Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Βλαπτική πράξη - Αποφάσεις αφορώσες την άσκηση του δικαιώματος του συνδικαλίζεσθαι
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 24α)
2.Υπάλληλοι - Προσφυγή - Εννομο συμφέρον - Προσφυγή περί ακυρώσεως αποφάσεως αφορώσας την άσκηση των καθηκόντων του προσφεύγοντος ως συνδικαλιστικού υπευθύνου - Παραδεκτή
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
3.Προσφυγή ακυρώσεως - Προσφυγή στρεφομένη κατά βεβαιωτικής αποφάσεως - Απαράδεκτη - Προϋπόθεση - Εφαρμογή επί υπαλληλικής προσφυγής
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173Ψ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
4.Υπάλληλοι - Προσφυγή - Δικονομικό πλαίσιο - Προσφυγή συνδικαλιστικής οργανώσεως - Απαράδεκτη
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
5.Διαδικασία - Προθεσμίες - Δημοσίας τάξεως - Προσφυγή νομικού προσώπου - Εξάρτηση της άσκησής της από τη λήψη νομότυπης απόφασης του αρμοδίου οργάνου - Δεν επηρεάζει το χρόνο ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής
6.Προσφυγή ακυρώσεως - Προθεσμία - Χρόνος ενάρξεως - Κοινοποίηση - Εννοια - Βάρος αποδείξεως της κοινοποιήσεως
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 173, τρίτο εδάφιο, και 191)
Περίληψη
1.Οι αποφάσεις περί των όρων υπό τους οποίους μπορούν οι υπάλληλοι να ασκούν τα συνδικαλιστικά τους δικαιώματα άπτονται της ασκήσεως του δικαιώματος του συνδικαλίζεσθαι, το οποίο αναγνωρίζεται με το άρθρο 24α του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Οι αποφάσεις αυτές παράγουν επομένως έννομα αποτελέσματα και δεν μπορούν να ληφθούν ως απλά μέτρα εσωτερικής οργάνωσης της υπηρεσίας.
2.Ο υπάλληλος που φέρει την ιδιότητα του συνδικαλιστικού υπευθύνου έχει, λόγω αυτής, συμφέρον να ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεως που θίγει τους όρους υπό τους οποίους υποχρεούται να ασκεί τα συνδικαλιστικά του καθήκοντα εντός του θεσμικού οργάνου, έστω και αν η απόφαση αυτή απευθύνεται στη συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία ανήκει και δεν αφορά αυτόν αποκλειστικά.
3.Η προσφυγή περί ακυρώσεως βεβαιωτικής αποφάσεως, είτε στηρίζεται στο άρθρο 173 της Συνθήκης, είτε στο άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, είναι απαράδεκτη μόνον αν η βεβαιούμενη απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη έναντι του ενδιαφερομένου, εφόσον δεν έχει προσβληθεί εμπροθέσμως με ένδικη προσφυγή. Σε αντίθετη περίπτωση, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να προσβάλει είτε τη βεβαιούμενη, είτε τη βεβαιωτική απόφαση, είτε και τις δύο.
4.Μια συνδικαλιστική οργάνωση δεν μπορεί να ασκήσει προσφυγή στο πλαίσιο του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, εφόσον το ένδικο βοήθημα της διατάξεως αυτής παρέχεται μόνο στους υπαλλήλους των Κοινοτήτων και όχι στις συνδικαλιστικές οργανώσεις.
5.Οι προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως και δεν εναπόκειται στους διαδίκους να τις ορίζουν κατά το δοκούν. Επομένως, μολονότι είναι αληθές ότι το δικαίωμα νομικού προσώπου να προσφύγει δικαστικώς μπορεί να εξαρτάται, πλην άλλων, από τη λήψη νομότυπης απόφασης του οργάνου που είναι αρμόδιο να αποφασίσει για μια τέτοια ενέργεια, εντούτοις ο χρόνος ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής δεν μπορεί να συναρτάται προς το καταστατικό ή την πρακτική του νομικού προσώπουΨ άρα, δεν μπορεί να ορίζεται ως η ημέρα κατά την οποία το αρμόδιο όργανο, συνεδριάζοντας νομοτύπως, λαμβάνει εγκύρως γνώση της αμφισβητούμενης απόφασης.
