες ανέρχεται στο 17 ο/ο της κοινοτικής παραγωγής.
78.
Το προσφεύγον κράτος θεωρεί ότι το ζήτημα, το οποίο για πρώτη φορά υποβάλλεται στην κρίση του Δικαστηρίου, περί του αν η ενίσχυση που χορηγείται σε επιχείρηση η οποία εξάγει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της (περί το 90%) εκτός της Κοινότητας μπορεί να νοθεύσει τον ενδοκοινοτικό ανταγωνισμό είναι πολύ σημαντικό.
79.
Στην προκειμένη περίπτωση, η επιχείρηση αναδιαρθρώθηκε με στόχο κυρίως να καλύψει τη ρωσική αγορά. Επομένως, η νέα παραγωγική ικανότητα δεν μπορούσε να κατακλύσει την κοινή αγορά, το δε ενδοκοινοτικό εμπόριο δεν μπορούσε να επηρεαστεί από τις επίμαχες επεμβάσεις του βελγικού δημοσίου. Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται συναφώς επαρκούς νομικής αιτιολογίας.
80.
Το προσφεύγον κράτος ισχυρίζεται ακόμη ότι το άρθρο 92, παράγραφος 1, αφορά τις ενισχύσεις που επηρεάζουν άμεσα το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, πράγμα το οποίο αναφέρει επίσης η Επιτροπή στην απόφαση της.
81.
Όμως, η συλλογιστική της προσβαλλομένης αποφάσεως — δηλαδή ότι η ενίσχυση, αφού ενισχύει τη θέση μιας επιχειρήσεως σε μία μακρινή αγορά, επηρεάζει τη θέση στην ίδια αγορά μιας ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής επιχειρήσεως, με επιπτώσεις στη θέση της εταιρείας αυτής στην κοινή αγορά, οι οποίες περιλαμβάνουν και την εξαφάνισή της, άρα υφίσταται επηρεασμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου — βασίζεται σε μία αλυσίδα περιστάσεων, υποθέσεων και έμμεσων και δευτερογενών αποτελεσμάτων, και δεν αποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η ενίσχυση της θέσεως μιας επιχειρήσεως σε μια αγορά εκτός της Κοινότητας θα μπορούσε να νοθεύσει τη λειτουργία του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της Κοινότητας.
82.
Η Επιτροπή δεν αναφέρει επ' αυτού κανένα συγκεκριμένο, απτό και εξακριβώσιμο αρνητικό αποτέλεσμα, κατά συνέπεια δε η απόφαση της στερείται αιτιολογίας.
83.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι μία ενίσχυση μπορεί να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ενδοκοινοτικό ανταγωνισμό και, συνεπώς, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, ακόμα και αν η ενισχυό-μενη επιχείρηση εξάγει το σύνολο σχεδόν της παραγωγής της εκτός της Κοινότητας. Αυτή η άποψη είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η κοινή αγορά είναι ανοιχτή και υπακούει στους κανόνες του διεθνούς εμπορίου, καθώς και της αλληλεξαρτήσεως μεταξύ των αγορών στις οποίες είναι παρούσες οι κοινοτικές επιχειρήσεις.
84.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση οι κοινοτικοί παραγωγοί μη συγκολλημένων σωλήνων είναι κυρίως προσανατολισμένοι προς την εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων: πράγματι, οι μη κοινοτικές αγορές απορρόφησαν το 1984 το ήμισυ σχεδόν της κοινοτικής παραγωγής.
85.
Συναφώς η Επιτροπή υπενθυμίζει την αιτιολογία της αποφάσεως της, ήτοι ότι η παγκόσμια αγορά των οικείων προϊόντων βρίσκεται σε ύφεση, ότι ο εν λόγω τομέας έχει πλεονάζουσες ικανότητες παραγωγής, ότι η παγκόσμια παραγωγή μη συγκολλημένων σωλήνων μειώθηκε κατά 20 % και ότι οι τιμές σημείωσαν πτώση κατά 50 %, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν περιορισμούς στις εισαγωγές, ότι υφίστανται νέες δυνατότητες παραγωγής στις υπό ανάπτυξη χώρες και στις χώρες κρατικού εμπορίου.
86.
Υπό τις συνθήκες αυτές, συνεχίζει η Επιτροπή, η Tubemeuse ακολουθεί πλέον μία πολιτική κατακτήσεως νέων μεριδίων αγοράς και εντός της Κοινότητας και, επιπλέον, αυξάνει την παραγωγή προϊόντων ( π. χ. μηχανικών σωλήνων) που χρησιμοποιούνται στις χώρες της Κοινότητας. Επιπλέον αυξάνει, χρησιμοποιώντας κεφάλαια του δημοσίου, τη δυναμικότητά της, τη στιγμή που οι ανταγωνιστές της προβαίνουν σε σημαντικές μειώσεις, παράλληλα με την κατάργηση θέσεων εργασίας. Κατά συνέπεια, όταν υπάρχει μια τέτοια κατάσταση, κάθε βοήθεια προς μια επιχείρηση μπορεί να ευνοήσει την ανταγωνιστική της θέση σε βάρος των άλλων.
87.
Όσον αφορά πάντα τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως περί της εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος κράτους περιλαμβάνει τρία ακόμη σημεία.
88.
Καταρχάς, το Βέλγιο υποστηρίζει ότι οι περιπτώσεις όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως πρέπει να διέπονται από το άρθρο 112 της Συνθήκης, το οποίο ορίζει ότι, όσον αφορά « τα συστήματα ενισχύσεως που χορηγούνται από τα κράτη μέλη για τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες », το Συμβούλιο εκδίδει, προτάσει της Επιτροπής και με ειδική πλειοψηφία, τις αναγκαίες για τον σκοπό αυτό οδηγίες. Επομένως, μια περίπτωση όπως η υπό κρίση δεν μπορεί να υπαχθεί « στις διατάξεις του κοινού δικαίου ».
89.
Η Επιτροπή απαντά επ' αυτού ότι το άρθρο 112 δεν παρεκκλίνει από τον γενικό απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 92, παράγραφος 1, και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρούν ή να χορηγούν ενισχύσεις ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά. Εξάλλου, το πεδίο εφαρμογής του δεν ταυτίζεται με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, το δε άρθρο 112 εφαρμόζεται στις ενισχύσεις που δεν επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, αλλά μόνο τους όρους του ανταγωνισμού των κοινοτικών επιχειρήσεων στην αγορά των τρίτων χωρών. Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην προκειμένη υπόθεση, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι από το τέλος της μεταβατικής περιόδου η εμπορική πολιτική διέπεται από το άρθρο 113 της Συνθήκης.
90.
Δεύτερον, για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η εξαγωγή του 90% της παραγωγής μιας επιχειρήσεως η οποία κατέχει το 17% της κοινοτικής παραγωγής δεν αποκλείει αυτοδικαίως τη δυνατότητα επηρεασμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου, το Βέλγιο αμφισβητεί στο υπόμνημα απαντήσεώς του ότι η Tubemeuse κατέχει το 17% της κοινοτικής παραγωγής μη συγκολλημένων σωλήνων. Η πραγματική κατάσταση, βάσει των στοιχείων που παρέσχε η Stahlrohrverband (Ένωση Παραγωγών Χαλύβδινων Σωλήνων ) και η Επιτροπή Συντονισμού της Βιομηχανίας Χαλυβδοσω-λήνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, είναι η εξής: από την κοινοτική παραγωγή χαλυβδοσωλήνων η Tubemeuse κατείχε ποσοστό 1,21% το 1982, 1,36% το 1983, 2,03% το 1984, 1,8% το 1985 και 0,80% το 1986. Σε παγκόσμιο επίπεδο κατείχε αντίστοιχα ποσοστό 0,23, 0,26, 0,39, 0,37 και 0,16%. Όσον αφορά την ευρωπαϊκή παραγωγή μη συγκολλημένων σωλήνων, η Tubemeuse κατείχε ποσοστό 2,93% το 1982, 4,19% το 1983 και 5,89% το 1984. Επομένως, η απόφαση της Επιτροπής πάσχει προδήλως πλάνη περί τα πράγματα.
91.
Επ' αυτού η Επιτροπή παρατηρεί ότι το ποσοστό 17% υπολογίστηκε από τις υπηρεσίες της με βάση τα στοιχεία για τον όγκο παραγωγής της Tubemeuse και της κοινοτικής παραγωγής μη συγκολλημένων σωλήνων. Τα στοιχεία αυτά της παρασχέθηκαν από την ίδια τη βελγική κυβέρνηση. 'Οσον αφορά τα ανωτέρω ποσοστά, αφορούν προϊόντα τα οποία δεν είναι συγκρίσιμα ή ανταγωνιστικά προς τα προϊόντα τα οποία αφορούν οι χορηγηθείσες στην Tubemeuse ενισχύσεις.
92.
Τέλος, αναφερόμενο στα προαναφερθέντα αριθμητικά στοιχεία, το Βέλγιο υποστηρίζει ότι, αφού δεν υπάρχουν κανόνες για τον καθορισμό, στον τομέα των ενισχύσεων, του σημείου πέραν του οποίου υφίσταται επηρεασμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί εδώ κατ' αναλογία το όριο του 5% το οποίο ισχύει στον τομέα του ανταγωνισμού ( θεωρία των ελαχίστων ορίων ).
93.
Η Επιτροπή απαντά ότι ο ισχυρισμός ότι τα αποτελέσματα των ενισχύσεων ήταν περιορισμένα έχει ήδη προβληθεί στο πλαίσιο άλλων υποθέσεων, χωρίς όμως να έχει γίνει δεκτός (προαναφερθείσες αποφάσεις 234/84 και 259/85 ). Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι οι αρχές που διέπουν τον ανταγωνισμό δεν μπορούν να μεταφέρονται στον τομέα των ενισχύσεων ( βλέπε ιδίως την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, Philip Morris, 730/79, Rec. 1980, σ. 2671 ).
Τρίτος λόγος ακυρώσεως: κατά το χρόνο εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως η Tubemeuse βρισκόταν σε κατάσταση προπτωχευτικού συμβιβασμού
94.
Το προσφεύγον κράτος υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η παρασχεθείσα στην Tubemeuse οικονομική βοήθεια αποτελεί ενίσχυση απαγορευόμενη από το άρθρο 92, παράγραφος 1, η απόφαση της Επιτροπής ήταν άνευ αντικειμένου, διότι, όταν εκδόθηκε, η επιχείρηση βρισκόταν σε κατάσταση προπτωχευτικού συμβιβασμού με παραχώρηση του ενεργητικού, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είχε παύσει να υφίσταται από οικονομική άποψη. Συνεπώς, ούτε το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών μπορούσε πλέον να επηρεαστεί ούτε ο ανταγωνισμός να νοθευτεί.
95.
Η υπό κρίση υπόθεση είναι διαφορετική από τις προαναφερθείσες υποθέσεις 40/85 και 232/84, στις οποίες η οικεία επιχείρηση είχε κηρυχθεί σε πτώχευση ή υπό εκκαθάριση μετά την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως, το ζήτημα αυτό απασχολεί το Δικαστήριο για πρώτη φορά.
96.
Η Επιτροπή δεν λαμβάνει άμεσα θέση ως προς αυτό το σημείο της υποθέσεως. Εντούτοις, ορισμένα στοιχεία της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσει στο υπόμνημα ανταπαντήσεως αφήνουν να διαφανεί ότι υιοθετεί την εξής άποψη: σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο, σε περίπτωση προπτωχευτικού συμβιβασμού με παραχώρηση του ενεργητικού, καθώς και σε περίπτωση πτωχεύσεως, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει στον εκκαθαριστή να συνεχίσει προσωρινά τη διενέργεια εμπορικών πράξεων, ακόμα και νέων, όπως συνέβη εν προκειμένω με την Tubemeuse. Εξάλλου, μια επιχείρηση υπό εκκαθάριση ούτε εξοφλεί χρέη ούτε καταβάλλει φόρους. Επομένως, η Tubemeuse, η οποία θα εξαφανιζόταν από την αγορά χωρίς τη συνδρομή των δημοσίων αρχών, μπορεί με τον τρόπο αυτό να συνεχίσει να νοθεύει τον ανταγωνισμό. Επομένως, η εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής, που επιτάσσει την αναζήτηση της ενισχύσεως, θα επιταχύνει την εφαρμογή των νόμων της αγοράς.
Τέταρτος λόγος ακυρώσεως: κατάργηση της φερομένης ως ενισχύσεως με την εκκαθάριση του ενεργητικού της ενισχυθείσας επιχειρήσεως
97.
Το προσφεύγον κράτος υποστηρίζει ότι, όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η φερόμενη ως ενίσχυση είχε παύσει να υφίσταται με την κατάθεση του ισολογισμού της υπό πτώχευση επιχειρήσεως, η δε κατάργηση της ενισχύσεως πραγματοποιήθηκε με την εκκαθάριση της περιουσίας της επιχειρήσεως. Επομένως, αφού αγνοεί την κατάσταση αυτή, η προσβαλλόμενη απόφαση βασίζεται σε ανακριβή πραγματικά περιστατικά, το δε μέρος της που επιτάσσει την αναζήτηση της ενισχύσεως είναι άνευ αντικειμένου. Το προσφεύγον κράτος παραθέτει επ' αυτού την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου ( 52/84, Συλλογή 1986, σ. 89 ).
98.
Η Επιτροπή δεν δίνει ειδική και άμεση απάντηση ούτε σ' αυτό τον λόγο ακυρώσεως, τον οποίο το προσφεύγον κράτος δεν αναπτύσσει αυτόνομα και ο οποίος εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας με την οποία υποστηρίζεται ότι η επίδικη απόφαση στερείται αντικειμένου και η οποία αναφέρθηκε κατά την εξέταση του τρίτου λόγου ακυρώσεως.
Πέμπτος λόγος ακυρώσεως: αδυναμία άμεσης εκτέλεσης της επίδικης απόφασης
99.
Το προσφεύγον κράτος υποστηρίζει ότι η άμεση εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής είναι αδύνατη, κατά το μέρος που επιτάσσει την αναζήτηση της φερομένης ως ενισχύσεως.
100.
Πράγματι, βάσει της ίδιας της νομολογίας του Δικαστηρίου, η αναζήτηση των ενισχύσεων που χορηγούνται κατά παράβαση της Συνθήκης δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού δικαίου (Διάταξη της 6ης Ιουνίου 1986, Deufil, 310/85 R, Συλλογή 1986, σ. 537 ). Στην προκειμένη περίπτωση η κατάσταση του προπτωχευτικού συμβιβασμού στην οποία βρίσκεται η Tubemeuse αποτελεί εμπόδιο για την ικανοποίηση οιασδήποτε αξιώσεως του βελγικού δημοσίου. Η περιουσία της επιχειρήσεως έχει παραχωρηθεί στους δανειστές της, το δε κράτος δεν έχει καμία εξουσία να διατάξει την αναζήτηση της φερομένης ως ενισχύσεως.
101.
Η απόφαση της Επιτροπής, όπως και μια απόφαση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία οποιουδήποτε προνομίου υπέρ του προσφεύγοντος κράτους, το οποίο να του επιτρέπει να παρεκκλίνει από τους εφαρμοστέους στον τομέα αυτό κανόνες σε βάρος των δανειστών της Tubemeuse. Στα πλαίσιο της διαδικασίας του προπτωχευτικού συμβιβασμού το βελγικό δημόσιο μπορεί μόνο να αναγγείλει την απαίτηση του ως εγχειρό-γραφος δανειστής. Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που επιτάσσει την άμεση αναζήτηση της φερομένης ως ενισχύσεως, αποτελεί παραβίαση των κοινών στα κράτη μέλη γενικών αρχών που ισχύουν στο δίκαιο των εταιριών και στο πτωχευτικό δίκαιο.
102.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το βάσιμο της ως άνω επιχειρηματολογίας του προσφεύγοντος κράτους. Θεωρεί εντούτοις ότι είναι πολύ σημαντικό να δεχτεί το Δικαστήριο:
—
ότι, ελλείψει σχετικών κοινοτικών διατάξεων, η αναζήτηση των παρανόμως χορηγηθέντων ενισχύσεων διέπεται, κατ' αναλογία των όσων ισχύουν για τους κανόνες αναφορικά με την απόδοση των αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων και δασμών των άρθρων 13 και 95 της Συνθήκης, από τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου, οι οποίοι πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε οι απαιτήσεις προς επιστροφή των κρατικών ενισχύσεων να τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως με τις άλλες απαιτήσεις·
—
ότι, σε περίπτωση δυσχερειών όσον αφορά την εκτέλεση μιας αποφάσεως της Επιτροπής, είναι επιβεβλημένη η συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και κοινοτικών οργάνων, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης.
Έκτος λόγος ακυρώσεως: η επιβολή της υποχρεώσεως καταργήσεως της φερομένης ως ενισχύσεως μέσω αναζητήσεως της ενισχύσεως αυτής είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό
103.
Το προσφεύγον κράτος υποστηρίζει ότι η επιβαλλόμενη από την απόφαση υποχρέωση καταργήσεως της φερομένης ως ενισχύσεως μέσω αναζητήσεως της ενισχύσεως είναι δυσανάλογη προς τους στόχους των άρθρων 92 και 93, για τον λόγο επίσης ότι η αναγγελία της απαιτήσεως στη διαδικασία του προπτωχευ-τικού συμβιβασμού εκ μέρους του βελγικού δημοσίου θα προξενούσε σοβαρή ζημία στους τρίτους δανειστές.
104.
Η θέση της Επιτροπής επ' αυτού, η οποία συνάγεται εμμέσως από τα δικόγραφα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι δεν είναι η πρώτη φορά που η Επιτροπή διατάσσει την κατάργηση μιας παράνομης κρατικής ενισχύσεως και την αναζήτηση της. Η τακτική αυτή έχει εφαρμοστεί πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν και η νομιμότητά της έχει γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ( για παράδειγμα, απόφαση στην υπόθεση 52/84, όπ. π. ).
Εβδομος λόγος ακυρώσεως: εφαρμογή της παρεκκλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο α)
105.
Η Επιτροπή διαπιστώνει με την επίδικη απόφαση ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί για τις επίμαχες ενισχύσεις η παρέκκλιση που προβλέπεται στην ανωτέρω διάταξη, παρά το γεγονός ότι η περιοχή της Λιέγης έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα από την κατάργηση θέσεων εργασίας. Βασιζόμενη σε εμπεριστατωμένη κοινωνικοοικονομική ανάλυση αναφορικά με τις περιοχές του Βελγίου (απόφαση 82/740/ΕΟΚ της 22ας Ιουλίου 1982, ΕΕ L 312, σ. 18, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 85/544/ΕΟΚ της 31ης Ιουλίου 1985, ΕΕ L 341, σ. 19 ), η Επιτροπή έχει ήδη αποφανθεί ότι η περιοχή αυτή δεν παρουσιάζει ασυνήθως χαμηλό βιοτικό επίπεδο ούτε σοβαρή υποαπασχόληση. Η βελγική κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την ορθότητα της αναλύσεως αυτής ούτε προσκόμισε στη συνέχεια νέα στοιχεία που να μπορούν να την ανατρέψουν.
106.
Το βελγικό κράτος αμφισβητεί την ορθότητα αυτής της εκτιμήσεως, διότι βασίζεται σε στοιχεία του σχετικώς απώτερου παρελθόντος. Στην περιοχή της Λιέγης έχουν κλείσει στο μεταξύ τόσα εργοστάσια και έχουν καταργηθεί τόσες θέσεις εργασίας, ώστε να δικαιολογείται μία διαφορετική εκτίμηση.
107.
Η Επιτροπή δεν λαμβάνει θέση ως προς τον ισχυρισμό αυτό.
Όγδοος λόγος ακυρώσεως: εφαρμογή της παρεκκλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ)
108.
Το προσφεύγον κράτος ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή κακώς αρνήθηκε να εφαρμόσει στην προκειμένη περίπτωση την εν λόγω διάταξη, αφού η επέμβαση του υπέρ της Tubemeuse είχε ως σκοπό να διευκολύνει την ανάπτυξη ορισμένων δραστηριοτήτων ή ορισμένων οικονομικών περιφερειών.
109.
Η θέση της Επιτροπής επ' αυτού είναι ότι οι εν λόγω επεμβάσεις δεν μπορούσαν να διευκολύνουν την ανάπτυξη ορισμένων δραστηριοτήτων ή ορισμένων οικονομικών περιοχών λόγω του ότι αλλοίωναν τους όρους του εμπορίου κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον και ότι η επιχείρηση στην οποία χορηγήθηκαν οι ενισχύσεις δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει την ίδια τη βιωσιμότητά της.
IV — Απαντήσεις στα ερωτήματα του Δικαστηρίου
110.
Το Δικαστήριο ζήτησε από τη βελγική κυβέρνηση ορισμένες διευκρινίσεις όσον αφορά την τωρινή νομική και οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως Tubemeuse, η δε βελγική κυβέρνηση έδωσε την εξής απάντηση:
« Νομική κατάσταση
Η διαδικασία του προπτωχευτικού συμβιβασμού με παραχώρηση της περιουσίας συνεχίζεται. Οι εκκαθαριστές ασχολούνται τώρα με τον καθορισμό του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρίας.
Οικονομική κατάσταση
Στα τέλη Ιουλίου 1988, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως βάσει του προπτωχευτικού συμβιβασμού με παραχώρηση της περιουσίας, η επιχείρηση, δηλαδή η χαλυβουργία, η ελασμα-τουργία LP1, τα κεντρικά εργαστήρια και η συμμετοχή κατά 49 ο/ο της Tubemeuse στην εταιρία OCTG, παραχωρήθηκε έναντι 325 εκατ. BFR στην εταιρία SA Oilfin, με έδρα τις Βρυξέλλες, avenue Louise 283.
Οι νέοι ιδιοκτήτες ίδρυσαν την ανώνυμη εταιρία ΝΤΜ ( New Tube Meuse ).
Η εταιρία αυτή εργάζεται από τότε με όλο το προσωπικό που υπήρχε κατά την παραχώρηση της επιχειρήσεως, αποδέχθηκε δε την αρχαιότητα του προσωπικού αυτού, πράγμα το οποίο αποτελεί κοινωνική παροχή που αντιπροσωπεύει σημαντικό λανθάνον παθητικό της εταιρίας. »
111.
Το Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή να διασαφηνίσει το περιεχόμενο και την έκταση της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε κατά της προσφυγής της βελγικής κυβερνήσεως, η δε Επιτροπή έδωσε την εξής απάντηση:
« Στη σελίδα 5 του υπομνήματος αντικρούσεως η Επιτροπή υπογράμμισε το γεγονός ότι, μεταξύ των επίμαχων ενισχύσεων που είναι παράνομες λόγω παραβάσεως των διαδικαστικών κανόνων οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, ένα μέρος ( 6,5 δισεκατ. BFR ) είχε κοινοποιηθεί προηγουμένως, όταν σχεδιαζόταν η χορήγηση του.
Αυτό το γεγονός υπενθυμίζεται κυρίως για να καταδειχθεί η παράβαση του κανόνα περί ανασταλτικού αποτελέσματος (βλ. άρθρο 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση ). Με την ίδια ευκαιρία η Επιτροπή δεν παρέλειψε ασφαλώς να υπογραμμίσει έμμεσα την αντιφατική στάση της βελγικής κυβερνήσεως, η οποία, μολονότι είχε αναγνωρίσει αρχικά ότι οι σχετικές παρεμβάσεις αποτελούν ενισχύσεις, στη συνέχεια το αμφισβήτησε ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η Επιτροπή έχει πάντως τη γνώμη ότι η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης δεν μπορεί να επιφέρει περιορισμούς του δικαιώματος των κρατών μελών να ασκούν ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγές ακυρώσεως βάσει του άρθρου 173.
Η θέση αυτή ενυπάρχει στις παρατηρήσεις που αναπτύσσονται στις σελίδες 4 και 5 του υπομνήματος ανταπαντήσεως της Επιτροπής, ιδίως στην εξής παράγραφο:
Έτσι, εφόσον διαπιστωθεί — από το Δικαστήριο — ότι οι εν λόγω ενισχύσεις πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 92, παράγραφος 1, και ότι χορηγήθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, η Επιτροπή θεωρεί ότι αποδεικνύεται επαρκώς το ασυμβίβαστο των ενισχύσεων προς τη Συνθήκη και ότι, επομένως, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν συμβιβάζονται ενδεχομένως προς τους ουσιαστικούς κανόνες του άρθρου 92, παράγραφος 3.
Κατόπιν αυτής της παρατηρήσεως, η Επιτροπή διευκρινίζει, για να δώσει πλήρη απάντηση στην ερώτηση που της υπέβαλε το Δικαστήριο, ότι στην υπό κρίση περίπτωση η ένσταση απαραδέκτου την οποία προβάλλει στηρίζεται στην ύπαρξη των εξής τριών στοιχείων:
—
στο ασυμβίβαστο προς τη Συνθήκη των εν λόγω ενισχύσεων, το οποίο έχει αποδειχθεί οριστικά, αφού η βελγική κυβέρνηση δεν προσέβαλε την εκτίμηση των ενισχύσεων επί της ουσίας, στην οποία προέβη η Επιτροπή βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3 ·
—
στο παράνομο αυτό καθαυτό των εν λόγω ενισχύσεων, το οποίο έχει αποδειχθεί οριστικά, αφού η βελγική κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε το ότι παραβίασε τους επιτακτικούς διαδικαστικούς κανόνες που προβλέπονται στο άρθρο 93, παράγραφος 3·
—
στην έλλειψη εκ πρώτης όψεως βασιμότητας της προσφυγής — όπως έγινε δεκτό με τη Διάταξη της 15ης Ιουνίου 1987 στην υπόθεση 142/87 R — πράγμα το οποίο θέτει υπό αμφισβήτηση την ορθότητα του μόνου ουσιαστικού λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η βελγική κυβέρνηση, δηλαδή των ισχυρισμών που προέβαλε σχετικά με τον χαρακτηρισμό των επίμαχων επεμβάσεων της ως ενισχύσεων κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. »
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 21ης Μαρτίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-142/87,
Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο από τον Robert Hoebaer, διευθυντή διοικητικών υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες, επικουρούμενο από τους Lambert Matray και Charly Hanot, δικηγόρους Λιέγης, και τον Gerald Schubert, δικηγόρο Κολωνίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Antonino Abate, νομικό σύμβουλο, και τον Hendrik van Lier, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 87/507/ΕΟΚ της 4ης Φεβρουαρίου 1987, με την οποία η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι ενισχύσεις που χορήγησε υπό διάφορες μορφές το βελγικό κράτος σε επιχείρηση κατασκευής χαλυβδοσωλήνων ήταν παράνομες και ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και διέταξε την κατάργηση τους μέσω αναζητήσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη και F. Α. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliét, G. C. Rodríguez Iglesias και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και τις προφορικές παρατηρήσεις των εκπροσώπων των διαδίκων, που αναπτύχθηκαν κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μαΐου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Μαΐου 1987, το Βασίλειο του Βελγίου ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 87/507/ΕΟΚ, της 4ης Φεβρουαρίου 1987, με την οποία η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η οικονομική συνδρομή που έδωσε υπό διάφορες μορφές το βελγικό κράτος στην επιχείρηση SA des Usines à tubes de la Meuse-Tubemeuse ( στο εξής: Tubemeuse ) συνιστούσε παράνομη ενίσχυση λόγω μη τηρήσεως της προβλεπόμενης στο άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασίας, καθώς και λόγω του ότι ήταν ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά υπό την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ, και επομένως έπρεπε να καταργηθεί μέσω αναζητήσεως.
2
Σύμφωνα με την προσβαλλόμενη πράξη, η επιχείρηση Tubemeuse, που συστάθηκε το 1911 στην περιοχή της Λιέγης, προσανατολίστηκε προς την κατασκευή μη συγκολλημένων χαλυβδοσωλήνων προοριζομένων για τη βιομηχανία προϊόντων πετρελαίου. Αφού αντιμετώπισε δυσχέρειες ήδη κατά τη δεκαετία του 1970, η Tubemeuse βρέθηκε σε κρίσιμη κατάσταση το 1979, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρηση ορισμένων ιδιωτών μετόχων, στην ιδιότητα των οποίων υπεισήλθε το βελγικό κράτος, αναλαμβάνοντας το 72 ο/ο του εταιρικού κεφαλαίου.
3
Καθώς οι νέοι μέτοχοι της Tubemeuse αποφάσισαν τη βιομηχανική αναδιάρθρωση της επιχειρήσεως και την ανανέωση του παραγωγικού εξοπλισμού της, η Επιτροπή ενέκρίνε το 1982 τη χορήγηση ενός συνόλου ενισχύσεων εκ μέρους του βελγικού κράτους με σκοπό την υλοποίηση ενός προγράμματος επενδύσεων, μέσω των οποίων επιδιωκόταν η εξασφάλιση του μέλλοντος της επιχειρήσεως στο πλαίσιο δύο συμβάσεων, μιας μεσοπρόθεσμης και μιας μακροπρόθεσμης, που είχαν συναφθεί με τη Σοβιετική Ένωση.
4
Τα αναμενόμενα αποτελέσματα των προσπαθειών ανανεώσεως της Tubemeuse δεν επήλθαν, η δε εξέλιξη της καταστάσεως οδήγησε στην οριστική αποχώρηση των ιδιωτών μετόχων και στην ανάληψη από το βελγικό κράτος του συνόλου σχεδόν των μετοχών της Tubemeuse.
5
Στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή αναφέρει ότι η βελγική κυβέρνηση της γνωστοποίησε στις 19 Ιουλίου 1984, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, την πρόθεση της να προβεί, προς όφελος της Tubemeuse, σε αύξηση του κεφαλαίου της και στην έκδοση μετατρεψίμων ομολογιών με συμμετοχή στα κέρδη υπό όρους. Η βελγική κυβέρνηση προέβη στη χορήγηση της προαναφερθείσας οικονομικής συνδρομής, η οποία είχε κοινοποιηθεί, ενώ βρισκόταν ακόμα στο στάδιο του σχεδιασμού, προτού καταλήξει στην έκδοση τελικής αποφάσεως η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, την οποία είχε κινήσει στο μεταξύ η Επιτροπή. Εξάλλου η βελγική κυβέρνηση δέχθηκε, με έγγραφο της 29ης Ιουλίου 1985, ότι η Tubemeuse είχε λάβει προηγουμένως και άλλες κρατικές συνδρομές χωρίς να έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Το σύνολο των κρατικών αυτών παρεμβάσεων ανέρχεται σε 9,085 δισεκατ. βελγικά φράγκα (BFR).
6
Επιπλέον η βελγική κυβέρνηση κοινοποίησε με έγγραφο της 6ης Ιουνίου 1986 στην Επιτροπή σχέδιο περί κεφαλαιοποιήσεως 3,010 δισεκατ. BFR εγγυημένων δανείων, πάντοτε υπέρ της Tubemeuse, σχέδιο το οποίο τελικά υλοποιήθηκε για ποσό 2,510 δισεκατ. BFR, ενώ αποτελούσε το αντικείμενο διαδικασίας που είχε κινήσει η Επιτροπή βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 93, παράγραφος 2.
7
Το συνολικό ποσό των εν λόγω παρεμβάσεων ανέρχεται σε 12 δισεκατ. BFR περίπου.
8
Στην προσβαλλόμενη πράξη η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ενισχύσεις αυτές είναι παράνομες λόγω του ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 3. Ως προς την ουσία, οι ενισχύσεις αυτές είναι επιπλέον ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 1, και δεν μπορούν να τύχουν καμιάς των παρεκκλίσεων της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού. Με βάση αυτούς τους δύο λόγους η Επιτροπή υποχρέωσε το βελγικό κράτος να καταργήσει τις ενισχύσεις και να τις αναζητήσει, του έταξε δε προθεσμία δύο μηνών για να την πληροφορήσει σχετικά με τα μέτρα που θα ελάμβανε.
9
Για τους λόγους που εκθέτει στο δικόγραφο της προσφυγής της, η βελγική κυβέρνηση :
α)
αμφισβητεί ότι η επίδικη οικονομική συνδρομή αποτελεί ενίσχυση·
β)
υποστηρίζει ότι, αν υφίσταται ενίσχυση, πρόκειται για εξαγωγική ενίσχυση, η οποία επομένως διέπεται από το άρθρο 112 της Συνθήκης ΕΟΚ, αποκλειόμενης της εφαρμογής των άρθρων της 92 έως 94·
γ)
αμφισβητεί ότι επηρεάστηκαν, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, οι συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών·
δ)
υποστηρίζει ότι, κατά το στάδιο της εξετάσεως της ενισχύσεως, κατά το οποίο επέρχεται η δυνατότητα της εκατέρωθεν προβολής απόψεων, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, προσβλήθηκαν τα δικαιώματα της υπερασπίσεως της·
ε)
ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο εκδόσεώς της η Tubemeuse βρισκόταν σε κατάσταση προπτωχευτικού συμβιβασμού ( concordat judiciaire )·
στ)
ισχυρίζεται ότι η εν λόγω οικονομική συνδρομή εδικαιολογείτο βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχεία α ) και γ ) ·
ζ)
υποστηρίζει ότι η αναζήτηση της ενισχύσεως ήταν αδύνατη λόγω του ότι εκκρεμούσε ως προς την Tubemeuse διαδικασία προπτωχευτικού συμβιβασμού.
10
Η Επιτροπή προβάλλει το απαράδεκτο των λόγων ακυρώσεως της προσφυγής, κατά τους οποίους η επίδικη οικονομική συνδρομή εδικαιολογείτο βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχεία α ) και γ ).
11
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι λόγοι ακυρώσεως και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της ενστάσεως απαραδέκτου
12
Η Επιτροπή προέβαλε αρχικώς την εν λόγω ένσταση απαραδέκτου ως προς το σύνολο της προσφυγής, πλην όμως, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως της και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, την περιόρισε στους λόγους ακυρώσεως της προσφυγής που στρέφονται κατά των περιλαμβανομένων στην προσβαλλομένη πράξη διαπιστώσεων, κατά τις οποίες η εν λόγω ενίσχυση δεν μπορούσε να θεωρηθεί σύμφωνη προς την κοινή αγορά κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχεία α ) και γ ).
13
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι διαπιστώσεις αυτές αποτελούν μόνο το επικουρικό και υπερβάλλον μέρος της αιτιολογίας, ενώ η κύρια και επαρκής αιτιολογία συνίσταται στο ότι η εν λόγω ενίσχυση ήταν παράνομη λόγω του ότι χορηγήθηκε κατά παράβαση της απαγορεύσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3, προτού περατωθεί η διαδικασία που είχε κινηθεί βάσει της διατάξεως αυτής. Ακόμα και αν η ενίσχυση αυτή συμβιβαζόταν, ως προς την ουσία, με την κοινή αγορά, κατ' εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχεία α ) και γ ), το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε να εξαλείψει το παράνομο αυτής εξαιτίας της παραβάσεως του άρθρου 93, παράγραφος 3.
14
Πρέπει να σημειωθεί ότι, όσον αφορά τις συνέπειες από τις παραβάσεις αυτής της διατάξεως, το Δικαστήριο είχε δεχθεί με την απόφαση του της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Γαλλία κατά Επιτροπής ( C-301/87, Συλλογή 1990, σ. I-307 ), τα ακόλουθα.
15
Η Επιτροπή, όταν διαπιστώσει ότι μια ενίσχυση θεσπίστηκε ή τροποποιήθηκε χωρίς να έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί, έχει την εξουσία, αφού παράσχει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τη δυνατότητα να εκφράσει σχετικά την άποψη του, να υποχρεώσει το κράτος αυτό, εκδίδοντας προσωρινή απόφαση εν αναμονή του αποτελέσματος της εξετάσεως της ενισχύσεως, να αναστείλει αμέσως την καταβολή της και να παράσχει στην Επιτροπή, εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει, όλα τα απαραίτητα έγγραφα, στοιχεία και πληροφορίες ώστε να εξετάσει το αν συμβιβάζεται η ενίσχυση προς την κοινή αγορά.
16
Η Επιτροπή έχει την ίδια εξουσία έναντι του οικείου κράτους στις περιπτώσεις όπου η ενίσχυση της έχει μεν κοινοποιηθεί, αλλά το εν λόγω κράτος μέλος προβαίνει στη χορήγηση της ενισχύσεως χωρίς να αναμείνει το πέρας της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφοι 2 και 3, σε αντίθεση προς την απαγόρευση της παραγράφου 3 αυτού του άρθρου.
17
Εάν το κράτος μέλος συμμορφωθεί πλήρως προς την επιταγή της Επιτροπής, αυτή είναι υποχρεωμένη να εξετάσει το αν συμβιβάζεται η ενίσχυση προς την κοινή αγορά, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφοι 2 και 3.
18
Σε περίπτωση που το κράτος μέλος, παρά την επιταγή της Επιτροπής, δεν παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες, η Επιτροπή έχει την εξουσία να τερματίσει τη διαδικασία και να λάβει απόφαση διαπιστώνουσα το συμβιβαστό ή το ασυμβίβαστο της ενισχύσεως με την κοινή αγορά με βάση τα στοιχεία που διαθέτει. Με την απόφαση αυτή μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να αναζητήσει την ήδη καταβληθείσα ενίσχυση.
19
Εάν το κράτος μέλος δεν αναστείλει την καταβολή της ενισχύσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δικαιούται να προσφύγει απευθείας ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω αυτής της παραβάσεως της Συνθήκης, παράλληλα με τη συνέχιση της εξετάσεως επί της ουσίας. Αυτή η ενέργεια της δικαιολογείται ενόψει του επείγοντος, καθόσον υπήρξε ήδη απόφαση επιτάσσουσα την αναστολή της καταβολής της ενισχύσεως, εκδοθείσα αφού δόθηκε στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος η δυνατότητα να εκθέσει τις παρατηρήσεις του και, επομένως, αφού περατώθηκε η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της προσφυγής του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο. Πράγματι, αυτή η προσφυγή αποτελεί απλώς και μόνο μια παραλλαγή της προσφυγής λόγω παραβάσεως, ειδικά προσαρμοσμένη στα ιδιαίτερα προβλήματα που παρουσιάζουν οι κρατικές ενισχύσεις για τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς.
20
Ενόψει των προεκτεθέντων, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η πλημμέλεια που συνίσταται στην καταβολή της ενισχύσεως πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 3, καθιστά με τον τρόπο αυτό περιττή την εξέταση του συμβιβαστού της ενισχύσεως προς την κοινή αγορά από πλευράς άρθρου 92, παράγραφος 3.
21
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ένσταση απαραδέκτου των λόγων της προσφυγής οι οποίοι αφορούν την εφαρμογή γου άρθρου 92, παράγραφος 3, πρέπει να απορριφθεί και, συνεπώς, να εξετασθούν όλοι οι λόγοι ακυρώσεως της προσφυγής.
Ως προς τον χαρακτηρισμό ως ενισχύσεως της επίδικης οικονομικής συνδρομής
22
Στην προσβαλλόμενη πράξη η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως ήταν προβληματική, ότι ο τομέας στον οποίο αυτή ασκούσε τις δραστηριότητές της παρουσίαζε μεγάλη διαρθρωτική υπερεπάρκεια δυναμικού παραγωγής και ότι η κατάσταση της αγοράς προϊόντων πετρελαίου οδηγούσε στον περιορισμό των γεωτρήσεων και στη μείωση της ζητήσεως μη συγκολλημένων σωλήνων. Υπό τις συνθήκες αυτές, από κανένα ιδιώτη επενδυτή δεν αναμενόταν εισφορά κεφαλαίων. Επομένως, οι προναφερθείσες παρεμβάσεις του βελγικού κράτους αποτελούν κρατικές ενισχύσεις οι οποίες πρέπει να εκτιμηθούν βάσει του άρθρου 92.
23
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως το βελγικό κράτος ισχυρίζεται ότι έγινε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, καθόσον η επίδικη οικονομική συνδρομή δεν αποτελεί ενίσχυση υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, αλλά κανονική εισφορά μετόχου στην εταιρία.
24
Προς στήριξη του λόγου αυτού η βελγική κυβέρνηση διατείνεται ότι οι παρεμβάσεις της υπέρ της Tubemeuse δεν αποτελούν κατά κυριολεξία ενισχύσεις, αλλά τη λογική συνέχεια του ευρέος προγράμματος αναδιαρθρώσεως και ανανεώσεως της επιχειρήσεως, καθώς και της ολοκληρώσεως της επενδύσεως την οποία επέτρεψε η ίδια η Επιτροπή το 1982. Τότε το σχέδιο επενδύσεως είχε κοινοποιηθεί στην Επιτροπή παρά το ότι η βελγική κυβέρνηση δεν είχε καμία προς τούτο υποχρέωση, αφού δεν επρόκειτο περί κρατικής ενισχύσεως. Επομένως, η επίδικη συνδρομή υπέρ της Tubemeuse αποτελεί τη συνήθη αντίδραση κάθε επενδυτή όταν απειλείται η αρχική του επένδυση.
25
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η επέμβαση των κρατικών αρχών στο κεφάλαιο μιας επιχειρήσεως, με οποιαδήποτε μορφή, μπορεί να αποτελεί κρατική ενίσχυση αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 92 της Συνθήκης ( βλέπε αποφάσεις της 14ης Νοεμβρίου 1984, Intermills, 323/82, Συλλογή 1984, σ. 3809, και της 13ης Μαρτίου 1985, Leeuwarder Papierwarenfabriek, 296/82 και 318/82, Συλλογή 1985, σ. 809).
26
Για να εξακριβωθεί αν τέτοια μέτρα αποτελούν κρατικές ενισχύσεις, επιβάλλεται η εφαρμογή του αναφερομένου στην απόφαση της Επιτροπής κριτηρίου, το οποίο βασίζεται στις δυνατότητες της επιχειρήσεως να εξασφαλίσει τα σχετικά ποσά στην κεφαλαιαγορά και η ορθότητα του οποίου, εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε από τη βελγική κυβέρνηση.
27
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη πράξη, εξεταζόμενη σε συνδυασμό με τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι η Tubemeuse, πέραν του γεγονότος ότι χρειάστηκε να εφαρμόσει, το 1982, ευρύ πρόγραμμα ανανεώσεως του μη προσαρμοσμένου στις συνθήκες της αγοράς παραγωγικού της εξοπλισμού, το οποίο υλοποιήθηκε χάρη στη συνδρομή των κρατικών αρχών που είχε επιτραπεί από την Επιτροπή, αντιμετώπιζε από το 1979 διαρθρωτικές οικονομικές δυσχέρειες. Αποτέλεσμα του υπερβολικά υψηλού κόστους παραγωγής και των ελλειμμάτων που είχε επί σειράν ετών η επιχείρηση υπήρξε η συνεχής συσσώρευση ζημιών χρήσεως. Η προβληματική οικονομική κατάσταση και η υπερχρέωση οδήγησαν στην ολική σχεδόν αποχώρηση των ιδιωτών μετόχων από την εν λόγω επιχείρηση.
28
Επιπλέον, δεν αμφισβητείται το ότι ο τομέας κατασκευής μη συγκολλημένων χαλυβδοσωλήνων, που χρησιμοποιούνται κυρίως στις έρευνες προς αναζήτηση κοιτασμάτων πετρελαίου, βρισκόταν σε κατάσταση κρίσεως, χαρακτηριστικά της οποίας ήταν τα σημαντικά πλεονάσματα παραγωγικής ικανότητας στις παραγωγούς χώρες και η ανάπτυξη νέων παραγωγικών ικανοτήτων στις αναπτυσσόμενες χώρες και στις χώρες κρατικού εμπορίου. Εξάλλου, οι περιορισμοί που επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στις εισαγωγές χαλυβδοσωλήνων στο έδαφος τους και η πτώση των τιμών του πετρελαίου σε παγκόσμια κλίμακα, που συνετέλεσε στη μείωση των γεωτρήσεων, είχαν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ζητήσεως των εν λόγω σωλήνων και, επομένως, την ουσιαστική πτώση της τιμής τους και τη μείωση της παγκόσμιας παραγωγής. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο τα άλλα κράτη μέλη κατέβαλλαν προσπάθειες να μειώσουν τις ικανότητες παραγωγής τους στον τομέα αυτό.
29
Υπό τις συνθήκες αυτές δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι είναι εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής, κατά την οποία οι προβλέψεις για τη δυνατότητα να καταστεί αποδοτική η Tubemeuse δεν μπορούσαν να παρακινήσουν έναν ιδιώτη επενδυτή, που ενεργεί υπό κανονικές συθήκες οικονομίας της αγοράς, να πραγματοποιήσει τις εν λόγω επενδύσεις, ότι ήταν ελάχιστα πιθανό ότι η επιχείρηση αυτή θα μπορούσε να εξασφαλίσει στην κεφαλαιαγορά τα απαραίτητα για την επιβίωσή της ποσά και ότι, για τον λόγο αυτό, η επικρινόμενη επέμβαση της βελγικής κυβερνήσεως αποτελούσε κρατική ενίσχυση.
30
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης
31
Το προσφεύγον κράτος υποστηρίζει ότι, ακόμα και αν οι εν λόγω επεμβάσεις αποτελούν όντως ενισχύσεις, πρόκειται για εξαγωγικές ενισχύσεις, λόγω του ότι η Tubemeuse εξήγε το 90 % της παραγωγής της σε τρίτες χώρες. Επομένως, διέπονται από το άρθρο 112, πράγμα το οποίο αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 92 έως 94.
32
Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί ότι, ανεξάρτητα από το αν θα μπορούσαν οι επίδικες ενισχύσεις να θεωρηθούν ως εξαγωγικές, το άρθρο 112, το οποίο αφορά την εναρμόνιση των εθνικών εξαγωγικών ενισχύσεων στο πλαίσιο της κοινής εμπορικής πολιτικής, δεν αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 92 έως 94. Πράγματι, δεν αποκλείεται να μπορεί μια εξαγωγική ενίσχυση να επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.
33
Κατά τη βελγική κυβέρνηση, η εν λόγω οικονομική συνδρομή δεν μπορούσε να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών ούτε να νοθεύσει τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς, καθόσον το 90 ο/ο της παραγωγής της Tubemeuse εξάγεται εκτός Κοινότητας, έστω και αν γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζεται στην προσβαλλόμενη πράξη, ότι η παραγωγή της σε μη συγκολλημένους σωλήνες αντιπροσωπεύει το 17 ο/ο της κοινοτικής παραγωγής.
34
Η επιχείρηση αναδιαρθρώθηκε με σκοπό την ικανοποίηση κυρίως των αναγκών της αγοράς της Σοβιετικής Ενώσεως. Επομένως, οι δημιουργούμενες με τον τρόπο αυτό παραγωγικές ικανότητες δεν μπορούσαν να κατακλύσουν με τα εν λόγω προϊόντα την κοινή αγορά, οι δε ενδοκοινοτικές συναλλαγές δεν μπορούσαν να επηρεαστούν λόγω των επίμαχων επεμβάσεων του βελγικού κράτους. Αναφορικά με το σημείο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επομένως ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
35
Πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι, λαμβανομένης υπόψη της αλληλεξαρτήσεως μεταξύ των αγορών στις οποίες δρουν οι κοινοτικές επιχειρήσεις, δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα νοθεύσεως του ανταγωνισμού εξαιτίας μιας ενισχύσεως, έστω και αν η λαμβάνουσα την ενίσχυση επιχείρηση εξάγει το σύνολο σχεδόν της παραγωγής της εκτός Κοινότητας. Πράγματι, η εξαγωγή μέρους της παραγωγής της εν λόγω επιχειρήσεως προς τρίτες χώρες αποτελεί απλώς ένα από τα στοιχεία τα οποία πρέπει να συνεκτιμηθούν μεταξύ άλλων.
36
Επί του προκειμένου η Επιτροπή ανέφερε στην προσβαλλόμενη πράξη ότι οι δραστηριότητες των κοινοτικών παραγωγών μη συγκολλημένων σωλήνων ήταν προσανατολισμένες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους προς τις εξαγωγές μεγάλων ποσοτήτων, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η κοινοτική αγορά συνεχίζει να απορροφά μέρος της παραγωγής.
37
Εξάλλου, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο τομέας της παραγωγής μη συγκολλημένων σωλήνων αντιμετωπίζει, σε παγκόσμια κλίμακα, κατάσταση κρίσεως, υφέσεως και αυξημένου ανταγωνισμού, η οποία χαρακτηρίζεται από σημαντικά πλεονάσματα παραγωγικής ικανότητας στις παραγωγούς χώρες και από αστάθεια τιμών που απορρέει από την κατάσταση αυτή, η οποία επιδεινώνεται λόγω των περιορισμών που επιβάλλονται στις εισαγωγές στις Ηνωμένες Πολιτείες καθώς και λόγω των νέων παραγωγικών ικανοτήτων των αναπτυσσομένων χωρών και των χωρών κρατικού εμπορίου. Επομένως, κάθε υποστήριξη προς επιχείρηση του υπό εξέταση τομέα μπορούσε να ευνοήσει την ανταγωνιστική της θέση έναντι των άλλων επιχειρήσεων.
38
Κατά την προσβαλλόμενη πράξη, στο γενικό πλαίσιο που περιγράφηκε κατ' αυτόν τον τρόπο, ο νέος ομολογημένος στόχος της Tubemeuse, η παραγωγή της οποίας σε μη συγκολλημένους σωλήνες αντιπροσώπευε σημαντικό μερίδιο της κοινοτικής παραγωγής και οι εξαγωγές της οποίας αποτελούσαν το 90 ο/ο περίπου του κύκλου εργασιών της, ήταν η απαγκίστρωση της από τη σοβιετική αγορά, που κρίθηκε ως ανεπαρκώς προσοδοφόρα, και ο προσανατολισμός της, χάρη στις χορηγηθείσες ενισχύσεις, προς άλλες αγορές. Επομένως, μπορούσε λογικά να προβλεφθεί ότι οι δραστηριότητες της Tubemeuse θα στρέφονταν πλέον στην εσωτερική κοινοτική αγορά.
39
Επ' αυτού η Επιτροπή προσέθεσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς να αντικρουσθεί από τη βελγική κυβέρνηση, ότι το πρώτο εξάμηνο του 1988 οι εξαγωγές της Tubemeuse προς τη Σοβιετική 'Ενωση μειώθηκαν στο 33,3 ο/ο της συνολικής της παραγωγής, ενώ οι εξαγωγές της προς τις χώρες της Κοινότητας αντιπροσώπευαν το 31,8 ο/ο της παραγωγής αυτής.
40
Ενόψει των στοιχείων αυτών, η εκτίμηση στην οποία προέβη η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη πράξη, κατά την οποία οι χορηγηθείσες στην Tubemeuse ενισχύσεις μπορούσαν να έχουν επίπτωση επί της ανταγωνιστικής θέσεως των κοινοτικών επιχειρήσεων του εξεταζόμενου τομέα και, επομένως, να επηρεάσουν τις συναλλαγές και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και δεν φαίνεται εσφαλμένη.
41
Όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος κράτους ότι η Tubemeuse δεν κατέχει το 17 ο/ο της κοινοτικής παραγωγής μη συγκολλημένων σωλήνων, αλλά πολύ μικρότερο ποσοστό,πρέπει να σημειωθεί ότι, και αν ακόμα τούτο αληθεύει, δεν θίγει σε τίποτε την προαναφερθείσα εκτίμηση αναφορικά με την επίπτωση των επίμαχων ενισχύσεων επί της ανταγωνιστικής θέσεως των κοινοτικών επιχειρήσεων του εξεταζόμενου τομέα.
42
Το προσφεύγον κράτος υπογραμμίζει επίσης ότι, αφού δεν υφίσταται κανένας κανόνας που να καθορίζει, αναφορικά με τις κρατικές ενισχύσεις, το όριο πέραν του οποίου επηρεάζονται οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές, μπορεί να ληφθεί υπόψη το όριο του 5 ο/ο της αγοράς, το οποίο δέχεται συνήθως η Επιτροπή σε ζητήματα ανταγωνισμού.
43
Αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με τις αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, Philip Morris ( 730/79, Rec. 1980, σ. 2671 ) και της 11ης Νοεμβρίου 1987, Γαλλία κατά Επιτροπής (259/85, Συλλογή 1987, σ. 4393 ), το σχετικά χαμηλό ύψος μιας ενισχύσεως ή το σχετικά μέτριο μέγεθος της λαμβάνουσας την ενίσχυση επιχειρήσεως δεν αποκλείουν a priori τη δυνατότητα επηρεασμού των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών.
44
Από το σύνολο των παραπάνω σκέψεων προκύπτει ότι ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος και πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
Επί του λόγου που βασίζεται στην προσβολή των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως
45
Το προσφεύγον κράτος σημειώνει ότι η Επιτροπή αναφέρεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση, στις παρατηρήσεις που υπέβαλαν « τρία άλλα κράτη μέλη και τέσσερις επαγγελματικές ενώσεις παραγωγών χαλυβδοσωλήνων » χωρίς να έχει προσκομίσει τα σχετικά έγγραφα και χωρίς να παράσχει τη δυνατότητα στο κράτος αυτό να σχολιάσει τις παρατηρήσεις αυτές. Έτσι είναι άγνωστη η επίδραση που μπορεί να είχαν οι παρατηρήσεις αυτές στην απόφαση της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, υπήρξε προσβολή των δικαιωμάτων της υπερασπίσεως καθώς και της αρχής της ευθυδικίας.
46
Συναφώς πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και ιδίως από την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986 ( Βέλγιο κατά Επιτροπής, 234/84, Συλλογή 1986, σ. 2263) και την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1987, ο σεβασμός των δικαιωμάτων υπερασπίσεως σε κάθε διαδικασία που κινείται κατά προσώπου και μπορεί να καταλήξει σε βλαπτική κατ' αυτού πράξη αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, η τήρηση της οποίας πρέπει να διασφαλίζεται έστω και αν δεν υφίσταται ειδική ρύθμιση.
47
Με τις προαναφερθείσες αποφάσεις, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αρχή αυτή απαιτεί να παρέχεται στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα να καθιστά λυσιτελώς γνωστή την άποψη του επί των παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν από τρίτους ενδιαφερομένους, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, και επί των οποίων η Επιτροπή σκοπεύει να στηρίξει την απόφαση της. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, εφόσον δεν δόθηκε στο κράτος μέλος η δυνατότητα να σχολιάσει τέτοιες παρατηρήσεις, η Επιτροπή δεν μπορεί να τις λάβει υπόψη στην απόφαση της κατά του κράτους αυτού.
48
Εντούτοις, για να συνεπάγεται μια τέτοια προσβολή των δικαιωμάτων υπερασπίσεως ακυρότητα, θα έπρεπε, εφόσον δεν υφίστατο αυτή η πλημμέλεια, η διαδικασία να είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι εν λόγω παρατηρήσεις, που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν δικού του αιτήματος, δεν περιλαμβάνουν καμία επιπλέον πληροφορία σε σχέση με τα στοιχεία που διέθετε ήδη η Επιτροπή και τα οποία γνώριζε η βελγική κυβέρνηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι η βελγική κυβέρνηση δεν είχε τη δυνατότητα να σχολιάσει τις εν λόγω παρατηρήσεις δεν ήταν ικανό να επηρεάσει το αποτέλεσμα της διοικητικής διαδικασίας. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου ακυρώσεως ο οποίος στηρίζεται στο γεγονός ότι, όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η Tubemeuse βρισκόταν σε κατάσταση προπτωχευτικού συμβιβασμού με παραχώρηση του ενεργητικού
49
Το προσφεύγον κράτος υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι, και αν ακόμα υποτεθεί ότι η παραχωρηθείσα στην Tubemeuse συνδρομή αποτελεί ενίσχυση απαγορευόμενη από το άρθρο 92, παράγραφος 1, η απόφαση της Επιτροπής ήταν άνευ αντικειμένου, διότι, όταν εκδόθηκε, η επιχείρηση βρισκόταν ήδη σε κατάσταση συμβιβασμού με παραχώρηση του ενεργητικού, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είχε παύσει οικονομικώς να υφίσταται. Κατά συνέπεια, δεν ήταν πλέον δυνατό ούτε οι συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών να επηρεαστούν ούτε ο ανταγωνισμός να νοθευθεί.
50
Το προσφεύγον κράτος ισχυρίζεται ακόμη ότι, όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η επίμαχη ενίσχυση είχε παύσει να υφίσταται με την κατάθεση του πτωχευτικού ισολογισμού της εν λόγω επιχειρήσεως, η δε κατάργηση της ενισχύσεως πραγματοποιήθηκε με την εκκαθάριση του ενεργητικού της επιχειρήσεως. Επομένως, αγνοώντας την κατάσταση αυτή, η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ανακριβή πραγματικά περιστατικά, η δε επιταγή περί αναζητήσεως της ενισχύσεως είναι άνευ αντικειμένου.
51
Επ' αυτού πρέπει να λεχθεί ότι, κατά το βελγικό δίκαιο, το αρμόδιο για τη διαδικασία του προπτωχευτικού συμβιβασμού δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει στον εκκαθαριστή τη συνέχιση των εμπορικών δραστηριοτήτων της οικείας επιχειρήσεως. Εν προκειμένω δεν αμφισβητείται ότι η Tubemeuse συνέχισε την παραγωγή χαλυβδοσωλήνων, έστω και σε περιορισμένο βαθμό, καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας του προπτωχευτικού συμβιβασμού, ότι δεν έπαυσε να υπάρχει ούτε από οικονομική ούτε από νομική άποψη και ότι παραχωρήθηκε τελικά σε άλλη επιχείρηση. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν άνευ αντικειμένου.
52
Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επί του άρθρου 92, παράγραφος 3
53
Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο α ), η Επιτροπή παραπέμπει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, σε εμπεριστατωμένη κοινωνικοοικονομική ανάλυση για τις βελγικές περιφέρειες που είχε συντάξει ( απόφαση 82/740/ΕΟΚ της 22ας Ιουλίου 1982, ΕΕ L 312, σ. 18, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 85/544/ΕΟΚ της 31ης Ιουλίου 1985, ΕΕ L 341, σ. 19 ) και στο πλαίσιο της οποίας είχε θεωρήσει ότι η περιοχή της Λιέγης δεν παρουσίαζε ασυνήθως χαμηλό βιοτικό επίπεδο ούτε σοβαρή υποαπασχόληση. Η βελγική κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την ανάλυση αυτή ούτε παρουσίασε από τότε νέα στοιχεία που ενδεχομένως να την διαφοροποιούν.
54
Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ ), η Επιτροπή αναφέρει, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι επίδικες επεμβάσεις του βελγικού κράτους υπέρ της Tubemeuse δεν μπορούσαν να διευκολύνουν την ανάπτυξη της προαναφερθείσας περιοχής, λόγω του ότι η εν λόγω επιχείρηση δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητά της.
55
Η βελγική κυβέρνηση ισχυρίζεται συναφώς ότι τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα άλλαξαν από τότε που έγινε η προαναφερθείσα ανάλυση της Επιτροπής και ότι οι εν λόγω ενισχύσεις θα έπρεπε να υπαχθούν στις παρεκκλίσεις του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχεία α ) και γ ), καθόσον αποσκοπούσαν στην προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως της περιοχής της Λιέγης, η οποία είχε υποστεί πρόσφατα σοβαρά πλήγματα από το κλείσιμο εργοστασίων και την κατάργηση θέσεων εργασίας.
56
Τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Πρέπει να υπομνηστεί ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 92, παράγραφος 3, η Επιτροπή έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, της οποίας η άσκηση προϋποθέτει εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως, που πρέπει να γίνονται σε συνάρτηση με τα κοινοτικά δεδομένα.
57
Ενόψει αυτής της εξουσίας της Επιτροπής, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο η προσφεύγουσα κυβέρνηση περιορίστηκε στο να αμφισβητήσει γενικά τις εκτιμήσεις που περιελαμβάνοντο στην αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως, χωρίς να προσκομίσει στοιχεία ικανά να κλονίσουν τις εκτιμήσεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου που βασίζεται στην αδυναμία άμεσης εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης
58
Το προσφεύγον κράτος υποστηρίζει ότι η άμεση εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον επιτάσσει την αναζήτηση της επίμαχης ενίσχυσης, είναι αδύνατη. Πράγματι, η αναζήτηση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της Συνθήκης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σύμφωνα με τους εφαρμοστέους στον τομέα αυτό κανόνες του εθνικού δικαίου. Εν προκειμένω, το γεγονός ότι η Tubemeuse βρίσκεται σε κατάσταση προπτωχευτικού συμβιβασμού μπορεί να αντιταχθεί σε κάθε απαίτηση του βελγικού κράτους. Το ενεργητικό της επιχειρήσεως παραχωρήθηκε στους δανειστές της και, επομένως, το κράτος δεν έχει καμία εξουσία να διατάξει την επιστροφή της εν λόγω ενισχύσεως.
59
Το προσφεύγον κράτος προσθέτει ότι η απόφαση της Επιτροπής, όπως και μια ενδεχόμενη απόφαση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία οποιουδήποτε προνομίου υπέρ αυτού, το οποίο να του επιτρέψει να παρεκκλίνει από τους εφαρμοστέους κανόνες στον τομέα αυτό σε βάρος των δανειστών της Tubemeuse. Στο πλαίσιο της διαδικασίας προπτωχευτικού συμβιβασμού το βελγικό κράτος μπορεί να αναγγείλει, ως εγχειρόγραφος δανειστής, την απαίτηση του, η οποία θα περιληφθεί στο παθητικό της επιχειρήσεως. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον επιτάσσει την άμεση αναζήτηση της φερομένης ως ενισχύσεως, παραβιάζει τις κοινές στα κράτη μέλη γενικές αρχές επί θεμάτων δικαίου των εταιριών και πτωχευτικού δικαίου.
60
Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί ότι η επιχειρηματολογία της βελγικής κυβερνήσεως βασίζεται στην ιδέα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιτάσσει την προνομιακή αναζήτηση της εν λόγω ενισχύσεως. Όμως η επίδικη πράξη επιτάσσει απλώς την αναζήτηση της ενισχύσεως, χωρίς να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί.
61
Συναφώς πρέπει να λεχθεί ότι, καταρχήν, η αναζήτηση μιας παρανόμως χορηγηθείσας ενίσχυσης πρέπει να γίνεται κατά τις ενδεδειγμένες δικονομικές διατάξεις του εθνικού δικαίου, με την επιφύλαξη όμως ότι οι διατάξεις αυτές πρέπει να εφαρμόζονται έτσι ώστε να μη καθίσταται αδύνατη η αναζήτηση που επιτάσσει το κοινοτικό δίκαιο ( βλέπε απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 94/87, Συλλογή 1989, σ. 175 ).
62
Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η βελγική κυβέρνηση εκπλήρωσε τις απορρέουσες από την προσβαλλόμενη πράξη υποχρεώσεις της όσον αφορά την αναζήτηση της ενισχύσεως, δεδομένου ότι, μετά την απόρριψη από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου της αιτήσεως της περί λήψεως προσωρινών μέτρων, η εν λόγω κυβέρνηση ζήτησε να εγγραφεί η απαίτηση της ως εγχειρόγραφη στο παθητικό της Tubemeuse και άσκησε έφεση κατά της δικαστικής αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της αυτό.
63
Πρέπει να προστεθεί ότι οι ενδεχόμενες διαδικαστικής ή άλλης φύσεως δυσχέρειες αναφορικά με την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξεως δεν μπορούν να έχουν επίδραση επί της νομιμότητας της.
64
Συνεπώς, ο εξετασθείς λόγος πρέπει να απορριφθεί.
65
Το προσφεύγον κράτος υποστηρίζει επιπλέον ότι η επιβαλλόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωση, βάσει της οποίας επιτάσσεται η κατάργηση της επίμαχης ενίσχυσης μέσω αναζητήσεως, είναι δυσανάλογη σε σχέση με τους στόχους των άρθρων 92 και 93, καθόσον η αναγγελία της απαιτήσεως αυτής από το βελγικό κράτος στη διαδικασία του προπτωχευτικού συμβιβασμού προξενεί σοβαρή ζημία στους τρίτους δανειστές.
66
Συναφώς πρέπει να λεχθεί ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( βλέπε παραδείγματος χάρη την απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, Deufil κατά Επιτροπής, 310/85, Συλλογή 1987, σ. 901 ) προκύπτει ότι η κατάργηση μιας παράνομης ενίσχυσης μέσω της αναζητήσεως της αποτελεί λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παρανόμου χαρακτήρα της. Κατά συνέπεια, η αναζήτηση μιας κρατικής ενισχύσεως, παρανόμως χορηγηθείσας, με σκοπό την αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως, δεν μπορεί, καταρχήν, να θεωρηθεί ως μέτρο δυσανάλογο προς τους στόχους των διατάξεων της Συνθήκης επί θεμάτων κρατικών ενισχύσεων.
67
Επομένως και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
68
Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που πρότεινε η βελγική κυβέρνηση δεν έγινε δεκτός, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της.
Επί των δικαστικών εξόδων
69
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το προσφεύγον ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Due
Κακούρης
Schockweiler
Mancini
Joliét
Rodríguez Iglesias
Diez de Velasco
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Μαρτίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy