Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινό δασμολόγιο - Θέσπιση δασμολογικής και στατιστικής ονοματολογίας των εμπορευμάτων - Αρμοδιότητα του Συμβουλίου προς σύναψη Διεθνούς Συμβάσεως - Νομική βάση - 'Αρθρα 28 και 113 της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 28 και 113 απόφαση του Συμβουλίου 87/369)
2. Συνθήκη ΕΟΚ - 'Αρθρο 235 - Πεδίο εφαρμογής
3. Πράξεις των οργάνων - Διαδικασία εκδόσεως - Διαβουλεύσεις με το Κοινοβούλιο - Διεξαγωγή διαβουλεύσεων ελλείψει υποχρεώσεως - Νομιμότητα
Περίληψη
1. Το Συμβούλιο ήταν αρμόδιο, βάσει των άρθρων 28 και 113 της Συνθήκης, να εκδώσει απόφαση περί συνάψεως της Διεθνούς Συμβάσεως για το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων, προοριζόμενο να χρησιμοποιηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη για τη δασμολογική και στατιστική τους ονοματολογία.
Πράγματι, το Συμβούλιο έχει γενική αρμοδιότητα σε δασμολογικά θέματα, η οποία, ως τοιαύτη, στηρίζεται τόσο στο άρθρο 28, όσο και στο άρθρο 113 της Συνθήκης, καθόσον είναι ανεξάρτητη από το ζήτημα αν η μεταβολή των δασμών του ΚΔ πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο αυτόνομο (άρθρο 28) ή στο πλαίσιο δασμολογικών συμφωνιών ή άλλων μέτρων κοινής εμπορικής πολιτικής (άρθρο 113). Τα άρθρα 28 και 113 της Συνθήκης αποτελούν, επομένως, σωρευτικά την κατάλληλη νομική βάση για τη θέσπιση δασμολογικής ονοματολογίας, η οποία είναι απαραίτητη για την εφαρμογή των δασμών.
Η αρμοδιότητα του Συμβουλίου να καταρτίσει τη στατιστική ονοματολογία του εξωτερικού εμπορίου της Κοινότητας προκύπτει από το άρθρο 113 της Συνθήκης, επειδή οι στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου, όπως και η σχετική ονοματολογία, αποτελούν απαραίτητο μέσο ασκήσεως εμπορικής πολιτικής.
2. Το γεγονός ότι η πράξη που μελετά να εκδώσει ένα κοινοτικό όργανο μπορεί να επηρεάσει άλλη πράξη στηριζόμενη στο άρθρο 235 της Συνθήκης δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και τη χρησιμοποίηση τηςδιατάξεως αυτής ως νομικής βάσεως. Το ενδεχόμενο αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνον αν το εν λόγω όργανο δεν μπορεί να θεμελιώσει την αρμοδιότητά του σε καμιά άλλη διάταξη της Συνθήκης.
3. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο έχει πάντοτε την ευχέρεια να διεξαγάγει διαβουλεύσεις με το Κοινοβούλιο, το γεγονός ότι οι διαβουλεύσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν και είχαν συνέπειες επί του περιεχομέννου της εκδοθείσας πράξης, καίτοι δεν ήταν υποχρεωτικές, δεν μπορεί να θεμελιώσει παρανομία, αντίθετα προς ότι θα συνέβαινε σε περίπτωση μη διεξαγωγής των υποχρεωτικών διαβουλεύσεων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 165/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο, Peter Gilsdorf, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Bernhard Schloh, σύμβουλο της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Joerg Kaeser, διευθυντή του τμήματος Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 87/369 του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1987, για τη σύναψη της Διεθνούς Συμβάσεως για το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων, καθώς και του τροποποιητικού της πρωτοκόλλου (ΕΕ L 198, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G. Bosco, O. Due, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, U. Everling, K. Bahlmann, Y. Galmot, R. Joliet και T. F. O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και ύστερα από την προφορική διαδικασία της 19ης Μαΐου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Ιουνίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή, με την οποία ζητεί την ακύρωσητης αποφάσεως 87/369 του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1987, για τη σύναψη της Διεθνούς Συμβάσεως για το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων, καθώς και του τροποποιητικού της πρωτοκόλλου (ΕΕ L 198, σ. 1).
2 Η σύμβαση αυτή, που ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1988, υιοθετήθηκε στις 14 Ιουνίου 1983 στο πλαίσιο του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας προς αντικατάσταση της Συμβάσεως περί της ονοματολογίας για την κατάταξη των εμπορευμάτων, της 15ης Δεκεμβρίου 1950, (Συλλογή των Συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών, τόμος 347, σ. 127), στην οποία στηριζόταν το κοινό δασμολόγιο (αναφερόμενο στο εξής ως "ΚΔ") της Κοινότητας.
3 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως που εμπίπτει, κατ' αυτήν, αποκλειστικά στον τομέα της εμπορικής πολιτικής και έπρεπε, επομένως, να στηρίζεται, όπως εκείνη είχε προτείνει, μόνο στο άρθρο 113 και όχι στα άρθρα 28, 113 και 235 της Συνθήκης.
4 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5 Καταρχάς πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο βασικός σκοπός της Συμβάσεως που αφορά η επίδικη απόφαση είναι η θέσπιση εναρμονισμένου συστήματος περιγραφής και κωδικοποιήσεωςτων εμπορευμάτων, προοριζόμενου να χρησιμοποιηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη για τη δασμολογική και στατιστική τους ονοματολογία.
6 Για να κριθεί το βάσιμο της προσφυγής της Επιτροπής, πρέπει να εξεταστεί η αρμοδιότητα του Συμβουλίου να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβανομένων υπόψη των δύο στοιχείων που συνιστούν το αντικείμενο της εν λόγω Συμβάσεως, δηλαδή της δασμολογικής ονοματολογίας, αφενός, και της στατιστικής ονοματολογίας, αφετέρου.
7 'Οσον αφορά το πρώτο από τα στοιχεία αυτά, από το άρθρο 28 της Συνθήκης, νομική βάση για "κάθε αυτόνομη τροποποίηση ή αναστολή των δασμών του κοινού δασμολογίου", και το άρθρο 113 της Συνθήκης, που προβλέπει κοινή εμπορική πολιτική στηριζόμενη επί ενιαίων αρχών, ιδίως σε ό,τι αφορά τις μεταβολές δασμολογικών συντελεστών και τη σύναψη δασμολογικών συμφωνιών, προκύπτει ότι καμιά από τις διατάξεις αυτές δεν χορηγεί ρητά στο Συμβούλιο την εξουσία θεσπίσεως δασμολογικής ονοματολογίας.
8 Επιβάλλεται, πάντως, η διαπίστωση ότι η θέσπιση δασμολογικής ονοματολογίας είναι απαραίτητη για την εφαρμογή των δασμών. Πράγματι, χωρίς σύστημα κατατάξεως των εμπορευμάτων, θα ήταν αδύνατη η υπαγωγή τους σε καθορισμένες δασμολογικές κλάσεις. Από αυτό έπεται ότι η αρμοδιότητα που έχει απονεμηθεί στο Συμβούλιο για την τροποποίηση δασμολογικών συντελεστών σημαίνει κατ' ανάγκη, ελλείψειρητής διατάξεως της Συνθήκης, και την αρμοδιότητα θεσπίσεως και τροποποιήσεως της ονοματολογίας που αφορά την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου.
9 Από τη διαπίστωση αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο έχει γενική αρμοδιότητα σε δασμολογικά θέματα, η οποία, ως τοιαύτη, στηρίζεται τόσο στο άρθρο 28, όσο και στο άρθρο 113 της Συνθήκης, καθόσον είναι ανεξάρτητη από το ζήτημα αν η μεταβολή των δασμών του ΚΔ πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο αυτόνομο (άρθρο 28) ή στο πλαίσιο δασμολογικών συμφωνιών ή άλλων μέτρων κοινής εμπορικής πολιτικής (άρθρο 113).
10 Η άποψη της Επιτροπής ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 απορροφάται από εκείνο του άρθρου 113 πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
11 Πρέπει να προστεθεί ότι, καθόσον η αρμοδιότητα ενός θεσμικού οργάνου στηρίζεται σε δύο διατάξεις της Συνθήκης, το όργανο αυτό υποχρεούται να εκδίδει τις αντίστοιχες πράξεις στηριζόμενο στις δύο εν λόγω διατάξεις.
12 Η επιλογή της διπλής αυτής νομικής βάσεως συνάδει, εξάλλου, με πάγια πρακτική των κοινοτικών οργάνων στο δασμολογικό τομέα, υπέρ της οποίας συνηγορεί το γεγονός ότι η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη προσάρμοσε τις διαδικαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 28 προς εκείνες του άρθρου 113 της Συνθήκης.
13 Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι τα άρθρα 28 και 113 της Συνθήκης αποτελούν σωρευτικά την κατάλληλη για τη θέσπιση δασμολογικής ονοματολογίας νομική βάση και, κατά συνέπεια, για τη σύναψη αντίστοιχης διεθνούς συμβάσεως.
14 Προκειμένου, στη συνέχεια, για τη στατιστική ονοματολογία, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η στατιστική ονοματολογία που η Σύμβαση, την οποία αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι "ονοματολογία των εμπορευμάτων που έχει επεξεργαστεί το συμβαλλόμενο μέρος για να συλλέγει στοιχεία βάσει των οποίων καταρτίζονται οι στατιστικές του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου" (άρθρο 1, στοιχείο γ), της Συμβάσεως), δηλαδή, όσον αφορά την Κοινότητα, οι στατιστικές του εξωτερικού της εμπορίου, εξαιρουμένων των στατιστικών του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
15 Η αρμοδιότητα καταρτίσεως της στατιστικής αυτής ονοματολογίας προκύπτει από το άρθρο 113 της Συνθήκης. Πράγματι, οι στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου, όπως και η σχετική ονοματολογία, αποτελούν απαραίτητο μέσο ασκήσεως εμπορικής πολιτικής. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η απαρίθμηση των μέτρων εμπορικής πολιτικής στο άρθρο 113 δεν είναι εξαντλητική, αλλά μόνον ενδεικτική.
16 Το Συμβούλιο υποστηρίζει, εντούτοις, ότι η προσφυγή στο άρθρο 235 εδικαιολογείτο από το γεγονός ότι η προαναφερθείσα Σύμβαση επηρέαζε πράξη που και η ίδια στηριζόταν στοάρθρο αυτό, δηλαδή τον κανονισμό 1445/72 του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί της ονοματολογίας των εμπορευμάτων για τις στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου της Κοινότητας και του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών της (Nimexe) (JO L 161, σ. 1).
17 Η άποψη του Συμβουλίου πρέπει να απορριφθεί. Το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να επηρεάσει άλλη πράξη στηριζόμενη στο άρθρο 235 δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και τη χρησιμοποίηση της διατάξεως αυτής ως νομικής βάσεως. Το ενδεχόμενο αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνον αν το εν λόγω όργανο δεν μπορεί να θεμελιώσει την αρμοδιότητά του σε καμιά άλλη διάταξη της Συνθήκης (βλέπε απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1493).
18 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Συμβούλιο κακώς στηρίχτηκε στο άρθρο 235, αφού ήταν αρμόδιο να εκδώσει την επίδικη απόφαση βάσει των άρθρων 28 και 113 της Συνθήκης.
19 Δεδομένου, εντούτοις, ότι κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πριν από την έναρξη ισχύος της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως, το άρθρο 28 της Συνθήκης προέβλεπε, όπως και το άρθρο 235, ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου, η διαπιστωθείσα παρανομία αποτελεί, εν προκειμένω, καθαρά τυπικό ελάττωμα που δεν μπορεί να επιφέρει ακυρότητα της πράξεως.
20 Δεν αμφισβητείται ότι, διαφορετικά από το άρθρο 28, το άρθρο 235 απαιτεί διαβουλεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ότι οι διαβουλεύσεις αυτές, που πραγματοποιήθηκαν εν προκειμένω, μπορούν να έχουν συνέπειες επί του περιεχομένου της εκδιδόμενης πράξης. Εντούτοις, ενώ η μη τήρηση τηςυποχρεώσεως διεξαγωγής διαβουλεύσεων επιφέρει ακυρότητα της οικείας πράξεως (απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 138/79, Roquette Freres κατά Συμβουλίου, Rec. 1980, σ. 3333), οι διαβουλεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τις οποίες το Συμβούλιο έχει πάντοτε την ευχέρεια να διεξαγάγει, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως παράνομες, ακόμη και αν δεν είναι υποχρεωτικές.
21 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
23 Μολονότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί υπό τις προκείμενες περιστάσεις, λόγω του καθαρά τυπικού χαρακτήρα της παρανομίας που διαπιστώθηκε, το Δικαστήριο κρίνει ότι, επειδή η νομική άποψη της Επιτροπής έγινε δεκτή ως προς ένα ουσιώδες μέρος της, τα έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy