Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Συστηματικοί υγειονομικοί έλεγχοι κατά την εισαγωγή σε νωπά κρέατα πουλερικών - Δικαιολόγηση - Προστασία της δημόσιας υγείας - 'Υπαρξη οδηγίας περί εναρμονίσεως - Δεν επιτρέπονται - 'Ελεγχοι διοικητικής φύσεως - Επιτρέπονται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 30, 36 και 100 οδηγία 71/118 του Συμβουλίου)
2. Πράξεις των οργάνων - Οδηγίες - 'Αμεσο αποτέλεσμα - Νόμιμο έρεισμα
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 5 και 189, τρίτο εδάφιο)
3. Μεταφορές - Μεταφορές εμπορευμάτων - Διευκόλυνση της διελεύσεως των συνόρων - Οδηγία 83/643 - "Υλικοί έλεγχοι" και "διοικητικές διατυπώσεις" - Δειγματοληπτικοί έλεγχοι - 'Εννοια
(Οδηγία 83/643 του Συμβουλίου, άρθρα 1, παράγραφος 1, και 2)
Περίληψη
1. Συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ οι έλεγχοι κρεάτων πουλερικών που διενεργούνται συστηματικά κατά την είσοδο των εν λόγω προϊόντων στη χώρα προορισμού από κτηνίατρο ή εμπειρογνώμονα σε θέματα υγιεινής. Τα μέτρα αυτά, στο βαθμό που αποσκοπούν στο συστηματικό έλεγχο της τηρήσεως των όρων υγιεινής που επιβάλλει η οδηγία 71/118, δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης. Η οδηγία αυτή θέσπισε στον τομέα του ενδοκοινοτικού εμπορίου νωπών κρεάτων πουλερικών ένα εναρμονισμένο σύστημα υγειονομικού ελέγχου το οποίο βασίζεται στον πλήρη έλεγχο του εμπορεύματος στο κράτος αποστολής και αντικαθιστά το σύστημα ελέγχου του κράτους προορισμού, με αποτέλεσμα, εξαιρουμένων των σποραδικών ελέγχων που επιτρέπονται, τα εν λόγω προϊόντα να μην επιτρέπεται πλέον να υποβάλλονταν κατά τη διέλευση συνόρων εντός της Κοινότητας παρά στους ελέγχους διοικητικής φύσεως στους οποίους υποβάλλονται όλα τα εμπορεύματα που διέρχονται τα σύνορα.
2. Το δικαίωμα του κοινοτικού πολίτη να επικαλείται έναντι κράτους μέλους το οποίο παρέλειψε να μεταφέρει ή δεν εξασφάλισε την προσήκουσα μεταφορά οδηγίας στην εσωτερικήέννομη τάξη μία επαρκώς σαφή και απαλλαγμένη αιρέσεων διάταξη της οδηγίας αυτής θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 189, τρίτο εδάφιο σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 της Συνθήκης.
3. Ο όρος "υλικοί έλεγχοι" κατά την έννοια της οδηγίας 83/643, περί διευκολύνσεως των διοικητικών διατυπώσεων και των υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών, πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε όλους τους ελέγχους που διενεργούνται επί του εμπορεύματος και συνεπάγονται υλική ενέργεια επ' αυτού. Ο όρος "διοικητικές διατυπώσεις", κατά την έννοια της ίδιας οδηγίας, πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε όλες τις ενέργειες που συνίστανται στην επαλήθευση των εγγράφων και πιστοποιητικών που συνοδεύουν το εμπόρευμα και με τις οποίες επιδιώκεται να διασφαλισθεί, μέσω μακροσκοπικού ελέγχου, ότι το εν λόγω εμπόρευμα αντιστοιχεί στο περιεχόμενο των οικείων εγγράφων και πιστοποιητικών, εφόσον οι ενέργειες αυτές είναι δυνατόν να πραγματοποιούνται από υπαλλήλους που έχουν γενική αρμοδιότητα για το συνοριακό έλεγχο των εμπορευμάτων. Ο όρος "έλεγχοι" που περιέχεται στο άρθρο 2 της οδηγίας, έχει την έννοια ότι μόνον οι υλικοί έλεγχοι κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, δεν επιτρέπεται πλέον να διενεργούνται παρά μόνο δειγματοληπτικά, χωρίς να είναι δυνατό να συναχθεί από αυτό κανένα συμπέρασμα, όσον αφορά τις λεπτομέρειες διεξαγωγής των διοικητικών διατυπώσεων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 190/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακού ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
1) Oberkreisdirektor (περιφερειάρχη) des Kreises Borken,
2) Vertreter des oeffentlichen Interesses (εκπροσώπου του δημοσίου συμφέροντος) beim Oberverwaltungsgericht fuer das Land Nordrjein-Westfalen,
και
Handelsonderneming Moormann BV, εταιρία ολλανδικού δικαίου με έδρα το Goor (Κάτω Χώρες),
μετέχων στη δίκη: Oberbundesanwalt (ομοσπονδιακού επιτρόπου) στο Bundesverwaltungsgericht,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 και των άρθρων 189 και 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών, καθώς και των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/643 του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 1983, περί διευκολύνσεως των διοικητικών διατυπώσεων και των υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, U. Everling, Y. Galmot, R. Joliet και F. A. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Oberkreisdirektor des Kreises Borken, καθού και αναιρεσείων στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος κατά την έγγραφη διαδικασία από το δικηγόρο Lutz Laessig,
- ο Vertreter des oeffentlichen Interesses στο Oberverwaltungsgericht fuer des Land Nordrhein-Westfalen, μετέχων στη διαδικασία και αναιρεσείων στην κύρια δίκη,
- η εταιρία Handelsonderneming Moormann BV, προσφεύγουσα και αναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο Volker Schiller,
- η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από τον Martin Seidel και κατά την προφορική διαδικασία από τον Dietmar Knopp, δικηγόρο Κολωνίας,
- η κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από τον F. Javier Conde de Saro, και κατά την προφορική διαδικασία από την Rosario Silva de Lapuerta,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από τον Joern Sack,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 21ης Απριλίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουνίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 26ης Φεβρουαρίου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Ιουνίου 1987, το Bundesverwaltungsgericht υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, έξι προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30, 189 και 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 71), καθώς και των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/643 του Συμβουλίου, της1ης Δεκεμβρίου 1983, περί της διευκολύνσεως των διοικητικών διατυπώσεων και των υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ L 359, σ. 8).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας ολλανδικού δικαίου Handelsonderneming Moormann BV (εφεξής: "Moormann") και του Oberkreisdirektor des Kreises Borken (εφεξής: "Oberkreisdirektor"), υποστηριζόμενου από τον Vertreter des oeffentlichen Interesses, η οποία αφορά το ζήτημα αν συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο οι συστηματικοί έλεγχοι στα σύνορα στους οποίους υποβάλλεται το κρέας πουλερικών που εισάγεται από τις Κάτω Χώρες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
3 Κατά την ισχύουσα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία νομοθεσία, δηλαδή τον "Gefluegelfleischhygiene-Gesetz" (νόμος περί υγειονομικού ελέγχου για το κρέας πουλερικών), της 12ης Ιουλίου 1973, και τον "Gefluegelfleischuntersuchungs- Verordnung" (κανονιστική απόφαση περί υγειονομικής επιθεωρήσεως του κρέατος πουλερικών), της 3ης Νοεμβρίου 1976, όπως τροποποιήθηκε με μια κανονιστική απόφαση της 27ης Ιουλίου 1978, κάθε εισαγωγή νωπού κρέατος πουλερικών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποβάλλεται σε ορισμένη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας προβλέπεται, καταρχάς, η υποχρέωση του εισαγωγέα να δηλώνει το εμπόρευμα στο αρμόδιο εθνικό τελωνείο εισόδου όπου και πρέπει να το προσκομίζει προκειμένου να διενεργηθεί η επιθεώρηση κατά την είσοδο και, στη συνέχεια, ο έλεγχος των συνοδευτικών εγγράφων του εμπορεύματος, της ταυτότητας του περιγραφομένου στα έγγραφα εμπορεύματος με αυτό που πράγματι εισάγεται, καθώς και της σημάνσεως του εμπορεύματος.
4 Μετά την απόφαση του Oberkreisdirektor να μην πραγματοποιούνται οι διατυπώσεις του εκτελωνισμού κατά τις βραδυνές ώρες από 17.00 έως 24.00, όπως μπορούσε να γίνεται μέχρι τότε αντί καταβολής προσαυξήσεως 50 % επί των σχετικών τελών, η εταιρία Moormann πρσέφυγε στα αρμόδια γερμανικά δικαστήρια κατά του κύρους της γερμανικής ρυθμίσεως η οποία, κατ' αυτήν, αντιβαίνει στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και στην οδηγία 83/643.
5 Κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως ενώπιόν του κατά της αποφάσεως του Oberverwaltungsgericht με την οποία έγινε δεκτό το αίτημα της εταιρίας Moormann, το Bundesverwaltungsgericht ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1)'Εχει ο όρος 'μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος' του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ την έννοια ότι, στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, απαγορεύεται να υποβάλλονται τα εμπορεύματα, στη χώρα προορισμού, μετά τη διέλευση των συνόρων σε συστηματικό έλεγχο εισαγωγής όταν αυτός συνίσταται:
α) στην υποχρέωση του εισαγωγέα να δηλώνει εγκαίρως κάθε εμπόρευμα που προτίθεται να εισαγάγει σε μία από τις αρμόδιες για τον εν λόγω έλεγχο εθνικές τελωνειακές υπηρεσίες
β)στην υποχρέωση προσκομίσεως του δηλωθέντος εμπορεύματος στην τελωνειακή υπηρεσία προκειμένου να διενεργηθεί ο προβλεπόμενος έλεγχος εισαγωγής
γ)στον έλεγχο των παραστατικών και συνοδευτικών εγγράφων που αφορούν το εμπόρευμα, ιδίως δε του προβλεπόμενου πιστοποιητικού καταλληλότητας
δ) στον έλεγχο της ταυτότητας του εμπορεύματος που αναφέρεται στα παραστατικά και τα συνοδευτικά έγγραφα και του πράγματι εισαγομένου εμπορεύματος
ε) στον έλεγχο της προβλεπόμενης σημάνσεως του εμπορεύματος.
2) Πρέπει ο όρος 'μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος' που περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού ΕΟΚ 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών, να ερμηνευθεί όπως και ο ταυτόσημος όρος του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ;
3) Αποτελεί το άρθρο 189, τέταρτη περίοδος, ή το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ ή κάποιος άλλος κανόνας του κοινοτικού δικαίου (και αν ναι, ποιος;) το νομικό έρεισμα, ώστε σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κράτος μέλος εφαρμόζει εις βάρος του κοινοτικού πολίτη, μία διάταξη του εθνικού δικαίου την οποία δεν θα έπρεπε να έχει διατηρήσει λόγω υπάρξεως δεσμευτικής γι' αυτό οδηγίας της Κοινότητας, να έχει ο πολίτης αυτός το δικαίωμα να επικαλείται, αποκρούοντας την εφαρμογή της εθνικής διατάξεως από το κράτος μέλος το γεγονός ότι το κράτος μέλος δεν εξεπλήρωσε εντός των ταχθεισών προθεσμιών την υποχρέωση που υπέχει από την οδηγία;
4) Περιλαμβάνονται στην έννοια του όρου 'έλεγχοι' του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/643 ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 1983, περί διευκολύνσεως των διοικητικών διατυπώσεων και των υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών:
α) η υποχρέωση του εισαγωγέα να δηλώνει εγκαίρως σε μία από τις εθνικές τελωνειακές υπηρεσίες κάθε εμπόρευμα που προτίθεται να εισαγάγει
β) η υποχρέωση προσκομίσεως του δηλωθέντος εμπορεύματος στην τελωνειακή υπηρεσία
γ) ο έλεγχος των παραστατικών και συνοδευτικών εγγράφων που αφορούν το εμπόρευμα και ιδίως του προβλεπομένου πιστοποιητικού καταλληλότητας
δ)ο έλεγχος της ταυτότητας του εμπορεύματος που αναφέρεται στα παραστατικά και συνοδευτικά έγγραφα και του πράγματι εισαγομένου
ε)ο έλεγχος της προβλεπομένης σημάνσεως του εμπορεύματος;
5) Αν στο ερώτημα 4, υπό α), β), γ), δ) ή ε) δοθεί αρνητική απάντηση:
πρέπει να θεωρηθεί ότι με τον όρο 'διατυπώσεις' που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ νοούνται και οι έλεγχοι ως προς τους οποίους δόθηκε αρνητική απάντηση στα πλαίσια του τετάρτου ερωτήματος;
6) 'Εχει ο όρος 'έλεγχοι' που περιέχεται στο άρθρο 2, δεύτερη περίπτωση της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ την έννοια ότι μόνον οι 'έλεγχοι' κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν επιτρέπεται να διενεργούνται πλέον παρά μόνο δειγματοληπτικά, ενώ δεν συνάγεται σχετικώς τίποτε ως προς το ζήτημα κατά πόσο επιτρέπονται συστηματικές διατυπώσεις;"
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
7 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου, το οποίο αφορά την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως δέχεται παγίως το Δικαστήριο (βλέπε προπάντων την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 8/74, Dassonville, Slg. σ. 837), πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικόπεριορισμό κάθε εμπορική κανονιστική ρύθμιση των κρατών μελών ικανή να παρεμποδίσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
8 Εθνική ρύθμιση, η οποία προβλέπει συστηματικό έλεγχο των εμπορευμάτων κατά την είσοδο στη χώρα προορισμού και επιβάλλει τα περιγραφόμενα στο πρώτο ερώτημα μέτρα, μπορεί ενόψει των περιορισμών και των καθυστερήσεων που συνεπάγεται, να δυσχεράνει τις εισαγωγές και, κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
9 Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποστήριξε, στις έγγραφες παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, ότι η γερμανική ρύθμιση δικαιολογείται, βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, από λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων.
10 Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι κατά πάγια νομολογία, όταν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 100 της Συνθήκης, κοινοτικές οδηγίες προβλέπουν την εναρμόνιση μέτρων που είναι αναγκαία, μεταξύ άλλων, για να εξασφαλιστεί η προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων και προβλέπουν κοινοτικές διαδικασίες για τον έλεγχο της τηρήσεώς τους, δεν δικαιολογείται πλέον η επίκληση του άρθρου 36, αφού πρέπει η διενέργεια των ενδεδειγμένων ελέγχων και η λήψη των μέτρων προστασίας να εντάσσονται πλέον στο πλαίσιο που χαράσσεται από την οδηγία περί εναρμονίσεως (αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1977,Tedeschi, 5/77, Slg. σ. 1555, της 5ης Απριλίου 1979, Ratti, 148/78, Slg. σ. 1629 και της 8ης Νοεμβρίου 1979, Denkavit, 251/78, Slg. 1979, σ. 3369).
11 'Οπως ήδη δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 6ης Οκτωβρίου 1983 (Delhaize, 2 έως 4/82, Συλλογή σ. 2973), η οδηγία 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ.έκδ. 03/006, σ. 116), θέσπισε ένα εναρμονισμένο σύστημα υγειονομικού ελέγχου. Το εν λόγω σύστημα υγειονομικού ελέγχου, το οποίο είναι εναρμονισμένο σε κοινοτικό επίπεδο και βασίζεται στον πλήρη έλεγχο του εμπορεύματος στο κράτος αποστολής, αντικαθιστά τον έλεγχο του κράτους προορισμού και πρέπει να καθιστά δυνατή την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων τα οποία αφορά υπό συνθήκες ανάλογες προς αυτές της εσωτερικής αγοράς.
12 Κατά συνέπεια, ο συστηματικός υγειονομικός έλεγχος κατά τη διέλευση των συνόρων στο εμπόριο νωπού κρέατος πουλερικών δεν δικαιολογείται πλέον, βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης, από λόγους προστασίας της υγείας.
13 Μόνο σποραδικοί υγειονομικοί έλεγχοι επιτρέπονται από το κράτος προορισμού, υπό τον όρο να μην πολλαπλασιάζονται μέχρι σημείου που να συνιστούν συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών (βλέπε την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Delhaize, της 6ης Οκτωβρίου 1983).
14 Ο όρος "υγειονομικός έλεγχος" κατά την έννοια της οδηγίας 71/118 σημαίνει, κατά ορθή ερμηνεία, ότι αναφέρεται σε όλους του διενεργούμενους από κτηνίατρο του δημοσίου ελέγχους υγειονομικής φύσεως, οι οποίοι απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας και η πραγματοποίηση των οποίων πιστοποιείται από κτηνίατρο του δημοσίου στο υγειονομικό πιστοποιητικό και το πιστοποιητικό καταλληλότητας στα οποία αναφέρονται τα παραρτήματα ΙΙΙ και ΙV της οδηγίας. Καλύπτει επίσης κάθε μέτρο ελέγχου εφαρμοζόμενο από το κράτος εισαγωγής με το οποίο επιδιώκεται να διαπιστωθεί ότι έχουν τηρηθεί πράγματι οι προβλεπόμενοι όροι υγιεινής στις περιπτώσεις που το εν λόγω μέτρο συνεπάγεται την επέμβαση κτηνιάτρου ή εμπειρογνώμονα σε θέματα υγιεινής.
15 Οι υγειονομικοί αυτοί έλεγχοι πρέπει να διακρίνονται από τη γενική επαλήθευση της ταυτότητας των πράγματι μεταφερόμενων με τα περιγραφόμενα στα συνοδευτικά έγγραφα εμπορεύματα, η οποία γίνεται ιδίως με τον έλεγχο των εγγράφων, δηλαδή του υγειονομικού πιστοποιητικού και του πιστοποιητικού καταλληλότητας, τα οποία συνοδεύουν υποχρεωτικά τα προϊόντα (βλέπε απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, Simmenthal, 35/76, Slg. σ. 1871).
16 Κατά συνέπεια, τα προϊόντα τα οποία καλύπτονται από την οδηγία 71/118 δεν επιτρέπεται πλέον, κατά τη διέλευση των ενδοκοινοτικών συνόρων, να υποβάλλονται σε συστηματικούς ελέγχους παρά μόνον εφόσον πρόκειται για ελέγχους διοικητικής φύσεως στους οποίους υποβάλλονται όλα τα εμπορεύματα που διέρχονται τα σύνορα.
17 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την έννοια του άρθρου 30 τηςΣυνθήκης ΕΟΚ οι έλεγχοι κρεάτων πουλερικών που διενεργούνται συστηματικά κατά την είσοδο των εν λόγω προϊόντων στη χώρα προορισμού από κτηνίατρο ή εμπειρογνώμονα σε θέματα υγιεινής. Τα μέτρα αυτά, στο βαθμό που αποσκοπούν στο συστηματικό έλεγχο της τηρήσεως των όρων υγιεινής που επιβάλλει η οδηγία 71/118, δεν μπορούν να δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
18 Με το δεύτερο ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν ο όρος "μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος" που περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/75 πρέπει να ερμηνευθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως και ο ταυτόσημος όρος του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
19 Πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/75 βρίσκεται μεταξύ διατάξεων οι οποίες αφορούν αποκλειστικά το εμπόριο με τις τρίτες χώρες, ενώ η κύρια δίκη αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
20 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/75, το οποίο απαγορεύει τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, αφορά το εμπόριο με τις τρίτες χώρες και δεν εφαρμόζεται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Επί του τρίτου ερωτήματος
21 Με το τρίτο ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο θέτει το πρόβλημα της θεμελιώσεως του δικαιώματος του κοινοτικού πολίτη να επικαλείται έναντι του κράτους μέλους το οποίο παρέλειψε να μεταφέρει οδηγία ή δεν εξασφάλισε την προσήκουσα μεταφορά διατάξεως της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη.
22 Στο άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ορίζεται ότι οι οδηγίες δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνονται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Το άρθρο 5 της Συνθήκης επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη Συνθήκη ή από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας. Από το δεσμευτικό χαρακτήρα που αναγνωρίζει το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, στις οδηγίες και την υποχρέωση συνεργασίας που θέτει το άρθρο 5 συνάγεται ότι το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται μια οδηγία δεν μπορεί να απαλλαγεί των υποχρεώσεων που του επιβάλλει η οδηγία αυτή.
23 Κατά πάγια νομολογία, σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι διατάξεις μιας οδηγίας φαίνονται, από απόψεως περιεχομένου, επαρκώς σαφείς και απαλλαγμένες αιρέσεων, είναι δυνατή η επίκλησή τους κατά του κράτους το οποίο παρέλειψε να μεταφέρει ή δεν εξασφάλισε την προσήκουσα μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη εντός των ταχθεισών προθεσμιών. Στην περίπτωση αυτη, το εθνικό δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τις διατάξεις της οδηγίας και όχι τις αντίθετες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας (βλέπε την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Ratti, της 5ης Απριλίου 1979).
24 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δικαίωμα του κοινοτικού πολίτη να επικαλείται έναντι κράτους μέλους το οποίο παρέλειψε να μεταφέρει ή δεν εξασφάλισε την προσήκουσα μεταφορά οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη μία επαρκώς σαφή και απαλλαγμένη αιρέσεων διάταξη της οδηγίας αυτής θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 189, τρίτο εδάφιο σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί του τετάρτου και του πέμπτου ερωτήματος
25 Με το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν τα μέτρα ελέγχου τα οποία επιβάλλονται από τη γερμανική νομοθεσία πρέπει να θεωρούνται ως "υλικοί έλεγχοι" ή "διοικητικές διατυπώσεις" κατά την έννοια της οδηγίας 83/643.
26 Η εν λόγω οδηγία έχει ως αντικείμενο τη θέσπιση ορισμένων κανόνων σχετικά με την πραγματοποίηση των υλικών ελέγχων των εμπορευμάτων και των απαιτουμένων διοικητικών διατυπώσεων κατά τη διέλευση των συνόρων, προκειμένου, κατά τις αιτιολογικές της σκέψεις, να μειωθεί ο χρόνος αναμονής στα σύνορα και να αυξηθεί η ροή των μεταφορών εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών.
27 Ο σκοπός της οδηγίας, που συνίσταται στο να καταστεί ευκολότερη η διέλευση των εντός της Κοινότητας συνόρων και να καταργηθούν οι δαπανηροί συστηματικοί έλεγχοι, επιβάλλει να ερμηνεύονται οι χρησιμοποιούμενοι στο κείμενό της όροι κατά τρόπο που να συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού της αυτού.
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο όρος "ειδικοί έλεγχοι" αναφέρεται σε όλους τους ελέγχους που διενεργούνται επί του εμπορεύματος και συνεπάγονται υλική ενέργεια επ' αυτού.
29 Ο όρος "διοικητικές διατυπώσεις" πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε όλες τις ενέργειες που συνίστανται στην επαλήθευση των εγγράφων και πιστοποιητικών που συνοδεύουν το εμπόρευμα και με τις οποίες επιδιώκεται να διασφαλισθεί, μέσω μακροσκοπικού ελέγχου, ότι το εν λόγω εμπόρευμα αντιστοιχεί στο περιχόμενο των οικείων εγγράφων και πιστοποιητικών, εφόσον οι ενέργειες αυτές είναι δυνατόν να πραγματοποιούνται από υπαλλήλους που έχουν γενική αρμοδιότητα για το συνοριακό έλεγχο των εμπορευμάτων.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος "υλικοί έλεγχοι" κατά την έννοια της οδηγίας 83/643 πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε όλους τους ελέγχους που διενεργούνται επί του εμπορεύματος και συνεπάγονται υλική ενέργεια επ' αυτού. Ο όρος "διοικητικές διατυπώσεις" πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε όλες τις ενέργειες που συνίστανται στην επαλήθευση των εγγράφων και πιστοποιητικών που συνοδεύουν το εμπόρευμα και με τις οποίες επιδιώκεται να διασφαλισθεί, μέσω μακροσκοπικού ελέγχου, ότι το εν λόγω εμπόρευμα αντιστοιχεί στο περιεχόμενο των οικείων εγγράφων και πιστοποιητικών, εφόσον οι ενέργειες αυτές είναι δυνατόν να πραγματοποιούνται από υπαλλήλους που έχουν γενική αρμοδιότητα για το συνοριακό έλεγχο των εμπορευμάτων. Ενόψει αυτών των ορισμών, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο νακρίνει σε ποια κατηγορία πρέπει να κατατάξει τα μέτρα στα οποία αναφέρεται το τέταρτο ερώτημα, λαμβάνοντας υπόψη τους ειδικούς όρους εφαρμογής τους.
Επί του έκτου ερωτήματος
31 Με το έκτο ερώτημα το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 2 της οδηγίας 83/643 έχει την έννοια ότι ο κανόνας κατά τον οποίο οι έλεγχοι δεν επιτρέπεται να διενεργούνται παρά μόνο δειγματοληπτικά εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση των υλικών ελέγχων στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας και όχι και στην περίπτωση των διοικητικών διατυπώσεων.
32 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, προκειμένου να καταστήσει ευκολότερη τη διέλευση των συνόρων, το άρθρο 2 ορίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν, ώστε οι διάφοροι έλεγχοι και διατυπώσεις να πραγματοποιούνται με τη λιγότερη δυνατή καθυστέρηση και, κατά το δυνατόν, σε έναν τόπο. 'Οσον αφορά τους ελέγχους, το άρθρο 2 διευκρινίζει ότι επιτρέπεται να διενεργούνται μόνο δειγματοληπτικά, εκτός από δεόντως δικαιολογημένες περιπτώσεις.
33 Από το γεγονός ότι στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζεται ρητώς ότι οι υλικοί έλεγχοι καλούνται, στις επόμενες διατάξεις της οδηγίας, "έλεγχοι" και οι διοικητικές διατυπώσεις "διατυπώσεις" συνάγεται ότι οι όροι "έλεγχοι" και "διατυπώσεις" που περιέχονται στο άρθρο 2 είναι συνώνυμοι των όρων "υλικοί έλεγχοι" και "διοικητικές διατυπώσεις" που περιέχονται στο άρθρο 1.
34 Το γεγονός ότι το άρθρο 2 ορίζει ότι μόνον οι έλεγχοι επιτρέπεται να διενεργούνται δειγματοληπτικά έχει ως συνέπεια ότι το άρθρο αυτό αφορά μόνο τους υλικούς ελέγχους κατά την προσδιορισθείσα ανωτέρω έννοια και δεν είναι δυνατόν να αφορά τις λεπτομέρειες διεξαγωγής των διοικητικών διατυπώσεων.
35 Επομένως, στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος "έλεγχοι" που περιέχεται στο άρθρο 2 της οδηγίας 83/643 έχει την έννοια ότι μόνον οι υλικοί έλεγχοι κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν επιτρέπεται πλέον να διενεργούνται παρά μόνο δειγματοληπτικά, χωρίς να είναι δυνατό να συναχθεί από αυτό κανένα συμπέρασμα, όσον αφορά τις λεπτομέρειες διεξαγωγής των διοικητικών διατυπώσεων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η κυβέρνηση του Βασιλείου της Ισπανίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα) ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht με Διάταξη της 26ης Φεβρουαρίου 1987, αποφαίνεται:
1)Συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ οι έλεγχοι κρεάτων πουλερικών που διενεργούνται συστηματικά κατά την είσοδο των εν λόγω προϊόντων στη χώρα προορισμού από κτηνίατρο ή εμπειρογνώμονα σε θέματα υγιεινής. Τα μέτρα αυτά, στο βαθμό που αποσκοπούν στο συστηματικό έλεγχο της τηρήσεως των όρων υγιεινής που επιβάλλει η οδηγία 71/118 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών, δεν μπορούν να δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών, το οποίο απαγορεύει τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, αφορά το εμπόριο με τις τρίτες χώρες και δεν εφαρμόζεται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
3)Το δικαίωμα του κοινοτικού πολίτη να επικαλείται έναντι κράτους μέλους το οποίο παρέλειψε να μεταφέρει ή δεν εξασφάλισε την προσήκουσα μεταφορά οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη μία επαρκώς σαφή και απαλλαγμένη αιρέσεωνδιάταξη της οδηγίας αυτής θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 189, τρίτο εδάφιο σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ.
4)Ο όρος "υλικοί έλεγχοι" κατά την έννοια της οδηγίας 83/643 του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 1983, περί διευκολύνσεως των διοικητικών διατυπώσεων και των υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών, πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε όλους τους ελέγχους που διενεργούνται επί του εμπορεύματος και συνεπάγονται υλική ενέργεια επ' αυτού. Ο όρος "διοικητικές διατυπώσεις" πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε όλες τις ενέργειες που συνίστανται στην επαλήθευση των εγγράφων και πιστοποιητικών που συνοδεύουν το εμπόρευμα και με τις οποίες επιδιώκεται να διασφαλισθεί, μέσω μακροσκοπικού ελέγχου, ότι το εν λόγω εμπόρευμα αντιστοιχεί στο περιχόμενο των οικείων εγγράφων και πιστοποιητικών, εφόσον οι ενέργειες αυτές είναι δυνατόν να πραγματοποιούνται από υπαλλήλους που έχουν γενική αρμοδιότητα για το συνοριακό έλεγχο των εμπορευμάτων. Ενόψει αυτών των ορισμών, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει σε ποια κατηγορία πρέπει να κατατάξει τα μέτρα στα οποία αναφέρεται το τέταρτο ερώτημα, λαμβάνοντας υπόψη τους ειδικούς όρους εφαρμογής τους.
5)Ο όρος "έλεγχοι" που περιέχεται στο άρθρο 2 της οδηγίας 83/643 έχει την έννοια ότι μόνον οι υλικοί έλεγχοι κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν επιτρέπεται πλέον να διενεργούνται παρά μόνο δειγματοληπτικά, χωρίς να είναι δυνατό να συναχθεί από αυτό κανένα συμπέρασμα, όσον αφορά τις λεπτομέρειες διεξαγωγής των διοικητικών διατυπώσεων.
Full & Egal Universal Law Academy