Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Προσφυγή - Προσφυγή κατά αποφάσεως εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού - Λόγοι ακυρώσεως περί πλημμελειών της προκηρύξεως του διαγωνισμού η οποία δεν είχε αμφισβητηθεί εμπροθέσμως - Απαράδεκτοι
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
2. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διαγωνισμός - Διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων - Διοργάνωση των εξετάσεων - Διοργάνωση σύμφωνα με τις απαιτήσεις προσλήψεως και όχι σύμφωνα με τη μόρφωση και τις ειδικές ικανότητες των διαφόρων υποψηφίων
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 29, παράγραφος 1)
Περίληψη
1. 'Ενας υπάλληλος δεν μπορεί, προς στήριξη προσφυγής στρεφομένης κατά αποφάσεως εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού, να προβάλλει λόγους ακυρώσεως που αναφέρονται σε πλημμέλειες της προκηρύξεως του διαγωνισμού, εφόσον δεν προσέβαλε εμπροθέσμως τις διατάξεις της προκηρύξεως τις οποίες θεωρεί ότι τον βλάπτουν. Αλλιώς θα μπορούσε να τεθεί υπό αμφισβήτηση μια προκήρυξη διαγωνισμού πολύ μετά τη δημοσίευσή της και ενώ το μεγαλύτερο μέρος ή όλες οι ενέργειες του διαγωνισμού θα είχαν ήδη διεξαχθεί, πράγμα που θα ήταν αντίθετο προς τις αρχές της ασφαλείας δικαίου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοικήσεως.
Διαφορετική είναι η περίπτωση εκείνου ο οποίος προβάλλει πλημμέλειες, η προέλευση των οποίων μπορεί ασφαλώς να ανευρεθεί στο κείμενο της προκηρύξεως του διαγωνισμού, οι οποίες όμως επήλθαν κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού.
2. Η διαδικασία του διαγωνισμού που προβλέπεται από το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων δεν μπορεί να έχει άλλο σκοπό παρά την πλήρωση κενών θέσεων, εξασφαλίζοντας την εκλογή των υποψηφίων που έχουν τις μεγαλύτερες ικανότητες για τις πληρωτέες θέσεις.
Κατά συνέπεια, η διοργάνωση των εξετάσεων πρέπει να γίνεται σε συνάρτηση με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στις θέσεις που πρόκειται να πληρωθούν με το διαγωνισμό και όχι με τη μόρφωση και τις ειδικές επαγγελματικές ικανότητες των διαφόρων υποψηφίων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 181/87,
Marie Elisabeth Agazzi Leonard, υπάλληλος της Επιτροπής, εκπροσωπούμενη από τον Giuseppe Marchesini, δικηγόρο του ακυρωτικού δικαστηρίου της Ιταλικής Δημοκρατίας, Μιλάνο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο V. Biel, 18 A, rue des Glacis,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τη Marie Wolfcarius, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του εσωτερικού διαγωνισμού CΟΜ/Α/8/84 περί μη εγγραφής της προσφεύγουσας στον πίνακα επιτυχόντων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο τμήματος, K. Bahlmann και T. F. O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C.O. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Απριλίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 10 Ιουνίου 1987 στη γραμματεία του Δικαστηρίου η Marie Elisabeth Agazzi Leonard, υπάλληλος βαθμού Β 2 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του εσωτερικού διαγωνισμού CΟΜ/Α/8/84 περί μη εγγραφής της στον πίνακα επιτυχόντων.
2 Από το φάκελο προκύπτει ότι η προσφεύγουσα είναι υπάλληλος της Επιτροπής από το 1966 και ότι υπηρετεί σε θέση της υγειονομικής υπηρεσίας των εγκαταστάσεων της Ispra του Κοινού Κέντρου Ερευνών.
3 Το 1978 απέκτησε η προσφεύγουσα πτυχίο βιοϊατρικής τεχνολογίας από το Πανεπιστήμιο της Louvain.
4 Το άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων απαιτεί για τη μετάβαση υπαλλήλου ενός κλάδου ή μιας κατηγορίας σε άλλο κλάδο ή σε ανώτερη κατηγορία τη διενέργεια διαγωνισμού. Δυνάμει του άρθρου 98, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η διάταξη αυτή δεν έχει εντούτοις εφαρμογή στους υπαλλήλους οι οποίοι κατέχουν θέση για την οποία απαιτούνται επιστημονικά ή τεχνικά προσόντα και που αμείβονται από τις πιστώσεις που διατίθενται από τον προϋπολογισμό ερευνών και επενδύσεων.
5 Οι υπάλληλοι αυτοί του επιστημονικού ή τεχνικού κλάδου μπορούν, σύμφωνα με τις διαδικαστικές λεπτομέρειες που ορίζονται από την Επιτροπή, να αλλάξουν κατηγορία, από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α.
6 Το Δικαστήριο δέχθηκε με την απόφασή του της 20ής Οκτωβρίου 1977 (Jaensch κατά Επιτροπής, 5/76, Rec. 1977, σ. 1817) ότι ο περιορισμός αυτής της δυνατότητας αλλαγής κατηγορίας χωρίς διαγωνισμό μόνο στους υπαλλήλους που αμείβονται από τις πιστώσεις που διατίθενται από τον προϋπολογισμό ερευνών και επενδύσεων δεν συνιστά παράβαση της αρχής της ισότητας μεταξύ των υπαλλήλων λόγω, κυρίως, της ανασφάλειας από την οποία συνοδεύονται οι θέσεις που αφορούν προγράμματα έρευνας.
7 'Οπως προκύπτει, εξάλλου, από το φάκελο, η θέση που κατέχει η προσφεύγουσα στην υγειονομική υπηρεσία των εγκαταστάσεων της Ispra είναι θέση για την οποία απαιτούνται επιστημονικές ή τεχνικές ικανότητες και η οποία αμειβόταν μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1973 από τις πιστώσεις που διατίθενται από τον προϋπολογισμό ερευνών και επενδύσεων.
8 Η υγειονομική υπηρεσία των εγκαταστάσεων της Ispra προσκολλήθηκε από την πιο πάνω ημερομηνία, όπως και οι λοιπές υγειονομικές υπηρεσίες της Κοινότητας, στη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοικήσεως, για το λόγο δε αυτό οι υπάλληλοι που υπηρετούσαν στην υπηρεσία αυτή αμείβονταν έκτοτε από τις πιστώσεις που διετίθεντο από τον προϋπολογισμό λειτουργίας.
9 Η προσφεύγουσα, προβάλλοντας ότι αυτή η διοικητική αναδιοργάνωση είχε γι' αυτήν ως συνέπεια να χάσει τη δυνατότητα αλλαγής κατηγορίας, σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται για τους υπαλλήλους του επιστημονικού ή τεχνικού κλάδου, υπέβαλε στις 9 Ιανουαρίου 1979 αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ζητώντας είτε τη διενέργεια διαγωνισμού είτε τη μετάταξή της σε θέση αμειβόμενη από τις πιστώσεις που διατίθενται από τον προϋπολογισμό ερεύνης και επενδύσεων. Η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση αυτή με έγγραφο της 26ης Φεβρουαρίου 1979.
10 Η προσφεύγουσα υπέβαλε, στη συνέχεια, πολλές φορές την υποψηφιότητά της για αλλαγή κατηγορίας στο πλαίσιο διαδικασιών που διοργανώθηκαν από την Επιτροπή για τους υπαλλήλους του επιστημονικού ή τεχνικού κλάδου, χωρίς όμως να εξεταστεί ποτέ η υποψηφιότητά της. Τέλος, ενθαρρυνθείσα από τους ιεραρχικά προϊσταμένους της, υπέβαλε η προσφεύγουσα στις 31 Ιουλίου 1984 την υποψηφιότητά της στον εσωτερικό διαγωνισμό CΟΜ/Α/8/84 που προοριζόταν για τους υπαλλήλους που αμείβονται από τον προϋπολογισμό λειτουργίας.
11 Αυτός ο εσωτερικός διαγωνισμός εφεδρείας CΟΜ/Α/8/84 βάσει τίτλων και εξετάσεων διοργανώθηκε από την Επιτροπή για το σχηματισμό εφεδρείας υπαλλήλων διοικήσεως (βαθμών 7 και 6 της κατηγορίας Α). Ο διαγωνισμός αυτός στον οποίο μπορούσαν να μετάσχουν μόνον υπάλληλοι εντεταγμένοι στους βαθμούς Β 3 ώς Β 1 από το 1980, απέβλεψε στη μετάβαση από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α.
12 Η διαδικασία του διαγωνισμού περιελάμβανε τρία στάδια: στάδιο προκαταρκτικής επιλογής, στάδιο εκπαιδεύσεως και, τέλος, προφορική δοκιμασία.
13 Μετά το πέρας του πρώτου σταδίου, η εξεταστική επιτροπή καθόρισε τους υποψήφιους που κρίθηκαν ότι είχαν τις περισσότερες ικανότητες για να προχωρήσουν στο επόμενο στάδιο, στηριχθείσα στους ατομικούς φακέλους των υποψηφίων και στο αποτέλεσμα μιας εκθέσεως που αναφερόταν σε γενικές γνώσεις και σε ικανότητα κρίσεως.
14 Οι υποψήφιοι που έγιναν έτσι δεκτοί για το δεύτερο στάδιο του διαγωνισμού έλαβαν μέρος σε υποχρεωτικά μαθήματα εκπαιδεύσεως, τα οποία διοργανώθηκαν και καθορίστηκαν από την εξεταστική επιτροπή και τα οποία αναπτύχθηκαν σε περίοδο τεσσάρων εβδομάδων, με θέμα την οικονομία και τα δημόσια οικονομικά της Κοινότητας, τις σύγχρονες μεθόδους διοικήσεως και τις πρακτικές και τεχνικές διαδικασίες της γενικής διοικήσεως.
15 Οι υποψήφιοι που συμπλήρωσαν αυτό τον κύκλο εκπαιδεύσεως μετέσχαν στη συνέχεια σε προφορική δοκιμασία, η οποία, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, απέβλεπε στο να εξεταστούν από την εξεταστική επιτροπή για να εκτιμηθεί το επίπεδο των προσόντων τους και της ικανότητάς τους να ασκήσουν καθήκοντα κατηγορίας Α. Η δοκιμασία αυτή βαθμολογήθηκε μέχρι 50 βαθμούς, για την εγγραφή δε στον πίνακα επιτυχόντων απαιτήθηκαν τουλάχιστον 30 βαθμοί.
16 Η προσφεύγουσα ειδοποιήθηκε με έγγραφο της 17ης Ιουνίου 1986 ότι δεν εγγράφηκε στον πίνακα επιτυχόντων, επειδή δεν έλαβε παρά μόνο 26,2 βαθμούς.
17 Η προσφεύγουσα άσκησε στις 15 Σεπτεμβρίου 1986 διοικητική ένσταση κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως κατά της αποφάσεως αυτής. Η Επιτροπή απέρριψε τη διοικητική αυτή ένσταση με έγγραφο της 27ης Φεβρουαρίου 1987.
18 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, οι λόγοι ακυρώσεως και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του παραδεκτού
19 Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι λόγοι ακυρώσεως είναι απαράδεκτοι κατά το μέτρο που αναφέρονται στην κατάσταση που απορρέει από τη μεταφορά της θέσεως της προσφεύγουσας στον προϋπολογισμό λειτουργίας. Οι συνέπειες της μεταφοράς αυτής για τη σταδιοδρομία της αποτελούν αιτίαση την οποία προέβαλε η προσφεύγουσα με την αίτησή της της 9ης Ιανουαρίου 1979 που η Επιτροπή απέρριψε. Εφόσον η προσφεύγουσα δεν είχε ασκήσει τότε διοικητική ένσταση, δεν μπορεί σήμερα να επανέλθει επί της ίδιας αιτίασης.
20 Αρκεί σχετικώς να τονιστεί, αφενός μεν, ότι η παρούσα προσφυγή έχει ως αντικείμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που είχε η αίτηση που άσκησε η προσφεύγουσα το 1979, αφετέρου δε, ότι τίποτε δεν εμποδίζει να γίνει επίκληση της καταστάσεως που απετέλεσε τη βάση αυτής της αιτήσεως κατά μιας νέας προσβλητής πράξεως.
21 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι οι λόγοι ακυρώσεως είναι απαράδεκτοι κατά το μέτρο που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του διαγωνισμού, όπως καθορίστηκαν από την προκήρυξη του διαγωνισμού, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν προσέβαλε την προκήρυξη αυτή εμπροθέσμως.
22 Σχετικά, πρέπει να υπενθυμιστεί, ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε απόφαση της 11ης Μαρτίου 1986, Adams και λοιποί κατά Επιτροπής, 294/84, Συλλογή 1986, σ. 977), ο υπάλληλος που θεωρεί ότι μια προκήρυξη διαγωνισμού τον βλάπτει λόγω πλημμελειών της πρέπει να την προσβάλλει εμπροθέσμως. Αλλιώς θα μπορούσε να τεθεί υπό αμφισβήτηση μια προκήρυξη διαγωνισμού πολύ μετά τη δημοσίευσή της και ενώ το μεγαλύτερο μέρος ή όλες οι ενέργειες του διαγωνισμού θα είχαν ήδη διεξαχθεί, πράγμα που θα ήταν αντίθετο προς τις αρχές της ασφαλείας δικαίου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοικήσεως.
23 Από τη νομολογία όμως του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης (βλέπε απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, Sergio και λοιποί κατά Επιτροπής, 64, 71 ώς 73 και 78/86, Συλλογή 1988, σ. 1399) ότι το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν προσέβαλε εμπροθέσμως την προκήρυξη του διαγωνισμού δεν τον εμποδίζει να προβάλλει πλημμέλειες που επήλθαν κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, ακόμη και αν η προέλευση αυτών των πλημμελειών μπορεί να ανευρεθεί στο κείμενο της προκηρύξεως του διαγωνισμού.
24 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι οι λόγοι αυτοί πρέπει να αποκρουστούν κατά το μέτρο που αναφέρονται σε πλημμέλειες της προκηρύξεως διαγωνισμού αυτής καθαυτής, ότι όμως πρέπει να εξεταστούν κατ' ουσία κατά το μέτρο που αναφέρονται σε πλημμέλειες οι οποίες καθιστούν άκυρη αυτή την ίδια τη διεξαγωγή του διαγωνισμού.
Επί της ουσίας
25 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως ότι ο διαγωνισμός παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως και του καθήκοντος αρωγής, διότι με τον τρόπο που διεξήχθη δεν ελήφθη υπόψη η συμμετοχή υποψηφίων επιστημονικής μορφώσεως, οι οποίοι ασκούσαν καθήκοντα της ίδιας φύσης. Αυτό έπρεπε να γίνει διότι ο σκοπός ενός εσωτερικού διαγωνισμού σαν τον επίδικο ήταν να προσφέρει στους δεσμευμένους στη Β κατηγορία υπαλλήλους τη δυνατότητα μιας κατάλληλης σταδιοδρομίας και διότι οι επιστημονικοί υπάλληλοι που αμείβονται παρά τη θέλησή τους από τον προϋπολογισμό λειτουργίας βρίσκονται ακριβώς σε τέτοια κατάσταση.
26 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο σκοπός του εσωτερικού διαγωνισμού δεν είναι να θεραπεύσει τις δεσμευμένες σταδιοδρομίες, αλλά να πληρώσει θέσεις και ότι στην προκειμένη περίπτωση ο διαγωνισμός απέβλεπε στο σχηματισμό εφεδρείας υπαλλήλων διοικήσεως για το σύνολο των υπηρεσιών της Επιτροπής.
27 'Οσον αφορά τον πρώτο αυτό λόγο ακυρώσεως αρκεί να τονιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η διαδικασία του εσωτερικού διαγωνισμού δεν μπορεί να έχει άλλο σκοπό παρά την πλήρωση κενών θέσεων σε ένα θεσμικό όργανο και κατά συνέπεια η διαδικασία αυτή πρέπει να εξασφαλίζει την εκλογή των υποψηφίων που έχουν τις μεγαλύτερες ικανότητες για τις πληρωτέες θέσεις. Από αυτό προκύπτει ότι η ειδική μόρφωση ορισμένων υποψηφίων και οι ικανότητες να εκπληρώνουν τα καθήκοντα που ασκούν δεν έχουν, αυτά καθαυτά, σημασία για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διεξαχθεί ο διαγωνισμός. Είναι δεδομένο ότι ο επίδικος διαγωνισμός απέβλεπε στο σχηματισμό εφεδρείας υπαλλήλων διοικήσεως, τα καθήκοντα των οποίων, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, θα ήταν η εκπλήρωση, βάσει γενικών οδηγιών, έργων συλλήψεως ιδεών, μελέτης ή ελέγχου που θα αφορούν τους τομείς δραστηριότητας της Επιτροπής, δεν αμφισβητείται δε ότι ο διαγωνισμός διεξήχθη κατά τρόπο που να επιτρέψει την εκτίμηση των ικανοτήτων των υποψηφίων να ασκήσουν τέτοια καθήκοντα. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
28 Με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η προφορική δοκιμασία του διαγωνισμού παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, δεδομένου ότι η διαμόρφωση αυτής της δοκιμασίας είχε προσαρμοστεί στους υποψήφιους που είχαν διοικητική μόρφωση. 'Ετσι όμως μειονέκτησαν παρανόμως οι υποψήφιοι που είχαν επιστημονική μόρφωση.
29 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η διεξαγωγή της προφορικής δοκιμασίας περιελάμβανε τέσσερις φάσεις. Ο υποψήφιος απάντησε καταρχάς σε μια γενικής φύσεως ερώτηση, η οποία κληρώθηκε. Η προσφεύγουσα κλήρωσε μια ερώτηση με τον τίτλο "η κατάκτηση του διαστήματος". Ο υποψήφιος έπρεπε κατόπιν να εκθέσει τα της μορφώσεώς του και των προηγουμένων και τωρινών δραστηριοτήτων του και στη συνέχεια να απαντήσει σε ερωτήσεις επί της εντάξεως της δραστηριότητάς του στις κοινοτικές πολιτικές. Οι δύο αυτές φάσεις της δοκιμασίας έπρεπε να επιτρέψουν στην προσφεύγουσα να αξιοποιήσει τις ειδικές της ικανότητες. Τέλος, ο υποψήφιος έπρεπε να απαντήσει σε μία από δύο ερωτήσεις, που πρότειναν εναλλάξ τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής, επί των κοινωνικών πολιτικών, αποκλειομένων των ερωτήσεων που είχαν σχέση με το πεδίο δραστηριότητας του υποψηφίου. Η προσφεύγουσα έπρεπε να διαλέξει μεταξύ μιας ερωτήσεως με τον τίτλο "Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων" και μιας ερωτήσεως με τον τίτλο "Τα πλεονάσματα της κοινής αγροτικής πολιτικής", αυτή δε διάλεξε την πρώτη ερώτηση.
30 'Οσον αφορά το δεύτερο λόγο ακυρώσεως πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, η προφορική δοκιμασία απέβλεπε στο να εκτιμήσει η εξεταστική επιτροπή το επίπεδο των προσόντων των υποψηφίων και της ικανότητάς τους να ασκήσουν καθήκοντα της κατηγορίας Α, καθήκοντα τα οποία, όπως σημειώθηκε, συνίστανται στην εκπλήρωση, βάσει γενικών οδηγιών, έργων συλλήψεως ιδεών, μελέτης ή ελέγχου που αφορούν τους τομείς δραστηριότητας της Επιτροπής.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί να κατηγορηθεί η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού ότι διεξήγαγε την προφορική δοκιμασία ειδικά έτσι ώστε να μπορέσει να εκτιμήσει τις ικανότητες των υποψηφίων να ασκούν καθήκοντα διοικητικά. Δεν έπρεπε η εξεταστική επιτροπή να λάβει υπόψη της τις ειδικές ικανότητες ενός υποψηφίου σε τομέα που βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού. Επομένως, και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
32 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η εξεταστική επιτροπή παρέβη το άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, σύμφωνα με το οποίο η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας. Η εξεταστική επιτροπή, παραλείποντας να εκτιμήσει τις επιστημονικές ικανότητες ορισμένων υποψηφίων, αγνόησε ότι ορισμένες θέσεις της κατηγορίας Α απαιτούν τέτοιες ικανότητες.
33 Αρκεί να διαπιστωθεί σχετικώς, ότι ο επίδικος διαγωνισμός ήταν διαγωνισμός γενικού χαρακτήρα, ο οποίος απέβλεπε στο σχηματισμό εφεδρείας υπαλλήλων διοικήσεως ικανών να ασκήσουν τα καθήκοντα της κατηγορίας Α σε οποιαδήποτε υπηρεσία της Επιτροπής. Επομένως, η εξεταστική επιτροπή δεν έπρεπε να εκτιμήσει ειδικές ικανότητες αναγκαίες για ειδικές θέσεις. Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος αυτός είναι επίσης απορριπτέος.
34 Τέλος, με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, την οποία βασίμως έτρεφε η προσφεύγουσα όσον αφορά το πρόβλημα κατατάξεώς της.
35 Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα μπορούσε να έχει λόγους να κρίνει τον εαυτό της θύμα μιας άτοπης διοικητικής καταστάσεως. Πράγματι, η συμμετοχή της στις διαδικασίες μεταβάσεως στην κατηγορία Α, που προβλέπονται για τους υπαλλήλους οι οποίοι κατέχουν παρόμοιες θέσεις με τη δική της, δεν αποκλείστηκε παρά μόνο με τη μεταφορά που έγινε το 1973 της θέσεώς της στον προϋπολογισμό λειτουργίας. Πάντως, μόλις το 1978 απέκτησε τα απαραίτητα προσόντα για να διεκδικήσει αυτές τις διαδικασίες. Κατόπιν αυτού, δεν μπορούσε να έχει βάσιμες ελπίδες όσον αφορά τη μετάβασή της χωρίς διαγωνισμό στην κατηγορία Α.
36 'Οσον αφορά τον επίδικο διαγωνισμό θα πρέπει να επισημανθεί ότι, εφόσον επρόκειτο για διαγωνισμό γενικού χαρακτήρα για την πλήρωση θέσεων στο σύνολο των υπηρεσιών της Επιτροπής, η ενθάρρυνση που είχε από τους προϊσταμένους της για να μετάσχει στο διαγωνισμό αυτό δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά την εκτίμηση των επιστημονικών προσόντων της από την εξεταστική επιτροπή. Συνεπώς, ο λόγος αυτός ακυρώσεως, ο οποίος στηρίζεται επί της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, είναι επίσης αβάσιμος.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy