Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινωνική πολιτική - Προσέγγιση των νομοθεσιών - Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων - Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων - Οδηγία 77/187 - Απαλλακτικό έναντι του εκχωρητή αποτέλεσμα της μεταβιβάσεως στον εκδοχέα όσον αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις εργασίας - Αποτέλεσμα μη εξαρτώμενο από τη συναίνεση των εργαζομένων
(Οδηγία 77/187 του Συμβουλίου, άρθρο 3, παράγραφος 1)
2. Κοινωνική πολιτική - Προσέγγιση των νομοθεσιών - Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων - Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων - Οδηγία 77/187 - Πεδίο εφαρμογής - Σύμβαση μισθώσεως-πωλήσεως και λύση της εν λόγω συμβάσεως με δικαστική απόφαση - Συμπεριλαμβάνεται
(Οδηγία 77/187 του Συμβουλίου, άρθρο 1, παράγραφος 1)
Περίληψη
1. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, μετά την ημερομηνία μεταβιβάσεως, ο εκχωρητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας λόγω της μεταβιβάσεως και μόνο, ακόμη και αν οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι δεν συναινούν προς τούτο ή αν αντιτίθενται σ' αυτό, υπό την επιφύλαξη εν πάση περιπτώσει του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν την αμοιβαία ευθύνη του εκχωρητή και του εκδοχέα μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως.
2. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η οδηγία εφαρμόζεται τόσο στην εκχώρηση μιας επιχειρήσεως δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως, όπως αυτή που διέπεται από το ολλανδικό δίκαιο, όσο και στην εκ νέου εκχώρηση της επιχειρήσεως αυτής κατόπιν λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως με δικαστική απόφαση.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 144 και 145/87,
οι οποίες έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του Hoge Raad der Nederlanden προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Harry Berg
και
Ivo Martin Besselsen (υπόθεση 144/87)
και μεταξύ
Johannes Theodorus Maria Busschers
και
Ivo Martin Besselsen (υπόθεση 145/87),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, U. Everling, Y. Galmot, R. Joliet και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι Harry Berg και Johannes Theodorus Maria Busschers, εκπροσωπούμενοι από το δικηγόρο A. H. P. M. van Tielraden,
- o Ivo Martin Besselsen, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο E. Grabandt,
- η ολλανδική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ε. F. Jacobs,
- η βρετανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον H. R. L. Purse,
- η πορτογαλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Luis Ines Fernandes και τη Lenia Maria de Seabra Real,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον H. Lima και το δικηγόρο F. Herbert,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 9ης Φεβρουαρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της ιδίας ημέρας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με αποφάσεις της 1ης Μαΐου 1987, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 11 Μαΐου 1987, το Hoge Raad der Nederlanden υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα, ταυτόσημα στις δύο συνεκδικασθείσες υποθέσεις, ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικώς με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο διαφορών μεταξύ των Harry Berg (υπόθεση 144/87) και Johannes Theodorus Maria Busschers (υπόθεση 145/87) και του πρώην εργοδότη τους Ivo Martin Besselsen, ο οποίος εκμεταλλευόταν ένα bar-discotheque με την επωνυμία Besi Mill.
3 Στις 15 Φεβρουαρίου 1983, την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως ανέλαβε η Summerland BV, ομόρρυθμη εταιρία ανήκουσα στους Manshanden και Tweehuijzen, βάσει συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1576, στοιχείο h), του ολλανδικού αστικού κώδικα κατά το γράμμα της διατάξεως αυτής, "μίσθωση-πώληση είναι η αγοραπωλησία με τμηματική καταβολή του τιμήματος, κατά την οποία τα μέρη συμφωνούν ότι το πωληθέν αντικείμενο δεν περιέρχεται στην κυριότητα του αγοραστή απλώς και μόνο με τη μεταβίβαση". Οι Berg και Busschers συνέχισαν να εργάζονται στην επιχείρηση μετά τη μεταβίβαση. Με απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1983, ο Kantonrechter του Harderwijk κήρυξε, κατόπιν αιτήσεως του Besselsen, τη λύση της συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως λόγω μη εκπληρώσεως, εκ μέρους των αγοραστών, των υποχρεώσεών τους και διέταξε την επιστροφή της επιχειρήσεως στον Besselsen.
4 Με τις αναιρέσεις τους που άσκησαν ενώπιον του Hoge Raad der Nederlanden, οι Berg και Busschers επιδιώκουν κατ' ουσίαν να υποχρεωθεί ο Besselsen στην καταβολή προς αυτούς των καθυστερουμένων μισθών της περιόδου κατά την οποία τη διαχείριση της επιχειρήσεως είχαν οι Manshanden και Tweehuijzen. Προς στήριξη των αναιρέσεων αυτών ισχυρίζονται ιδίως ότι η μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση της ευθύνης του εκχωρητή, όσον αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας, χωρίς τη συγκατάθεση των ενδιαφερομένων εργαζομένων.
5 Το Hoge Raad der Nederlanden ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) α) 'Εχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας οδηγίας την έννοια ότι - καθόσον στην οδηγία ή από τα κράτη μέλη δεν ορίζεται άλλως - ο εκχωρών δεν ευθύνεται πλέον μετά το χρόνο της μεταβιβάσεως για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας;
β) Σε περίπτωση που στο ερώτημα αυτό δοθεί καταφατική απάντηση: πρέπει, επομένως, η αναφερθείσα διάταξη να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για την επέλευση αυτού του έννομου αποτελέσματος - δηλαδή ότι ο εκχωρών δεν ευθύνεται πλέον - απαιτείται η συναίνεση του μισθωτού;
γ) Σε περίπτωση που στο ερώτημα δοθεί αρνητική απάντηση, πρέπει η αναφερθείσα διάταξη να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επέρχεται το εν λόγω έννομο αποτέλεσμα αν ο εργαζόμενος προβάλει σχετικώς αντιρρήσεις, με αποτέλεσμα, στην περίπτωση αυτή, να παραμείνει στην υπηρεσία του εκχωρούντος;
2) α) Μπορεί μία σύμβαση μισθώσεως-πωλήσεως, όπως αυτή που αναφέρεται πιο πάνω ..., να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας;
β) Μπορεί η λύση συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως, όπως αναφέρεται πιο πάνω ..., να έχει ως αποτέλεσμα μεταβίβαση κατά την προαναφερθείσα έννοια, με την έννομη συνέπεια οι υποχρεώσεις, οι οποίες απορρέουν για τον αγοραστή από τη σύμβαση εργασίας που υφίστατο κατά το χρόνο της λύσεώς της, να μεταβιβαστούν μέσω της εν λόγω μεταβιβάσεως στον πωλητή; "
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
7 Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται κατ' ουσίαν αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, ο εκχωρητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας εκ μόνου του λόγου της μεταβιβάσεως, ακόμη και αν οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι δεν συγκατατίθενται προς τούτο ή αντιτίθενται.
8 Κατά τους Berg και Busschers, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση υπό την έννοια ότι ο εκχωρητής μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του έναντι των εργαζομένων μόνο εφόσον αυτοί συναινέσουν. Η εκτίμηση αυτή απορρέει αφενός από το σκοπό της οδηγίας 77/187 που έγκειται στο να μην πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση της επιχειρήσεως εις βάρος των εργαζομένων που απασχολούνται σ' αυτή και αφετέρου από την αρχή του ενοχικού δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να αναλάβει χρέος τρίτου, με απαλλακτικό γι' αυτόν αποτέλεσμα, χωρίς να συμφωνήσει ο δανειστής.
9 Αντιθέτως, ο Besselsen, η ολλανδική, η βρετανική και η πορτογαλική κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υπογραμμίζουν ότι η μεταβίβαση επιχειρήσεως συνεπάγεται την πλήρη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας. Συνεπώς, το απαλλακτικό αποτέλεσμα της μεταβιβάσεως, όσον αφορά την ευθύνη του εκχωρητή, δεν μπορεί να εξαρτάται από τη θέληση των ενδιαφερομένων εργαζομένων και η ενδεχόμενη εναντίωση αυτών δεν έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρησή τους στην υπηρεσία του εκχωρητή.
10 Πρέπει να αναφερθεί ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 77/187, "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως ... μεταβιβάζονται, εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής, στον εκδοχέα". Το δεύτερο εδάφιο της ίδιας αυτής παραγράφου διευκρινίζει πάντως ότι "τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι ο εκχωρητής παραμένει και μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως ... και παράλληλα προς τον εκδοχέα, υπεύθυνος ως προς τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση".
11 Η ανάλυση του άρθρου 3, παράγραφος 1, και ειδικότερα η προσέγγιση μεταξύ του πρώτου και δεύτερου εδαφίου της παραγράφου αυτής καθιστούν εμφανές ότι η μεταβίβαση της επιχειρήσεως συνεπάγεται την πλήρη μεταβίβαση στον εκδοχέα, εκ μέρους του εκχωρητή, των υποχρεώσεων που απορρέουν για τον εργοδότη από τη σύμβαση ή την εργασιακή σχέση, υπό την επιφύλαξη πάντως της δυνατότητας των κρατών μελών να προβλέπουν τη συνυπευθυνότητα του εκχωρητή και του εκδοχέα μετά τη μεταβίβαση. Από αυτό προκύπτει ότι, εφόσον τα κράτη μέλη δεν χρησιμοποιούν τη δυνατότητα αυτή, ο εκχωρητής απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του ως εργοδότη από μόνο το λόγο της μεταβιβάσεως και ότι το νομικό αυτό αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από τη συναίνεση των ενδιαφερομένων εργαζομένων.
12 Κακώς οι Berg και Busschers ισχυρίζονται ότι η ερμηνεία αυτή δεν είναι σύμφωνη με τον επιδιωκόμενο από την οδηγία 77/187 σκοπό. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η οποία επιβεβαιώθηκε τελευταία με την απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1988 (Daddy' s Dance Hall, 324/86, Συλλογή σ. 739), η οδηγία αυτή αποβλέπει στη διασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επί κεφαλής της επιχειρήσεως, επιτρέποντάς τους να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου εργοδότη υπό τις αυτές προϋποθέσεις που είχαν συμφωνηθεί με τον εκχωρητή. Εντούτοις, δεν αποβλέπει στη διατήρηση της συμβάσεως ή της εργασιακής σχέσεως με τον εκχωρητή στην περίπτωση κατά την οποία οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι δεν επιθυμούν να παραμείνουν στην υπηρεσία του εκδοχέα.
13 Ομοίως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα που απορρέει από μία αρχή του ενοχικού δικαίου γενικώς παραδεκτή στις έννομες τάξεις των κρατών μελών, δυνάμει της οποίας η αλλαγή του οφειλέτη μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με τη συναίνεση του δανειστή. Χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτιμηθεί η σπουδαιότητα της αρχής αυτής, αρκεί να αναγνωριστεί ότι οι κανόνες που εφαρμόζονται σε περίπτωση μεταβιβάσεως μιας επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως σε άλλο επιχειρηματία αποβλέπουν στη διαφύλαξη, προς το συμφέρον των εργαζομένων, των υφισταμένων σχέσεων εργασίας που αποτελούν τμήμα του μεταβιβασθέντος οικονομικού συνόλου. Για το λόγο αυτό, η οδηγία προβλέπει την πλήρη μεταβίβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις συμβάσεις εργασίας στον εκδοχέα, παραμερίζοντας έτσι την αρχή που έχουν επικαλεστεί οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης. Εξάλλου, παρέχοντας στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προβλέπουν την αμοιβαία ευθύνη του εκχωρητή μετά τη μεταβίβαση, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 καθιστά δυνατό σ' αυτά να συμβιβάσουν τον κανόνα της πλήρους μεταβιβάσεως με τις αρχές των εσωτερικών εννόμων τάξεών τους.
14 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, μετά την ημερομηνία μεταβιβάσεως, ο εκχωρητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας λόγω της μεταβιβάσεως και μόνο, ακόμη και αν οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι δεν συναινούν προς τούτο ή αν αντιτίθενται σ' αυτό, υπό την επιφύλαξη εν πάση περιπτώσει του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν την αμοιβαία ευθύνη του εκχωρητή και του εκδοχέα μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
15 Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται κατ' ουσίαν αν το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η οδηγία εφαρμόζεται αφενός στην εκχώρηση επιχειρήσεως δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως, όπως αυτή που διέπεται από το ολλανδικό δίκαιο και αφετέρου στην εκ νέου εκχώρηση της επιχειρήσεως κατόπιν λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως με δικαστική απόφαση.
16 'Ολοι οι συμμετέχοντες στη δίκη, οι οποίοι κατέθεσαν παρατηρήσεις σχετικά με το ερώτημα αυτό, συμφωνούν να υποστηριχθεί ότι η οδηγία εφαρμόζεται στη μεταβίβαση επιχειρήσεως που είναι αποτέλεσμα συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως. Εντούτοις, έχουν διαφορετική άποψη όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας στην περίπτωση της εκ νέου εκχωρήσεως της επιχειρήσεως κατόπιν λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως με δικαστική απόφαση. Οι Berg και Busschers, η ολλανδική και η βρετανική κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της που διατύπωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, θεωρούν ότι η λύση, ακόμη και δικαστική, συμβάσεως συνδέεται σε τέτοιο βαθμό με την ίδια την ύπαρξη της συμβάσεως ώστε η μεταβίβαση επιχειρήσεως που απορρέει από αυτήν πρέπει να εξομοιούται με μεταβίβαση απορρέουσα από συμβατική εκχώρηση. Αντιθέτως, ο Besselsen ισχυρίζεται ότι η οδηγία δεν αφορά τις μεταβιβάσεις που επέρχονται δυνάμει δικαστικής αποφάσεως, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν έχει συμβατικό χαρακτήρα.
17 'Οπως ήδη έχει κρίνει το Δικαστήριο με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987 (Ny Moelle Kro, 287/86, Συλλογή σ. 5465), η οδηγία 77/187 εφαρμόζεται εφόσον υπάρχει αλλαγή, απορρέουσα από συμβατική εκχώρηση ή συγχώνευση, του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως και το οποίο, εξ αυτού του λόγου, αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών που εργάζονται στην επιχείρηση, χωρίς να έχει σημασία αν η κυριότητα της επιχειρήσεως έχει μεταβιβαστεί.
18 Από αυτό συνάγεται ότι, καθόσον ο αγοραστής μιας επιχειρήσεως αποκτά, δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως, την ιδιότητα του επί κεφαλής της επιχειρήσεως υπό την προαναφερόμενη έννοια, η μεταβίβαση πρέπει να θεωρείται ως μεταβίβαση επιχειρήσεως απορρέουσα από συμβατική εκχώρηση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, παρόλον ότι ο αγοραστής αυτός αποκτά την κυριότητα της επιχειρήσεως μόνο κατά τον χρόνο της καταβολής ολοκλήρου του τιμήματος πωλήσεως.
19 Ανάλογες σκέψεις επιβάλλονται στην περίπτωση της επιστροφής της επιχειρήσεως που έχει μεταβιβαστεί κατ' αυτό τον τρόπο στον πρώην επί κεφαλής της επιχειρήσεως, κατόπιν λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως, χωρίς να έχει σημασία αν η λύση απορρέει από συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ή από μονομερή δήλωση του ενός των μερών αυτών ή ακόμη από δικαστική απόφαση. Πράγματι, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η μεταβίβαση επιχειρήσεως για την οποία πρόκειται εντάσσεται στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων. Συνεπώς, εφόσον η εκ νέου εκχώρηση της επιχειρήσεως έχει ως αποτέλεσμα να απολέσει ο αγοραστής την ιδιότητα του επί κεφαλής επιχειρήσεως, την οποία ο πωλητής ανακτά, η εν λόγω εκχώρηση πρέπει να θεωρηθεί ως μεταβίβαση επιχειρήσεως σε άλλον επί κεφαλής επιχειρήσεως απορρέουσα από συμβατική εκχώρηση, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας.
20 Για τους λόγους αυτούς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η οδηγία εφαρμόζεται τόσο στην εκχώρηση μιας επιχειρήσεως δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως, όπως αυτή που διέπεται από το ολλανδικό δίκαιο, όσο και στην εκ νέου εκχώρηση της επιχειρήσεως αυτής κατόπιν λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως με δικαστική απόφαση.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η ολλανδική, η βρετανική και η πορτογαλική κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με αποφάσεις της 1ης Μαΐου 1987 το Hoge Raad der Nederlanden, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, μετά την ημερομηνία μεταβιβάσεως, ο εκχωρητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας λόγω της μεταβιβάσεως και μόνο, ακόμη και αν οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι δεν συναινούν προς τούτο ή αν αντιτίθενται σ' αυτό, υπό την επιφύλαξη εν πάση περιπτώσει του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν την αμοιβαία ευθύνη του εκχωρητή και του εκδοχέα μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως.
2) Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η οδηγία εφαρμόζεται τόσο στην εκχώρηση μιας επιχειρήσεως δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως, όπως αυτή που διέπεται από το ολλανδικό δίκαιο, όσο και στην εκ νέου εκχώρηση της επιχειρήσεως αυτής κατόπιν λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως-πωλήσεως με δικαστική απόφαση.
Full & Egal Universal Law Academy