Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Εξωσυμβατική ευθύνη θεσμικών οργάνων - Συνεργασία των οργάνων με τις αστυνομικές αρχές - Γνωστοποίηση υπηρεσιακών πληροφοριών οι οποίες διευκόλυναν τη σύλληψη ενός υπαλλήλου - Υπηρεσιακό πταίσμα - Ηθική βλάβη - Υποχρέωση επανορθώσεως
2. Υπάλληλοι - Υποχρέωση επικουρίας που φέρει η διοίκηση - 'Εκταση - 'Ορια
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 24)
1. Ναι μεν τα όργανα είναι υποχρεωμένα να γνωστοποιούν, κατόπιν αιτήσεως των εθνικών αστυνομικών αρχών, κρίσιμες πληροφορίες που αφορούν έρευνα που διεξάγεται για αδίκημα του κοινού δικαίου, για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει αναμιχθεί ένας από τους υπαλλήλους τους, δεν έχουν όμως την εξουσία να παρέχουν υπηρεσιακές πληροφορίες, οι οποίες υπό την ιδιότητά τους αυτή είναι ξένες προς το αντικείμενο της έρευνας. Η αποκάλυψη τέτοιας φύσεως πληροφοριών συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα ικανό να γεννήσει την ευθύνη του οργάνου, το οποίο το καθιστά υπόχρεο να επανορθώσει την ηθική βλάβη που υπέστη άμεσα από το πταίσμα αυτό ο ενδιαφερόμενος, η σύλληψη του οποίου διευκολύνθηκε κατά τον τρόπο αυτό.
2. 'Οπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τα όργανα της Κοινότητος είναι υποχρεωμένα να βοηθούν τους υπαλλήλους τους μόνον σε προσβολές από μέρους τρίτων, τις οποίες υπέστησαν οι υπάλληλοι λόγω της ιδιότητάς τους και των καθηκόντων τους. Δεν μπορεί να γίνει επίκληση τέτοιας υποχρεώσεως βοηθείας προκειμένου για μέτρα καταναγκασμού που ελήφθησαν από τις εθνικές αστυνομικές αρχές έναντι ενός υπαλλήλου και τα οποία αιτιολογούνται από την προσωπική συμπεριφορά του, διωκόμενου για αδίκημα ξένο προς την άσκηση των καθηκόντων του.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 180/87,
Richard Hamill, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος και επικουρούμενος από τον Edmond Lebrun, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Tony Biever, 83, boulevard Grand-Duchesse Charlotte,
ενάγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Peter Kalbe, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο τμήματος, K. Bahlmann και T. F. O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Απριλίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουλίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Ιουνίου 1987 ο Richard Hamill άσκησε, δυνάμει των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, αγωγή με την οποία ζητεί να επιτύχει από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την αποκατάσταση της ζημίας που θεωρεί ότι υπέστη λόγω παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων της Επιτροπής ή των υπαλλήλων της, ενεργούντων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έναντι αυτού.
2 Κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ο ενάγων, βρετανικής ιθαγενείας, ήταν υπάλληλος βαθμού Α 6 στην Επιτροπή, υπηρετών στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού όπου ασκούσε καθήκοντα επιθεωρητού επιχειρήσεων που υπάγονται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ.
3 Το 1984 διενεργήθηκε εις βάρος του ενάγοντος έρευνα την οποία διεξήγαγε η βρετανική αστυνομία, η οποία τον υποψιαζόταν ότι μετήλθε διεθνή απάτη με μια πλαστογραφημένη επιταγή, σε συνέργεια με άλλα πρόσωπα.
4 Κατά την έρευνα αυτή, η βρετανική αστυνομία τηλεφώνησε στο γραφείο ασφαλείας της Επιτροπής στις 20 Σεπτεμβρίου 1984 για να λάβει ορισμένες πληροφορίες για τον ενάγοντα. Εις απάντηση της αιτήσεως αυτής το γραφείο ασφαλείας πληροφόρησε τη βρετανική αστυνομία, την 1η Οκτωβρίου 1984, για την ιδιότητα του προσφεύγοντος ως υπαλλήλου, τη διεύθυνσή του στις Βρυξέλλες, στοιχεία εντοπισμού του αυτοκινήτου του, τις άδειες που ζήτησε να λάβει ή που έπρεπε να λάβει, καθώς και ορισμένες προηγούμενες μετακινήσεις του.
5 Το ίδιο πρωί της 9ης Οκτωβρίου 1984 ειδοποίησε το γραφείο ασφαλείας τη βρετανική αστυνομία ότι ο ενάγων θα αναχωρούσε την ίδια μέρα για αποστολή στο Ηνωμένο Βασίλειο και με την ευκαιρία αυτή γνωστοποίησε την ώρα της πτήσεως και την άφιξη του ενάγοντος.
6 Κατά την προσγείωση του ενάγοντος στο αεροδρόμιο του Luton την ημέρα εκείνη, ο ενάγων εξετάστηκε και συνελήφθη από την αστυνομία. Την επομένη της συλλήψεώς του ο ενάγων δέχθηκε την επίσκεψη ενός εκπροσώπου της Επιτροπής ο οποίος πήγε να αποσύρει τα σχετικά με την αποστολή επιθεωρήσεως του ενάγοντος έγγραφα από τον υπάλληλο αυτό ζήτησε ο ενάγων, χωρίς επιτυχία, να του παράσχει άμεση βοήθεια ενός "solicitor", τον οποίο του αρνήθηκε η αστυνομία. Στις 12 Οκτωβρίου, ημερομηνία κατά την οποία του απαγγέλθηκε η κατηγορία της "conspiracy to steal" και της "conspiracy to use a false instrument", ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ένας solicitor για την υπεράσπισή του. Μετά την εμφάνισή του ενώπιον ενός δικαστού στις 13 Οκτωβρίου, ο ενάγων κρατήθηκε στις φυλακές επί 10 ημέρες, κατόπιν δε αφέθηκε ελεύθερος αφού του παρακρατήθηκε το διαβατήριό του, το οποίο του επιστράφηκε αργότερα έναντι καταβολής εγγυήσεως. Τέλος, με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1986, το "Central Criminal Court" του Λονδίνου απήλλαξε τον ενάγοντα από τα προαναφερθέντα δύο κεφάλαια κατηγορίας.
7 Ο ενάγων ισχυρίζεται κυρίως ότι η Επιτροπή διοργάνωσε τη σύλληψή του με τη βοήθεια της βρετανικής αστυνομίας και ότι παρέβη την υποχρέωση επικουρίας που έχει κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, επειδή παρέλειψε, αφενός, να δώσει συνέχεια στην αίτηση άμεσης επικουρίας από ένα solicitor, αφετέρου, να ειδοποιήσει την οικογένειά του για τη σύλληψή του. Από τις ενέργειες αυτές προέκυψαν για τον ενάγοντα άμεσα ορισμένες υλικές ζημίες και ηθικές βλάβες, των οποίων ζητεί την επανόρθωση.
8 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υπερέβη τα όρια της υποχρεώσεως που υπέχει να συνεργάζεται με τις εθνικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με τη διεξαγωγή ερευνών, όπου δεν θίγονται οι ασυλίες και τα προνόμιά της και όπου ούτε ο υπάλληλος δεν μπορεί, όπως στην προκειμένη περίπτωση, να επικαλεστεί αυτές τις ασυλίες και τα προνόμια. Ειδικότερα, το γραφείο ασφαλείας αρνήθηκε να απαντήσει σε κάθε ερώτηση που αφορούσε υπηρεσιακές πληροφορίες. Εξάλλου, το καθήκον επικουρίας της Επιτροπής έναντι των υπαλλήλων της δεν βαίνει πέραν της υποχρεώσεως που έχει να βεβαιωθεί η ίδια ότι ο ενάγων κρατούνταν για λόγους ξένους προς την άσκηση των καθηκόντων του και ότι απήλαυε όλων των εγγυήσεων του βρετανικού δικαστικού συστήματος. Τέλος, η Επιτροπή αμφισβητεί κάθε αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των στοιχείων της προβαλλομένης ζημίας και της συμπεριφοράς του.
9 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του πρώτου κεφαλαίου του αιτήματος αποζημιώσεως
10 Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να γνωστοποιήσει στη βρετανική αστυνομία, κατόπιν αιτήσεώς της, τις κρίσιμες πληροφορίες που αναφέρονται στην εξέταση που άρχισε για ένα αδίκημα κοινού δικαίου, στο οποίο υπήρχαν υπόνοιες ότι εμπλεκόταν ένας από τους υπαλλήλους της. 'Ετσι, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Επιτροπή εκπλήρωσε αυτή την υποχρέωση την 1η Οκτωβρίου 1984 όταν έδωσε τις κρίσιμες πληροφορίες που ζητήθηκαν στις 20 Σεπτεμβρίου.
11 Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν δέχεται ότι η Επιτροπή είχε εξουσία να παράσχει στις 9 Οκτωβρίου πληροφορίες που αφορούσαν την επικείμενη αποστολή του προσφεύγοντος στο Ηνωμένο Βασίλειο, το μεταφορικό μέσο που θα χρησιμοποιούσε, τον τόπο και την ώρα της αφίξεώς του. Πράγματι, οι πληροφορίες αυτές συνιστούν υπηρεσιακές πληροφορίες και υπό την ιδιότητά τους αυτή είναι ξένες προς το αντικείμενο της έρευνας.
12 Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή παρέσχε παρανόμως τη βοήθειά της στην έρευνα που διεξήγαγε η βρετανική αστυνομία, διευκολύνοντας έτσι τη σύλληψη του ενάγοντος από την εν λόγω αστυνομία.
13 Κατά το μέτρο αυτό το υπηρεσιακό πταίσμα της Επιτροπής προκάλεσε άμεσα στον ενάγοντα ηθική βλάβη, την οποία, κατόπιν αυτού, πρέπει να επανορθώσει η Επιτροπή.
14 Αντιθέτως, πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά το πρώτο κεφάλαιο του αιτήματος αποζημιώσεως κατά το μέρος που ζητεί την αποκατάσταση των στοιχείων της ζημίας την οποία υπέστη ο ενάγων λόγω της κρατήσεώς του και της δίκης του. Πράγματι, η ζημία αυτή, και αν υποτεθεί ότι είναι αποδεδειγμένη, δεν βρίσκεται σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά της Επιτροπής, λόγω της επεμβάσεως των βρετανικών αρχών.
Επί του δευτέρου και τρίτου κεφαλαίου του αιτήματος αποζημιώσεως
15 'Οπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και από τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα θεσμικά όργανα των Κοινοτήτων είναι υποχρεωμένα, δυνάμει της διατάξεως αυτής, να βοηθούν τους υπαλλήλους τους μόνον σε περιπτώσεις προσβολών από μέρους τρίτων εις βάρος των υπαλλήλων λόγω της ιδιότητάς τους και των καθηκόντων τους.
16 Είναι δεδομένο ότι τα μέτρα καταναγκασμού που ελήφθησαν κατά του ενάγοντος από τις βρετανικές αρχές ήταν, αντιθέτως, αιτιολογημένα λόγω της προσωπικής συμπεριφοράς του ενάγοντος, ο οποίος ήταν ύποπτος συνεργείας αδικήματος του κοινού δικαίου, ξένου προς την άσκηση των καθηκόντων του.
17 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να λογισθεί στην περίπτωση αυτή ότι υπέπεσε σε υπηρεσιακό πταίσμα επειδή παρέλειψε να παράσχει στον προσφεύγοντα την άμεση νομική επικουρία ενός "solicitor" και να ειδοποιήσει την οικογένειά του για τη σύλληψή του.
18 Κατά συνέπεια, το δεύτερο και το τρίτο κεφάλαιο του αιτήματος αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Επί της επανορθώσεως της ηθικής βλάβης
19 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι πρέπει να υποχρεωθεί η Επιτροπή να επανορθώσει την ηθική βλάβη που υπέστη ο προσφεύγων λόγω του ότι η Επιτροπή διευκόλυνε τη σύλληψή του από τη βρετανική αστυνομία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Ο καθορισμός του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως πρέπει να γίνει με κοινή συμφωνία των διαδίκων, σε περίπτωση δε μη συμφωνίας από το Δικαστήριο.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Υποχρεώνει την Επιτροπή να επανορθώσει την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων λόγω του ότι η Επιτροπή διευκόλυνε τη σύλληψή του από τη βρετανική αστυνομία.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αγωγή.
3) Καλεί τους διαδίκους να υποβάλουν στο Δικαστήριο, εντός προθεσμίας έξι μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως στο οποίο θα καταλήξουν με κοινή συμφωνία.
4) Σε περίπτωση μη συμφωνίας, οι διάδικοι καλούνται να υποβάλουν στο Δικαστήριο, εντός της ίδιας προθεσμίας, τις προτάσεις τους σχετικά με το ποσό.
5) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy