Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. 1. Κοινή εμπορική πολιτική - Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Καθορισμός της κανονικής αξίας - Κατασκευασμένη αξία - Σκοπός της κατασκευής - Έξοδα πωλήσεως, διοικητικά και άλλα γενικά έξοδα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
(Κανονισμός του Συμβουλίου 2176/84, άρθρο 2 PAR 3, στοιχ. β, σημ. ιι)
2. 1. Κοινή εμπορική πολιτική - Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Καθορισμός της τιμής εξαγωγής - Κατασκευή βάσει της πληρωθείσας από τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή τιμής - Προσαρμογές που πραγματοποιούνται για να ληφθούν υπόψη έξοδα που οφείλονται στην αναπτυσσόμενη προ της εισαγωγής δραστηριότητα από θυγατρική εταιρία του παραγωγού-εξαγωγέα - Νομιμότητα
(Κανονισμός του Συμβουλίου 2176/84, άρθρο 2 PAR 8, στοιχ. β)
Περίληψη
1. H κατασκευή της κανονικής αξίας αποσκοπεί στον υπολογισμό της τιμής πωλήσεως ενός προϊόντος, όπως αυτή θα είχε διαμορφωθεί αν το προϊόν επωλείτο εντός της χώρας εξαγωγής ή καταγωγής του. Kατά συνέπεια, τα
έξοδα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, κατά τον καθορισμό της κατασκευασμένης αξίας, είναι ακριβώς εκείνα που αφορούν τις πωλήσεις στην εσωτερική αγορά.
Επομένως, ορθώς τα θεσμικά όργανα αρνούνται να χρησιμοποιήσουν στοιχεία σχετικά με άλλη αγορά εκτός από την εσωτερική αγορά της χώρας καταγωγής ή εξαγωγής.
2. Όταν, για λόγους διαφορετικούς από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 2176/84, η τιμή εξαγωγής κατασκευάζεται βάσει της πληρωθείσας από τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή τιμής πρέπει να προσαρμόζεται η τιμή αυτή σε σχέση με τα έξοδα και τα κέρδη που οφείλονται στην αναπτυχθείσα από θυγατρική εταιρία του παραγωγού δραστηριότητα, μέσω της οποίας πραγματοποιούνται οι πωλήσεις προς εξαγωγή, όσον αφορά τη διεκπεραίωση των παραγγελιών, την αποστολή των τιμολογίων και την είσπραξη των πληρωμών. Πράγματι, τα έξοδα που φέρει η θυγατρική εξ αιτίας της εν λόγω δραστηριότητας περιορίζουν το ποσό που εισπράττει ο παραγωγός-εξαγωγέας και το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, του κανονισμού δεν αποκλείει την πραγματοποίηση προσαρμογών ώστε να ληφθούν υπόψη τα εν λόγω έξοδα ακόμα και αν αφορούν δραστηριότητα που προηγείται της εισαγωγής.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-172/87,
Mita Industrial Co. Ltd, Osaka, Ιαπωνία, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Francois Bellis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Freddy Brausch, 8, rue Zithe,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από την
Gestetner Ηoldings plc, Λονδίνο, εκπροσωπούμενη από την Clare Tritton, και τους Karel Paul Lasok και Fergus Randolph, barristers, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Arendt και Harles, 4, avenue Marie-Therese,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τους Hans-Juergen Lambers, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας, και Erik Stein, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενους από τους Hans-Juergen Rabe και Michael Schuette, αντιστοίχως δικηγόρους Αμβούργου και Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Joerg Kaeser, διευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer, Kirchberg,
καθoύ,
υποστηριζόμενου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους John Temple Lang, νομικό σύμβουλο και Eric White, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
παρεμβαίνουσα,
και την
Committee of European Copier Manufacturers (CECOM), Κολωνία, εκπροσωπούμενη από τους Dietrich Ehle και Volker Schiller, δικηγόρους Κολωνίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Arendt και Harles, 4, avenue Marie-Therese,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 535/87 του Συμβουλίου, της 23ης Φεβροαυρίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συσκευών φωτοαντιγραφής που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί, καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 54, σ. 12), στο μέτρο που τα εν λόγω άρθρα αφορούν την προσφεύγουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Joliet, Sir Gordon Slynn, F. Grevisse, J. C. Moitinho de Almeida και Μ. Ζuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 1990,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Ιουνίου 1987, η εταιρία Mita Industrial Co. Ltd (στο εξής: Mita), με έδρα την Οσάκα, ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 535/87 του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συσκευών φωτοαντιγραφής που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί, καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 54, σ. 12, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός), στο μέτρο που τα εν λόγω άρθρα αφορούν την προσφεύγουσα.
2 Η Mita είναι εταιρία που κατασκευάζει φωτοαντιγραφικά μηχανήματα τα οποία χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί (στο εξής: PPC) που εξάγει προς την Κοινότητα μέσω της Mita Ευρώπης και πωλεί, αφενός, σε ανεξάρτητους εισαγωγείς που τα μεταπωλούν με το εμπορικό σήμα Mita και, αφετέρου, κατά ποσοστό 50 % των πωλήσεών της, σε Original Equipment Manifacturers (προμηθευτές με το δικό τους εμπορικό σήμα προϊόντων που κατασκευάζουν άλλες επιχειρήσεις, στο εξής: ΟΕΜ) και, ιδίως, στις εταιρίες Gestetner, Oce, Triumph-Adler, Utax, Olympia και Develop. Στην Ιαπωνία, όπου δεν προβαίνει σε καμιά πώληση ΟΕΜ, η Mita πωλεί τα PPC με το εμπορικό σήμα Mita σε μεταπωλητές και σε τελικούς καταναλωτές μέσω των δικών της θυγατρικών εταιριών πωλήσεων.
3 Τον Ιούλιο του 1985, η Mita αποτέλεσε το αντικείμενο, με άλλους Ιάπωνες παραγωγούς, καταγγελίας που κατέθεσε στην Επιτροπή η επιτροπή των Ευρωπαίων κατασκευαστών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και με την οποία η Mita κατηγορήθηκε ότι πωλούσε τα προϊόντα της εντός της Κοινότητας σε τιμές ντάμπινγκ.
4 Η διαδικασία αντιντάμπινγκ που κίνησε η Επιτροπή βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 201, σ. 1), οδήγησε στην έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2640/86 της Επιτροπής, της 21ης Αυγούστου 1986, για την επιβολή προσωρινού δασμού στις εισαγωγές μηχανημάτων φωτοαντιγραφής καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 239, σ. 5). Το ποσοστό του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ ορίστηκε, για τις εισαγωγές κατασκευαζομένων και εξαγομένων από τη Mita PPC, σε 13,7 % της καθαρής τιμής "ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας". Με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, που εκδόθηκε κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, το Συμβούλιο όρισε, στη συνέχεια, τον οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ σε 12,6 %.
5 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
6 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Mita επικαλείται δύο λόγους ακυρώσεως που αντλούνται, αφενός, από την εσφαλμένη κατασκευή της κανονικής αξίας των πωλουμένων προς τις ΟΕΜ προϊόντων και, αφετέρου, από τον εσφαλμένο υπολογισμό της τιμής εξαγωγής.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την εσφαλμένη κατασκευή της κανονικής αξίας των πωλουμένων προς τις ΟΕΜ προϊόντων
7 Η Mita ισχυρίζεται ότι τα θεσμικά όργανα, καίτοι κατά την κατασκευή της κανονικής αξίας των πωλουμένων προς τις ΟΕΜ προϊόντων, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ιι, του κανονισμού 2176/84, ορθώς έλαβαν υπόψη το γεγονός ότι το κέρδος από τις πωλήσεις προς τις ΟΕΜ ήταν μικρότερο από το πραγματοποιούμενο από τις πωλήσεις προϊόντων που πραγματοποιεί με το δικό της εμπορικό σήμα, κακώς περιέλαβαν στην κανονική αξία όλα τα έξοδα διανομής, προωθήσεως και εξυπηρετήσεως μετά την πώληση που φέρει στην πραγματικότητα αποκλειστικά στην εσωτερική της αγορά και όχι κατά τις πωλήσεις της προς τις ΟΕΜ.
8 Η Mita ισχυρίζεται, συναφώς, ότι τα θεσμικά όργανα όφειλαν να λάβουν υπόψη τα πληροφοριακά στοιχεία που είχε προσκομίσει στην Επιτροπή και που αποδείκνυαν την προαναφερθείσα διαφορά εξόδων, ακόμα και αν τα εν λόγω στοιχεία αφορούσαν τις πωλήσεις προς εξαγωγή. Θεωρεί ότι τα εν λόγω στοιχεία αποτελούσαν τις μόνες "διαθέσιμες πληροφορίες", κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ιι, του κανονισμού 2176/84, τις οποίες τα θεσμικά όργανα μπορούσαν να λάβουν υπόψη για την κατασκευή της κανονικής αξίας.
9 Πρέπει να υπομνησθεί, καταρχάς, ότι το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί ομοίου ισχυρισμού που είχε προβληθεί προς ακύρωση του ιδίου κανονισμού κατά του οποίου στρέφεται η υπό κρίση προσφυγή, με την απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, C-133/87 και C-150/87, Nashua κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. 719, σκέψη 33), διαπίστωσε ότι τα θεσμικά όργανα έλαβαν υπόψη τη διαφορά μεταξύ του κόστους και του πραγματοποιούμενου στο πλαίσιο των πωλήσεων προς τις ΟΕΜ κέρδους και των μεγεθών που αντιστοιχούν στις άλλες πωλήσεις. Πράγματι, για τον σκοπό αυτό και λαμβανομένης υπόψη της αδυναμίας στην οποία βρέθηκαν για να υπολογίσουν με ακρίβεια τη διαφορά αυτή καθόρισαν, στο πλαίσιο της κατασκευής της κανονικής αξίας, το περιθώριο κέρδους σε 5 % και όχι στο μέσο ποσοστό του περιθωρίου αυτού, που εκτιμάται σε 14,6 % και εφάρμοσαν το περιθώριο αυτό στις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν με το εμπορικό σήμα των κατασκευαστών. Εξάλλου, η Mita δεν απέδειξε ότι το ύψος της προσαρμογής που εφάρμοσαν τα θεσμικά όργανα ήταν ανεπαρκές για να καλύψει το σύνολο των προβαλλομένων διαφορών.
10 Εξάλλου, οι προσκομισθέντες αριθμοί που τείνουν να αποδείξουν τις προαναφερθείσες διαφορές κόστους αφορούσαν αποκλειστικά τις πωλήσεις εντός της κοινοτικής αγοράς.
11 Όμως, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, την καθιερωθείσα ιδίως με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 250/85, Brother κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5683, σκέψη 18), η κατασκευή της κανονικής αξίας αποσκοπεί στον υπολογισμό της τιμής πωλήσεως ενός προϊόντος, όπως αυτή θα είχε διαμορφωθεί αν το προϊόν επωλείτο εντός της χώρας εξαγωγής ή καταγωγής του, και, κατά συνέπεια, τα έξοδα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι ακριβώς εκείνα που αφορούν τις πωλήσεις στην εσωτερική αγορά. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ορθώς τα θεσμικά όργανα αρνήθηκαν να χρησιμοποιήσουν στοιχεία σχετικά με άλλη αγορά εκτός από την εσωτερική αγορά της χώρας καταγωγής ή εξαγωγής.
12 Η Mita ισχυρίζεται, επίσης, ότι η χρησιμοποιηθείσα από τα θεσμικά όργανα μέθοδος, που συνίσταται στην εφαρμογή του ιδίου περιθωρίου κέρδους των 5 % στο πλαίσιο της κατασκευής της κανονικής αξίας των πωλουμένων προς τις ΟΕΜ προϊόντων απ' όλους τους Ιάπωνες εξαγωγείς για τους οποίους πρόκειται, αντί να εφαρμοσθεί το πραγματικό περιθώριο κέρδους που πραγματοποιήθηκε από τους εν λόγω εξαγωγείς επί των πωλήσεων προϊόντων με το δικό τους εμπορικό σήμα, συνεπάγεται διακρίσεις και ευνοεί τους εξαγωγείς που έχουν χαμηλό κόστος και πραγματοποιούν υψηλό περιθώριο κέρδους επί των εγχωρίων πωλήσεων των προϊόντων με το δικό τους εμπορικό σήμα.
13 Αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, το να λαμβάνεται υπόψη ενιαίο περιθώριο κέρδους προκύπτει από το γεγονός ότι, όπως παρατηρήθηκε ανωτέρω, τα θεσμικά όργανα δεν διέθεταν τα αναγκαία στοιχεία για να υπολογίσουν με ακρίβεια το περιθώριο του κάθε εξαγωγέα.
14 Όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες σκέψεις, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την εσφαλμένη κατασκευή της κανονικής αξίας των πωλουμένων προς τις ΟΕΜ προϊόντων.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από τον εσφαλμένο υπολογισμό της τιμής εξαγωγής
15 Η Mita ισχυρίζεται, καταρχάς, όσον αφορά τις πωλήσεις προς εισαγωγείς ΟΕΜ, ότι η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε όχι, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, του κανονισμού 2176/84, αλλά βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο α, του ιδίου κανονισμού. Όμως, η τελευταία αυτή διάταξη δεν επέτρεπε την αφαίρεση του 5 % που έγινε ως προμήθεια αντιπροσώπου, της Mita Ευρώπης.
16 Η Mita ισχυρίζεται, περαιτέρω, όσον αφορά τις πωλήσεις προς ανεξάρτητους εισαγωγείς PPC με το εμπορικό σήμα Mita, ότι το Συμβούλιο έπρεπε να δεχθεί ως τιμή εξαγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο α, του κανονισμού 2176/84, τις πληρωθείσες στη Mita Ευρώπης τιμές και όχι να κατασκευάσει την τιμή εξαγωγής βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, του ιδίου κανονισμού και να αφαιρέσει 6 % για τα έξοδα που φέρει η Mita Ευρώπης και 5 % για το περιθώριο κέρδους.
17 Εν πάση περιπτώσει, κατά τη Mita, το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, του κανονισμού 2176/84 δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, στις αναφερόμενες ανωτέρω δύο κατηγορίες πωλήσεων, τα PPC εισήχθησαν από ανεξάρτητους πελάτες της Mita, η δε Mita Ευρώπης ούτε εισάγει ούτε μεταπωλεί προϊόντα εντός της Κοινότητας. Τα ανακύπτοντα μεταξύ εισαγωγής και μεταπωλήσεως έξοδα φέρουν οι μόνοι ανεξάρτητοι εισαγωγείς που αγοράζουν τα PPC από τη Mita και όχι η Mita και, κατά συνέπεια, οι γενόμενες αφαιρέσεις δεν είναι νόμιμες.
18 Η Mita υποστηρίζει, τέλος, ότι η εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, του κανονισμού 2176/84, τόσο επί των πωλήσεων PPC Mita προς ανεξάρτητους εισαγωγείς όσο και επί των πωλήσεων PPC προς αγοραστές ΟΕΜ, κατέληξε στον καθορισμό της τιμής εξαγωγής μετά από διπλή αφαίρεση κερδών, δηλαδή, αφενός, κέρδους μεταπωλήσεως ή προμηθείας 5 %, και, αφετέρου, κανονικού κέρδους που οι ανεξάρτητοι εισαγωγείς και οι αγοραστές ΟΕΜ πραγματοποιούν από την πώληση των προϊόντων τους εντός της Κοινότητας.
19 Πρέπει να υπομνησθεί, καταρχάς, ότι το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, C-156/87, Gestetner κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. 781, σκέψη 27), που αφορά τις πωλήσεις της Mita προς την Gestetner, εισαγωγέα ΟΕΜ, παρατήρησε ότι τα παραγόμενα από τη Mita PPC επωλούντο μέσω της Mita Ευρώπης, που διεκπεραιώνει τις παραγγελίες των ενδιαφερομένων πελατών, τους αποστέλλει τα τιμολόγια και δέχεται τις αντίστοιχες καταβολές, και ότι η καταβληθείσα από τους αγοραστές στη Mita Ευρώπης τιμή δεν συμπίπτει με την τιμή που χρεώθηκε από τη Mita Ιαπωνίας στη Mita Ευρώπης.
20 Όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, του κανονισμού 2176/84, λόγω της παρεμβάσεως της Mita Ευρώπης, δεδομένου ότι ούτε η τιμή που κατέβαλε η Mita Ευρώπης στη Mita Ιαπωνίας ούτε η τιμή που κατέβαλε η Gestetner στη Mita Ευρώπης μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως τιμές αναφοράς, λαμβανομένων υπόψη αντιστοίχως του δεσμού που υφίσταται μεταξύ του παραγωγού-εξαγωγέα και της θυγατρικής του εταιρίας και της δραστηριότητας που ανέπτυξε η τελευταία για τις πωλήσεις. Πράγματι, τα έξοδα που συνεπάγεται η δραστηριότητα αυτή περιορίζουν το ποσό που εισπράττει ο παραγωγός-εξαγωγέας, στο μέτρο που συνήθως τα έξοδα αυτά φέρει ο εισαγωγέας (σκέψη 31). Υπ' αυτές τις συνθήκες έγινε δεκτό ότι η τιμή εξαγωγής έπρεπε να κατασκευασθεί βάσει της τιμής που κατέβαλε ο πρώτος ανεξάρτητος αγοραστής προσαρμόζοντας την τιμή αυτή σε σχέση με τα έξοδα και τα κέρδη που οφείλονται στον ρόλο της Mita Ευρώπης (σκέψη 34).
21 Όπως, άλλωστε, προκύπτει από την ίδια απόφαση, το γεγονός ότι τα έξοδα που υφίσταται η Mita Ευρώπης αφορούν δραστηριότητα που προηγείται της εισαγωγής δεν αντιτίθεται στην εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, του κανονισμού 2176/84, το οποίο δεν αποκλείει τις απαιτούμενες προσαρμογές όταν, για άλλους λόγους, εκτός των αναφερομένων σ' αυτή τη διάταξη, πρέπει να κατασκευαστεί η τιμή εξαγωγής (σκέψεις 32 και 33).
22 Υπ' αυτές τις συνθήκες, συνάγεται το συμπέρασμα ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο ορθώς καθόρισε την τιμή εξαγωγής όσον αφορά τις πωλήσεις προς τις ΟΕΜ, κατασκευάζοντας την εν λόγω τιμή βάσει της πληρωθείσας από τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή τιμής, προσαρμόζοντάς την σε συνάρτηση με έξοδα και κέρδη που οφείλονται στον ρόλο της Mita Ευρώπης.
23 Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τον καθορισμό της τιμής εξαγωγής για τις πωλήσεις της Mita, μέσω της Mita Ευρώπης, προς τους ανεξάρτητους εισαγωγείς PPC που φέρουν το εμπορικό σήμα Mita. Πράγματι, όπως παρατήρησε το Συμβούλιο με τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη, τρίτο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού, η Mita Ευρώπης αναλαμβάνει σε όλες τις περιπτώσεις τα τυπικά καθήκοντα εισαγωγικής θυγατρικής εταιρίας, όμοια με τα ασκούμενα στην περίπτωση των ΟΕΜ.
24 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα, ότι το Συμβούλιο, εφαρμόζοντας το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β, του κανονισμού 2176/84 επί των πωλήσεων σε ανεξάρτητους εισαγωγείς (ΟΕΜ και άλλους), καθόρισε την τιμή εξαγωγής προβαίνοντας σε διπλή αφαίρεση κέρδους.
25 Ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας ούτε από τις διεξαχθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου συζητήσεις προκύπτει ότι το ύψος της προσαρμογής ήταν υπερβολικό. Κατά συνέπεια, ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από τον εσφαλμένο υπολογισμό της τιμής εξαγωγής πρέπει να απορριφθεί και, επομένως, η προσφυγή στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων της παρεμβαίνουσας CΕCOM που υπέβαλε σχετικό αίτημα. Η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα. Η εταιρία Gestetner, παρεμβαίνουσα προς υποστήριξη των αιτημάτων της προσφεύγουσας, θα φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει στην προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων της παρεμβαίνουσας CΕCOM. Η εταιρία Gestetner θα φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy