Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά - Κανονισμός για την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ - Διαφορετικοί δασμοί επιβαλλόμενοι σε διαφορετικές επιχειρήσεις - Παραδεκτό της προσφυγής περιορισμένο για κάθε επιχείρηση στις διατάξεις που την αφορούν ιδιαίτερα
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173, εδ. 2 κανονισμοί 2176/84 και 535/87 του Συμβουλίου )
2. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Καθορισμός της κανονικής αξίας - Τιμή εφαρμοζόμενη κατά τη διάρκεια συνήθων εμπορικών πράξεων - Θυγατρικές εταιρίες πωλήσεων ελεγχόμενες από τον παραγωγό - Αναδρομή στις εφαρμοζόμενες από τις εν λόγω θυγατρικές εταιρίες τιμές - Νομιμότητα
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 3, στοιχ. α)
3. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Καθορισμός της κανονικής αξίας - Τιμή εφαρμοζόμενη κατά τη διάρκεια συνήθων εμπορικών πράξεων -Πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή - Εκπτώσεις για ανάληψη μεταχειρισμένου προϊόντος προς μερική εξόφληση του τιμήματος - Συμπεριλαμβάνονται
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 3, στοιχ. α)
4. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Σύγκριση μεταξύ της κανονικής τιμής και της τιμής εξαγωγής - Προσαρμογές - Διαφορές σταδίου εμπορίας - Βάρος της αποδείξεως
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR PAR 9 και 10, στοιχ. γ)
5. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Σύγκριση μεταξύ της κανονικής τιμής και της τιμής εξαγωγής - Προσαρμογές - Διαφορές ως προς τους όρους πωλήσεως - Λαμβάνονται υπόψη εφόσον υπάρχει άμεση σχέση με τις εξεταζόμενες πωλήσεις - 'Εξοδα που δεν φαίνεται να έχουν τέτοια σχέση - Αποκλείονται
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 10, στοιχ. γ)
6. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Ζημία - Κρίσιμη κοινοτική παραγωγή - Παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος - Εξουσία εκτιμήσεως των θεσμικών οργάνων - 'Ελλειψη σαφών ορίων των τμημάτων ταξινόμησης στο εσωτερικό της σειράς των εξεταζομένων προϊόντων - 'Ελλειψη εσφαλμένης εκτιμήσεως
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρα 2 PAR 12, και 4 PAR 4)
7. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Ζημία - Κοινοτική παραγωγή για την οποία πρόκειται - Αποκλεισμός ορισμένων παραγωγών λόγω των σχέσεών τους με τις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν το ντάμπινγκ - Εξουσία εκτιμήσεως των θεσμικών οργάνων - 'Οροι ασκήσεως
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 4 PAR 5)
8. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Ζημία - Επίπτωση των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ - Εκτίμηση σε σχέση με την παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος εντός της Κοινότητας - Κριτήρια
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 4 PAR 4)
9. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Εκτίμηση των συμφερόντων της Κοινότητας από τα θεσμικά όργανα - Δικαστικός έλεγχος - 'Ορια
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 12 PAR 1)
Περίληψη
1. Ο κανονισμός που επιβάλλει διαφορετικούς δασμούς αντιντάμπινγκ σε σειρά επιχειρηματιών αφορά ατομικά τον έναν απ' αυτούς μόνο με τις διατάξεις του που του επιβάλλουν ειδικό δασμό αντιντάμπινγκ καθορίζοντας το ύψος του και όχι με τις διατάξεις που επιβάλλουν δασμούς αντιντάμπινγκ σε άλλες εταιρίες.
2. 'Οταν διαπιστώνεται, όσον αφορά τις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά, ότι ένας παραγωγός αναθέτει καθήκοντα που ανήκουν κανονικά σε τμήμα πωλήσεων ενταγμένο στην εσωτερική του οργάνωση σε θυγατρικές εταιρίες πωλήσεων, με τις οποίες αποτελεί ενιαία οικονομική οντότητα, ευλόγως τα θεσμικά όργανα στηρίζονται, για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, στις τιμές που κατέβαλε ο πρώτος ανεξάρτητος αγοραστής στις θυγατρικές εταιρίες πωλήσεων, δεδομένου ότι οι εν λόγω τιμές μπορούν, ορθώς, να θεωρηθούν ως οι πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του κανονισμού 2176/84. Λαμβάνοντας υπόψη των τιμών του συνδεδεμένου διανομέα αποτρέπεται το ενδεχόμενο το κόστος, το οποίο προφανώς περιλαμβάνεται στην τιμή πωλήσεως ενός προϊόντος όταν η πώληση αυτή πραγματοποιείται από τμήμα πωλήσεων ενταγμένο στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού, να μην περιληφθεί όταν η ίδια δραστηριότητα πωλήσεως του προϊόντος ασκείται από εταιρία νομικώς διακρινόμενη, καίτοι οικονομικώς ελεγχόμενη από τον παραγωγό.
3. Οι εκπτώσεις που παραχωρούνται στον αγοραστή νέου μηχανήματος επί της τιμής πωλήσεως, λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος, αντιστοιχούν στην αξία που ο παραγωγός προσδίδει στην απόσυρση μεταχειρισμένων μηχανημάτων από την αγορά και πρέπει να θεωρούνται ως τμήμα της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας από τον αγοραστή τιμής και πρέπει, κατά συνέπεια, να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της κανονικής αξίας σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 2176/84.
4. Ο παραγωγός που δεν αποδεικνύει ότι οι πωλήσεις βάσει των οποίων καθορίστηκαν η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής αφορούσαν διάφορες κατηγορίες αγοραστών και πραγματοποιούνταν, κατά συνέπεια, σε διαφορετικά στάδια του εμπορίου, δεν δικαιολογεί το αίτημά του περί προσαρμογής βάσει διαφορών σταδίου του εμπορίου, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 10, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 2176/84.
5. Δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν άμεση σχέση με τις πωλήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 2176/84, και να δικαιολογήσουν προσαρμογή προς μείωση της κανονικής αξίας λόγω διαφορών ως προς τους όρους πωλήσεως ούτε τα οδοιπορικά, έξοδα επικοινωνίας, διαφημίσεως, προωθήσεως των πωλήσεων ή παραστάσεως, τα οποία αποτελούν τμήμα των διοικητικών και γενικών εξόδων, ούτε οι εκπτώσεις λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος που παραχωρούνται στον αγοραστή νέου μηχανήματος.
6. Δεν είναι εσφαλμένη η εκτίμηση των θεσμικών οργάνων, κατά την οποία, προς εκτίμηση της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία, η "παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος στην Κοινότητα", κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 2176/84, ήταν η παραγωγή του συνόλου των PPC, συμπεριλαμβανομένων όλων των τμημάτων, εξαιρέσει των μηχανημάτων για τα οποία δεν υπήρχε κοινοτική παραγωγή, εφόσον, σύμφωνα με τις μελέτες της αγοράς, επί των οποίων βασίστηκαν τα θεσμικά όργανα, δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός των τμημάτων ταξινομήσεως των φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων, στον βαθμό που, αφενός, ορισμένα PPC μπορούν να ταξινομηθούν σε περισσότερα διαφορετικά τμήματα, λαμβανομένων υπόψη ορισμένων χαρακτηριστικών τους και τεχνικών δεδομένων, και, αφετέρου, υπάρχει ανταγωνισμός τόσο μεταξύ των PPC που ανήκουν σε παρακείμενα τμήματα όσο και μεταξύ των PPC που έχουν ταξινομηθεί σε μη παρακείμενα τμήματα.
7. Τα κοινοτικά όργανα, ασκώντας την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν, οφείλουν να εξετάζουν αν πρέπει, για τη διαπίστωση του υποστατού της ζημίας, να αποκλείσουν από τον κλάδο παραγωγής της Κοινότητας τους παραγωγούς που συνδέονται με τους εξαγωγείς ή τους εισαγωγείς ή που είναι οι ίδιοι εισαγωγείς του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ. Αυτή η εξουσία εκτιμήσεως πρέπει να ασκείται κατά περίπτωση, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, σε συνάρτηση με όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
8. Τα θεσμικά όργανα δεν οφείλουν, στο πλαίσιο της διαπίστωσης του υποστατού της ζημίας, να λάβουν υπόψη τα κέρδη ή τις ζημίες των κοινοτικών παραγωγών επί του συνόλου των δραστηριοτήτων τους στον σχετικό τομέα. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2176/84, το αποτέλεσμα των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος εντός της Κοινότητας.
9. Το ζήτημα αν, σε περίπτωση υπάρξεως ζημίας προκύπτουσας από πρακτικές ντάμπινγκ, το συμφέρον της Κοινότητας καθιστά αναγκαία μια κοινοτική ενέργεια προϋποθέτει την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων. Ο δικαστικός έλεγχος αυτής της εκτιμήσεως πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο ότι τηρήθηκαν οι κανόνες διαδικασίας, ότι συνέβησαν πράγματι τα περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η επίμαχη επιλογή και ότι δεν χώρησε ούτε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ούτε ενέργεια κατά κατάχρηση εξουσίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-174/87,
Ricoh Co. Ltd., Τόκυο, Ιαπωνία, εκπροσωπούμενη από τον Wolfgang Knapp, δικηγόρο Βόννης, με αντικλήτους στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Elvinger & Hoss, 15, cote d' Eich,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Hans-Juergen Lambers, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και Erik Stein, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενους από τους Hans-Juergen Rabe και Michael Schuette, αντίστοιχα δικηγόρους Αμβούργου και Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Joerg Kaeser, διευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer, Kirchberg,
καθού,
υποστηριζόμενου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον John Temple Lang, νομικό σύμβουλο και Erik White, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
και από την
Committee of European Copier Manufacturers (CECOM), Κολωνία, εκπροσωπούμενη από τους Dietrich Ehle και Volker Schiller, δικηγόρους Κολωνίας, με αντίκλητους στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Arendt και Harles, 4, avenue Marie-Therese,
παρεμβαίνουσες,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 535/87 του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συσκευών φωτοαντιγραφής που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί, καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 54, σ. 12), στο σύνολό του, ή επικουρικώς, στο μέτρο που εφαρμόζεται στην προσφεύγουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Joliet, πρόεδρο τμήματος, Sir Gordon Slynn, F. Grevisse, J. C. Moitinho de Almeida και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κυρία υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 1990, κατά τη διάρκεια της οποίας η Ricoh εκπροσωπήθηκε από τον Ian Stewart Forrester, QC, και από τον Marc Hansen, δικηγόρο Βρυξελλών,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Ιουλίου 1987, η εταιρία Ricoh Co. Ltd. (στο εξής: Ricoh), με έδρα το Τόκυο, ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 535/87 του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συσκευών φωτοαντιγραφής που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί, καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 54, σ. 12, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός), στο σύνολό του, ή, επικουρικώς, στο μέτρο που εφαρμόζεται στην προσφεύγουσα.
2 Η Ricoh είναι εταιρία που κατασκευάζει μηχανήματα φωτοαντιγραφής, τα οποία χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί (στο εξής: PPC) που εμπορεύεται, αφενός, εντός της Κοινότητας μέσω των θυγατρικών της εταιριών πωλήσεων Ricoh UK Limited, Ricoh Nederland BV και Ricoh Deutschland GmbH και, αφετέρου, στην Ιαπωνία όπου ασκεί τη δραστηριότητά της μέσω εννέα υποκαταστημάτων και 52 θυγατρικών εταιριών, στις περισσότερες από τις οποίες κατέχει το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου.
3 Τον Ιούλιο 1985, η επιτροπή των Ευρωπαίων κατασκευαστών φωτοαντιογραφικών μηχανημάτων κατέθεσε στην Επιτροπή καταγγελία εναντίον της Ricoh και άλλων Ιαπώνων παραγωγών, με την οποία κατηγορούσε την πρώτη ότι πωλούσε τα προϊόντα της εντός της Κοινότητας σε τιμές ντάμπινγκ.
4 Η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία αντιντάμπινγκ βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 201, σ. 1), που οδήγησε στην έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2640/86 της Επιτροπής, της 21ης Αυγούστου 1986, για την επιβολή προσωρινού δασμού στις εισαγωγές μηχανημάτων φωτοαντιγραφής καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 239, σ. 5). Το ποσοστό του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ ορίστηκε σε 15,8 % της καθαρής τιμής "ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας" για τις εισαγωγές PPC που κατασκεύαζε και εξήγε η Ricoh. Με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, που εκδόθηκε μετά από πρόταση της Επιτροπής, το Συμβούλιο όρισε, στη συνέχεια, τον οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ σε 20 %.
5 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι λόγοι ακυρώσεως και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
6 Το Συμβούλιο υποστηρίζει, πρώτον, ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη στο μέτρο που αποσκοπεί στην ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού στο σύνολό του. Επικαλείται ότι οι διατάξεις του προσβαλλομένου κανονισμού, οι οποίες επιβάλλουν δασμούς αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές προϊόντων που έχουν κατασκευαστεί από εξαγωγικές επιχειρήσεις με τις οποίες η προσφεύγουσα δεν έχει καμία σχέση, δεν αφορούν άμεσα και ατομικά τη Ricoh. Κατά το Συμβούλιο, οι μόνες διατάξεις που μπορούν να θίγουν τη Ricoh ατομικά είναι αυτές που αφορούν τις εισαγωγές των προϊόντων της.
7 Σχετικώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου, και ιδίως, κατά την απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, C-156/87, Gestetner Holdings κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. 781, σκέψη 12), κανονισμός που επιβάλλει διαφορετικούς δασμούς αντιντάμπινγκ σε σειρά επιχειρηματιών αφορά ατομικά τον έναν απ' αυτούς μόνο με τις διατάξεις του που του επιβάλλουν ειδικό δασμό αντιντάμπινγκ καθορίζοντας το ύψος του και όχι με τις διατάξεις που επιβάλλουν δασμούς αντιντάμπινγκ σε άλλες εταιρίες.
8 Δεδομένου ότι τα κύρια αιτήματα της προσφυγής τείνουν στην ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού στο σύνολό του, πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
9 Το Συμβούλιο θεωρεί, δεύτερον, ότι το αίτημα της Ricoh με το οποίο ζητεί από το Δικαστήριο να διατάξει τα θεσμικά όργανα να αποδώσουν τους εισπραχθέντες δασμούς αντιντάμπινγκ είναι απαράδεκτο στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, ασκούμενης βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ.
10 Τα σχετικά αιτήματα της Ricoh είναι, πράγματι, απαράδεκτα, δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου της νομιμότητας του άρθρου 173, να διατάξει τέτοια απόδοση (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, 207/86, Apesco κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 2151, σκέψη 31).
11 'Οπως προκύπτει από το σύνολο των προεκτεθεισών σκέψεων, πρέπει να εξεταστούν επί της ουσίας τα επικουρικά αιτήματα της προσφυγής με τα οποία ζητείται η ακύρωση των διατάξεων του προσβαλλομένου κανονισμού που αφορούν ατομικά τη Ricoh.
Επί της ουσίας
12 Η Ricoh, προς στήριξη της προσφυγής της, επικαλείται διαφόρους λόγους ακυρώσεως αντλούμενους, αντιστοίχως, από τον εσφαλμένο υπολογισμό της κανονικής αξίας, την εσφαλμένη σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής, την ανακριβή αποτίμηση της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία, την εσφαλμένη εκτίμηση των συμφερόντων της Κοινότητας και τον εσφαλμένο υπολογισμό του δασμού αντιντάμπινγκ.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από τον εσφαλμένο υπολογισμό της κανονικής αξίας
13 Η Ricoh υποστηρίζει ότι τα θεσμικά όργανα παρέβησαν τα άρθρα 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, και 7, του κανονισμού 2176/84. Σχετικώς, η Ricoh επικαλείται, πρώτον, ότι, στο μέτρο που τα θεσμικά όργανα θεώρησαν ότι οι τιμές που ζητούσε η Ricoh από τις εγχώριες εμπορικές θυγατρικές της εταιρίες δεν εφαρμόζονταν στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων και καθόρισαν την κανονική αξία σε συνάρτηση με τις τιμές που χρέωναν οι θυγατρικές της εταιρίες τους πρώτους ανεξαρτήτους αγοραστές, όφειλαν να αφαιρέσουν από την κανονική αξία ορισμένα έξοδα πωλήσεως, διοικητικά και άλλα γενικά έξοδα στα οποία υποβάλλονταν οι θυγατρικές της εταιρίες και τα οποία έλαβαν υπόψη, όσον αφορά τις ευρωπαϊκές θυγατρικές εταιρίες, για να προσδιορίσουν την τιμή εξαγωγής. Σχετικώς, ισχυρίζεται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του προαναφερθέντος κανονισμού πρέπει να εφαρμόζεται σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 9, του ίδιου κανονισμού, κατά το οποίο η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής πρέπει κανονικά να συγκρίνονται στο ίδιο στάδιο του εμπορίου. Τα θεσμικά όργανα, αρνούμενα να προβούν σ' αυτές τις αφαιρέσεις, καθόρισαν την κανονική αξία στο επίπεδο του μεταπωλητή ή του τελικού χρήστη και όχι στο επίπεδο "έξοδος από το εργοστάσιο" στο οποίο κατασκευάστηκε η τιμή εξαγωγής.
14 Διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η Ricoh ελέγχει οικονομικά τις θυγατρικές της εταιρίες πωλήσεων στην Ιαπωνία και τους αναθέτει καθήκοντα που ανήκουν κανονικά σε τμήμα πωλήσεων ενταγμένο στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού.
15 'Οπως ήδη δέχθηκε το Δικαστήριο, ιδίως με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 250/85, Brother κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5683, σκέψη 16), η κατανομή των δραστηριοτήτων παραγωγής και των δραστηριοτήτων πωλήσεως εντός ενός ομίλου απαρτιζομένου από νομικώς διακρινόμενες εταιρίες δεν αναιρεί καθόλου το γεγονός ότι πρόκειται για μια ενιαία οικονομική οντότητα, η οποία οργανώνει κατ' αυτόν τον τρόπο ένα σύνολο δραστηριοτήτων, οι οποίες, σε άλλες περιπτώσεις, ασκούνται από μία οντότητα που είναι ενιαία και από νομικής απόψεως.
16 Υπ' αυτές τις συνθήκες, ευλόγως τα θεσμικά όργανα στηρίχθηκαν στις τιμές που κατέβαλε ο πρώτος ανεξάρτητος αγοραστής στις θυγατρικές εταιρίες πωλήσεων, δεδομένου ότι οι εν λόγω τιμές μπορούν, ορθώς, να θεωρηθούν ως οι πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του κανονισμού 2176/84.
17 Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων και όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 273/85 και 107/86, Silver Seiko κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5927, σκέψη 14), λαμβάνοντας υπόψη τις τιμές του συνδεδεμένου διανομέα αποτρέπεται το ενδεχόμενο το κόστος, το οποίο προφανώς περιλαμβάνεται στην τιμή πωλήσεως ενός προϊόντος όταν η πώληση αυτή πραγματοποιείται από τμήμα πωλήσεων ενταγμένο στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού, να μην περιληφθεί όταν η ίδια δραστηριότητα πωλήσεως του προϊόντος ασκείται από εταιρία νομικώς διακρινόμενη, καίτοι οικονομικώς ελεγχόμενη από τον παραγωγό.
18 Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της Ricoh, κατά το οποίο το Συμβούλιο, αρνηθέν να προβεί στις αιτηθείσες αφαιρέσεις, δεν καθόρισε την κανονική αξία σε στάδιο συγκρίσιμο με αυτό στο οποίο υπολόγισε την τιμή εξαγωγής, παρατηρείται ότι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 277/85 και 300/85, Canon κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5731, σκέψη 19), ο όρος της δυνατότητας συγκρίσεως των τιμών, που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, πληρούται εφόσον τόσο η κανονική αξία όσο και η τιμή εξαγωγής υπολογίζονται με βάση την πρώτη πώληση προς ανεξάρτητο αγοραστή. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να συγκρίνονται όπως έχουν υπολογιστεί, εκτός αν πραγματοποιηθούν οι προσαρμογές ή αφαιρέσεις που προβλέπονται ρητώς στις παραγράφους 9 και 10 του προαναφερθέντος άρθρου 2.
19 Η Ricoh υποστηρίζει, δεύτερον, ότι το Συμβούλιο καθόρισε την κανονική αξία σε συνάρτηση με τη μικτή τιμή που πληρώθηκε στις εγχώριες εμπορικές θυγατρικές εταιρίες της Ricoh, χωρίς να αφαιρεθούν από την εν λόγω τιμή οι εκπτώσεις για ανάληψη μεταχειρισμένου μηχανήματος προς μερική εξόφληση του τιμήματος. Το Συμβούλιο, ενεργώντας μ' αυτόν τον τρόπο, δεν έλαβε υπόψη την "πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή" για τα πωληθέντα εντός της Ιαπωνίας PPC, όπως απαιτεί το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του κανονισμού 2176/84.
20 Σχετικώς, διαπιστώνεται ότι, κατά τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, η έκπτωση που παραχωρείται στον αγοραστή νέου μηχανήματος, λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου, αντιστοιχεί στο όφελος που αντλεί ο παραγωγός από την απόσυρση εκ της αγοράς των αναλαμβανομένων μηχανημάτων και από την έλλειψη αγοράς μεταχειρισμένων PPC στην Ιαπωνία. Πράγματι, κατά το Συμβούλιο "η ζήτηση για νέα μηχανήματα διατηρείται στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα, εφόσον οι τιμές, κατά συνέπεια, διατηρούνται επίσης σε υψηλότερα επίπεδα από εκείνα στα οποία θα ευρίσκοντο αν υπήρχε αγορά μεταχειρισμένων μηχανημάτων". "Αυτή η αυξημένη ζήτηση αυξάνει όχι μόνο τις τιμές αλλά και τα επίπεδα παραγωγής, πράγμα που συνήθως μεταφράζεται σε ενίσχυση των οικονομιών κλίμακας και αντίστοιχη διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους."
21 Υπ' αυτές τις συνθήκες, οι εν λόγω εκπτώσεις, που αντιστοιχούν στην αξία που ο παραγωγός προσδίδει στην απόσυρση των μεταχειρισμένων PPC από την αγορά, πρέπει να θεωρούνται ως τμήμα της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας από τον αγοραστή τιμής και πρέπει, κατά συνέπεια, να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της κανονικής αξίας σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2176/84.
22 'Οπως προκύπτει από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων, ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από τον εσφαλμένο υπολογισμό της κανονικής αξίας πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την εσφαλμένη σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής
23 Η Ricoh ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο παρέβη την υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 2, παράγραφος 9, του κανονισμού 2176/84 να πραγματοποιεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, κατά το ότι, στο πλαίσιο της κατασκευής της τιμής εξαγωγής, αφήρεσε όλα τα έξοδα και οφέλη καθεμιάς από τις εμπορικές θυγατρικές εταιρίες της Ricoh εντός της Κοινότητας, ενώ αρνήθηκε να αφαιρέσει από την κανονική αξία αντίστοιχες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν οι εμπορικές θυγατρικές εταιρίες της Ricoh στην Ιαπωνία. Κατά τη Ricoh, η άρνηση να επιτραπούν οι εν λόγω αφαιρέσεις είχε ως αποτέλεσμα ότι, αντιθέτως προς την προαναφερθείσα διάταξη του κανονισμού 2176/84, η τιμή εξαγωγής και η κανονική αξία, καθορισθείσες αντιστοίχως στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο" και στο στάδιο του διανομέα ή μάλιστα του τελικού χρήστη, δεν συγκρίθηκαν στο ίδιο στάδιο του εμπορίου.
24 Η Ricoh προσάπτει ειδικότερα στο Συμβούλιο ότι δεν αφαίρεσε από την κανονική αξία, αφενός, ορισμένα διοικητικά και γενικά έξοδα μεταξύ των οποίων, ιδίως, τα οδοιπορικά, έξοδα επικοινωνίας, διαφημίσεως, προωθήσεως των πωλήσεων, παραστάσεως και χρησιμοποιήσεως οχημάτων της εταιρίας και, αφετέρου, τις εκπτώσεις λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένων μηχανημάτων. Κατά τη Ricoh, το ότι ορισμένα από τα εν λόγω έξοδα ή εκπτώσεις δεν αναφέρονται ρητώς στο άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του κανονισμού 2176/84 δεν αποκλείει τη δυνατότητα αντιστοίχων προσαρμογών που ήταν αναγκαίες για την πραγματοποίηση δίκαιης σύγκρισης κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 9, του κανονισμού 2176/84.
25 Παρατηρείται, σχετικώς, ότι η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής καθορίστηκαν και οι δύο βάσει της τιμής στην οποία το προϊόν πωλήθηκε για πρώτη φορά σε ανεξάρτητο αγοραστή.
26 Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η Ricoh δεν απέδειξε ότι οι πωλήσεις βάσει των οποίων καθορίστηκαν η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής αφορούσαν διάφορες κατηγορίες αγοραστών και πραγματοποιούνταν, κατά συνέπεια, σε διαφορετικά στάδια του εμπορίου ικανά να δικαιολογήσουν τις αιτούμενες προσαρμογές. Κατά συνέπεια, τα θεσμικά όργανα δεν είχαν την υποχρέωση να τις παραχωρήσουν.
27 'Οσον αφορά τις αιτούμενες βάσει ορισμένων διοικητικών και γενικών εξόδων προσαρμογές, αρκεί, αφενός, να υπομνηστεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του κανονισμού 2176/84 αποκλείει, κατά γενικό κανόνα, οποιαδήποτε προσαρμογή λόγω αυτών των εξόδων και, αφετέρου, αρκεί η διαπίστωση ότι η Ricoh δεν απέδειξε την ύπαρξη οποιασδήποτε ιδιαίτερης περίστασης ικανής να δικαιολογήσει παρέκκλιση από τον ισχύοντα κανόνα.
28 Προκειμένου περί των εκπτώσεων λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένων μηχανημάτων, η Ricoh ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω εκπτώσεις αντιπροσωπεύουν έξοδα που τελούν σε άμεση σχέση με τις πωλήσεις και μειώνουν πράγματι το καθαρό της κέρδος, εφόσον καταστρέφει τα αναλαμβανόμενα μεταχειρισμένα φωτοαντιγραφικά μηχανήματα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται πλέον στα λογιστικά της βιβλία.
29 Σχετικώς, παρατηρείται ότι τα έξοδα που είναι συμφυή με τις εν λόγω εκπτώσεις είναι ανάλογα με τα διοικητικά και γενικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων έρευνας και αναπτύξεως ή διαφημίσεων, για τα οποία το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του κανονισμού 2176/84 αποκλείει, γενικά, οποιαδήποτε προσαρμογή. Πράγματι, όλα αυτά τα έξοδα αντιστοιχούν σε οφέλη που μετακυλίονται στο σύνολο της δραστηριότητας του παραγωγού. Οι εν λόγω εκπτώσεις δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να θεωρηθούν ότι συνδέονται άμεσα με πωλήσεις ειδικότερα και, επομένως, τα θεσμικά όργανα ορθώς αρνήθηκαν να προβούν στις αιτούμενες προσαρμογές.
30 'Οπως προκύπτει από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων, ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την εσφαλμένη σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής πρέπει να απορριφθεί.
Επί των λόγων ακυρώσεως που αντλούνται από την ανακριβή αποτίμηση της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βομηχανία
Α - Επί της εσφαλμένης εκτιμήσεως του ομοειδούς χαρακτήρα των PPC
31 Πρέπει να τονιστεί προκαταρκτικά ότι τα θεσμικά όργανα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όλα τα PPC, τουλάχιστον αυτά που ανήκουν σε παρακείμενα τμήματα, από το φωτοαντιγραφικό μηχάνημα για προσωπική χρήση μέχρι και το τμήμα 5 της ταξινόμησης Dataquest, έπρεπε να θεωρούνται ως ομοειδή προϊόντα, ενώ τα ανήκοντα στο τμήμα 6 μηχανήματα, για τα οποία δεν υπάρχει κοινοτική παραγωγή, αποκλείστηκαν από την έρευνα (31η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού).
32 Διαπιστώνεται σχετικώς ότι, κατά τις ταξινομήσεις των PPC που πραγματοποίησαν η Info-Markt και η Dataquest, στις οποίες αναφέρθηκαν στην υπό κρίση υπόθεση τα θεσμικά όργανα, η αγορά των PPC περιλαμβάνει διάφορα τμήματα που ορίζονται σε συνάρτηση με τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τις επιδόσεις των εν λόγω μηχανημάτων. 'Οπως, άλλωστε, αναφέρει η 31η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, οι Ιάπωνες παραγωγοί εξήγαγαν PPC ανήκοντα αποκλειστικά στο τμήμα των φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων για προσωπική χρήση και στα τμήματα 1 έως 4.
33 Η Ricoh υποστηρίζει ότι κακώς τα θεσμικά όργανα αγνόησαν τη διαίρεση σε τμήματα της αγοράς των PPC και θεώρησαν όλα αυτά τα μηχανήματα ως ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 12, του κανονισμού 2176/84. Η Ricoh, για να αποδείξει ότι τα ανήκοντα σε παρακείμενα τμήματα PPC δεν είναι ομοειδή, παρατηρεί ότι ο αγοραστής PPC που ανήκει στο τμήμα 1 δεν θα αγόραζε PPC για προσωπική χρήση, λόγω του ότι το κόστος ανά φωτοαντίγραφο και η σχετική χρησιμότητα του τελευταίου μειώνεται όσο αυξάνεται ο όγκος των αντιγράφων.
34 Η Ricoh ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι δεν υπάρχει καμία ομοιογένεια μεταξύ των PPC που ανήκουν σε τμήματα καλούμενα όχι παρακείμενα. Σχετικώς αναφέρεται, καταρχήν, στην απόφαση 88/88/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1987, σχετική με την κοινή επιχείρηση Olivetti/Canon (ΕΕ L 52, σ. 51), κατά την οποία τα PPC κατανέμονται σε τρεις διακεκριμένες αγορές, δηλαδή στην αγορά της κατώτερης σειράς (από τα PPC για προσωπική χρήση μέχρι το τμήμα 2 της ταξινόμησης Dataquest), την αγορά της μέσης σειράς (τμήματα 3 και 4) και την αγορά της ανώτερης σειράς (τμήματα 5 και 6). Τονίζει, περαιτέρω, ότι η διαίρεση της αγοράς σε τμήματα, όπως έγινε δεκτή από την Επιτροπή, προκύπτει από τον ανταγωνισμό μεταξύ των PPC που ανήκουν στο ίδιο τμήμα και που είναι πιο έντονος από τον ανταγωνισμό μεταξύ PPC διαφόρων τμημάτων.
35 Παρατηρείται, σχετικώς, ότι κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2176/84 "ζημία καθορίζεται μόνο αν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων προκαλούν ζημία, δηλαδή προκαλούν ή υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσουν, διά των επιπτώσεων του ντάμπινγκ ή της επιδότησης, μια σημαντική ζημία σε υφιστάμενο κλάδο παραγωγής της Κοινότητας ή καθυστερούν αισθητά τη δημιουργία αυτής της παραγωγής". Δυνάμει της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, "η επίπτωση των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδότησης πρέπει να αξιολογηθεί σε σχέση με την παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος στην Κοινότητα (...)". Εξάλλου, το άρθρο 2, παράγραφος 12, του εν λόγω βασικού κανονισμού ορίζει ότι "με τον όρο ομοειδές προϊόν νοείται ένα πανομοιότυπο προϊόν, δηλαδή όμοιο από κάθε άποψη με το εξεταζόμενο προϊόν, ή ελλείψει τούτου, ένα άλλο προϊόν του οποίου τα χαρακτηριστικά παρουσιάζουν στενή ομοιότητα προς εκείνα του υπό εξέταση προϊόντος".
36 Βάσει των μελετών της αγοράς στις οποίες προέβησαν η Info-Markt και η Dataquest, τα θεσμικά όργανα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, αν όλα τα PPC δεν ήταν ομοειδή, τουλάχιστον τα PPC που ανήκουν σε παρακείμενα τμήματα, από το φωτοαντιγραφικό μηχάνημα για προσωπική χρήση μέχρι τα μηχανήματα του τμήματος 5 της ταξινόμησης Dataquest, έπρεπε να θεωρούνται ως ομοειδή. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, στις προαναφερθείσες μελέτες, τα τμήματα δεν οριοθετήθηκαν σαφώς, στον βαθμό που, αφενός, ορισμένα PPC μπορούν να ταξινομηθούν σε περισσότερα διαφορετικά τμήματα, λαμβανομένων υπόψη ορισμένων χαρακτηριστικών τους και τεχνικών δεδομένων, και που, αφετέρου, υπάρχει ανταγωνισμός τόσο μεταξύ των PPC που ανήκουν σε παρακείμενα τμήματα όσο και μεταξύ των PPC που έχουν ταξινομηθεί στα διάφορα προαναφερθέντα τμήματα.
37 Οι διαφορές μεταξύ PPC που ανήκουν σε ένα μόνο ή σε διαφορετικά τμήματα, σχετικά ιδίως με την ταχύτητά τους και τη δυναμικότητα παραγωγής αντιγράφων, δεν επαρκούν για να αποδείξουν ότι τα εν λόγω PPC δεν επιτελούν τις ίδιες λειτουργίες ή ότι δεν ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες. 'Οπως, εξάλλου, επισημαίνει η 30ή αιτιολογική σκέψη, τρίτο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού, το ότι η επιλογή των πελατών μπορεί να καθοριστεί σε συνάρτηση με παράγοντες που συνδέονται ιδίως με την απόφαση συγκέντρωσης ή αποκέντρωσης των εγκαταστάσεών τους φωτοαντιγραφής επιβεβαιώνει την ύπαρξη ανταγωνισμού μεταξύ μηχανημάτων διαφόρων κατηγοριών.
38 Τονίζεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των αλληλεπικαλύψεων μεταξύ των διαφόρων τμημάτων, που προαναφέρθηκαν, η ταχύτητα παραγωγής φωτοαντιγράφων δεν μπορεί να ληφθεί ως στοιχείο διακρίσεως των PPC. 'Οπως, πράγματι, προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, τα PPC ιδίως που παράγουν μεταξύ 40 και 45 αντιγράφων ανά λεπτό μπορούν να ανήκουν είτε στο τμήμα 3 (31 έως 45 αντίγραφα) είτε στο τμήμα 4 (40 έως 75 αντίγραφα). Το ίδιο συμβαίνει με τα φωτοαντιγραφικά μηχανήματα για προσωπική χρήση που παράγουν μέχρι 12 αντίγραφα ανά λεπτό, ενώ τα μηχανήματα που ανήκουν στα τμήματα 1α και 1β παράγουν αντιστοίχως μέχρι 20 και από 15 έως 20 αντίγραφα ανά λεπτό.
39 'Οσον αφορά το επιχείρημα της Ricoh, το αντλούμενο από τον καθορισμό των σχετικών αγορών, όπως αυτός προκύπτει από την απόφαση 88/88, πρέπει να γίνει δεκτό, σύμφωνα με την άποψη της Επιτροπής, ότι ο εν λόγω καθορισμός δεν αποκλείει ορισμένη αλληλεπικάλυψη μεταξύ των PPC που ανήκουν στα εν λόγω τρία τμήματα ούτε το ότι αυτή είναι μικρότερη από την αλληλεπικάλυψη μεταξύ των PPC που ανήκουν στο ίδιο τμήμα. 'Οπως προκύπτει, πράγματι, από τις προηγούμενες σκέψεις, τα καθοριζόμενα σ' αυτή την απόφαση τμήματα, όπως και αυτά που προκύπτουν από τις ταξινομήσεις Dataquest και Info-Markt, δεν μεταφράζονται σε διακεκριμένες αγορές.
40 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η Ricoh δεν απέδειξε ότι είναι εσφαλμένη η εκτίμηση των θεσμικών οργάνων κατά την οποία, στην προκειμένη περίπτωση, "η παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος στην Κοινότητα", κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2176/84, ήταν η παραγωγή του συνόλου των PPC, συμπεριλαμβανομένων όλων των τμημάτων.
41 Ο αντλούμενος από την εσφαλμένη εκτίμηση του ομοειδούς χαρακτήρα των προϊόντων λόγος ακυρώσεως πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί.
Β - Επί του εσφαλμένου καθορισμού της κοινοτικής παραγωγής
42 Η Ricoh ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των πολλών εισαγωγών προελεύσεως Ιαπωνίας που πραγματοποίησαν η Rank Xerox, η Oce και η Olivetti, τα θεσμικά όργανα δεν έπρεπε να περιλάβουν τις εν λόγω εταιρίες στον αριθμό των παραγωγών που αποτελούν "τον κλάδο παραγωγής της Κοινότητας", κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 2176/84, και να μεταβάλουν, έτσι, τη θέση που είχαν λάβει σε πολλές προηγούμενες υποθέσεις. Κατά την άποψη της Ricoh, κανένας παραγωγός της Κοινότητας δεν ήταν σε θέση να προβάλει την ύπαρξη ζημίας, προκύπτουσας από τις εισαγωγές μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων προελεύσεως Ιαπωνίας. Εν πάση περιπτώσει, η ευρωπαϊκή παραγωγή σ' αυτόν τον τομέα ήταν, κατά τη Ricoh, περιορισμένη ή ανύπαρκτη.
43 'Οσον αφορά τη Rank Xerox, η Ricoh υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι η εν λόγω επιχείρηση συμμετέχει κατά 50 % στο κεφάλαιο της Fuji Xerox, ιαπωνικής εταιρίας από την οποία, αφενός, προμηθεύτηκε μεγάλες ποσότητες PPC, πλήρως συναρμολογημένων και φερόντων την ετικέτα Rank Xerox, kits, και συστατικά μηχανημάτων και, αφετέρου, έτυχε τεχνικής βοήθειας και υποστηρίξεως στον τομέα της καταρτίσεως προγραμμάτων. Η Rank Xerox, αγοράζοντας υπ' αυτές τις συνθήκες PPC από τη Fuji Xerox, είχε συγχρόνως τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει κέρδος και να επηρεάσει την τιμή μεταβιβάσεως των εν λόγω μηχανημάτων. Το να περιληφθεί η Rank Xerox στην κατηγορία των παραγωγών της Κοινότητας δεν μπορούσε, επομένως, παρά να νοθεύσει την εκτίμηση της φερομένης ζημίας.
44 Παρατηρείται, σχετικώς, ότι το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί του ιδίου επιχειρήματος που είχε τότε προβληθεί από την Gestetner, με την προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, C-156/87, σκέψη 57, παρατήρησε ότι, όσον αφορά την εισαγωγή PPC προελεύσεως Ιαπωνίας, τα οποία προμήθευε η Fuji Xerox, τα κοινοτικά όργανα θεώρησαν ότι η Rank Xerox δεν απέδειξε ότι είχε αναγκαστεί να αγοράσει τα μηχανήματα για λόγους αυτοπροστασίας. Κατά τις συγκεντρωθείσες πληροφορίες, επρόκειτο για απόφαση διαχειρίσεως που ελήφθη στο πλαίσιο του ομίλου Rank Xerox. Εντούτοις, ο όγκος των εισαγωγών αυτών ήταν ελάχιστος σε σχέση με το σύνολο των PPC που παρήγε η Rank Xerox στην Κοινότητα, καθώς και σε σχέση με το σύνολο της κοινοτικής αγοράς (1 %), οι δε τιμές μεταπωλήσεως ήταν ακριβώς οι ίδιες με αυτές των αντιστοίχων συσκευών, παραγωγής της Rank Xerox.
45 Η Ricoh αμφισβητεί, περαιτέρω, το ότι η παραγωγή της Rank Xerox θεωρήθηκε ότι αποτελούσε τμήμα της κοινοτικής παραγωγής, ενώ ένα μέρος της δραστηριότητάς της συνίστατο, στην πραγματικότητα, στη συναρμολόγηση ή στην κατασκευή προϊόντων, εντός της Κοινότητας, με εξαρτήματα ή υλικά καταγωγής Ιαπωνίας. Ισχυρίζεται, σχετικώς, ότι το άρθρο 13, παράγραφος 10, που προστέθηκε στο κείμενο του κανονισμού 2176/84 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1761/87 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1987 (ΕΕ L 167, σ. 9), καλούμενο "κανονισμός βιδολόγος", προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ σε τέτοιου είδους κατάσταση. Θεωρεί ότι τα θεσμικά όργανα, εντάσσοντας στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως αποκλειστικά τις εγκατεστημένες στην Ιαπωνία εταιρίες και υπολογίζοντας, εξάλλου, τις εγκατεστημένες εντός της Κοινότητας εταιρίες που ασκούν τις ίδιες δραστηριότητες "βιδολόγου" ως εντασσόμενες στο σύνολο των κοινοτικών παραγωγών, επιφύλαξαν διαφορετική μεταχείριση σε όμοιες καταστάσεις.
46 Το εν λόγω επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, παρατηρείται σχετικώς ότι το άρθρο 13, παράγραφος 10, του κανονισμού 2176/84 εισήχθη σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας εκδόσεως του προσβαλλομένου κανονισμού και αφορά την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ επί προϊόντων συναρμολογουμένων ή κατασκευαζομένων εντός της Κοινότητας με εξαρτήματα ή υλικά παραγωγής της χώρας ή των χωρών εξαγωγής για τις οποίες πρόκειται και όχι τον καθορισμό της κοινοτικής παραγωγής.
47 'Οσον αφορά την Oce και την Olivetti, που είναι επίσης εισαγωγείς PPC από την Ιαπωνία, από μη συγγενείς παραγωγούς όμως, η Ricoh ισχυρίζεται ότι οι εισαγωγές τους αντιπροσωπεύουν το 35 έως 40 % των πωλήσεων και μισθώσεών τους μηχανημάτων εντός της Κοινότητας και ότι θα έπρεπε, για τον λόγο αυτό, να αποκλειστούν επίσης από την κοινοτική παραγωγή.
48 Το εν λόγω επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, C-156/87, σκέψη 45, η Olivetti και η Oce εισήγαγαν PPC καταγωγής Ιαπωνίας για να μπορούν να προσφέρουν στους πελάτες τους πλήρη σειρά προϊόντων. Τα PPC που υπάγονται στους τομείς 1 και 2 πωλούνταν σε τιμές ανώτερες απ' αυτές των προμηθευτών τους και αντιπροσώπευαν το 35 έως 40 % των πωλήσεων και εκμισθώσεων αυτών των νέων συσκευών στην αγορά, κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1981 και Ιουλίου 1985. Οι προσπάθειες όμως αυτών των δύο παραγωγών που αποσκοπούσαν στην τελειοποίηση και τη θέση σε κυκλοφορία πλήρους σειράς προϊόντων απέτυχαν λόγω της πτώσεως των τιμών της αγοράς που επέβαλαν οι ιαπωνικές εισαγωγές.
49 Το αντλούμενο από την προγενέστερη πρακτική των θεσμικών οργάνων επιχείρημα της Ricoh δεν μπορεί, ούτε αυτό, να γίνει δεκτό. Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την ίδια προαναφερθείσα απόφαση, C-156/87, σκέψη 43, τα κοινοτικά όργανα, ασκώντας την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν, οφείλουν να εξετάζουν αν πρέπει να αποκλείσουν από τον κλάδο παραγωγής της Κοινότητας τους παραγωγούς που συνδέονται με τους εξαγωγείς ή τους εισαγωγείς ή που είναι οι ίδιοι εισαγωγείς του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ. Αυτή η εξουσία εκτιμήσεως πρέπει να ασκείται κατά περίπτωση σε συνάρτηση με όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
50 Διαπιστώνεται ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας και τις διεξαχθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου συζητήσεις, σε κάθε περίπτωση που ανέφερε η προσφεύγουσα, ο αποκλεισμός ενός κοινοτικού παραγωγού από την κοινοτική παραγωγή ή η συμπερίληψή του σ' αυτήν υπήρξε αποτέλεσμα ασκήσεως μιας τέτοιας εξουσίας εκτιμήσεως.
51 'Οσον αφορά, τέλος, το επιχείρημα της Ricoh, κατά το οποίο η κοινοτική παραγωγή στον τομέα των μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων είναι περιορισμένη ή ανύπαρκτη, αρκεί η διαπίστωση ότι, στην προκειμένη περίπτωση, τα θεσμικά όργανα ορθώς θεώρησαν ως ομοειδές προϊόν το σύνολο των PPC που ανήκουν σε παρακείμενα τμήματα, από το φωτοαντιγραφικό μηχάνημα για προσωπική χρήση μέχρι τα μηχανήματα του τμήματος 5 της ταξινόμησης Dataquest, και ότι, η κοινοτική παραγωγή στον τομέα των μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και μόνο δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της κοινοτικής παραγωγής.
52 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο λόγος ακυρώσεως ο αντλούμενος από τον εσφαλμένο καθορισμό της κοινοτικής παραγωγής δεν είναι βάσιμος και πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί.
Γ - Επί της εσφαλμένης εκτιμήσεως των παραγόντων της ζημίας
53 Η Ricoh αμφισβητεί την ανάλυση των διαφόρων παραγόντων στην οποία προέβησαν τα θεσμικά όργανα για να εκτιμήσουν τη ζημία που υπέστη η κοινοτική παραγωγή, καθώς και το υποστατό της ζημίας που προσδιορίστηκε μ' αυτόν τον τρόπο και η οποία, κατά τη Ricoh, προέκυψε όχι από τις εν λόγω εισαγωγές, αλλά από την πολιτική που ακολούθησαν οι κοινοτικές επιχειρήσεις και την κατωτερότητα των μηχανημάτων τους σε σχέση με τα ιαπωνικά PPC.
54 Σχετικώς, επιβάλλεται η αναφορά στις διατάξεις του κανονισμού 2176/84, που επισημαίνουν τη μέθοδο που πρέπει να ακολουθηθεί για τον προσδιορισμό της ζημίας, και ιδίως, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, αφενός, ζημία καθορίζεται μόνο αν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ προκαλούν ή υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσουν, διά των επιπτώσεων του ντάμπινγκ ή της επιδότησης, σημαντική ζημία σε υφιστάμενο κλάδο παραγωγής της Κοινότητας και, αφετέρου, οι ζημίες που προκαλούνται από άλλους παράγοντες δεν πρέπει να αποδίδονται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.
55 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2176/84 απαριθμεί τους παράγοντες που πρέπει να περιλαμβάνει η εξέταση της ζημίας, δηλαδή: α) τον όγκο των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, β) την τιμή των εν λόγω εισαγωγών, και γ) την επίπτωσή τους επί του εξεταζόμενου κλάδου παραγωγής. Η ίδια διάταξη διευκρινίζει, ωστόσο, ότι ούτε ένας μόνος ούτε και περισσότεροι από τους εν λόγω παράγοντες συνιστούν αναγκαστικά καθοριστική βάση κρίσεως.
56 Επομένως, τα θεσμικά όργανα, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεώς τους καλούνται να εξετάσουν τους προαναφερθέντες παράγοντες και να κάνουν δεκτά, μεταξύ των στοιχείων εκτιμήσεως που αναφέρονται προς τον σκοπό αυτό στην προαναφερθείσα διάταξη, τα στοιχεία που κρίνουν πρόσφορα σε κάθε περίπτωση. Στην υπό κρίση υπόθεση, τα θεσμικά όργανα προέβησαν σε λεπτομερή εξέταση των παραγόντων που αναφέρει η εν λόγω διάταξη.
57 Προκειμένου περί του όγκου των ιαπωνικών εισαγωγών, παρατηρείται ότι, παρόλον ότι οι πωλήσεις και μισθώσεις καινούργιων μηχανημάτων, κατασκευασθέντων από τους κοινοτικούς παραγωγούς, αυξήθηκαν κατά 74 % μεταξύ 1981 και 1984, το μερίδιό τους στην αγορά έπεσε από 21 % το 1981, σε 11 %, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, ενώ το μερίδιο της κοινοτικής αγοράς, το κατεχόμενο από τους Ιάπωνες παραγωγούς, αυξήθηκε κατά την ίδια περίοδο από 70 σε 78 %. Τα θεσμικά όργανα μπόρεσαν, κατά συνέπεια, να θεωρήσουν ότι οι ιαπωνικές εισαγωγές, που αυξήθηκαν κατά 120 % και πλέον μεταξύ 1981 και 1984, είχαν εμποδίσει την ευνοϊκότερη εξέλιξη των πωλήσεων και μισθώσεων PPC από τις κοινοτικές επιχειρήσεις.
58 'Οσον αφορά τις υποτιμολογήσεις των εισαχθέντων προϊόντων, αρκεί η διαπίστωση ότι, παρά τα συμπληρωματικά χαρακτηριστικά και επιδόσεις που παρουσίαζαν τα κατασκευαζόμενα στην Ιαπωνία PPC, σε σχέση με τα συγκρίσιμα εντός της Κοινότητας κατασκευαζόμενα PPC, οι τιμές τους ήταν ίδιες ή και μάλιστα κατώτερες από τις τιμές των PPC των κοινοτικών παραγωγών (44η, 47η και 49η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού).
59 'Οσον αφορά την επίπτωση των υποτιμολογημένων εισαγωγών επί της εν λόγω παραγωγής, παρατηρείται ότι, εκτός από την αισθητή μείωση των μεριδίων της αγοράς, των κατεχομένων από τους κοινοτικούς παραγωγούς, που προαναφέρθηκε, η αποδοτικότητα των δραστηριοτήτων των σχετικών κοινοτικών παραγωγών σημείωσε επίσης πτώση κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.
60 Τονίζεται, σχετικώς, ότι τα θεσμικά όργανα δεν όφειλαν, όπως ισχυρίζεται η Ricoh, να λάβουν υπόψη τα κέρδη ή τις ζημίες των κοινοτικών παραγωγών επί του συνόλου των δραστηριοτήτων τους στον τομέα της φωτοαντιγραφής. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2176/84, το αποτέλεσμα των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος εντός της Κοινότητας. Επομένως, το Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη την εν λόγω παραγωγή, όπως καθορίζεται πιο πάνω, ορθώς εκτίμησε την επίπτωση των ιαπωνικών εισαγωγών επί της αποδοτικότητας των κοινοτικών παραγωγών.
61 Η Ricoh ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι η εξέλιξη της ευρωπαϊκής αγοράς των μηχανημάτων φωτοαντιγραφής αποδεικνύει ότι τα θεσμικά όργανα κακώς απέδωσαν στις εν λόγω εισαγωγές τη ζημία η οποία προκύπτει από άλλους παράγοντες και ειδικότερα από την απόφαση των κοινοτικών επιχειρήσεων να μην αναλάβουν την παραγωγή μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων, λόγω των δαπανών και των τεχνολογικών δυσκολιών που θα συνεπαγόταν η ανάπτυξη των καινούργιων αυτών μοντέλων.
62 Αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, όσον αφορά τη Rank Xerox, το Συμβούλιο εκθέτει στην 85η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού ότι, από το 1982/1983, υπερπηδήθηκαν οι δυσκολίες που είχε συναντήσει η εν λόγω εταιρία για την ανάπτυξη καινούργιου μοντέλου και ότι ένα τέτοιο μοντέλο πράγματι προωθήθηκε στην αγορά. Επομένως, το Συμβούλιο δεν έσφαλε εκτιμώντας ότι αυτές οι δυσκολίες ήταν άσχετες προς τη ζημία, η οποία άλλωστε προκλήθηκε στη Rank Xerox εξαιτίας των εισαγωγών προελεύσεως Ιαπωνίας.
63 'Οσον αφορά την Oce και την Olivetti, υπενθυμίζεται, όπως αυτό επισημάνθηκε πιο πάνω (σκέψη 48), ότι οι προσπάθειες των δύο αυτών παραγωγών που απέβλεπαν στο να τελειοποιήσουν και να προωθήσουν στην αγορά πλήρη σειρά μοντέλων απέτυχαν εξαιτίας της συμπιέσεως των τιμών της αγοράς που προκάλεσαν οι ιαπωνικές εισαγωγές.
64 Προκειμένου, τέλος, περί της επιχειρηματολογίας, της σχετικής με τη φερομένη ανωτερότητα των ιαπωνικών PPC, την ποικιλία των μηχανημάτων τους, την ποιότητα και αξιοπιστία τους, παρατηρείται ότι περί αυτών δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
65 Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, ο λόγος ακυρώσεως ο αντλούμενος από την εσφαλμένη εκτίμηση των παραγόντων της ζημίας πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου ακυρώσεως του αντλουμένου από εσφαλμένη εκτίμηση των συμφερόντων της Κοινότητας
66 Η Ricoh υποστηρίζει ότι η εκτίμηση των συμφερόντων της Κοινότητας πάσχει λόγω του ότι η Rank Xerox, η Oce και η Olivetti, που εξηρτώντο και αντλούσαν όφελος από τις εισαγωγές προελεύσεως Ιαπωνίας, θεωρήθηκαν ότι αποτελούσαν μέρος του συνόλου των παραγωγών που αποτελούν την κοινοτική παραγωγή και λόγω του ότι τα θεσμικά όργανα δεν συνέκριναν το συμφέρον τους με αυτό των εισαγωγέων ΟΕΜ, όπως είναι η Gestetner, η Agfa-Gevaert και άλλοι. Σχετικώς, επικαλείται το ότι η Rank Xerox, η Oce και η Olivetti μαζί με την Tetras κατείχαν μόνο το 3 % της κοινοτικής αγοράς των μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων, ενώ οι προαναφερθέντες εισαγωγείς ΟΕΜ, που απασχολούσαν πολύ μεγάλο αριθμό προσώπων, ανέπτυξαν μεγάλη δραστηριότητα στον τομέα των μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων.
67 Η Ricoh θεωρεί ότι, δεδομένου του πολύ περιορισμένου χαρακτήρα της κοινοτικής παραγωγής και της πολύ μικρής ποικιλίας των προσφερομένων προϊόντων στον τομέα των μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων, η εκτίμηση των θεσμικών οργάνων ως προς το αν τα συμφέροντα της Κοινότητας απαιτούσαν κοινοτική ενέργεια ήταν εσφαλμένη, στον βαθμό που, αποφασίζοντας να προστατεύσουν τους κατασκευαστές πολύ μικρής ποσότητας προϊόντων, δεν έλαβαν υπόψη τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες.
68 Υπενθυμίζεται ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο, ιδίως με την προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, C-156/87, σκέψη 63, το ζήτημα αν το συμφέρον της Κοινότητας καθιστά αναγκαία μια κοινοτική ενέργεια προϋποθέτει την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων. Ο δικαστικός έλεγχος αυτής της εκτιμήσεως πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο ότι τηρήθηκαν οι κανόνες διαδικασίας, ότι συνέβησαν πράγματι τα περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η επίμαχη επιλογή και ότι δεν χώρησε ούτε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ούτε ενέργεια κατά κατάχρηση εξουσίας.
69 Παρατηρείται σχετικώς ότι, κατά τα θεσμικά όργανα, ελλείψει δασμών αντιντάμπινγκ, θα ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε να συνεχιστεί κοινοτική και ανεξάρτητη παραγωγή PPC, ενώ αυτή είναι αναγκαία για τη διατήρηση και την ανάπτυξη των τεχνικών που απαιτούνται για την παραγωγή προϊόντων αναπαραγωγής εγγράφων, καθώς και για τη διατήρηση μεγάλου αριθμού θέσεων εργασίας. Η εν λόγω ανησυχία προέκυπτε ιδίως από την εξαγορά, κατά τη διάρκεια της έρευνας, της επιχειρήσεως κοινοτικού παραγωγού από Ιάπωνα βιομήχανο. Τα θεσμικά όργανα θεώρησαν, επομένως, ότι η εν λόγω ανάγκη προστασίας της κοινοτικής βιομηχανίας ήταν σημαντικότερη από την προστασία των αμέσων συμφερόντων των καταναλωτών, όπως διευκρινίζεται στην 99η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, και από την προστασία των εισαγωγέων.
70 Δεδομένου ότι τα θεσμικά όργανα δεν υπέπεσαν σε καμία πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των συμφερόντων της Κοινότητας, ο προβληθείς συναφώς λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου ακυρώσεως του αντλούμενου από τον εσφαλμένο υπολογισμό του δασμού αντιντάμπινγκ
71 Η Ricoh ισχυρίζεται, τέλος, ότι τα θεσμικά όργανα ορίζοντας τους οριστικούς δασμούς αντιντάμπινγκ σε 20 % της καθαρής τιμής "ελεύθερο στα σύνορα", παρέβησαν το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 2176/84, κατά το οποίο το ποσό των εν λόγω δασμών δεν μπορεί να είναι ανώτερο από αυτό που είναι αναγκαίο για την εξάλειψη της ζημίας.
72 Σχετικώς, η Ricoh αναφέρει, καταρχάς, ότι κακώς η Επιτροπή θεώρησε ότι ένα περιθώριο κέρδους 12 % ήταν αναγκαίο για να εξασφαλίσει εύλογο κέρδος ή εισόδημα στο πλαίσιο των πωλήσεων των PPC. Το εν λόγω περιθώριο είναι προδήλως υπερβολικό, λόγω του ότι τα μικρά φωτοαντιγραφικά μηχανήματα πωλούνται πάντοτε με κέρδος μικρότερο από αυτό που προκύπτει από το σύνολο των δραστηριοτήτων που συνδέονται με την πώληση των PPC. Παρατηρεί, περαιτέρω, ότι ο δασμός υπολογίστηκε για να αντισταθμιστεί η υποτιμολόγηση η οποία, για τους λόγους που ήδη έχουν εκτεθεί, δεν υφίσταται. Η Ricoh θεωρεί, τέλος, ότι η περιγραφή του τρόπου υπολογισμού του δασμού στην 107η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού δεν είναι σαφής.
73 'Οσον αφορά το επιχείρημα ότι το περιθώριο κέρδους των 12 % είναι υπερβολικό, παρατηρείται ότι, κατά την 103η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, το επιλεγέν ποσοστό έπρεπε να επιτρέψει στο σύνολο των κοινοτικών παραγωγών να εξασφαλίσουν λογική απόδοση, ανάλογη με τον κίνδυνο που αντιστοιχεί στην επένδυση για την τελειοποίηση καινούργιων προϊόντων. Σχετικώς, τα θεσμικά όργανα θεώρησαν ότι δεν ήταν πρόσφορο να λάβουν υπόψη τα κέρδη που πραγματοποιούνται από τις προμήθειες ή από άλλες δραστηριότητες σχετικές με τα μηχανήματα φωτοαντιγραφής.
74 Ούτε από τη δικογραφία ούτε από τις διεξαχθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου συζητήσεις προκύπτει ότι τα θεσμικά όργανα άσκησαν πλημμελώς την εξουσία εκτιμήσεώς τους. Η Ricoh, άλλωστε, δεν απέδειξε σε ποιον βαθμό το κατώτερο περιθώριο για τα μικρά φωτοαντιγραφικά μηχανήματα θα είχε επίπτωση επί του ποσού του επιβληθέντος δασμού αντιντάμπινγκ.
75 Το επιχείρημα ότι η υποτιμολόγηση, την οποία ο δασμός έπρεπε να αντισταθμίσει, δεν υφίστατο, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, όπως επισημαίνεται στην 110η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, οι Ιάπωνες εξαγωγείς αναμφισβητήτως προέβησαν σε ορισμένης μορφής υποτιμολογήσεις (σκέψη 58), λαμβανομένης, όμως, υπόψη της αδυναμίας ποσοτικού υπολογισμού τους, κανένα στοιχείο που να τις λαμβάνει υπόψη δεν περιελήφθη στους υπολογισμούς του δασμού αντιντάμπινγκ.
76 Προκειμένου, τέλος, περί της περιγραφής του τρόπου υπολογισμού του δασμού, αρκεί η διαπίστωση ότι στην 107η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού εκτίθεται λεπτομερώς το σύνολο των πράξεων του υπολογισμού που πραγματοποίησαν τα θεσμικά όργανα και η Ricoh δεν διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους οι εν λόγω πράξεις δεν ήσαν καταληπτές.
77 'Οπως προκύπτει από τις προηγούμενες σκέψεις, ο λόγος ακυρώσεως περί εσφαλμένου υπολογισμού του δασμού αντιντάμπινγκ πρέπει να απορριφθεί και, επομένως, και η προσφυγή στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
78 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων της παρεμβαίνουσας CECOM που υπέβαλε σχετικό αίτημα. Η Επιτροπή φέρει, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων της παρεμβαίνουσας CECOM.
Full & Egal Universal Law Academy