Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Απόφαση του Δικαστηρίου αναγνωρίζουσα την παράβαση - Αποτελέσματα - Υποχρέωση του κράτους μέλους που υπέπεσε στην παράβαση - Πλήρης εκτέλεση της αποφάσεως - Διατήρηση διατάξεων αναγνωρισθεισών ως ασυμβιβάστων προς το κοινοτικό δίκαιο - Δικαιολογία αντλούμενη από τη δημοσίευση δηλώσεως προθέσεως ή από την ύπαρξη διοικητικής πρακτικής - Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 169 και 171)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Απόφαση του Δικαστηρίου αναγνωρίζουσα την παράβαση - Προθεσμία εκτελέσεως
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 171)
Περίληψη
1. 'Ενα κράτος μέλος, του οποίου ορισμένες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγνωρίστηκαν ως αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο από το Δικαστήριο, σε απόφαση επί προσφυγής λόγω παραβάσεως, έχει την υποχρέωση να τροποποιήσει ή να καταργήσει αυτές τις διατάξεις. Ούτε η απλή δημοσίευση υπουργικής ανακοινώσεως, η οποία δεν τροποποιεί την υφισταμένη νομοθεσία και δημιουργεί έτσι διφορούμενη κατάσταση δικαίου, γενεσιουργό ανασφαλείας του δικαίου, ούτε η υιοθέτηση απλής διοικητικής πρακτικής, εκ φύσεως μεταβλητής κατά τη βούληση της διοικήσεως, δεν επαρκεί προς εκπλήρωση της υποχρεώσεως πλήρους εκτελέσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
2. Η εκτέλεση αποφάσεως αναγνωρίζουσας την παράβαση κράτους μέλους πρέπει να αρχίσει αμέσως και πρέπει να λήξει εντός των συντομοτέρων δυνατών προθεσμιών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 169/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο H. Etienne και από τον D. Calleja, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από το
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τους G. M. Borchardt και M. A. Fierstra, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία των Κάτω Χωρών,
παρεμβαίνον,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον R. de Gouttes, και τον C. Chavance, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Γαλλίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη καθορίζουσα τις τιμές λιανικής πωλήσεως των βιομηχανοποιημένων καπνών στο καθοριζόμενο από τους καπνοβιομηχάνους και τους εισαγωγείς επίπεδο, με τη μόνη επιφύλαξη της εφαρμογής της νομοθεσίας γενικού χαρακτήρα που έχει ως σκοπό να συγκρατήσει την αύξηση των τιμών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 35) και από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι, η Γαλλική Δημοκρατία, μη θέτοντας σε εφαρμογή τα απαιτούμενα για την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1983 μέτρα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G. Bosco και J. C. Moitinho de Almeida, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, U. Everling, Y. Galmot και F. A. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. L. da Cruz Vilaca
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 22ας Μαρτίου 1982,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 26ης Μαΐου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Ιουνίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί, ότι η Γαλλική Δημοκρατία, αφενός, μη καθορίζουσα τις τιμές της λιανικής πωλήσεως των βιομηχανοποιημένων καπνών στο καθοριζόμενο από τους καπνοβιομηχάνους ή τους εισαγωγείς επίπεδο, με τη μόνη επιφύλαξη της εφαρμογής της γενικού χαρακτήρα νομοθεσίας που έχει ως σκοπό να συγκρατήσει την αύξηση των τιμών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/464 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 35 και επ.) και από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και, αφετέρου, μη θέτοντας σε εφαρμογή τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1983, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της εν λόγω Συνθήκης.
2 Με την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1983 (Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 90/82, Συλλογή 1983, σ. 2011), το Δικαστήριο απεφάνθη ότι "η Γαλλική Δημοκρατία, καθορίζοντας τιμές λιανικής πωλήσεως των βιομηχανοποιημένων καπνών διαφορετικές από εκείνες που προσδιορίζουν οι καπνοβιομήχανοι ή οι εισαγωγείς, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ".
3 Στις 24 Ιανουαρίου 1985, το γαλλικό Υπουργείο Οικονομίας, Οικονομικών και Προϋπολογισμού δημοσίευσε ανακοίνωση αφορώσα τη διαδικασία καθορισμού των τιμών λιανικής πωλήσεως (στο εξής: ΤΛΠ) των βιομηχανοποιημένων καπνών. Παρόλον ότι η εν λόγω ανακοίνωση δεν τροποποιούσε την υφιστάμενη νομοθεσία, προέβλεπε ότι στο εξής τα προϊόντα που διατίθενταν για πρώτη φορά στη γαλλική αγορά θα αποτελέσουν το αντικείμενο καταθέσεως τιμών δύο μήνες προ της προβλεπόμενης για τη διάθεσή τους προς πώληση ημερομηνία διευκρίνιζε, επιπλέον ότι η ΤΛΠ των άλλων προϊόντων θα καθοριζόταν βάσει τιμολογίων και της ημερομηνίας εφαρμογής τους, κατατιθέμενων στη γενική διεύθυνση ανταγωνισμού και καταναλώσεως από τους καπνοβιομηχάνους και εισαγωγείς, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης στην ίδια ανακοίνωση διαδικασία διαβουλεύσεων, και θα αποτελούσαν στη συνέχεια το αντικείμενο δημοσιεύσεων στην Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Κυβερνήσεως με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Οικονομικών και Προϋπολογισμού.
4 Η Επιτροπή, επιληφθείσα καταγγελιών παραγωγών ή εισαγωγέων στους οποίους ο υπουργός αρνήθηκε να εγκρίνει τις δηλώσεις νέων ΤΛΠ, έκρινε ότι η εν λόγω ανακοίνωση, όπως ερμηνευόταν και εφαρμοζόταν από τις γαλλικές αρχές, δεν είχε ως αποτέλεσμα να επιτρέψει τον ελεύθερο καθορισμό των ΤΛΠ των βιομηχανοποιημένων καπνών από τους καπνοβιομηχάνους και τους εισαγωγείς. Επομένως, κίνησε κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία, με την αιτιολογία ότι η γαλλική κυβέρνηση δεν είχε εκτελέσει την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1983 και ότι η γαλλική νομοθεσία εξακολουθούσε να μην είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο.
5 Με Διάταξη της 11ης Νοεμβρίου 1987, το Δικαστήριο επέτρεψε στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών να παρέμβει στην υπόθεση προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
6 Η γαλλική κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, επισήμανε, τόσο κατά τη διαρκεια της προ της προσφυγής διαδικασίας όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι είχε ήδη επιτρέψει αυξήσεις τιμών και ότι προέβαινε βαθμιαία στην ελευθέρωση των ΤΛΠ των βιομηχανοποιημένων καπνών ώστε να εγγυάται την πλήρη ελευθερία καθορισμού αυτών των τιμών το 1983.
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
8 'Οσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, πρέπει να παρατηρηθεί, προκαταρκτικώς, ότι οι ισχυρισμοί που η Επιτροπή στηρίζει στη μη συμμόρφωση της γαλλικής νομοθεσίας προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/464 και το άρθρο 30 της Συνθήκης στην πραγματικότητα καλύπτονται από τον ισχυρισμό περί μη εκτελέσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1983.
9 Σε απάντηση του τελευταίου αυτού ισχυρισμού, η γαλλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έλαβε τα μέτρα που συνεπαγόταν η εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, αφενός, προβαίνοντας στη δημοσίευση της προαναφερθείσας ανακοίνωσης της 24ης Ιανουαρίου 1985 και, αφετέρου, αποδεχόμενη σειρά αυξήσεων τιμών, προταθεισών από καπνοβιομηχάνους ή εισαγωγείς.
10 Ούτε το ένα ούτε το άλλο από τα εν λόγω μέτρα μπορούν να θεωρηθούν ως τρόπος νόμιμης εκτέλεσης της αποφάσεως του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 171 της Συνθήκης.
11 Πράγματι, πρέπει να παρατηρηθεί, πρώτον, ότι, με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι διατάξεις του νόμου 72/464 της 24ης Μαΐου 1976, περί αναδιοργανώσεως των μονοπωλίων βιομηχανοποιημένων καπνών, και του decret 76-1324 της 31ης Δεκεμβρίου 1976, που εκδόθηκε για την εφαρμογή του, και οι οποίες απονέμουν στις δημόσιες γαλλικές αρχές την εξουσία να καθορίζουν τις ΤΛΠ των βιομηχανοποιημένων καπνών, είναι αντίθετες τόσο προς την οδηγία 72/464 όσο και προς τα άρθρα 30 και 37 της Συνθήκης. Πρέπει επομένως να διαπιστωθεί ότι η ανακοίνωση της 24ης Ιανουαρίου 1975, της οποίας το δημοσιευθέν κείμενο στην Επίσημη Εφημερίδα δεν φέρει άλλωστε την υπογραφή καμιάς δημόσιας αρχής, άφησε όπως είχαν τις εν λόγω νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, των οποίων δεν μπόρεσε να έχει ως αποτέλεσμα ούτε την τροποποίηση ούτε την κατάργησή τους. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι αυτή η ανακοίνωση επισήμανε την πρόθεση της γαλλικής κυβερνήσεως να εγκρίνει στο εξής όλες τις καθοριζόμενες από τους καπνοβιομηχάνους ή εισαγωγείς τιμές, πράγμα που δεν προκύπτει από το κείμενό της και που αποκλείστηκε από την ίδια τη γαλλική κυβέρνηση, προέκυπτε εξ αυτού διφορούμενη κατάσταση δικαίου, γενεσιουργός ανασφαλείας δικαίου, που δεν ικανοποιεί την υποχρέωση που υπέχει η Γαλλική Δημοκρατία να εκτελέσει πλήρως την απόφαση του Δικαστηρίου.
12 Δεύτερον, δεν μπορεί να γίνει επίκληση από τη Γαλλική Δημοκρατία ούτε του γεγονότος ότι οι εθνικές δημόσιες αρχές επέτρεψαν ορισμένες αυξήσεις τιμών, αιτηθείσες από τους καπνοβιομηχάνους ή εισαγωγείς. Πράγματι, εκτός του ότι αυτές οι άδειες αυξήσεως υπήρξαν μερικές και περιορισμένες, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διοικητικές πρακτικές, εκ φύσεως μεταβλητές κατά τη βούληση της διοικήσεως, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν, εκ μέρους του κράτους για το οποίο πρόκειται, τη νόμιμη εκπλήρωση των κοινοτικών του υποχρεώσεων.
13 Η γαλλική κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι δεν μπορεί να της προσαφθεί ότι παρέβη το άρθρο 171 της Συνθήκης αν ληφθεί υπόψη η διαδικασία ελευθερώσεως των τιμών που κίνησε και στην οποία πρέπει να καταλήξει η θέσπιση συστήματος πλήρους ελευθερίας των τιμών των βιομηχανοποιημένων καπνών κατά τη διάρκεια του έτους 1989.
14 Σχετικώς, πρέπει να τονιστεί ότι, ακόμα και αν το άρθρο 171 δεν ορίζει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να πραγματοποιηθεί η εκτέλεση της αποφάσεως, είναι βέβαιο ότι αυτή η εκτέλεση πρέπει να αρχίσει αμέσως και πρέπει να λήξει εντός των συντομοτέρων δυνατών προθεσμιών. Στην προκειμένη περίπτωση, η καθυστέρηση της εκτελέσεως, πέραν του απαραίτητου ελαχίστου χρονικού διαστήματος για τη θέσπιση των απαιτουμένων μέτρων, φαίνεται ακόμα πιο αδικαιολόγητη διότι το άρθρο 12 της οδηγίας 72/464 είχε επιβάλει στα κράτη μέλη να θέσουν σε εφαρμογή τις απαραίτητες για τη συμμόρφωσή τους προς αυτή την οδηγία νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικες διατάξεις, το αργότερο την 1η Ιουλίου 1973.
15 Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία μη θεσπίζοντας τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1983, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
16 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η καθής ηττήθη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα εκτός των εξόδων της παρεμβαίνουσας που δεν υπέβαλε αίτημα ως προς τα έξοδα και η οποία, συνεπώς, πρέπει να φέρει τα δικά της έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφαίνεται:
1) Η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίζουσα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1983, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα, εκτός των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
3) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy