Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Καθορισμός κανονικής αξίας - Στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά προτεραιότητα - Τιμή εφαρμοζόμενη κατά τη διάρκεια συνήθων εμπορικών πράξεων - Εταιρίες διανομής ελεγχόμενες από τον παραγωγό - Αναδρομή στις εφαρμοζόμενες από τις εν λόγω εταιρίες τιμές - Νομιμότητα
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 3, στοιχ. α και β)
2. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Καθορισμός κανονικής αξίας - Τιμή εφαρμοζόμενη κατά τη διάρκεια συνήθων εμπορικών πράξεων - Πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή - 'Εκπτωση λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου προϊόντος - Περιλαμβάνεται
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 3, στοιχ. α)
3. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Καθορισμός κανονικής αξίας - Κατασκευασμένη αξία - Σκοπός της κατασκευής - 'Εξοδα πωλήσεως, διοικητικά και άλλα γενικά έξοδα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 3, στοιχ. β, σημ. ii)
4. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Περιθώριο ντάμπινγκ - Σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής - Προσαρμογές - Συμφωνία των διατάξεων του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ προς τον κώδικα αντιντάμπινγκ της ΓΣΔΕ - Διαφορές σταδίου εμπορίας - Βάρος της αποδείξεως
((Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 9 και 10, στοιχ. γ συμφωνία περί της εφαρμογής του άρθρου VΙ της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου, (κώδικας αντιντάμπινγκ του 1979), άρθρο 2 PAR 6) ))
5. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Ζημία - Σχετική κοινοτική παραγωγή - Παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος - Εξουσία εκτιμήσεως των θεσμικών οργάνων - 'Ελλειψη σαφούς οριοθέτησης των τμημάτων και ταξινόμησης στο εσωτερικό της σειράς των σχετικών προϊόντων - 'Ελλειψη εσφαλμένης εκτιμήσεως
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρα 2 PAR 12, και 4 PAR 4)
6. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Ζημία - Σχετική κοινοτική παραγωγή - Αποκλεισμός ορισμένων παραγωγών λόγω των σχέσεών τους με τις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν το ντάμπινγκ - Εξουσία εκτιμήσεως των θεσμικών οργάνων - 'Οροι ασκήσεως
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 4 PAR 5)
7. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Ζημία - Επίπτωση των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ - Εκτίμηση σε σχέση με την παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος εντός της Κοινότητας - Κριτήρια
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 4 PAR 4)
8. Κοινή εμπορική πολιτική - 'Αμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ - Εκτίμηση των συμφερόντων της Κοινότητας από τα θεσμικά όργανα - Δικαστικός έλεγχος - 'Ορια
(Κανονισμός 2176/84 του Συμβουλίου, άρθρο 12 PAR 1)
Περίληψη
1. 'Οταν διαπιστώνεται, όσον αφορά τις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά, ότι ένας παραγωγός αναθέτει καθήκοντα που προσιδιάζουν κανονικά σε ενταγμένο στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού τμήμα πωλήσεων σε εταιρίες διανομής των προϊόντων του που ελέγχει οικονομικά και με τις οποίες αποτελεί ενιαία οικονομική οντότητα, ευλόγως τα θεσμικά όργανα στηρίζονται, για τον καθορισμό της κανονικής αξίας στις τιμές που κατέβαλε ο πρώτος ανεξάρτητος αγοραστής στις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων δεδομένου ότι οι εν λόγω τιμές μπορούν, ορθώς, να θεωρηθούν ως οι πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 2176/84 και διότι αυτές οι τιμές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά προτεραιότητα, οι δε άλλες λύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημεία i και ii, της ιδίας διατάξεως προβλέπονται απλώς επικουρικώς.
Εξάλλου, το γεγονός ότι ορισμένα καθήκοντα πωλήσεως ασκούνται από τον ίδιο τον παραγωγό δεν αναιρεί την ύπαρξη ενιαίας οικονομικής οντότητας, ιδιαίτερα όταν τα εν λόγω καθήκοντα είναι απλώς συμπληρωματικά αυτών που ασκούν οι συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων.
2. Οι εκπτώσεις που παραχωρούνται στον αγοραστή νέου μηχανήματος επί της τιμής πωλήσεως, λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου μηχανήματος, οι οποίες αντιστοιχούν στην αξία που αποδίδει ο παραγωγός στην απόσυρση μεταχειρισμένων μηχανημάτων από την αγορά, πρέπει να θεωρούνται ως τμήμα της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας από τον αγοραστή τιμής και πρέπει, κατά συνέπεια, να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της κανονικής αξίας σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 2176/84.
3. Η κατασκευή της κανονικής αξίας αποσκοπεί στον υπολογισμό της τιμής πωλήσεως ενός προϊόντος, όπως αυτή θα είχε διαμορφωθεί αν το προϊόν επωλείτο εντός της χώρας εξαγωγής ή καταγωγής του. Κατά συνέπεια, τα έξοδα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό της κατασκευασμένης αξίας είναι ακριβώς εκείνα που αφορούν τις πωλήσεις στην εσωτερική αγορά.
Επομένως, βασίμως τα κοινοτικά όργανα αρνήθηκαν να χρησιμοποιήσουν στοιχεία σχετικά με άλλη αγορά εκτός της εσωτερικής αγοράς της χώρας καταγωγής ή εξαγωγής.
4. Το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 2176/84 δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως επιτρέπον στα θεσμικά όργανα να αρνούνται προσαρμογές για να λάβουν υπόψη διαφορές σταδίου εμπορίας που απαιτεί το άρθρο 2, παράγραφος 6, του κώδικα αντιντάμπινγκ της ΓΣΔΕ του 1979. Ο παραγωγός, ωστόσο, που δεν αποδεικνύει ότι οι πωλήσεις, βάσει των οποίων καθορίστηκαν η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής, αφορούν διαφορετικές κατηγορίες αγοραστών και τοποθετούνται, κατά συνέπεια, σε διαφορετικά στάδια εμπορίας, δεν δικαιολογεί την αίτησή του για πραγματοποίηση προσαρμογής βάσει διαφορών ως προς το στάδιο εμπορίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 10, του κανονισμού 2176/84.
5. Δεν είναι εσφαλμένη η εκτίμηση των κοινοτικών οργάνων κατά την οποία, προς εκτίμηση της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία, θεώρησαν ως "παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος στην Κοινότητα", κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 2176/84, την παραγωγή του συνόλου των φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων, συμπεριλαμβανομένων όλων των τμημάτων, εξαιρέσει των μηχανημάτων για τα οποία δεν υπήρχε κοινοτική παραγωγή, εφόσον, σύμφωνα με τις μελέτες της αγοράς, επί των οποίων βασίστηκαν τα θεσμικά όργανα, δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός των τμημάτων ταξινομήσεως των φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων, στον βαθμό που, αφενός, ορισμένα φωτοαντιγραφικά μηχανήματα μπορούν να ταξινομηθούν σε περισσότερα διαφορετικά τμήματα, λαμβανομένων υπόψη ορισμένων χαρακτηριστικών τους και τεχνικών δεδομένων και
που, αφετέρου υπάρχει ανταγωνισμός τόσο μεταξύ των μηχανημάτων που ανήκουν σε παρακείμενα τμήματα όσο και μεταξύ αυτών που έχουν ταξινομηθεί σε μη παρακείμενα τμήματα.
6. 'Οπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 2176/84, εναπόκειται στα θεσμικά όργανα, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν, να εξετάζουν αν πρέπει, προς καθορισμό της υπάρξεως ζημίας, να αποκλείσουν από τον κλάδο παραγωγής της Κοινότητας τους παραγωγούς που συνδέονται με τους εξαγωγείς ή τους εισαγωγείς ή που είναι οι ίδιοι εισαγωγείς του προϊόντος που αποτελεί το αντικείμενο ντάμπινγκ. Αυτή η εξουσία εκτιμήσεως πρέπει να ασκείται κατά περίπτωση, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, σε συνάρτηση με όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
7. Τα κοινοτικά όργανα δεν υποχρεούνται, στο πλαίσιο του καθορισμού υπάρξεως ζημίας, να λαμβάνουν υπόψη τα κέρδη ή τις ζημίες των κοινοτικών παραγωγών επί του συνόλου των δραστηριοτήτων τους στον οικείο τομέα. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 2176/84, το αποτέλεσμα των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος εντός της Κοινότητας.
8. Το ζήτημα αν, στην περίπτωση υπάρξεως ζημίας προκύπτουσας από πρακτικές ντάμπινγκ, το συμφέρον της Κοινότητας καθιστά αναγκαία μια κοινοτική ενέργεια προϋποθέτει την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων. Ο δικαστικός έλεγχος αυτής της εκτιμήσεως πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο ότι τηρήθηκαν οι διαδικαστικοί κανόνες, ότι συνέβησαν πράγματι τα περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η επίμαχη επιλογή και ότι δεν χώρισε ούτε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ούτε ενέργεια κατά κατάχρηση εξουσίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-175/87,
Matsushita Electric Industrial Co. Ltd, Osaka, Ιαπωνία,
και
Matsushita Electric Trading Co. Ltd, Osaka, Ιαπωνία, εκπροσωπούμενες από τον David Vaughan, QC, και Ian Stewart Forrester, δικηγόρο Σκωτίας, επικουρούμενους από τους Jacques Buhart, νομικό σύμβουλο στο γραφείο Coudert Freres, Παρίσι, και Takkaki Nagashima του δικηγορικού γραφείου Masunaga Nagashima & Hasimoto, με αντίκλητους στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Arendt και Harles, 4, avenue Marie-Therese,
προσφεύγουσες,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Hans-Juergen
Lambers, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και Erik Stein, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενους από τους Hans-Juergen Rabe και Michael Schuette, αντίστοιχα δικηγόρους Αμβούργου και Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Joerg Kaeser, διευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer, Kirchberg,
υποστηριζόμενου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον John Temple Lang, νομικό σύμβουλο και Erik White, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
παρεμβαίνουσα,
και από την
Committee of European Copier Manufacturers (CECOM), Κολωνία, εκπροσωπούμενη από τους Dietrich Ehle και Volker Schiller, δικηγόρους Κολωνίας, με αντίκλητους στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Arendt και Harles, 4, avenue Marie-Therese,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 535/87 του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συσκευών φωτοαντιγραφής που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί, καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 54, σ. 12), στο μέτρο που εφαρμόζεται στην προσφεύγουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Joliet, πρόεδρο τμήματος, Sir Gordon Slynn, F. Grevisse, J. C. Moitinho de Almeida και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κυρία υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 1990, κατά τη διάρκεια της οποίας οι προσφεύγουσες εκπροσωπήθηκαν από τους David Vaughan, QC, Ian Stewart Forrester, QC, Charles Kaplan, barrister και Jacques Buhart,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Ιουνίου 1987, οι εταιρίες Matsushita Electric Industrial Co. Ltd. (στο εξής: MEI), και Matsushita Electric Τrading Co. Ltd. (στο εξής: MEΤ), και οι δύο μέλη του ομίλου Matsushita, με έδρα την Οsaka, ζήτησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 535/87 του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές συσκευών φωτοαντιγραφής που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί, καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 54, σ. 12, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός), στο μέτρο που εφαρμόζεται στις προσφεύγουσες.
2 Η ΜΕΙ περιλαμβάνει πολλά τμήματα που κατασκευάζουν και πωλούν, το καθένα, ειδική κατηγορία προϊόντων. Η κατασκευή και η πώληση φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί (στο εξής: ΡΡC) πραγματοποιείται από το Office Equipment Division (στο εξής: ΟΕD), επικουρούμενο από το Industrial Sales Division και τα Industrial Sales Offices. Στην Ιαπωνία, το ΟΕD πωλεί τα PPC, με το εμπορικό σήμα "Ρanasonic", σε 59 συνδεόμενες με τη ΜΕΙ εταιρίες ή
σε άλλες εταιρίες του ομίλου Μatsushita (στο εξής: συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων) οι οποίες, ενεργώντας ως περιφερειακοί διανομείς, πωλούν τα ΡΡC σε ανεξάρτητους μεταπωλητές.
3 Η ΜΕΤ είναι εμπορική εταιρία συνδεόμενη με τη ΜΕΙ και είναι υπεύθυνη για την εξαγωγή των ΡΡC. Στην Κοινότητα, τα εξαγόμενα από τη ΜΕΤ ΡΡC εισάγονται, μεταξύ άλλων, από τις εταιρίες Panasonic Deutschland GmbH, Panasonic UK Ltd και Panasonic Industrial UK Ltd., Panasonic France SA και Panasonic Belgium NV, οι οποίες είναι θυγατρικές εταιρίες της ΜΕΤ ή της ΜΕΙ εγκατεστημένες αντιστοίχως στη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γαλλία και το Βέλγιο.
4 'Οσον αφορά τις πωλήσεις προς τις Original Equipment Manufacturers (εταιρίες που προμηθεύουν με το δικό τους εμπορικό σήμα κατασκευαζόμενα από άλλες επιχειρήσεις προϊόντα, στο εξής: ΟΕΜ), οι προσφεύγουσες (στο εξής: Matsushita) αναφέρουν, ότι, κατά την περίοδο της έρευνας, καμία πώληση δεν πραγματοποιήθηκε εντός της ιαπωνικής αγοράς. Αντιθέτως, εντός της Κοινότητας, η Matsushita πώλησε, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ΡΡC στις ακόλουθες ΟΕΜ: Roneo Γαλλίας, Roneo Ηνωμένου Βασιλείου, Roneo Βελγίου, και Olympia AG.
5 Τον Ιούλιο 1985, η επιτροπή των Ευρωπαίων κατασκευαστών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων κατέθεσε στην Επιτροπή καταγγελία εναντίον της Matsushita και άλλων Ιαπώνων παραγωγών, με την οποία κατηγορούσε την πρώτη ότι πωλούσε τα προϊόντα της εντός της Κοινότητας σε τιμές ντάμπινγκ.
6 Η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία αντιντάμπινγκ βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 201, σ. 1), που οδήγησε στην έκδοση του κανονισμού
(ΕΟΚ) 2640/86 της Επιτροπής, της 21ης Αυγούστου 1986, για την επιβολή προσωρινού δασμού στις εισαγωγές μηχανημάτων φωτοαντιγραφής καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ L 239, σ. 5). Το ποσοστό του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ ορίστηκε σε 15,8 % της καθαρής τιμής "ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας" για τις εισαγωγές PPC που κατασκεύαζε και εξήγε η Matsushita. Με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, που εκδόθηκε μετά από πρόταση της Επιτροπής, το Συμβούλιο όρισε, στη συνέχεια, τον οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ σε 20 %.
7 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι λόγοι ακυρώσεως και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Matsushita επικαλείται διαφόρους λόγους ακυρώσεως που αντλούνται αντιστοίχως από τον εσφαλμένο υπολογισμό της κανονικής αξίας, την εσφαλμένη σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής, από τη μη νομιμότητα του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του κανονισμού 2176/84 λόγω του ότι είναι ασυμβίβαστο προς τον κώδικα αντιντάμπινγκ του 1979, από την εσφαλμένη αποτίμηση της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία, από εσφαλμένη εκτίμηση των συμφερόντων της Κοινότητας, από εσφαλμένο υπολογισμό του δασμού αντιντάμπινγκ και από την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογίας.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από τον εσφαλμένο υπολογισμό της κανονικής αξίας
9 Η Μatsushita υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι τα θεσμικά όργανα, καθορίζοντας την κανονική αξία βάσει όχι των τιμών που χρέωνε η ΜΕΙ
στις 59 συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων, μέσω των οποίων διαθέτει στο εμπόριο τα προϊόντα της στην Ιαπωνία, αλλά βάσει των τιμών που χρέωναν αυτές οι εταιρίες στους ανεξάρτητους μεταπωλητές, παρέβησαν το άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 7, και προέβησαν σε πρόδηλη εσφαλμένη εκτίμηση.
10 Συναφώς, η Μatsushita υποστηρίζει, κατ' αρχάς, ότι τα θεσμικά όργανα στο μέτρο που θεώρησαν ότι οι πωλήσεις μεταξύ ΜΕΙ και των συνδεομένων εταιριών πωλήσεων δεν πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια συνήθων εμπορικών πράξεων όφειλαν, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, του κανονισμού 2176/84, να κατασκευάσουν την κανονική αξία προσθέτοντας το κόστος, τα έξοδα πωλήσεως, τα γενικά και διοικητικά έξοδα που φέρει η ΜΕΙ, καθώς και το λογικό περιθώριο κέρδους της ΜΕΙ. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι τα θεσμικά όργανα, θεωρώντας ότι η ΜΕΙ αποτελούσε μαζί με τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων ενιαία οικονομική οντότητα, δεν έλαβαν υπόψη, πρώτον, την ιδιαιτερότητα της εμπορικής οργανώσεως της Matsushita και ιδίως τον σημαντικό ρόλο του ΟΕD, με τη βοήθεια των Industrial Sales Division και τον Ιndustrial Sales Offices, στον τομέα των πωλήσεων, δεύτερον, τη διαφορά μεταξύ των καθηκόντων των συνδεομένων εταιριών πωλήσεων και των καθηκόντων των ενταγμένων στην εσωτερική οργάνωση τμημάτων πωλήσεων και, τέλος, τη διαφορά μεταξύ των εξόδων που φέρουν οι εν λόγω εταιρίες και των εξόδων που φέρει η ίδια η ΜΕΙ και που τα θεσμικά όργανα, κακώς, περιέλαβαν στην κανονική αξία.
11 'Οσον αφορά τον καθορισμό της κανονικής αξίας βάσει των τιμών των συνδεομένων εταιριών πωλήσεων, διαπιστώνεται ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η Μatsushita ελέγχει οικονομικά τις εν λόγω εταιρίες διανομής των προϊόντων της εντός της Ιαπωνίας και τους αναθέτει καθήκοντα που προσιδιάζουν κανονικά σε ενταγμένο στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού τμήμα πωλήσεων.
12 'Οπως ήδη δέχθηκε το Δικαστήριο, ιδίως με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 250/85, Brother κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 1683, σκέψη 16), η κατανομή των δραστηριοτήτων παραγωγής και των δραστηριοτήτων πωλήσεως εντός ενός ομίλου απαρτιζομένου από νομικώς διακρινόμενες εταιρίες δεν αναιρεί καθόλου το γεγονός ότι πρόκειται για μια ενιαία οικονομική οντότητα, η οποία οργανώνει κατ' αυτόν τον τρόπο ένα σύνολο δραστηριοτήτων, οι οποίες, σε άλλες περιπτώσεις, ασκούνται από μία οντότητα που είναι ενιαία και από νομικής απόψεως.
13 Τα επιχειρήματα της Matsushita που αποσκοπούν στο να αποδείξουν ότι αυτή και οι συνδεόμενες εταιρίες της πωλήσεων δεν πρέπει να θεωρηθούν ως αποτελούσες ενιαία οικονομική οντότητα δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
14 Πράγματι, η εκτίμηση που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οδήγησε τα θεσμικά όργανα στη διαπίστωση της υπάρξεως ενιαίας οικονομικής οντότητας δεν πάσχει λόγω του ότι ο ίδιος ο παραγωγός ασκούσε ορισμένα καθήκοντα πωλήσεως. Τα θεσμικά όργανα μπορούν να διαπιστώνουν ότι ο παραγωγός αποτελεί με μία ή περισσότερες εταιρίες διανομής ελεγχόμενες από αυτόν ενιαία οικονομική οντότητα, παρόλον ότι ο παραγωγός ασκεί απευθείας ορισμένα καθήκοντα πωλήσεως. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, τα εν λόγω καθήκοντα, ασκούμενα στη συγκεκριμένη περίπτωση κυρίως από το καλούμενο ΟΕD τμήμα της ΜΕΙ, είναι απλώς καθήκοντα συμπληρωματικά αυτών που ασκούν οι συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων, η δε η ίδια η ΜΕΙ δεν πραγματοποίησε καμία πώληση προς ανεξάρτητους πελάτες.
15 'Οπως προκύπτει από τις προηγούμενες σκέψεις, το σύνολο των εξόδων που φέρουν οι εν λόγω εταιρίες, καθώς και τα έξοδα που φέρει η ΜΕΙ, που βοηθούν στην πώληση ΡΡC εντός της εγχώριας αγοράς και που προδήλως θα συμπεριελαμβάνοντο στην τιμή πωλήσεως εάν η πώληση
πραγματοποιείτο από ενταγμένο στην εσωτερική οργάνωση του παραγωγού τμήμα, πρέπει να περιληφθούν στην κανονική αξία.
16 Υπ' αυτές τις συνθήκες, ορθώς τα θεσμικά όργανα στηρίχθηκαν στις καταβληθείσες από τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή προς τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων τιμές, δεδομένου ότι οι εν λόγω τιμές μπορούν, ορθώς, να θεωρηθούν ως οι πράγματι πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του κανονισμού 2176/84.
17 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 277/85 και 300/85, Canon κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5731, σκέψη 11), οι εν λόγω τιμές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά προτεραιότητα για τον καθορισμό της κανονικής αξίας και ότι οι άλλες λύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημεία i και ii, του κανονισμού 2176/84 προβλέπονται απλώς επικουρικώς. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο δεν είχε λόγο να κατασκευάσει την κανονική αξία.
18 Η Matsushita υποστηρίζει, δεύτερον, ότι τα θεσμικά όργανα, κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, παρέβησαν το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του κανονισμού 2176/84 αυξάνοντας την τιμή που χρέωναν οι συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων με το ποσό της εκπτώσεως λόγω αναλήψεως του μεταχειρισμένου κυρίου μηχανήματος, την οποία οι εν λόγω εταιρίες χορηγούν στους μεταπωλητές, ενώ η εν λόγω έκπτωση είναι συνήθης έκπτωση.
19 Η Matsushita τονίζει ότι η εν λόγω έκπτωση χορηγείται στους μεταπωλητές, χωρίς να πρέπει να αποδεικνύεται η ανάληψη ή χωρίς να ελέγχεται το αν έλαβε χώρα ανάληψη. Η εν λόγω έκπτωση παραχωρείται, κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από την ανάληψη παλαιού ΡΡC ή την απόσυρσή
του από την αγορά. Η Matsushita προσθέτει ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε ότι η έκπτωση αντιστοιχεί σε αξία καταβαλλόμενη από τους μεταπωλητές προς τη Matsushita ή προς τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων.
20 Συναφώς, διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι όπως προκύπτει από τις διεξαχθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου συζήτησεις, στην προκειμένη περίπτωση, οι εν λόγω εκπτώσεις αντιστοιχούν, στο 90 % των περιπτώσεων, στην ανάληψη μεταχειρισμένων μηχανημάτων.
21 Τονίζεται περαιτέρω ότι, κατά τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, η έκπτωση που παραχωρείται στον αγοραστή νέου μηχανήματος, λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου, αντιστοιχεί στο όφελος που αντλεί ο παραγωγός από την απόσυρση εκ της αγοράς των αναλαμβανομένων μηχανημάτων και από την έλλειψη αγοράς μεταχειρισμένων PPC στην Ιαπωνία. Πράγματι, κατά το Συμβούλιο "η ζήτηση για νέα μηχανήματα διατηρείται στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα, εφόσον οι τιμές, κατά συνέπεια, διατηρούνται επίσης σε υψηλότερα επίπεδα από εκείνα στα οποία θα ευρίσκοντο αν υπήρχε αγορά μεταχειρισμένων μηχανημάτων". "Αυτή η αυξημένη ζήτηση αυξάνει όχι μόνο τις τιμές αλλά και τα επίπεδα παραγωγής, πράγμα που συνήθως μεταφράζεται σε ενίσχυση των οικονομιών κλίμακας και αντίστοιχη διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους."
22 Υπ' αυτές τις συνθήκες, οι εν λόγω εκπτώσεις, που αντιστοιχούν στην αξία που ο παραγωγός προσδίδει στην απόσυρση των μεταχειρισμένων PPC από την αγορά, πρέπει να θεωρούνται ως τμήμα της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας από τον αγοραστή τιμής και πρέπει, κατά συνέπεια, να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της κανονικής αξίας σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2176/84.
23 Η Matsushita προσθέτει, ωστόσο, ότι το Συμβούλιο προέβη σε προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση καθορίζοντας την αξία της εκπτώσεως λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου κυρίου μηχανήματος βάσει μέσης σταθμισμένης τιμής μεταξύ, αφενός, της αξίας της εν λόγω εκπτώσεως που χορηγεί η Osaka NOA και, αφετέρου, της αξίας της εκπτώσεως λόγω αναλήψεως του μεταχειρισμένου κυρίου μηχανήματος, καθώς και της αξίας της εκπτώσεως για το κύριο μηχάνημα που χορηγούν οι άλλες συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων προς τους ανεξάρτητους μεταπωλητές. 'Ομως, μόνο η αξία της εκπτώσεως λόγω αναλήψεως του μεταχειρισμένου κύριου μηχανήματος, υπολογιζομένη βάσει των πραγματοποιουμένων από την Osaka NOA πωλήσεων, έπρεπε να ληφθεί υπόψη λόγω του ότι μόνο η εν λόγω έκπτωση αντιπροσώπευε για τη Matsushita την αντιστοιχούσα στην απόσυρση από την αγορά των αναλαμβανομένων μηχανημάτων αξία.
24 Αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, όσον αφορά τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων εκτός της Osaka NOA, το Συμβούλιο δεν διέθετε κανένα στοιχείο που θα του επέτρεπε να διαχωρίσει τις δύο εν λόγω εκπτώσεις. Εξάλλου, οι σχετικοί με την Osaka NOA αριθμοί δεν ήσαν αντιπροσωπευτικοί, εφόσον οι πωλήσεις της εν λόγω εταιρίας ανήρχοντο μόλις στο 22,5 % περίπου του συνόλου των πραγματοποιηθεισών κατά την περίοδο της έρευνας πωλήσεων.
25 Η Matsushita ισχυρίζεται, τρίτον, ότι τα θεσμικά όργανα παρέβησαν το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, σημείο ii, του κανονισμού 2176/84, κατά το ότι δεν είναι λογικό το ποσό των εξόδων πωλήσεως, διοικητικών και άλλων γενικών εξόδων, που περιελήφθη στην κατασκευασμένη κανονική αξία, τη σχετική με πωλήσεις προς αγοραστές ΟΕΜ.
26 Συναφώς, η Matsushita υποστηρίζει ειδικότερα ότι, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα από αυτήν και από τους εισαγωγείς ΟΕΜ αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο δεν έπρεπε να περιλάβει στον υπολογισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας έξοδα όπως, πρώτον,
τα έξοδα πωλήσεως, διοικητικά και άλλα γενικά έξοδα των συνδεομένων εταιριών πωλήσεων, δεδομένου ότι, στην περίπτωση που θα είχαν πραγματοποιηθεί εντός της ιαπωνικής αγοράς πωλήσεις προς ΟΕΜ, αυτές θα είχαν πραγματοποιηθεί από τις εν λόγω εταιρίες, δεύτερον, τα έξοδα διαφημίσεως ή προωθήσεως που φέρει η Matsushita για τις πωλήσεις ΡΡC με το δικό της εμπορικό σήμα, τα οποία δεν θα έφερε στην περίπτωση πωλήσεων προς ΟΕΜ και, τέλος, την αξία της εκπτώσεως λόγω αναλήψεως μεταχειρισμένου κυρίου μηχανήματος που η Matsushita δεν θα χορηγούσε στους αγοραστές ΟΕΜ για να τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν αναλήψεις στην περίπτωση που θα είχαν πραγματοποιηθεί πωλήσεις προς ΟΕΜ στην εγχώρια αγορά.
27 H Matsushita υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι η πραγματοποιηθείσα από το Συμβούλιο προσαρμογή με την εφαρμογή περιθωρίου κέρδους 5 % στην κατασκευασμένη κανονική αξία για τις ΟΕΜ, το οποίο είναι κατώτερο από το ποσοστό των 14,6 % που εφαρμόστηκε στις πραγματοποιηθείσες με το εμπορικό σήμα των κατασκευαστών πωλήσεις, είναι απρόσφορο και ανεπαρκές για να καλύψει τις διαφορές εξόδων μεταξύ των πωλήσεων προς τις ΟΕΜ και των πωλήσεων PPC με το εμπορικό σήμα της Matsushita.
28 Για να αποδείξει, τέλος, ότι στην περίπτωση που πωλήσεις προς ΟΕΜ θα είχαν πραγματοποιηθεί εντός της ιαπωνικής αγοράς αυτές δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί από τις εταιρίες της πωλήσεων, η Matsushita προσκόμισε δύο συμφωνίες συναφθείσες μεταξύ ΜΕΙ και πελατών ΟΕΜ.
29 Επί του τελευταίου αυτού σημείου διαπιστώνεται ότι ορθώς τα θεσμικά όργανα δεν έλαβαν υπόψη τις εν λόγω συμφωνίες, δεδομένου ότι η Matsushita δεν αποκάλυψε ούτε την ταυτότητα των αγοραστών ΟΕΜ ούτε τη φύση των εν λόγω προϊόντων και διότι, εξ αυτού του λόγου, δεν μπόρεσε να εκτιμηθεί η ενδεχόμενη σημασία των εν λόγω συμφωνιών.
30 Προκειμένου περί του επιχειρήματος ότι, στην περίπτωση πωλήσεων προς ΟΕΜ στην Ιαπωνία αυτές θα είχαν λάβει χώρα χωρίς την παρέμβαση των συνδεομένων εταιριών πωλήσεων, υπενθυμίζεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω αναπτυχθεισών σκέψεων, οι εν λόγω εταιρίες εκτελούν τα καθήκοντα ενταγμένου στην εσωτερική οργάνωση παραγωγού τμήματος πωλήσεων και, επομένως, τα έξοδα πωλήσεως, διοικητικά και άλλα γενικά έξοδα των εν λόγω εταιριών έπρεπε να περιληφθούν στην κανονική αξία.
31 Προκειμένου περί των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τα έξοδα διαφημίσεως και προωθήσεως που επικαλείται η Matsushita, διαπιστώνεται ότι τα εν λόγω στοιχεία αφορούν μόνο πωλήσεις προς τις ΟΕΜ εντός της κοινοτικής αγοράς.
32 'Οπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. ιδίως την προαναφερθείσα απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 250/85, σκέψη 18) η κατασκευή της κανονικής αξίας αποσκοπεί στον υπολογισμό της τιμής πωλήσεως ενός προϊόντος, όπως αυτή θα είχε διαμορφωθεί αν το προϊόν επωλείτο εντός της χώρας εξαγωγής ή καταγωγής του και, κατά συνέπεια, τα έξοδα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι ακριβώς εκείνα που αφορούν τις πωλήσεις στην εσωτερική αγορά, ακόμα και αν το εν λόγω προϊόν δεν πωλείται στην εσωτερική αγορά αλλά πωλείται για εξαγωγή. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα θεσμικά όργανα ορθώς αρνήθηκαν να χρησιμοποιήσουν στοιχεία σχετικά με άλλη αγορά εκτός της εσωτερικής αγοράς της χώρας καταγωγής ή εξαγωγής.
33 Προκειμένου, τέλος, περί της εκπτώσεως λόγω αναλήψεως του μεταχειρισμένου κυρίου μηχανήματος, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως αναφέρει η Matsushita, η εν λόγω έκπτωση δεν θα είχε χορηγηθεί προς τις ΟΕΜ αν είχαν πραγματοποιηθεί προς αυτές πωλήσεις εντός της
εσωτερικής αγοράς και, επομένως, η τιμή θα ήταν μεγαλύτερη κατά το ποσό της εν λόγω εκπτώσεως. 'Επρεπε, κατά συνέπεια, να περιληφθεί η εν λόγω έκπτωση στην κανονική αξία.
34 Υπενθυμίζεται τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα ότι το περιθώριο κέρδους 5 % που ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας για τις ΟΕΜ είναι ανεπαρκές, ότι το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί ομοίου επιχειρήματος στρεφομένου κατά του ιδίου κανονισμού του Συμβουλίου, με την απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, C-133/87 και C-150/87, Nashua Corporation κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. Ι-719, σκέψη 33), διαπίστωσε ότι τα θεσμικά όργανα είχαν λάβει υπόψη τη διαφορά μεταξύ κόστους και κερδών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των πωλήσεων προς τις ΟΕΜ και των μεγεθών που αντιστοιχούσαν στις άλλες πωλήσεις. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της αδυναμίας στην οποία βρέθηκαν για να υπολογίσουν τη διαφορά αυτή με ακρίβεια στο πλαίσιο της κατασκευής της κανονικής αξίας των ΟΕΜ, τα θεσμικά όργανα καθόρισαν το περιθώριο κέρδους σε 5 % και όχι στο μέσο ποσοστό του το οποίο εκτιμάται σε 14,6 %, εφάρμοσαν δε το περιθώριο αυτό στις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν με το εμπορικό σήμα των κατασκευαστών.
35 'Οπως προκύπτει από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από τον εσφαλμένο υπολογισμό της κανονικής αξίας πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την εσφαλμένη σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής
36 Η Matsushita ισχυρίζεται, επικουρικώς για την περίπτωση απορρίψεως του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε, ότι το Συμβούλιο παρέβη το άρθρο 2, παράγραφοι 9 και 10, του κανονισμού 2176/84, κατά το ότι δεν χορήγησε συμπληρωματικές προσαρμογές στην κανονική αξία λόγω διαφορών σταδίου εμπορίας, μετά την πραγματοποίηση των άλλων
προσαρμογών στις οποίες προέβη σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 10, του ιδίου κανονισμού.
37 Οι εν λόγω διαφορές προκύπτουν από το ότι η τιμή εξαγωγής περιελάμβανε τα έξοδα που φέρει η Matsushita για να θέτει τα PPC στη διάθεση των εισαγωγέων στην εγκατάστασή της, ενώ η κανονική αξία περιελάμβανε όχι μόνο τα έξοδα που φέρει η Matsushita για τις πωλήσεις προς τις συνδεόμενες εταιρίες πωλήσεων, αλλά και τα έξοδα που φέρουν οι τελευταίες για να θέτουν τα PPC στη διάθεση των μεταπωλητών στις εγκαταστάσεις τους. Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Συμβούλιο προέβη σε εσφαλμένη σύγκριση μεταξύ της τιμής εξαγωγής που καθορίστηκε στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο" και της κανονικής αξίας που αντιστοιχεί στο στάδιο της περιφερειακής διανομής.
38 Παρατηρείται, συναφώς, ότι η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής καθορίστηκαν και οι δύο βάσει της τιμής στην οποία πωλήθηκε το προϊόν για πρώτη φορά σε ανεξάρτητο πελάτη.
39 Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η Matsushita δεν απέδειξε ότι οι πωλήσεις, βάσει των οποίων καθορίστηκαν η κανονική αξία και οι τιμές εξαγωγής, αφορούσαν διαφορετικές κατηγορίες αγοραστών και τοποθετούντο, κατά συνέπεια, σε διαφορετικά στάδια εμπορίας ικανά να δικαιολογήσουν τις αιτούμενες προσαρμογές. Επομένως, τα θεσμικά όργανα δεν ήταν υποχρεωμένα να τις χορηγήσουν.
40 Ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την εσφαλμένη σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από το ασυμβίβαστο του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του κανονισμού 2176/84 προς τον κώδικα αντιντάμπινγκ της ΓΣΔΕ του 1979
41 Η Matsushita ισχυρίζεται ότι, στην περίπτωση που το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του κανονισμού 2176/84 έπρεπε να ερμηνευθεί ως επιτρέπον στο Συμβούλιο να αρνείται να προβεί σε προσαρμογές ενώ η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής δεν είναι συγκρίσιμες ως προς το στάδιο εμπορίας, η εν λόγω διάταξη είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 2, παράγραφος 6, του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1979 που απαιτεί η σύγκριση μεταξύ των δύο αυτών στοιχείων να πραγματοποιείται στο ίδιο στάδιο εμπορίας.
42 Συναφώς, αρκεί η παρατήρηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιτρέπον στα θεσμικά όργανα να αρνούνται προσαρμογές για να λάβουν υπόψη διαφορές σταδίου εμπορίας που απαιτεί ο κώδικας αντιντάμπινγκ. Ωστόσο, η Matsushita δεν απέδειξε ότι η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής δεν συγκρίθηκαν στο ίδιο στάδιο εμπορίας.
43 Ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από το ασυμβίβαστο του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, του κανονισμού 2176/84 προς τον κώδικα αντιντάμπινγκ της ΓΣΔΕ του 1979 πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
Επί των λόγων ακυρώσεως που αντλούνται από την ανακριβή αποτίμηση της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία
Α - Επί της εσφαλμένης εκτιμήσεως του ομοειδούς χαρακτήρα των ΡΡC
44 Πρέπει να τονιστεί προκαταρκτικά ότι τα θεσμικά όργανα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όλα τα PPC, τουλάχιστον αυτά που ανήκουν σε παρακείμενα τμήματα, από το φωτοαντιγραφικό μηχάνημα για προσωπική
χρήση μέχρι και το τμήμα 5 της ταξινόμησης Dataquest, έπρεπε να θεωρούνται ως ομοειδή προϊόντα, ενώ τα ανήκοντα στο τμήμα 6 μηχανήματα, για τα οποία δεν υπάρχει κοινοτική παραγωγή, αποκλείστηκαν από την έρευνα (31η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού).
45 Διαπιστώνεται σχετικώς ότι, κατά τις ταξινομήσεις των PPC που πραγματοποίησαν η Info-Markt και η Dataquest, στις οποίες αναφέρθηκαν στην υπό κρίση υπόθεση τα θεσμικά όργανα, η αγορά των PPC περιλαμβάνει διάφορα τμήματα που ορίζονται σε συνάρτηση με τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τις επιδόσεις των εν λόγω μηχανημάτων. 'Οπως, άλλωστε, αναφέρει η 31η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, οι Ιάπωνες παραγωγοί εξήγαγαν PPC ανήκοντα αποκλειστικά στο τμήμα των φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων για προσωπική χρήση και στα τμήματα 1 έως 4.
46 Η Matsushita υποστηρίζει ότι κακώς τα θεσμικά όργανα αγνόησαν τη διαίρεση σε τμήματα της αγοράς των PPC και θεώρησαν όλα αυτά τα μηχανήματα ως ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 12, του κανονισμού 2176/84. Η Matsushita, για να αποδείξει ότι τα ανήκοντα σε παρακείμενα τμήματα PPC δεν είναι ομοειδή, παρατηρεί ότι ο αγοραστής PPC που ανήκει στο τμήμα 1 δεν θα αγόραζε PPC για προσωπική χρήση, λόγω του ότι το κόστος ανά φωτοαντίγραφο και η σχετική χρησιμότητα του τελευταίου μειώνεται όσο αυξάνεται ο όγκος των αντιγράφων.
47 Η Matsushita ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι δεν υπάρχει καμία ομοιογένεια μεταξύ των PPC που ανήκουν σε τμήματα καλούμενα όχι παρακείμενα. Σχετικώς αναφέρεται, καταρχήν, στην απόφαση 88/88/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1987, σχετική με την κοινή επιχείρηση Olivetti/Canon (ΕΕ L 52, σ. 51), κατά την οποία τα PPC κατανέμονται σε τρεις διακεκριμένες αγορές, δηλαδή στην αγορά της
κατώτερης σειράς (από τα PPC για προσωπική χρήση μέχρι το τμήμα 2 της ταξινόμησης Dataquest), την αγορά της μέσης σειράς (τμήματα 3 και 4) και την αγορά της ανώτερης σειράς (τμήματα 5 και 6). Τονίζει, περαιτέρω, ότι η διαίρεση της αγοράς σε τμήματα, όπως έγινε δεκτή από την Επιτροπή, προκύπτει από τον ανταγωνισμό μεταξύ των PPC που ανήκουν στο ίδιο τμήμα και που είναι πιο έντονος από τον ανταγωνισμό μεταξύ PPC διαφόρων τμημάτων.
48 Παρατηρείται, σχετικώς, ότι κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2176/84 "ζημία καθορίζεται μόνο αν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων προκαλούν ζημία, δηλαδή προκαλούν ή υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσουν, διά των επιπτώσεων του ντάμπινγκ ή της επιδότησης, μια σημαντική ζημία σε υφιστάμενο κλάδο παραγωγής της Κοινότητας ή καθυστερούν αισθητά τη δημιουργία αυτής της παραγωγής". Δυνάμει της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, "η επίπτωση των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδότησης πρέπει να αξιολογηθεί σε σχέση με την παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος στην Κοινότητα (...)". Εξάλλου, το άρθρο 2, παράγραφος 12, του εν λόγω βασικού κανονισμού ορίζει ότι "με τον όρο ομοειδές προϊόν νοείται ένα πανομοιότυπο προϊόν, δηλαδή όμοιο από κάθε άποψη με το εξεταζόμενο προϊόν, ή ελλείψει τούτου, ένα άλλο προϊόν του οποίου τα χαρακτηριστικά παρουσιάζουν στενή ομοιότητα προς εκείνα του υπό εξέταση προϊόντος".
49 Βάσει των μελετών της αγοράς στις οποίες προέβησαν η Info-Markt και η Dataquest, τα θεσμικά όργανα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, αν όλα τα PPC δεν ήταν ομοειδή, τουλάχιστον τα PPC που ανήκουν σε παρακείμενα τμήματα, από το φωτοαντιγραφικό μηχάνημα για προσωπική χρήση μέχρι τα μηχανήματα του τμήματος 5 της ταξινόμησης Dataquest, έπρεπε να θεωρούνται ως ομοειδή. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη
δικογραφία, στις προαναφερθείσες μελέτες, τα τμήματα δεν οριοθετήθηκαν σαφώς, στον βαθμό που, αφενός, ορισμένα PPC μπορούν να ταξινομηθούν σε περισσότερα διαφορετικά τμήματα, λαμβανομένων υπόψη ορισμένων χαρακτηριστικών τους και τεχνικών δεδομένων, και που, αφετέρου, υπάρχει ανταγωνισμός τόσο μεταξύ των PPC που ανήκουν σε παρακείμενα τμήματα όσο και μεταξύ των PPC που έχουν ταξινομηθεί στα διάφορα προαναφερθέντα τμήματα.
50 Οι διαφορές μεταξύ PPC που ανήκουν σε ένα μόνο ή σε διαφορετικά τμήματα, σχετικά ιδίως με την ταχύτητά τους και τη δυναμικότητα παραγωγής αντιγράφων, δεν επαρκούν για να αποδείξουν ότι τα εν λόγω PPC δεν επιτελούν τις ίδιες λειτουργίες ή ότι δεν ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες. 'Οπως, εξάλλου, επισημαίνει η 30ή αιτιολογική σκέψη, τρίτο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού, το ότι η επιλογή των πελατών μπορεί να καθοριστεί σε συνάρτηση με παράγοντες που συνδέονται ιδίως με την απόφαση συγκέντρωσης ή αποκέντρωσης των εγκαταστάσεών τους φωτοαντιγραφής επιβεβαιώνει την ύπαρξη ανταγωνισμού μεταξύ μηχανημάτων διαφόρων κατηγοριών.
51 Τονίζεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των αλληλεπικαλύψεων μεταξύ των διαφόρων τμημάτων, που προαναφέρθηκαν, η ταχύτητα παραγωγής φωτοαντιγράφων δεν μπορεί να ληφθεί ως στοιχείο διακρίσεως των PPC. 'Οπως, πράγματι, προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, τα PPC ιδίως που παράγουν μεταξύ 40 και 45 αντιγράφων ανά λεπτό μπορούν να ανήκουν είτε στο τμήμα 3 (31 έως 45 αντίγραφα) είτε στο τμήμα 4 (40 έως 75 αντίγραφα). Το ίδιο συμβαίνει με τα φωτοαντιγραφικά μηχανήματα για προσωπική χρήση που παράγουν μέχρι 12 αντίγραφα ανά λεπτό, ενώ τα μηχανήματα που ανήκουν στα τμήματα 1α και 1β παράγουν αντιστοίχως μέχρι 20 και από 15 έως 20 αντίγραφα ανά λεπτό.
52 'Οσον αφορά το επιχείρημα της Matsushita, το αντλούμενο από τον καθορισμό των σχετικών αγορών, όπως αυτός προκύπτει από την απόφαση 88/88, πρέπει να γίνει δεκτό, σύμφωνα με την άποψη της Επιτροπής, ότι ο εν λόγω καθορισμός δεν αποκλείει ορισμένη αλληλεπικάλυψη μεταξύ των PPC που ανήκουν στα εν λόγω τρία τμήματα ούτε το ότι αυτή είναι μικρότερη από την αλληλεπικάλυψη μεταξύ των PPC που ανήκουν στο ίδιο τμήμα. 'Οπως προκύπτει, πράγματι, από τις προηγούμενες σκέψεις, τα καθοριζόμενα σ' αυτή την απόφαση τμήματα, όπως και αυτά που προκύπτουν από τις ταξινομήσεις Dataquest και Info-Markt, δεν μεταφράζονται σε διακεκριμένες αγορές.
53 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η Matsushita δεν απέδειξε ότι είναι εσφαλμένη η εκτίμηση των θεσμικών οργάνων κατά την οποία, στην προκειμένη περίπτωση, "η παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος στην Κοινότητα", κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2176/84, ήταν η παραγωγή του συνόλου των PPC, συμπεριλαμβανομένων όλων των τμημάτων.
54 Ο αντλούμενος από την εσφαλμένη εκτίμηση του ομοειδούς χαρακτήρα των προϊόντων λόγος ακυρώσεως πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί.
Β - Επί του εσφαλμένου καθορισμού της κοινοτικής παραγωγής
55 Η Matsushita ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των πολλών εισαγωγών προελεύσεως Ιαπωνίας που πραγματοποίησαν η Rank Xerox, η Oce και η Olivetti, τα θεσμικά όργανα δεν έπρεπε να περιλάβουν τις εν λόγω εταιρίες στον αριθμό των παραγωγών που αποτελούν "τον κλάδο παραγωγής της Κοινότητας", κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 2176/84, και να μεταβάλουν, έτσι, τη θέση που είχαν λάβει σε πολλές προηγούμενες υποθέσεις. Κατά την άποψη της Matsushita, κανένας παραγωγός της Κοινότητας δεν ήταν σε θέση να προβάλει την ύπαρξη ζημίας, προκύπτουσας από τις εισαγωγές μικρών
φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων προελεύσεως Ιαπωνίας. Εν πάση περιπτώσει, η ευρωπαϊκή παραγωγή σ' αυτόν τον τομέα ήταν, κατά τη Matsushita, περιορισμένη ή ανύπαρκτη.
56 'Οσον αφορά τη Rank Xerox, η Matsushita υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι η εν λόγω επιχείρηση συμμετέχει κατά 50 % στο κεφάλαιο της Fuji Xerox, ιαπωνικής εταιρίας η οποία, αφενός, προμήθευσε μεγάλες ποσότητες PPC, πλήρως συναρμολογημένων και φερόντων την ετικέτα Rank Xerox, "kits", και συστατικά μηχανημάτων και, αφετέρου, της παρέσχε τεχνική υποστήριξη και τη συνεργασία της για τη δημιουργία νέων προτύπων. Η Rank Xerox, αγοράζοντας υπ' αυτές τις συνθήκες PPC από τη Fuji Xerox, είχε συγχρόνως τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει κέρδος και να επηρεάσει την τιμή μεταβιβάσεως των εν λόγω μηχανημάτων. Το να περιληφθεί η Rank Xerox στην κατηγορία των παραγωγών της Κοινότητας δεν μπορούσε, επομένως, παρά να νοθεύσει την εκτίμηση της φερομένης ζημίας.
57 Παρατηρείται, σχετικώς, ότι το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί του ιδίου επιχειρήματος που είχε τότε προβληθεί από την Gestetner, με την απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, C-156/87, Gestetner κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-781, σκέψη 57), παρατήρησε ότι, όσον αφορά την εισαγωγή PPC προελεύσεως Ιαπωνίας, τα οποία προμήθευε η Fuji Xerox, τα κοινοτικά όργανα θεώρησαν ότι η Rank Xerox δεν απέδειξε ότι είχε αναγκαστεί να αγοράσει τα μηχανήματα για λόγους αυτοπροστασίας. Κατά τις συγκεντρωθείσες πληροφορίες, επρόκειτο για απόφαση διαχειρίσεως που ελήφθη στο πλαίσιο του ομίλου Rank Xerox. Εντούτοις, ο όγκος των εισαγωγών αυτών ήταν ελάχιστος σε σχέση με το σύνολο των PPC που παρήγε η Rank Xerox στην Κοινότητα, καθώς και σε σχέση με το σύνολο της κοινοτικής αγοράς (1 %), οι δε τιμές μεταπωλήσεως ήταν ακριβώς οι ίδιες με αυτές των αντιστοίχων συσκευών, παραγωγής της Rank Xerox.
58 Η Matsushita αμφισβητεί, περαιτέρω, το ότι η παραγωγή της Rank Xerox θεωρήθηκε ότι αποτελούσε τμήμα της κοινοτικής παραγωγής, ενώ ένα μέρος της δραστηριότητάς της συνίστατο, στην πραγματικότητα, στη συναρμολόγηση ή στην κατασκευή προϊόντων, εντός της Κοινότητας, με εξαρτήματα ή υλικά καταγωγής Ιαπωνίας. Ισχυρίζεται, σχετικώς, ότι το άρθρο 13, παράγραφος 10, που προστέθηκε στο κείμενο του κανονισμού 2176/84 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1761/87 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1987 (ΕΕ L 167, σ. 9), καλούμενο "κανονισμός βιδολόγος", προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ στην περίπτωση αυτή. Θεωρεί ότι τα θεσμικά όργανα, εντάσσοντας στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως αποκλειστικά τις εγκατεστημένες στην Ιαπωνία εταιρίες και υπολογίζοντας, εξάλλου, τις εγκατεστημένες εντός της Κοινότητας εταιρίες που ασκούν τις ίδιες δραστηριότητες "βιδολόγου" στον αριθμό των κοινοτικών παραγωγών, επιφύλαξαν διαφορετική μεταχείριση σε όμοιες καταστάσεις.
59 Το εν λόγω επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, παρατηρείται σχετικώς ότι το άρθρο 13, παράγραφος 10, του κανονισμού 2176/84 εισήχθη σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας εκδόσεως του προσβαλλομένου κανονισμού και αφορά την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ επί προϊόντων συναρμολογουμένων ή κατασκευαζομένων εντός της Κοινότητας με εξαρτήματα ή υλικά παραγωγής της χώρας ή των χωρών εξαγωγής για τις οποίες πρόκειται και όχι τον καθορισμό της κοινοτικής παραγωγής.
60 'Οσον αφορά την Oce και την Olivetti, που είναι επίσης εισαγωγείς PPC από την Ιαπωνία, από παραγωγούς, όμως, που δεν είναι συνδεδεμένοι, η Matsushita ισχυρίζεται ότι οι εισαγωγές τους αντιπροσωπεύουν το 35 έως 40 % των πωλήσεων και μισθώσεών τους μηχανημάτων εντός της Κοινότητας και ότι θα έπρεπε, για τον λόγο αυτό, να αποκλειστούν επίσης από την κοινοτική παραγωγή.
61 Το εν λόγω επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, C-156/87, σκέψη 45, η Olivetti και η Oce εισήγαγαν PPC καταγωγής Ιαπωνίας για να μπορούν να προσφέρουν στους πελάτες τους πλήρη σειρά προϊόντων. Τα PPC που υπάγονται στους τομείς 1 και 2 πωλούνταν σε τιμές ανώτερες απ' αυτές των προμηθευτών τους και αντιπροσώπευαν το 35 έως 40 % των πωλήσεων και εκμισθώσεων αυτών των νέων συσκευών στην αγορά, κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1981 και Ιουλίου 1985. Οι προσπάθειες όμως αυτών των δύο παραγωγών που αποσκοπούσαν στην τελειοποίηση και τη θέση σε κυκλοφορία πλήρους σειράς προϊόντων απέτυχαν λόγω της πτώσεως των τιμών της αγοράς που επέβαλαν οι ιαπωνικές εισαγωγές.
62 Το αντλούμενο από την προγενέστερη πρακτική των θεσμικών οργάνων επιχείρημα της Matsushita δεν μπορεί, ούτε αυτό, να γίνει δεκτό. Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την ίδια προαναφερθείσα απόφαση, C-156/87, σκέψη 43, τα κοινοτικά όργανα, ασκώντας την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν, οφείλουν να εξετάζουν αν πρέπει να αποκλείσουν από τον κλάδο παραγωγής της Κοινότητας τους παραγωγούς που συνδέονται με τους εξαγωγείς ή τους εισαγωγείς ή που είναι οι ίδιοι εισαγωγείς του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ. Αυτή η εξουσία εκτιμήσεως πρέπει να ασκείται κατά περίπτωση σε συνάρτηση με όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
63 Διαπιστώνεται ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας και τις διεξαχθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου συζητήσεις, σε κάθε
περίπτωση που ανέφερε η προσφεύγουσα, ο αποκλεισμός ενός κοινοτικού παραγωγού από την κοινοτική παραγωγή ή η ενσωμάτωσή του σ' αυτήν υπήρξε αποτέλεσμα ασκήσεως μιας τέτοιας εξουσίας εκτιμήσεως.
64 'Οσον αφορά, τέλος, το επιχείρημα της Matsushita, κατά το οποίο η κοινοτική παραγωγή στον τομέα των μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων είναι περιορισμένη ή ανύπαρκτη, αρκεί η διαπίστωση ότι, στην προκειμένη περίπτωση, τα θεσμικά όργανα ορθώς θεώρησαν ως ομοειδές προϊόν το σύνολο των PPC που ανήκουν σε παρακείμενα τμήματα, από το φωτοαντιγραφικό μηχάνημα για προσωπική χρήση μέχρι τα μηχανήματα του τμήματος 5 της ταξινόμησης Dataquest, και ότι, η κοινοτική παραγωγή στον τομέα των μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και μόνο δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της κοινοτικής παραγωγής.
65 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο λόγος ακυρώσεως ο αντλούμενος από τον εσφαλμένο καθορισμό της κοινοτικής παραγωγής δεν είναι βάσιμος και πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί.
Γ - Επί της εσφαλμένης εκτιμήσεως των παραγόντων της ζημίας
66 Η Matsushita αμφισβητεί την ανάλυση των διαφόρων παραγόντων στην οποία προέβησαν τα θεσμικά όργανα για να εκτιμήσουν τη ζημία που υπέστη η κοινοτική παραγωγή, καθώς και το υποστατό της ζημίας που προσδιορίστηκε μ' αυτόν τον τρόπο και η οποία, κατά τη Matsushita, προέκυψε όχι από τις εν λόγω εισαγωγές, αλλά από την πολιτική που ακολούθησαν οι κοινοτικές επιχειρήσεις και την κατωτερότητα των μηχανημάτων τους σε σχέση με τα ιαπωνικά PPC.
67 Σχετικώς, επιβάλλεται η αναφορά στις διατάξεις του κανονισμού 2176/84, που επισημαίνουν τη μέθοδο που πρέπει να ακολουθηθεί για τον προσδιορισμό της ζημίας, και ιδίως, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, αφενός, ζημία καθορίζεται μόνο αν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ
προκαλούν ή υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσουν, διά των επιπτώσεων του ντάμπινγκ ή της επιδότησης, σημαντική ζημία σε υφιστάμενο κλάδο παραγωγής της Κοινότητας και, αφετέρου, οι ζημίες που προκαλούνται από άλλους παράγοντες δεν πρέπει να αποδίδονται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.
68 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2176/84 απαριθμεί τους παράγοντες που πρέπει να περιλαμβάνει η εξέταση της ζημίας, δηλαδή: α) τον όγκο των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, β) την τιμή των εν λόγω εισαγωγών, και γ) την επίπτωσή τους επί του εξεταζομένου κλάδου παραγωγής. Η ίδια διάταξη διευκρινίζει, ωστόσο, ότι ούτε ένας μόνος ούτε και περισσότεροι από τους εν λόγω παράγοντες συνιστούν αναγκαστικά καθοριστική βάση κρίσεως.
69 Επομένως, τα θεσμικά όργανα, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεώς τους καλούνται να εξετάσουν τους προαναφερθέντες παράγοντες και να κάνουν δεκτά, μεταξύ των στοιχείων εκτιμήσεως που αναφέρονται προς τον σκοπό αυτό στην προαναφερθείσα διάταξη, τα στοιχεία που κρίνουν πρόσφορα σε κάθε περίπτωση. Στην υπό κρίση υπόθεση, τα θεσμικά όργανα προέβησαν σε λεπτομερή εξέταση των παραγόντων που αναφέρει η εν λόγω διάταξη.
70 Προκειμένου περί του όγκου των ιαπωνικών εισαγωγών, παρατηρείται ότι, παρόλον ότι οι πωλήσεις και μισθώσεις καινούργιων μηχανημάτων, κατασκευασθέντων από τους κοινοτικούς παραγωγούς, αυξήθηκαν κατά 74 % μεταξύ 1981 και 1984, το μερίδιό τους στην αγορά έπεσε από 21 % το 1981, σε 11 % κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, ενώ το μερίδιο της κοινοτικής αγοράς, το κατεχόμενο από τους Ιάπωνες παραγωγούς, αυξήθηκε κατά την ίδια περίοδο από 70 σε 78 %. Τα θεσμικά όργανα μπόρεσαν, κατά συνέπεια, να θεωρήσουν ότι οι ιαπωνικές εισαγωγές, που αυξήθηκαν κατά 120 % και πλέον μεταξύ 1981 και 1984, είχαν εμποδίσει την ευνοϊκότερη εξέλιξη των πωλήσεων και μισθώσεων PPC από τις κοινοτικές επιχειρήσεις.
71 'Οσον αφορά τις υποτιμολογήσεις των εισαχθέντων προϊόντων, αρκεί η διαπίστωση ότι, παρά τα συμπληρωματικά χαρακτηριστικά και επιδόσεις που παρουσίαζαν τα κατασκευαζόμενα στην Ιαπωνία PPC, σε σχέση με τα συγκρίσιμα εντός της Κοινότητας κατασκευαζόμενα PPC, οι τιμές τους ήταν ίδιες ή και μάλιστα κατώτερες από τις τιμές των PPC των κοινοτικών παραγωγών (44η, 47η και 49η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού).
72 'Οσον αφορά την επίπτωση των υποτιμολογημένων εισαγωγών επί της παραγωγής για την οποία πρόκειται, παρατηρείται ότι, εκτός από την αισθητή μείωση των μεριδίων της αγοράς, των κατεχομένων από τους κοινοτικούς παραγωγούς, που προαναφέρθηκε, η αποδοτικότητα των δραστηριοτήτων των σχετικών κοινοτικών παραγωγών σημείωσε επίσης πτώση κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.
73 Τονίζεται, σχετικώς, ότι τα θεσμικά όργανα δεν όφειλαν, όπως ισχυρίζεται η Matsushita, να λάβουν υπόψη τα κέρδη ή τις ζημίες των κοινοτικών παραγωγών επί του συνόλου των δραστηριοτήτων τους στον τομέα της φωτοαντιγραφής. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2176/84, το αποτέλεσμα των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος εντός της Κοινότητας. Επομένως, το Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη την εν λόγω παραγωγή, όπως καθορίζεται πιο πάνω, ορθώς εκτίμησε την επίπτωση των ιαπωνικών εισαγωγών επί της αποδοτικότητας των κοινοτικών παραγωγών.
74 Η Matsushita ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι η εξέλιξη της ευρωπαϊκής αγοράς των μηχανημάτων φωτοαντιγραφής αποδεικνύει ότι τα θεσμικά όργανα κακώς απέδωσαν στις εν λόγω εισαγωγές τη ζημία η οποία
προκύπτει από άλλους παράγοντες και ειδικότερα από την απόφαση των κοινοτικών επιχειρήσεων να μην αναλάβουν την παραγωγή μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων, λόγω των δαπανών και των τεχνολογικών δυσκολιών που θα συνεπαγόταν η ανάπτυξη των καινούργιων αυτών μοντέλων.
75 Αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, όσον αφορά τη Rank Xerox, το Συμβούλιο εκθέτει στην 85η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού ότι, από το 1982/1983, υπερπηδήθηκαν οι δυσκολίες που είχε συναντήσει η εν λόγω εταιρία για την ανάπτυξη καινούργιου μοντέλου και ότι ένα τέτοιο μοντέλο πράγματι προωθήθηκε στην αγορά. Επομένως, το Συμβούλιο δεν έσφαλε εκτιμώντας ότι αυτές οι δυσκολίες ήταν άσχετες προς τη ζημία, η οποία άλλωστε προκλήθηκε στη Rank Xerox εξαιτίας των εισαγωγών προελεύσεως Ιαπωνίας.
76 'Οσον αφορά την Oce και την Olivetti, υπενθυμίζεται, όπως αυτό επισημάνθηκε πιο πάνω (σκέψη 61), ότι οι προσπάθειες των δύο αυτών παραγωγών που απέβλεπαν στο να τελειοποιήσουν και να προωθήσουν στην αγορά πλήρη σειρά μοντέλων απέτυχαν εξαιτίας της συμπιέσεως των τιμών της αγοράς που προκάλεσαν οι ιαπωνικές εισαγωγές.
77 Προκειμένου, τέλος, περί της επιχειρηματολογίας, της σχετικής με τη φερομένη ανωτερότητα των ιαπωνικών PPC, την ποικιλία των μηχανημάτων τους, την ποιότητα και αξιοπιστία τους, παρατηρείται ότι περί αυτών δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
78 Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, ο λόγος ακυρώσεως ο αντλούμενος από την εσφαλμένη εκτίμηση των παραγόντων της ζημίας πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση των συμφερόντων της Κοινότητας
79 Η Matsushita υποστηρίζει ότι η εκτίμηση των συμφερόντων της Κοινότητας πάσχει λόγω του ότι η Rank Xerox, η Oce και η Olivetti, που εξηρτώντο και αντλούσαν όφελος από τις εισαγωγές προελεύσεως Ιαπωνίας, θεωρήθηκαν ότι αποτελούσαν μέρος του συνόλου των παραγωγών που αποτελούν την κοινοτική παραγωγή και λόγω του ότι τα θεσμικά όργανα δεν συνέκριναν το συμφέρον τους με αυτό των εισαγωγέων ΟΕΜ, όπως είναι η Gestetner, η Agfa-Gevaert και άλλοι. Σχετικώς, επικαλείται το ότι η Rank Xerox, η Oce και η Olivetti μαζί με την Tetras κατείχαν μόνο το 3 % της κοινοτικής αγοράς των μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων, ενώ οι προαναφερθέντες εισαγωγείς ΟΕΜ, που απασχολούσαν πολύ μεγάλο αριθμό προσώπων, ανέπτυξαν μεγάλη δραστηριότητα στον τομέα των μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων.
80 Η Matsushita θεωρεί ότι, δεδομένου του πολύ περιορισμένου χαρακτήρα της κοινοτικής παραγωγής και της πολύ μικρής ποικιλίας των προσφερομένων προϊόντων στον τομέα των μικρών φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων, η εκτίμηση των θεσμικών οργάνων ως προς το αν τα συμφέροντα της Κοινότητας απαιτούσαν κοινοτική ενέργεια ήταν εσφαλμένη, στον βαθμό που, αποφασίζοντας να προστατεύσουν τους κατασκευαστές πολύ μικρής ποσότητας προϊόντων, δεν έλαβαν υπόψη τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες.
81 Υπενθυμίζεται ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο, ιδίως με την προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, C-156/87, σκέψη 63, το ζήτημα αν το συμφέρον της Κοινότητας καθιστά αναγκαία μια κοινοτική ενέργεια προϋποθέτει την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων. Ο δικαστικός έλεγχος αυτής της εκτιμήσεως πρέπει να περιορίζεται στον
έλεγχο ότι τηρήθηκαν οι διαδικαστικοί κανόνες, ότι συνέβησαν πράγματι τα περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η επίμαχη επιλογή και ότι δεν χώρησε ούτε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ούτε ενέργεια κατά κατάχρηση εξουσίας.
82 Παρατηρείται σχετικώς ότι, κατά τα θεσμικά όργανα, ελλείψει δασμών αντιντάμπινγκ, θα ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε να συνεχιστεί κοινοτική και ανεξάρτητη παραγωγή PPC, ενώ αυτή είναι αναγκαία για τη διατήρηση και την ανάπτυξη των τεχνικών που απαιτούνται για την παραγωγή προϊόντων αναπαραγωγής εγγράφων, καθώς και για τη διατήρηση μεγάλου αριθμού θέσεων εργασίας. Η εν λόγω ανησυχία προέκυπτε ιδίως από την εξαγορά, κατά τη διάρκεια της έρευνας, της επιχειρήσεως κοινοτικού παραγωγού από Ιάπωνα βιομήχανο. Τα θεσμικά όργανα θεώρησαν, επομένως, ότι η εν λόγω ανάγκη προστασίας της κοινοτικής βιομηχανίας ήταν σημαντικότερη από την προστασία των αμέσων συμφερόντων των καταναλωτών, όπως διευκρινίζεται στην 99η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, και από την προστασία των εισαγωγέων.
83 Δεδομένου ότι τα θεσμικά όργανα δεν υπέπεσαν σε καμία πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των συμφερόντων της Κοινότητας, ο προβληθείς συναφώς λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από τον εσφαλμένο υπολογισμό του δασμού αντιντάμπινγκ
84 Η Matsushita ισχυρίζεται, τέλος, ότι τα θεσμικά όργανα ορίζοντας τους οριστικούς δασμούς αντιντάμπινγκ σε 20 % της καθαρής τιμής "ελεύθερο στα σύνορα", παρέβησαν το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 2176/84, κατά το οποίο το ποσό των εν λόγω δασμών δεν μπορεί να είναι ανώτερο από αυτό που είναι αναγκαίο για την εξάλειψη της ζημίας.
85 Σχετικώς, η Matsushita αναφέρει, καταρχάς, ότι κακώς η Επιτροπή θεώρησε ότι ένα περιθώριο κέρδους 12 % ήταν αναγκαίο για να εξασφαλίσει εύλογο κέρδος ή εισόδημα στο πλαίσιο των πωλήσεων των PPC. Το εν λόγω περιθώριο είναι προδήλως υπερβολικό, λόγω του ότι τα μικρά φωτοαντιγραφικά μηχανήματα πωλούνται πάντοτε με κέρδος μικρότερο από αυτό που προκύπτει από το σύνολο των δραστηριοτήτων που συνδέονται με την πώληση των PPC. Παρατηρεί, περαιτέρω, ότι ο δασμός υπολογίστηκε για να αντισταθμιστεί η υποτιμολόγηση η οποία, για τους λόγους που ήδη έχουν εκτεθεί, δεν υφίσταται. Η Matsushita θεωρεί, τέλος, ότι η περιγραφή του τρόπου υπολογισμού του δασμού στην 107η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού δεν είναι σαφής.
86 'Οσον αφορά το επιχείρημα ότι το περιθώριο κέρδους των 12 % είναι υπερβολικό, παρατηρείται ότι, κατά την 103η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, το επιλεγέν ποσοστό έπρεπε να επιτρέψει στο σύνολο των κοινοτικών παραγωγών να εξασφαλίσουν λογική απόδοση, ανάλογη με τον κίνδυνο που αντιστοιχεί στην επένδυση για την τελειοποίηση καινούργιων προϊόντων. Σχετικώς, τα θεσμικά όργανα θεώρησαν ότι δεν ήταν πρόσφορο να λάβουν υπόψη τα κέρδη που πραγματοποιούνται από τις προμήθειες ή από άλλες δραστηριότητες σχετικές με τα μηχανήματα φωτοαντιγραφής.
87 Ούτε από τη δικογραφία ούτε από τις διεξαχθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου συζητήσεις προκύπτει ότι τα θεσμικά όργανα άσκησαν πλημμελώς την εξουσία εκτιμήσεώς τους. Η Matsushita, άλλωστε, δεν απέδειξε σε ποιον βαθμό το κατώτερο περιθώριο για τα μικρά φωτοαντιγραφικά μηχανήματα θα είχε επίπτωση επί του ποσού του επιβληθέντος δασμού αντιντάμπινγκ.
88 Το επιχείρημα ότι η υποτιμολόγηση, την οποία ο δασμός έπρεπε να αντισταθμίσει, δεν υφίστατο, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, όπως επισημαίνεται στην 110η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, οι Ιάπωνες εξαγωγείς αναμφισβητήτως προέβησαν σε ορισμένης μορφής υποτιμολογήσεις (σκέψη 71), λαμβανομένης, όμως, υπόψη της αδυναμίας ποσοτικού υπολογισμού τους, κανένα στοιχείο που να τις λαμβάνει υπόψη δεν περιελήφθη στους υπολογισμούς του δασμού αντιντάμπινγκ.
89 Προκειμένου, τέλος, περί της περιγραφής του τρόπου υπολογισμού του δασμού, αρκεί η διαπίστωση ότι στην 107η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού εκτίθεται λεπτομερώς το σύνολο των πράξεων του υπολογισμού που πραγματοποίησαν τα θεσμικά όργανα και η Matsushita δεν διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους οι εν λόγω πράξεις δεν ήσαν καταληπτές.
90 'Οπως προκύπτει από τις προηγούμενες σκέψεις, ο λόγος ακυρώσεως περί εσφαλμένου υπολογισμού του δασμού αντιντάμπινγκ πρέπει να απορριφθεί και, επομένως, και η προσφυγή στο σύνολό της.
Eπί των λόγων ακυρώσεως που αφορούν την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως
91 Η Matsushita θεωρεί ότι το Συμβούλιο παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά το ότι η προβληθείσα αιτιολογία για τον καθορισμό της κανονικής αξίας είναι ανεπαρκής, και μάλλον ανύπαρκτη. 'Ετσι, πρώτον, η απόφασή της να θεωρήσει τις συνδεόμενες εταιρίες ως στοιχείο της εταιρίας Matsushita για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή από το Συμβούλιο των προβλεπομένων στο άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 7, του κανονισμού 2176/84, διατάξεων, δεύτερον η απόφασή της να περιλάβει την έκπτωση λόγω αναλήψεως του μεταχειρισμένου κυρίου μηχανήματος στην κανονική αξία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με το ότι η Μatsushita ίσως επωφελήθηκε ακουσίως του πλεονεκτήματος που
προκύπτει από την έλλειψη αγοράς μεταχειρισμένων και, τέλος, η απόφαση του Συμβουλίου να περιλάβει ορισμένα έξοδα και την αξία της εκπτώσεως λόγω αναλήψεως του μεταχειρισμένου κυρίου μηχανήματος στην κατασκευασμένη κανονική αξία για τις πωλήσεις προς τις ΟΕΜ δεν είναι αιτιολογημένη.
92 Το πρώτο επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι το Συμβούλιο ορθώς θεώρησε ότι η Μatsushita και οι εταιρίες της πωλήσεων αποτελούσαν ενιαία οικονομική οντότητα. Εξάλλου, η απαίτηση αιτιολογίας που θέτει το άρθρο 190 της Συνθήκης ικανοποιήθηκε με τους εκτεθέντες στην έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2640/86 λόγους, την οποία επιβεβαίωσε η έκτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, και που επισημαίνουν σαφώς τους λόγους για τους οποίους τα θεσμικά όργανα χρησιμοποίησαν τις εφαρμοσθείσες έναντι ανεξαρτήτων αγοραστών τιμές για να καθορίσουν την κανονική αξία και αρνήθηκαν να εφαρμόσουν το άρθρο 2, παράγραφος 7, του κανονισμού 2176/84.
93 Το ίδιο ισχύει όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα που προβάλλει η Matsushita. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη 13η αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, στην προκειμένη περίπτωση, η έλλειψη αγοράς μεταχειρισμένων αποδεικνύει ότι η απόσυρση από την αγορά των αναλαμβανομένων μηχανημάτων ελάμβανε χώρα στις περισσότερες περιπτώσεις και, κατά συνέπεια, η Matsushita επωφελείτο μ' αυτόν τον τρόπο από τα ίδια πλεονεκτήματα όπως και οι άλλοι παραγωγοί.
94 Προκειμένου, τέλος, περί του τρίτου επιχειρήματος, όπως προκύπτει από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, λόγω της μη πραγματοποιήσεως πωλήσεων προς αγοραστές ΟΕΜ εντός της ιαπωνικής αγοράς και λαμβανομένης υπόψη της αδυναμίας να υπολογιστούν με ακρίβεια οι διαφορές κόστους ή κερδών πραγματοποιούμενων στο πλαίσιο των πωλήσεων προς τις ΟΕΜ και αυτών που αντιστοιχούν στις άλλες πωλήσεις, τα θεσμικά όργανα καθόρισαν,
στο πλαίσιο της κατασκευής της κανονικής αξίας των ΟΕΜ, το περιθώριο κέρδους σε 5 %.
95 'Οπως προκύπτει από τις προηγούμενες σκέψεις οι λόγοι ακυρώσεως που αφορούν την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθούν και, επομένως, η προσφυγή στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
96 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων της παρεμβαίνουσας CECOM που υπέβαλε σχετικό αίτημα. Η Επιτροπή θα φέρει, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων της παρεμβαίνουσας CECOM.
Full & Egal Universal Law Academy