Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων - Παροχές - Εθνικοί κανόνες απαγορεύοντες τη σώρευση - 'Εννοια - Κανόνας ο οποίος μειώνει τη βάση υπολογισμού της συντάξεως λόγω της συντάξεως την οποία δικαιούται ο/η σύζυγος - Δεν εμπίπτει στην έννοια
( Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 12, παράγραφος 2 )
Περίληψη
'Ενας εθνικός κανόνας ο οποίος ορίζει ότι η σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας υπολογίζεται βάσει χαμηλότερου συντελεστή όταν ο/η σύζυγος του δικαιούχου λαμβάνει σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή σύνταξη επιζώντος ή έχει ανάλογη πρόσοδο δεν συνιστά απαγορεύοντα τη σώρευση κανόνα υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 151/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal du travail της Αμβέρσας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Cornelis G . Bakker
και
Rijksdienst voor Werknemerspensioenen,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ L 230, σ . 8 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
συγκείμενο από τους G . Bosco, πρόεδρο τμήματος, R . Joliet και F . Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : M . Darmon
γραμματέας : D . Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν :
- ο C . G . Bakker, προσφεύγων της κύριας δίκης,
-η Rijksdienst voor Werknemerspensioenen, καθής της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από το διοικητή της R . Masyn,
-η βελγική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον P . Mainil, υφυπουργό αρμόδιο για θέματα συντάξεων,
-η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον E . F . Jacobs, γενικό γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών,
-η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J . Griesmar, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από το δικηγόρο Βρυξελλών F . Herbert,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Ιανουαρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 8ης Μαΐου 1987, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Μαΐου 1987, το Tribunal du travail της Αμβέρσας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/001, σ . 73 ).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Cornelis Bakker, ολλανδού υπηκόου, και της Rijksdienst voor Werknemerspensioenen ( Εθνικής Υπηρεσίας Συντάξεων Μισθωτών, στο εξής : Εθνικής Υπηρεσίας Συντάξεων ), βελγικού οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως .
3 Ο Bakker, ο οποίος εργάστηκε ως μισθωτός τόσο στις Κάτω Χώρες όσο και στο Βέλγιο, έλαβε σύνταξη γήρατος στα δύο αυτά κράτη μέλη κατ' εφαρμογή μόνο των κανόνων των εθνικών νομοθεσιών .
4 Στις Κάτω Χώρες, με απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1985, το Sociale Verzekeringsbank ( Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων των Κάτω Χωρών ) χορήγησε στον Bakker, από 1ης Μαΐου 1984, σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Algemene Ouderdomswet ( γενικού νόμου περί ασφαλίσεως γήρατος, στο εξής : ΑΟW ), όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις της 1ης Απριλίου 1985 . Η σύνταξη αυτή, υπολογιζόμενη με βάση το 100% του καθαρού κατώτατου μισθού, περιελάμβανε και τη σύνταξη την οποία είχε αποκτήσει η Bakker, δεδομένου ότι, δυνάμει των τότε ισχυουσών διατάξεων του ΑΟW, η σύνταξη αυτή αντιπροσώπευε όχι μόνο τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχε αποκτήσει και για τα οποία είχε καταβάλει εισφορές ο ίδιος ο Bakker, αλλά και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχε αποκτήσει η σύζυγός του η οποία δεν ασκούσε επάγγελμα . Πράγματι, η εν λόγω νομοθεσία προέβλεπε τότε την καταβολή, μόνο στον σύζυγο, συντάξεως η οποία αντιπροσώπευε τα δικαιώματα που είχε αποκτήσει καθένας από τους δύο συζύγους .
5 Στο Βέλγιο, η Εθνική Υπηρεσία Συντάξεων, με απόφαση της 29ης Μαρτίου 1985, χορήγησε στον Bakker σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφος 1, του βελγικού βασιλικού διατάγματος αριθ . 50 της 24ης Οκτωβρίου 1967 ( όπως τροποποιήθηκε με το νόμο της 15ης Μαΐου 1984 ). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το αποκτώμενο δικαίωμα συντάξεως υπολογίζεται σε κλάσμα των ακαθαρίστων αμοιβών που λαμβάνονται υπόψη, μέχρι ποσοστού :
-75% για τους εργαζομένους των οποίων η σύζυγος έχει παύσει κάθε επαγγελματική δραστηριότητα, εκτός από εκείνες για τις οποίες ισχύει βασιλική άδεια, και δεν λαμβάνει σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή σύνταξη επιζώντος ή ανάλογη πρόσοδο, ούτε μία από τις αποζημιώσεις ή ένα από τα επιδόματα που αναφέρονται στο άρθρο 25 (" συντελεστής οικογένειας ")
-60% για τους λοιπούς εργαζομένους (" συντελεστής αγάμου ").
Δεδομένου ότι στις 29 Μαρτίου 1985 η Bakker δεν δικαιούταν προσωπικά καμίας παροχής, το ύψος της βελγικής συντάξεως του Bakker υπολογίστηκε με βάση τον "συντελεστή οικογένειας" 75 %.
6 Από 1ης Απριλίου 1985, ο ΑΟW τροποποιήθηκε κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών που καθιερώνει η οδηγία 79/7 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/003, σ . 160 ). Το νέο σύστημα του ΑΟW προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι κάθε έγγαμος, άνδρας ή γυναίκα, που κατοικεί ή έχει κατοικήσει στις Κάτω Χώρες αποκτά, με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, προσωπικό δικαίωμα συντάξεως λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, υπολογιζόμενης με βάση το 50% του καθαρού κατώτατου μισθού . Κατ' εφαρμογή του νέου αυτού συστήματος, το Sociale Verzekeringsbank κατέβαλε στους συζύγους Bakker, από 1ης Σεπτεμβρίου 1985, ημερομηνία κατά την οποία η Bakker συμπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας της, δύο προσωπικές συντάξεις λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, υπολογιζόμενες με βάση το 50% του καθαρού κατώτατου μισθού .
7 'Οταν πληροφορήθηκε τη χορήγηση στην Bakker συντάξεως λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας κατ' εφαρμογή του ΑΟW, η Εθνική Υπηρεσία Συντάξεων του Βελγίου, με απόφαση της 26ης Μαρτίου 1986, μείωσε, από 1ης Σεπτεμβρίου 1985, το ύψος της συντάξεως του Bakker, μη εφαρμόζοντας πλέον τον "συντελεστή οικογένειας" 75%, αλλά το "συντελεστή αγάμου" 60 %.
8 Ο Bakker προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Tribunal du travail της Αμβέρσας, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα :
"1 ) 'Εχει το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, την έννοια ότι η φράση '... διατάξεις περί μειώσεως ..., σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ...' περιλαμβάνει και τον κανόνα που ( όπως το άρθρο 10, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος αριθ . 50 της 24ης Οκτωβρίου 1967, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο της 15ης Μαΐου 1984 ) ορίζει ότι η χορηγούμενη σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας υπολογίζεται με χαμηλότερο συντελεστή ( συντελεστή αγάμου αντί συντελεστή οικογένειας, ή 60% αντί 75 %) αναλόγως του αν ο/η σύζυγος του ενδιαφερομένου λαμβάνει ή όχι σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή σύνταξη επιζώντος ή έχει αντίστοιχη πρόσοδο;
2 ) 'Εχει το άρθρο 12, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1408/71 του Συμβουλίου την έννοια ότι :
α ) η παροχή που αποκτάται βάσει ρυθμίσεως, δυνάμει της οποίας χορηγείται στους εγγάμους σύνταξη γήρατος ανεξάρτητη, λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεώς τους ως εγγάμων ( όπως ο ολλανδικός ΑΟW από 1ης Απριλίου 1985 ), και η παροχή που αποκτάται βάσει ρυθμίσεως, δυνάμει της οποίας χορηγείται στους εγγάμους υψηλότερη σύνταξη ( οικογένειας ) ( όπως το άρθρο 10, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος αριθ . 50 στο βελγικό δίκαιο ), πρέπει να θεωρηθούν ως 'παροχές της ίδιας φύσεως για ... γήρας;'
β ) για την ερμηνεία των όρων 'παροχές της ίδιας φύσεως για ... γήρας' πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η νομοθεσία διαφόρων κρατών μελών ( όπως εν προκειμένω οι Κάτω Χώρες και το Βέλγιο ) εκτιμά κατά διαφορετικό τρόπο την κατάσταση του αιτούντος τη σύνταξη ως εγγάμου για τη χορήγηση και τον υπολογισμό 'συντάξεως εγγάμου' ή 'συντάξεως οικογένειας' ;"
9 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο . Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
Επί του πρώτου ερωτήματος
10 Με το πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν ένας εθνικός κανόνας, όπως αυτός που προκύπτει από το άρθρο 10, παράγραφος 1, του βελγικού βασιλικού διατάγματος αριθ . 50 της 24ης Οκτωβρίου 1967 που τροποποιήθηκε με το νόμο της 15ης Μαρτίου 1984, ο οποίος ορίζει ότι η σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας υπολογίζεται βάσει χαμηλότερου συντελεστή ( ήτοι του συντελεστή αγάμου 60% αντί του συντελεστή οικογένειας 75 %) όταν ο/η σύζυγος του δικαιούχου λαμβάνει σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή σύνταξη επιζώντος ή έχει άλλη ανάλογη πρόσοδο, συνιστά ή όχι διάταξη απαγορεύουσα τη σώρευση υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 .
11 Υπενθυμίζεται σχετικά ότι η πρώτη φράση του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι οι απαγορεύουσες τη σώρευση διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους "εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου ακόμη και αν πρόκειται περί παροχών που εκτήθησαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ". Ωστόσο, με τη δεύτερη φράση της εν λόγω διατάξεως προβλέπεται ότι "ο κανόνας αυτός δεν ισχύει όταν ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της ίδιας φύσεως για αναπηρία, γήρας, θάνατο ή επαγγελματική ασθένεια που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 50, 51 ή του άρθρου 60, παράγραφος 1, στοιχείο β )".
12 Από τη διατύπωση του προαναφερθέντος άρθρου 12 προκύπτει, όμως, ότι οι απαγορεύουσες τη σώρευση διατάξεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο αυτό αφορούν μόνο τις περιπτώσεις όπου το αυτό πρόσωπο είναι δικαιούχος πλειόνων παροχών .
13 Η ερμηνεία αυτή είναι, εξάλλου, σύμφωνη με το σκοπό του άρθρου αυτού, το οποίο, όπως το Δικαστήριο έχει ήδη τονίσει ( βλέπε ιδίως τις αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 1983, 279/82, Jerzak κατά Bundesknappschaft, Συλλογή σ . 2603, και της 13ης Μαρτίου 1986, 296/84, Sinatra κατά FΝRΟΜ, Συλλογή σ . 1047 ), συνιστά το αντιστάθμισμα των πλεονεκτημάτων που εξασφαλίζει το κοινοτικό δίκαιο στους εργαζομένους, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επικαλούνται την ταυτόχρονη εφαρμογή των νομοθεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως πλειόνων κρατών μελών . Πράγματι, σκοπός του άρθρου 12 είναι να εμποδίζει τον εργαζόμενο να αντλεί από την ταυτόχρονη αυτή εφαρμογή πλειόνων νομοθεσιών πλεονεκτήματα θεωρούμενα ως μη οφειλόμενα τόσο από την εθνική νομοθεσία όσο και από το κοινοτικό δίκαιο .
14 Αντιθέτως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ένας εθνικός κανόνας όπως αυτός του άρθρου 10 του βελγικού βασιλικού διατάγματος αριθ . 50, ο οποίος προβλέπει, για λόγους κοινωνικής φύσεως, την προσαύξηση της συντάξεως που χορηγείται στους εγγάμους, υπό την προϋπόθεση ότι ο/η σύζυγος του δικαιούχου δεν λαμβάνει σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ούτε έχει ανάλογη πρόσοδο, αφορά περίπτωση διαφορετική από αυτή στην οποία αναφέρεται το άρθρο 12 του κανονισμού 1408/71 . Πράγματι, κανόνες όπως αυτός του προαναφερθέντος άρθρου 10 δεν αφορούν τις περιπτώσεις σωρεύσεως πλειόνων παροχών προς το αυτό πρόσωπο, αλλά τις περιπτώσεις όπου παροχές συντάξεως λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή συντάξεως επιζώντος καταβάλλονται σε δύο διαφορετικά πρόσωπα .
15 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Tribunal du travail της Αμβέρσας προσήκει η απάντηση ότι ένας εθνικός κανόνας, όπως αυτός που προκύπτει από το άρθρο 10, παράγραφος 1, του βελγικού βασιλικού διατάγματος αριθ . 50 της 24ης Οκτωβρίου 1967 που τροποποιήθηκε με το νόμο της 15ης Μαρτίου 1984, ο οποίος ορίζει ότι η σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας υπολογίζεται βάσει χαμηλότερου συντελεστή ( ήτοι του "συντελεστή αγάμου" 60% αντί του "συντελεστή οικογένειας" 75 %) όταν ο/η σύζυγος του δικαιούχου λαμβάνει σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή σύνταξη επιζώντος ή έχει ανάλογη πρόσοδο, δεν συνιστά απαγορεύουσα τη σώρευση διάταξη υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 .
Επί του δευτέρου ερωτήματος
16 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο ερώτημα κατέστη άνευ αντικειμένου .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
17 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου, η κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με απόφαση της 8ης Μαΐου 1987, το Tribunal du travail της Αμβέρσας, αποφαίνεται :
'Ενας εθνικός κανόνας, όπως αυτός που προκύπτει από το άρθρο 10, παράγραφος 1, του βελγικού βασιλικού διατάγματος αριθ . 50 της 24ης Οκτωβρίου 1967 που τροποποιήθηκε με το νόμο της 15ης Μαρτίου 1984, ο οποίος ορίζει ότι η σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας υπολογίζεται βάσει χαμηλότερου συντελεστή ( ήτοι του "συντελεστή αγάμου" 60% αντί του "συντελεστή οικογένειας" 75 %) όταν ο/η σύζυγος του δικαιούχου λαμβάνει σύνταξη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή σύνταξη επιζώντος ή έχει ανάλογη πρόσοδο, δεν συνιστά απαγορεύουσα τη σώρευση διάταξη υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 .
Full & Egal Universal Law Academy