6.Μια απόφαση ναι μεν κοινοποιείται προσηκόντως κατά την έννοια του άρθρου 191 της Συνθήκης, αφ' ης στιγμής γνωστοποιείται στον αποδέκτη της και αυτός είναι σε θέση να λάβει γνώση του περιεχομένου της, το βάρος όμως της αποδείξεως του χρόνου κοινοποίησης της απόφασης το φέρει ο διάδικος που επικαλείται ότι η προσφυγή ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως του άρθρου 173, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 193 και 194/87,
Ηenri Maurissen, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος και επικουρούμενος από τον Jean-Noel Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την Υvette Hamilius, δικηγόρο στο Cour d' appel, 11, boulevard Royal,
και
Union syndicale, service public europeen, με έδρα το Λουξεμβούργο, εν τω προσώπω του γενικού γραμματέα Αdam Buick, εκπροσωπούμενη και επικουρούμενη από τον Jean-Noel Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την Υvette Hamilius, δικηγόρο στο Cour d' appel, 11, boulevard Royal,
προσφεύγοντες,
υποστηριζόμενοι από την
Ιnternationale des services publics, με έδρα το Ferney-Voltaire (Γαλλία), εκπροσωπούμενη και επικουρούμενη από τους Μichel Deruyver και Veronique Leclercq, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την Υvette Hamilius, δικηγόρο στο Cour d' appel, 11, boulevard Royal,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τους Μichael Becker και Μarc Ekelmans, τη Lucette Defalque, δικηγόρο Βρυξελλών, και τον Jean-Aime Stoll, ως σύμβουλο, με τόπο επιδόσεων την έδρα του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο:
1. στις υποθέσεις 193 και 194/87, την ακύρωση δύο αποφάσεων του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου:
- την απόφαση της 17ης Μαρτίου 1987, με την οποία αυτός έδωσε εντολή στην υπηρεσία εσωτερικού ταχυδρομείου του Συνεδρίου να απέχει προσωρινώς από τη διευκόλυνση της θέσεως σε κυκλοφορία των συνδικαλιστικών δελτίων
- την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987, με την οποία αυτός αρνήθηκε να χορηγήσει στους εκπροσώπους της Union syndicale απαλλαγή από την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, ώστε να μπορέσουν να συμμετάσχουν σε συνεδριάσεις των συνδικάτων με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αφορώσες γενικά ζητήματα προσωπικού
2. εξάλλου, στην υπόθεση 193/87, την ακύρωση μιας τρίτης απόφασης του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 2ας Ιουνίου 1987, με την οποία αυτός αρνήθηκε να χορηγήσει στον Μaurissen ειδική άδεια για να παρακολουθήσει εκπαιδευτικά προγράμματα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο, Τ. Κoopmans, R. Joliet, T. F. O' Higgins, F. Grevisse, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco και Μ. Ζuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon
γραμματέας : D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 8ης Μαρτίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Απριλίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Ιουνίου 1987 και πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό υποθέσεως 193/87, ο Μaurissen, μόνιμος υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, άσκησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, προσφυγή, με την οποία ζητεί την ακύρωση δύο αποφάσεων του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 17ης 1987 και της 31ης Μαρτίου 1987, σχετικών με την άσκηση της συνδικαλιστικής δραστηριότητας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
2 Με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, ο Μaurissen έβαλλε εξάλλου κατά αποφάσεως του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 2ας Ιουνίου 1987, με την οποία αυτός αρνήθηκε να του χορηγήσει ειδική άδεια προς παρακολούθηση εκπαιδευτικού προγράμματος. Κατά τη διάρκεια όμως της διαδικασίας, ο Μaurissen δήλωσε ότι παραιτείται από το αίτημα αυτό, ως προς το οποίο επομένως καταργείται η δίκη.
3 Με δικόγραφο που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Ιουνίου 1987 και πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως 194/87, η Union syndicale Luxembourg, service public europeen, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή, με την οποία ζητεί την ακύρωση των δύο προαναφερθεισών αποφάσεων, της 17ης 1987 και της 31ης Μαρτίου 1987, του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
4 Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, με έντυπη προκήρυξη, που έφερε ημερομηνία 26 Φεβρουαρίου 1987 και αναφερόταν στις προθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τις προβλέψεις δαπανών για το οικονομικό έτος 1988, η εκτελεστική επιτροπή της Union syndicale Λουξεμβούργου κατάγγειλε την προβλεπόμενη αύξηση του αριθμού των εκτάκτων υπαλλήλων. Κατά το κείμενο της προκήρυξης, από μια τέτοια αύξηση κινδύνευε όχι μόνο να υποβαθμιστεί η ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση, αλλά και να απειληθεί η ανεξαρτησία του Συνεδρίου και να υπονομευθεί ο ρόλος του ως "δημοσιονομικής συνείδησης της Ευρώπης".
5 Στις 17 Μαρτίου 1987, ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απηύθυνε στον Μaurissen, μοναδικό υπάλληλο του Συνεδρίου του οποίου το όνομα περιλαμβανόταν μεταξύ των μελών της εκτελεστικής επιτροπής της Union syndicale που αναγράφονταν στο κάτω μέρος της προκήρυξης, έγγραφο με το οποίο, αφού αποδοκίμαζε την προκήρυξη, τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενό της, του γνωστοποιούσε την απόφασή του να απαγορεύσει προσωρινώς στην υπηρεσία εσωτερικού ταχυδρομείου τη διανομή συνδικαλιστικών δελτίων. Με το ίδιο έγγραφο, κάλεσε τον Μaurissen να αποστέλλει εφεξής τα δελτία αυτά στην επιτροπή προσωπικού, η οποία θα μπορούσε να κάνει χρήση των υπηρεσιών του εσωτερικού ταχυδρομείου για τη διανομή τους, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι οποιοσδήποτε άλλος τρόπος διανομής θα έπρεπε να γίνεται με αποκλειστικά δική του πρωτοβουλία.
6 Εξάλλου, στις 11 Μαρτίου 1987, ο γενικός γραμματέας της Union syndicale Λουξεμβούργου πληροφόρησε τον πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τη σύσταση συνδικαλιστικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο, ζητώντας του να απαλλάξει από την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων τα μέλη της αντιπροσωπείας που ορίζονταν για να μετάσχουν σε συνεδριάσεις με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αφορώσες ζητήματα προσωπικού.
7 Στις 31 Μαρτίου 1987, σημειώνοντας ότι έλαβε γνώση της συστάσεως συνδικαλιστικής αντιπροσωπείας, ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απάντησε στον γενικό γραμματέα της Union syndicale ότι δεν μπορούσε να δεχθεί το αίτημά του περί απαλλαγής από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων.
8 Οι υπό κρίση προσφυγές στρέφονται κατά των αποφάσεων αυτών της 17ης και της 31ης Μαρτίου 1987.
9 Επειδή το Ελεγκτικό Συνέδριο αμφισβήτησε το παραδεκτό εκατέρας των προσφυγών, το Δικαστήριο αποφάσισε να αποφανθεί προκαταρκτικώς με χωριστή απόφαση επί των προβαλλομένων λόγων απαραδέκτου.
10 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής του Μaurissen
11 Το Ελεγκτικό Συνέδριο προβάλλει κατά της προσφυγής του Μaurissen δύο λόγους απαραδέκτου, δηλαδή, πρώτον, ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν είναι βλαπτικές για τον προσφεύγοντα και, δεύτερον, ότι η απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987 ήταν βεβαιωτική.
12 Ως προς τον πρώτο λόγο απαραδέκτου, το Ελεγκτικό Συνέδριο υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις αυτές δεν έπλητταν κάποιο δικαίωμα και ότι ο Μaurissen δεν έχει προσωπικώς συμφέρον να τις αμφισβητήσει.
13 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ενώπιον του Δικαστηρίου μπορούν να προσβληθούν οι βλαπτικές πράξεις, ως τέτοιες δε πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να θεωρούνται οι πράξεις που θίγουν δεδομένη νομική κατάσταση.
14 Αυτό συμβαίνει με τις επίδικες αποφάσεις.
15 Αφενός, κατά το άρθρο 24α του κανονισμού της υπηρεσιακής τους καταστάσεως, "οι υπάλληλοι απολαύουν του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαιΨ δύνανται ιδίως να είναι μέλη συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών οργανώσεων των υπαλλήλων που εργάζονται στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες".
16 Χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του ζητήματος, που ανάγεται στην εξέταση της ουσίας της προσφυγής, αν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις πλήττουν, παρανόμως ή όχι, το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι που αναγνωρίζεται με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 24α, αρκεί να αναγνωριστεί ότι άπτονται της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού, εφόσον αναφέρονται στους όρους υπό τους οποίους οι υπάλληλοι μπορούν να ασκούν τα συνδικαλιστικά τους δικαιώματα.
17 Οι αποφάσεις αυτές παράγουν επομένως έννομα αποτελέσματα και δεν μπορούν να ληφθούν ως απλά μέτρα εσωτερικής οργάνωσης της υπηρεσίας.
18 Αφετέρου, ο Μaurissen έχει, ούτως ή άλλως υπό την ιδιότητά του ως συνδικαλιστικού υπευθύνου, έννομο συμφέρον να προσβάλει εκατέρα των αποφάσεων αυτών.
19 Η απόφαση της 17ης Μαρτίου 1987, που περιέχεται σε έγγραφο απευθυνόμενο σ' αυτόν, του υποδεικνύει τι πρέπει να πράξει προσωπικώς για τη διανομή των συνδικαλιστικών δελτίων. Υπ' αυτή την έννοια επηρεάζει την ατομική του κατάσταση.
20 Το ίδιο ισχύει και ως προς την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987. Ο Μaurissen κατονομαζόταν ρητά μεταξύ των συνδικαλιστικών υπευθύνων για τους οποίους ζητούνταν η χορήγηση απαλλαγής από την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, για να μετάσχουν σε συνεδριάσεις με την Επιτροπή. Εχει επομένως συμφέρον να προσβάλει την απόρριψη του αιτήματος αυτού από τον πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έστω και αν η απορριπτική αυτή απάντηση απευθυνόταν στην Union syndicale και δεν αφορά αυτόν αποκλειστικά.
21 Οσον αφορά το λόγο απαραδέκτου που στηρίζεται στο βεβαιωτικό χαρακτήρα της απόφασης της 31ης Μαρτίου 1987, τα επιχειρήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορούν ούτε εν προκειμένω να γίνουν δεκτά.
22 Το καθού υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή αποτελεί απλή επιβεβαίωση της πάγιας θέσης της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι, χωρίς κατάλληλη κανονιστική και δημοσιονομική βάση, αρνείται να απαλλάσσει τους υπαλλήλους του από την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων.
23 Και αν ακόμη θεωρηθεί αποδεδειγμένη, η προβαλλόμενη αυτή περίσταση δεν μπορεί να στηρίξει αυτόν το λόγο απαραδέκτου, εφόσον μια απόφαση μπορεί να είναι βεβαιωτική μόνον άλλης αποφάσεως δυναμένης να προσβληθεί με ένδικη προσφυγή.
24 Είναι αλήθεια ότι το καθού διατείνεται ότι, στις 25 Μαρτίου 1987, απηύθυνε στον Μaurissen απόφαση, με την οποία αρνήθηκε να τον απαλλάξει από την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων για να μεταβεί σε συγκεκριμένη συνεδρίαση στις Βρυξέλλες.
25 Ωστόσο, και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι η απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987, παρά το γενικό της χαρακτήρα, μπορεί να θεωρηθεί ως βεβαιωτική της αποφάσεως της 25ης Μαρτίου 1987, ο λόγος αυτός δεν αρκεί για να κριθεί το αίτημα απαράδεκτο.
26 Συγκεκριμένα, προσφυγή κατά βεβαιωτικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη μόνον αν η βεβαιούμενη απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη έναντι του ενδιαφερομένου, εφόσον δεν έχει προσβληθεί εμπροθέσμως με ένδικη προσφυγή. Σε αντίθετη περίπτωση, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να προσβάλει είτε τη βεβαιούμενη, είτε τη βεβαιωτική απόφαση, είτε και τις δύο.
27 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, όταν ο Μaurissen άσκησε την προσφυγή του κατά της αποφάσεως της 31ης Μαρτίου 1987, η απόφαση της 25ης Μαρτίου 1987 δεν είχε ακόμη καταστεί αμετάκλητη έναντι αυτού.
28 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι οι λόγοι απαραδέκτου που προβάλλονται κατά της προσφυγής του Μaurissen πρέπει να απορριφθούν.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής της Union syndicale
29 Προεισαγωγικώς πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρει η ίδια η Union syndicale στο δικόγραφό της, η προσφυγή της στηρίζεται στο άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να ασκηθεί εγκύρως κατ' εφαρμογή του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, εφόσον, σύμφωνα με τη νομολογία (αποφάσεις της 8ης Οκτωβρίου 1974, υπόθεση 175/73, Union syndicale, Rec. 1974, σ. 917, και υπόθεση 18/74, Syndicat general du personnel, Rec. 1974, σ. 933), το ένδικο βοήθημα του άρθρου 91 παρέχεται μόνο στους υπαλλήλους και όχι στις συνδικαλιστικές οργανώσεις.
30 Προς απόκρουση του παραδεκτού της προσφυγής της Union syndicale, το Ελεγκτικό Συνέδριο, αφενός, αμφισβητεί το νομότυπό της και, αφετέρου, προβάλλει επί μέρους λόγους απαραδέκτου κατά των αιτημάτων που στρέφονται κατά εκατέρας των προσβαλλομένων αποφάσεων.
Επί του νομοτύπου της προσφυγής
31 Το Ελεγκτικό Συνέδριο υποστηρίζει ότι η Union syndicale δεν τήρησε τις διατάξεις του άρθρου 38, παράγραφος 5, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, παραλείποντας να επισυνάψει στο δικόγραφο της προσφυγής της το πλήρες κείμενο του καταστατικού της και μη παρέχοντας "την απόδειξη ότι η εντολή που δόθηκε στο δικηγόρο καταρτίστηκε νομοτύπως από εξουσιοδοτημένο προς τούτο εκπρόσωπό της".
32 Το πρώτο από τα επιχειρήματα αυτά είναι κατ' ουσίαν αβάσιμο, εφόσον η Union syndicale προσκόμισε, ως παράρτημα του υπομνήματος απαντήσεώς της, πλήρες και αυθεντικό κείμενο του καταστατικού της.
33 Το δεύτερο επιχείρημα πρέπει επίσης να απορριφθεί. Αφενός, όταν άσκησε την υπό κρίση προσφυγή εξ ονόματος της Union syndicale, ο δικηγόρος της Louis διέθετε εντολή καταρτισθείσα από τον Βuick, γενικό γραμματέα της οργάνωσης. Αφετέρου, μολονότι, ελλείψει προσκομίσεως προγενεστέρου εγγράφου περιέχοντος απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της Union syndicale να προσφύγει δικαστικώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει βέβαιο ότι ο Βuick είχε τότε το δικαίωμα να ασκήσει την προσφυγή εξ ονόματος της οργάνωσής του, πρέπει εν πάση περιπτώσει να αναγνωριστεί ότι η εκτελεστική επιτροπή επιβεβαίωσε, με απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1988, ότι "ο Βuick μπορούσε εγκύρως να παράσχει στον δικηγόρο Jean-Noel Louis την πληρεξουσιότητα να ασκήσει την προσφυγή κατά εκατέρας των προσβαλλομένων αποφάσεων".
34 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι λόγοι απαραδέκτου που προβάλλει το Ελεγκτικό Συνέδριο επί των ζητημάτων που εξετάστηκαν πιο πάνω πρέπει να απορριφθούν.
Επί των λόγων απαραδέκτου που προβάλλονται κατά του αιτήματος της ακύρωσης της απόφασης της 17ης Μαρτίου 1987
35 Χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί των λοιπών λόγων απαραδέκτου που προέβαλε το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά του αιτήματος αυτού, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτοί υποβλήθηκαν εκπροθέσμως και είναι επομένως απαράδεκτοι.
36 Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση της 17ης Μαρτίου 1987 περιήλθε εις γνώση της Union syndicale το αργότερο στις 26 Μαρτίου 1987, όταν ο πρόεδρος της οργάνωσης αυτής δήλωσε, με επιστολή απευθυνόμενη στον πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ότι "η εκτελεστική επιτροπή έλαβε γνώση του εγγράφου - με ημερομηνία 17 τρέχοντος - που απευθύνεται στον Ηenri Maurissen ...".
37 Επομένως, η προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Ιουνίου 1987, ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως ένδικης προσφυγής, η οποία ορίζεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 173 της Συνθήκης.
38 Είναι αλήθεια ότι, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, η Union syndicale υποστήριξε, προς αποφυγή του εις βάρος της απαραδέκτου, ότι η προθεσμία ασκήσεως ένδικης προσφυγής κατά αποφάσεως που την αφορά δεν μπορούσε να αρχίσει να τρέχει έναντι αυτής πριν από την ημέρα κατά την οποία είτε η γενική συνέλευση της οργάνωσης, είτε η εκτελεστική της επιτροπή, συνερχόμενες σύμφωνα με τις προϋποθέσεις απαρτίας που επιβάλλει το καταστατικό της, μπορέσει να λάβει εγκύρως γνώση της αποφάσεως αυτής.
39 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Πράγματι, οι προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως και δεν εναπόκειται στους διαδίκους να τις ορίζουν κατά το δοκούν. Επομένως, μολονότι είναι αληθές ότι το δικαίωμα νομικού προσώπου να προσφύγει δικαστικώς μπορεί να εξαρτάται, πλην άλλων, από τη λήψη νομότυπης απόφασης του οργάνου που είναι αρμόδιο να αποφασίσει για μια τέτοια ενέργεια, εντούτοις ο χρόνος ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής δεν μπορεί να συναρτάται προς το καταστατικό ή την πρακτική του νομικού προσώπου άρα, δεν μπορεί να ορίζεται ως η ημέρα κατά την οποία το αρμόδιο όργανο, συνεδριάζοντας νομοτύπως, λαμβάνει εγκύρως γνώση της αμφισβητούμενης απόφασης.
40 Πρέπει επομένως να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη κατά το μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως της 17ης Μαρτίου 1987.
Επί των λόγων απαραδέκτου που προβάλλονται κατά του αιτήματος της ακύρωσης της απόφασης της 31ης Μαρτίου 1987
41 Πρώτον, το Ελεγκτικό Συνέδριο διατείνεται ότι η απόφαση αυτή δεν αφορά άμεσα και ατομικά την Union syndicale.
42 Η επιχειρηματολογία αυτή είναι ούτως ή άλλως αλυσιτελής. Πράγματι, εφόσον η Union syndicale είναι ο αποδέκτης της απόφασης αυτής, με την οποία απορρίφθηκε αίτημά της, έχει δικαίωμα να ασκήσει κατ' αυτής προσφυγή, δυνάμει του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 173 της Συνθήκης, χωρίς να υποχρεούται να αποδείξει ότι η απόφαση την αφορά άμεσα και ατομικά.
43 Δεύτερον, το Ελεγκτικό Συνέδριο υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση δεν είναι βλαπτική, εφόσον είναι απλώς βεβαιωτική της πάγιας θέσης της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ότι, χωρίς την κατάλληλη κανονιστική και δημοσιονομική βάση, δεν χορηγεί στους υπαλλήλους της απαλλαγή από την άσκηση των υπηρεσιακών της καθηκόντων.
44 Οπως εξηγήθηκε ήδη στην παρούσα απόφαση κατά την εξέταση της προσφυγής του Μaurissen, η ύπαρξη της πάγιας αυτής θέσης, και αν ακόμη θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν μπορεί να στηρίξει αφ' εαυτής έναν τέτοιο λόγο απαραδέκτου, όταν με τις παρατηρήσεις του επί της υπό κρίση προσφυγής το καθού δεν αποδεικνύει, αλλ' ούτε καν ισχυρίζεται, ότι η θέση αυτή έχει ήδη αποτυπωθεί σε κάποια απόφαση δεκτική ένδικης προσφυγής από μέρους της Union syndicale.
45 Τέλος, το Ελεγκτικό Συνέδριο επικαλείται το εκπρόθεσμο της προσφυγής ως προς το αίτημα αυτό, ισχυριζόμενο ότι το έγγραφο της 31ης Μαρτίου, που περιέχει την επίδικη απόφαση, ελήφθη από την Union syndicale την επαύριον της ταχυδρομικής του αποστολής, ήτοι πλέον των δύο μηνών προ της ασκήσεως της προσφυγής.
46 Σχετικώς πρέπει να σημειωθεί ότι, ναι μεν μια απόφαση κοινοποιείται προσηκόντως κατά την έννοια της Συνθήκης, αφ' ης στιγμής γνωστοποιείται στον αποδέκτη της και αυτός είναι σε θέση να λάβει γνώση του περιεχομένου της (απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1973, στην υπόθεση.
6/72, Εuropemballage και Continental, Rec. 1973, σ. 215), το βάρος όμως της αποδείξεως του χρόνου κοινοποίησης της απόφασης το φέρει ο διάδικος που επικαλείται το εκπρόθεσμο της προσφυγής (απόφαση της 5ης Ιουνίου 1980 στην υπόθεση 108/79, Βelfiore, Rec. 1980, σ. 1769).
47 Εν προκειμένω, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό του. Αρκείται σε επιχειρήματα, τα οποία χαρακτηρίζει "τεκμήρια", τα οποία όμως δεν συνιστούν απόδειξη.
48 Αυτός ο λόγος απαραδέκτου, επομένως, πρέπει επίσης να απορριφθεί.
49 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή της Union syndicale πρέπει να κριθεί παραδεκτή κατά το μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως της 31ης Μαρτίου 1987.
50 Εφόσον η μεν προσφυγή του Μaurissen είναι παραδεκτή, η δε προσφυγή της Union syndicale είναι μερικώς παραδεκτή, πρέπει να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης προς εξέταση και έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Πρέπει να γίνει επιφύλαξη ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Δέχεται τύποις την προσφυγή του Μaurissen.
2) Δέχεται τύποις την προσφυγή της Union syndicale κατά το μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως της 31ης Μαρτίου 1987.
3) Απορρίπτει ως απαράδεκτη την προσφυγή της Union syndicale κατά το μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως της 17ης Μαρτίου 1987.
4) Διατάσσει την πρόοδο της δίκης προς εξέταση και έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας.
5) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy