Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Περισσότερα από ένα κέντρα δραστηριότητας στο έδαφος της Κοινότητας - 'Εμμισθη δραστηριότητα σε ένα κράτος μέλος και ανεξάρτητη σε άλλο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 52)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Εργαζόμενοι - Εθνική ρύθμιση που απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής εισφορών σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως την ανεξάρτητη δραστηριότητα που ασκείται παράλληλα με έμμισθη δραστηριότητα - 'Αρνηση απαλλαγής σε περίπτωση ασκήσεως της έμμισθης δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος - Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 48 και 52)
Περίληψη
1. Η ελευθερία εγκαταστάσεως δεν περιορίζεται στο δικαίωμα δημιουργίας μιας και μόνης εγκαταστάσεως στο εσωτερικό της Κοινότητας, αλλά συνεπάγεται τη δυνατότητα δημιουργίας και διατηρήσεως, εφόσον τηρούνται οι επαγγελματικοί κανόνες, περισσοτέρων από ένα κέντρων δραστηριότητας στο έδαφος της Κοινότητας. Αυτό ισχύει επίσης για το μισθωτό που είναι εγκατεστημένος σε ένα κράτος μέλος και επιθυμεί να επιδοθεί παράλληλα σε ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος.
2. Τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης αντιτάσσονται σε κάθε εθνική ρύθμιση που θα μπορούσε να είναι δυσμενής για τους κοινοτικούς υπηκόους, όταν αυτοί επιθυμούν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους πέρα από το έδαφος ενός μόνο κράτους μέλους. Τα άρθρα αυτά έχουν, συνεπώς, την έννοια ότι δεν επιτρέπουν σε κράτος μέλος να αρνείται στους εργαζομένους που ασκούν ανεξάρτητη δραστηριότητα στο έδαφός του, το ευεργέτημα της απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής εισφορών, το οποίο παρέχεται από την εθνική ρύθμιση περί της καταστάσεως από απόψεως κοινωνικής ασφαλίσεως των ανεξαρτήτων εργαζομένων σε περίπτωση παράλληλης ασκήσεως έμμισθης δραστηριότητας και ανεξάρτητης δραστηριότητας, για το λόγο ότι η έμμισθη δραστηριότητα που μπορεί να θεμελιώσει το δικαίωμα απαλλαγής ασκείται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 154 και 155/87,
που έχουν ως αντικείμενο αίτηση του Hof van Cassatie, 3ο τμήμα, του Βελγίου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Rijksinstituut voor de sociale verzekeringen der zelfstandigen (RSVΖ)
και
Heinrich Wolf και NV Microtherm Europe, αφενός,
Wilfried Dorchain και PVBA Almare, αφετέρου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7 και 52 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και Y. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι Heinrich Wolf και NV Microtherm Europe, καθώς και οι Wilfried Dorchain και PVBA Almare, εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους Lenaerts και G. van Hecke,
- το RSVΖ, εκπροσωπούμενο από τους J. Lejuste, Wambacq και J. V. de Weirt,
- η βελγική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Buchmann,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Herbert και τον E. Lasnet,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 8ης Μαρτίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με αποφάσεις της 4ης Μαΐου 1987, που περιήλθαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Μαΐου 1987, το Hof van Cassatie (τρίτο τμήμα) του Βελγίου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7 και 52 της Συνθήκης.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Rijksinstituut voor de sociale verzekeringen der zelfstandingen (Εθνικό 'Ιδρυμα κοινωνικής ασφαλίσεως ανεξαρτήτων εργαζομένων) (στο εξής: RSVΖ), και των Wolf και Dorchain και των εταιριών των οποίων, ο μεν πρώτος είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου από το 1973, ο δε δεύτερος εταίρος-διαχειριστής, από το 1978, με αντικείμενο την καταβολή εισφορών στο βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των ανεξάρτητων εργαζομένων λόγω των επαγγελματικών αυτών δραστηριοτήτων.
3 Οι Wolf και Dorchain απασχολούνται, από το 1963 και το 1978, αντίστοιχα, ως μισθωτοί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ζητούν να απαλλαγούν από την καταβολή της επίδικης εισφοράς βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του βασιλικού διατάγματος 38 περί ρυθμίσεως από απόψεως κοινωνικής ασφαλίσεως της καταστάσεως των ανεξάρτητων εργαζομένων (Belgisch Staatsblad της 29.7.1967). 'Οπως συνάγεται από την εν λόγω διάταξη, ο ανεξάρτητος εργαζόμενος δεν υπόκειται σε καμία εισφορά, αν οι αποδοχές του ως ανεξάρτητου εργαζομένου δεν υπερβαίνουν ένα ορισμένο ποσό και, εκτός από τη δραστηριότητα αυτή, ασκεί συνήθως και κατά κύριο λόγο μια άλλη επαγγελματική δραστηριότητα.
4 Το RSVΖ προβάλλει ωστόσο ότι "η άλλη επαγγελματική δραστηριότητα" που αναφέρεται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, που προαναφέρθηκε, και όπως αυτή διευκρινίζεται στο άρθρο 35 του βασιλικού διατάγματος της 19ης Δεκεμβρίου 1967 (Belgisch Staatsblad της 29.12.1967), όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 15ης Ιουλίου 1970, αφορά αποκλειστικά και μόνο την έμμισθη εργασία που υπάγεται σε βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
5 Θεωρώντας ότι οι απόψεις των διαδίκων, όπως αναπτύχθηκαν ενώπιόν του, θέτουν πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το Hof van Cassatie του Βελγίου ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"Το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ, σε συνδυασμό ή όχι με το άρθρο 7, έχει την έννοια ότι, κατά τις περιόδους 1973 έως 1977 (υπόθεση 154/87) και 1978 έως 1981 (υπόθεση 155/87), δυνάμει του άρθρου 35, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 19ης Δεκεμβρίου 1967, ένα κράτος μέλος, δηλαδή το Βέλγιο, μπορεί να επιβάλλει στους υπηκόους άλλου κράτους μέλους ή στα πρόσωπα που ασκούν ανεξάρτητη ή παρεπόμενη επαγγελματική δραστηριότητα, κύρια ή όχι, ως μισθωτοί στο κράτος μέλος καταγωγής τους ή σε άλλο κράτος μέλος και δεν υπάγονται ως μισθωτοί σε βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα, υποχρέωση καταβολής εισφορών στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των ανεξάρτητων εργαζομένων επαχθέστερη από την επιβαλλόμενη στους δικούς του υπηκόους ή σε πρόσωπα που υπάγονται σε βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα ως μισθωτοί;
'Η οι προαναφερθείσες διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ έχουν την έννοια ότι, κατά τη διάρκεια της υπό κρίση περιόδου, ο ενδιαφερόμενος υπήκοος του άλλου κράτους μέλους ή το πρόσωπο που δεν υπάγεται σε βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα μισθωτών πρέπει, προς το σκοπό καθορισμού της υποχρεώσεώς του για καταβολή εισφορών στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των ανεξάρτητων εργαζομένων, να τύχει από τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα ως ανεξάρτητος εργαζόμενος, της ίδιας μεταχειρίσεως ωσάν να ασκούσε έμμισθη επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφος αυτού του κράτους;"
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στην κύρια δίκη, οι επίδικες διατάξεις του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7 Πρέπει να διευκρινιστεί ότι με τον κανονισμό 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981, περί επεκτάσεως στους μη μισθωτούς εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου (ΕΕ L 143, σ. 1), θεσπίστηκε ένα κοινοτικό σύστημα ασφαλίσεως των ανεξάρτητων εργαζομένων. Ο κανονισμός αυτός, σύμφωνα με το άρθρο του 2, δεν παρέχει κανένα δικαίωμα για το πριν από την έναρξη της ισχύος του χρονικό διάστημα. 'Οπως προκύπτει από το άρθρο του 4, ο κανονισμός άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1982, δηλαδή σε ημερομηνία μεταγενέστερη από τις περιόδους στις οποίες ανάγονται οι διαφορές στην κύρια δίκη (1973 έως 1977 για τον Wolf 1978 έως 1981 για τον Dorchain). Συνεπώς, ο κανονισμός αυτός δεν έχει εφαρμογή στις εν λόγω διαφορές, και το υποβαλλόμενο ερώτημα ορθώς αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο σε ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης.
8 Πρέπει να υπομνησθεί εν προκειμένω ότι, δυνάμει του άρθρου 7 της Συνθήκης, απαγορεύεται οποιαδήποτε διάκριση λόγω ιθαγενείας εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης.
9 Εντούτοις, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η εθνική ρύθμιση την οποία αφορούν οι διαφορές στην κύρια δίκη εφαρμόζεται χωρίς διάκριση σε όλους τους ανεξάρτητους εργαζομένους που ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στο Βέλγιο και δεν εισάγει οποιαδήποτε διάκριση λόγω της ιθαγενείας αυτών των εργαζομένων. Αν και είναι αληθές ότι είναι δυσμενής για όσους από τους εργαζομένους αυτούς απασχολούνται κατά κύριο λόγο ως μισθωτοί σε άλλο κράτος μέλος εκτός του Βελγίου, δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο κανένα στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι αυτοί οι εργαζόμενοι που τίθενται σε δυσμενέστερη θέση είναι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο μη βέλγοι υπήκοοι. Η υπό κρίση εθνική ρύθμιση δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ότι δημιουργεί έστω και έμμεση διάκριση λόγω ιθαγενείας. Για τους λόγους αυτούς, παρέλκει η συζήτηση επί του άρθρου 7 της Συνθήκης.
10 Πρέπει να υπομνησθεί, στη συνέχεια, ότι το άρθρο 52, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης επιτάσσει την κατάργηση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων κράτους μέλους και ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διάταξη αυτή αποτελεί κανόνα κοινοτικού δικαίου με απευθείας εφαρμογή. Τα κράτη μέλη όφειλαν, επομένως, να τηρούν αυτόν τον κανόνα ακόμη και αν, ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως για την κατάσταση των ανεξάρτητων εργαζομένων από απόψεως κοινωνικής ασφαλίσεως, εξακολουθούσαν να έχουν νομοθετική εξουσία στον τομέα αυτό.
11 'Οπως έχει κρίνει το Δικαστήριο (βλέπε ιδίως την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, Klopp, 107/83, Συλλογή 1984, σ. 2971, και την απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1986, Επιτροπή κατά Γαλλίας, 270/83, Συλλογή 1986, σ. 285), η ελευθερία εγκαταστάσεως δεν περιορίζεται στο δικαίωμα δημιουργίας μιας και μόνης εγκαταστάσεως στο εσωτερικό της Κοινότητας, αλλά συνεπάγεται τη δυνατότητα δημιουργίας και διατηρήσεως, εφόσον τηρούνται οι επαγγελματικοί κανόνες, περισσοτέρων από ένα κέντρων δραστηριότητας στο έδαφος της Κοινότητας.
12 Οι σκέψεις αυτές ισχύουν εξίσου και για το μισθωτό που είναι εγκατεστημένος σε ένα κράτος μέλος και επιθυμεί να επιδοθεί παράλληλα σε ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος.
13 'Ολες οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων έχουν, επομένως, σκοπό να διευκολύνουν την άσκηση από τους κοινοτικούς υπηκόους πάσης φύσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων στο σύνολο του εδάφους της Κοινότητας και δεν επιτρέπουν εθνικές ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να είναι δυσμενείς για τους εν λόγω υπηκόους όταν αυτοί επιθυμούν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους και πέρα από το έδαφος ενός μόνο κράτους μέλους.
14 Η ρύθμιση κράτους μέλους που απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής εισφορών στο σύστημα των ανεξαρτήτων εργαζομένων τα πρόσωπα που απασχολούνται κατά κύριο λόγο ως μισθωτοί σ' αυτό το κράτος μέλος, αλλά αρνείται αυτή την απαλλαγή στα πρόσωπα που απασχολούνται κατά κύριο λόγο ως μισθωτοί σε άλλο κράτος μέλος έχει ως αποτέλεσμα να θέτει σε δυσμενέστερη μοίρα την άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων εκτός του εδάφους αυτού του κράτους μέλους. Μια τέτοια ρύθμιση αντιβαίνει, συνεπώς, στα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης.
15 Πρέπει, τέλος, να τονιστεί ότι η επίμαχη εθνική διάταξη δεν παρέχει καμιά συμπληρωματική κοινωνική προστασία στους ενδιαφερομένους, οι οποίοι είναι ασφαλισμένοι στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και συνταξιοδοτήσεως του κράτους μέλους, όπου ασκούν την κύρια έμμισθη δραστηριότητά τους. Συνεπώς η δυσχέρεια που επιφέρει η εν λόγω διάταξη στην άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων εκτός του εδάφους ενός μόνο κράτους μέλους δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να δικαιολογηθεί με βάση αυτό το κριτήριο.
16 Επομένως, στο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπεται σε κράτος μέλος να αρνείται στους εργαζομένους που ασκούν ανεξάρτητη δραστηριότητα στο έδαφός του το ευεργέτημα της απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής εισφορών βάσει της εθνικής ρυθμίσεως που καθορίζει από απόψεως κοινωνικής ασφαλίσεως την κατάσταση των ανεξάρτητων εργαζομένων, για το λόγο ότι η έμμισθη δραστηριότητα που μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα απαλλαγής ασκείται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
17 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η βελγική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα) ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Hof van Cassatie (τρίτο τμήμα) του Βελγίου, με αποφάσεις της 4ης Μαΐου 1987, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπεται σε κράτος μέλος να αρνείται στους εργαζομένους που ασκούν ανεξάρτητη δραστηριότητα στο έδαφός του το ευεργέτημα της απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής εισφορών βάσει της εθνικής ρυθμίσεως που καθορίζει από απόψεως κοινωνικής ασφαλίσεως την κατάσταση των ανεξαρτήτων εργαζομένων, για το λόγο ότι η έμμισθη δραστηριότητα που μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα απαλλαγής ασκείται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
Full & Egal Universal Law Academy