ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-193/87 και C-194/87 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Με έντυπη προκήρυξη της 26ης Φεβρουαρίου 1987, που αναφερόταν στις προθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τις προβλέψεις δαπανών για το οικονομικό έτος 1988, η εκτελεστική επιτροπή της Union syndicale Λουξεμβούργου κατάγγελλε την προβλεπόμενη] αύξηση του αριθμού των εκτάκτων υπαλλήλων. Κατά το κείμενο της προκήρυξης, από μια τέτοια αύξηση υπήρχε κίνδυνος όχι μόνο να υποβαθμιστεί η ευρωπαϊκή δημοσιοϋπαλληλία, αλλά και να απειληθεί η ανεξαρτησία του Συνεδρίου και να υπονομευθεί ο ρόλος του ως « δημοσιονομικής συνειδήσεως της Ευρώπης ».
Στις 17 Μαρτίου 1987 ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απηύθυνε στον Maurissen, μοναδικό υπάλληλο του Συνεδρίου του οποίου το όνομα περιλαμβανόταν μεταξύ των μελών της εκτελεστικής επιτροπής της Union syndicale που αναγράφονταν στο κάτω μέρος της προκήρυξης, έγγραφο με το οποίο, αφού αποδοκίμαζε την προκήρυξη, τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο της, του γνωστοποιούσε την απόφαση του να απαγορεύσει προσωρινώς στην υπηρεσία εσωτερικού ταχυδρομείου τη διανομή συνδικαλιστικών δελτίων, η οποία θα έπρεπε εφεξής να διενεργείται είτε μέσω της· επιτροπής προσωπικού, είτε με την επιμέλεια των ιδίων των συνδικαλιστικών οργανώσεων.
2.
Εξάλλου, στις 11 Μαρτίου 1987 ο γενικός γραμματέας της Union syndicale Λουξεμβούργου πληροφόρησε τον πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τη σύσταση συνδικαλιστικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο, ζητώντας του να απαλλάξει από την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων τα μέλη της αντιπροσωπείας που ορίζονταν για να μετάσχουν σε συνεδριάσεις με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αφορώσες ζητήματα προσωπικού.
Στις 31 Μαρνίου 1987 ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σημειώνοντας ότι έλαβε γνώση της συστάσεως συνδικαλιστικής αντιπροσωπείας, απάντησε στο γενικό γραμματέα της Union syndicale ότι δεν μπορούσε να δεχτεί το αίτημα του περί απαλλαγής από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων αιτιολόγησε την άρνηση του ως εξής:
« Μολονότι είναι αληθές ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναγνωρίζει, στο άρθρο 24α, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι σε όλους τους υπαλλήλους, μόνο τα καθήκοντα που ασκούνται από τα μέλη της επιτροπής προσωπικού και από τους υπαλλήλους που συνεδριάζουν, κατ' εξουσιοδότηση της επιτροπής προσωπικού, σε όργανο προβλεπόμενο από τον κανονισμό ή συνεστημένο από το κοινοτικό όργανο θεωρούνται, δυνάμει του ίδιου κανονισμού, ως αποτελούντα τμήμα των υπηρεσιακών τους καθηκόντων. »
Εν τω μεταξύ, η αίτηση ειδικής άδειας που είχε υποβάλει ο Maurissen, για να παραστεί σε συνεδρίαση διαβουλεύσεως στην Επιτροπή στις Βρυξέλλες, απορρίφθηκε με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 1987 του προϊσταμένου του τμήματος διοικήσεως και προσωπικού του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την ίδια αιτιολογία.
3.
Στις 18 Ιουνίου 1987 ο Maurissen υπέβαλε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διοικητική ένσταση, κατά την έννοια του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, κατά των προαναφερθεισών αποφάσεων. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με ρητή απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 1987.
4.
Ο Maurissen, χωρίς να αναμείνει την έκβαση της ένστασης του, άσκησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 91, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ενώπιον του Δικαστηρίου, στις 22 Ιουνίου 1987, την υπό κρίση προσφυγή, που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό υποθέσεως C-193/87, ζητώντας την ακύρωση των ιδίων αποφάσεων. Μαζί με την προσφυγή αυτή κατέθεσε και αίτηση αναστολής εκτελέσεως των εν λόγω αποφάσεων. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με Διάταξη του προέδρου του τρίτου τμήματος του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1987.
5.
Η Union syndicale, service public européen, συνεστημένη στο Λουξεμβούργο, άσκησε παράλληλα προσφυγή, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Ιουνίου 1987 με τον αριθμό υποθέσεως C-194/87, κατά των αποφάσεων της 17ης και της 31ης Μαρτίου 1987.
6.
Με Διάταξη της 10ης Φεβρουαρίου 1988, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) επέτρεψε στην Internationale des services publics (ISP) να παρέμβει υπέρ της Union syndicale. Η ISP ωστόσο δεν κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
7.
Με αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 1988, τις οποίες έλαβε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας, το τρίτο τμήμα του Δικαστηρίου παρέπεμψε τις δυο υποθέσεις στην ολομέλεια του Δικαστηρίου' έθεσε προηγουμένως μία ερώτηση στην Union syndicale.
8.
Με Διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 1989, το Δικαστήριο ένωσε τις δύο υποθέσεις για να τις συνεκδικάσει προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.
9.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία, για να αποφανθεί με χωριστή απόφαση επί του παραδεκτού της προσφυγής. Έθεσε, εξάλλου, ερωτήσεις στην Union syndicale και στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ζήτησε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή πληροφορίες τις οποίες έκρινε αναγκαίες για να σχηματίσει κρίση. Το Συμβούλιο δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό.
10.
Η δημόσια συνεδρίαση με θέμα το παραδεκτό των προσφυγών διεξήχθη στις 8 Μαρτίου 1989' ο γενικός εισαγγελέας ανέπτυξε τις προτάσεις του στις 12 Απριλίου 1989.
11.
Με απόφαση της 11ης Μαΐου 1989, το Δικαστήριο έκρινε τη μεν προσφυγή του Maurissen παραδεκτή, τη δε προσφυγή της Union syndicale παραδεκτή μόνο κατά το μέτρο που στρεφόταν κατά της αποφάσεως της 31ης Μαρτίου 1987. Διέταξε επίσης την πρόοδο της δίκης προς εξέταση της ουσίας της υποθέσεως.
12.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Ζήτησε, εξάλλου, από τις υπηρεσίες του να του παράσχουν τις πληροφορίες που έκρινε αναγκαίες για τη δίκη. Επανέλαβε επίσης προς το Συμβούλιο την αίτηση πληροφοριών που του είχε απευθύνει πριν προχωρήσει στην προφορική διαδικασία σχετικά με το παραδεκτό των προσφυγών.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Ο Mailrissen και η Union syndicale ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τις αποφάσεις του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 17ης Μαρτίου 1987 και της 31ης Μαρτίου 1987·
—
να καταδικάσει το Ελεγκτικό Συνέδριο στα δικαστικά έξοδα, κατ' εφαρμογήν είτε του άρθρου 69, παράγραφος 2, είτε του άρθρου 69, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας.
2.
Το Ελεγκτικό Ιννέοριο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει τις προσφυγές του Maurissen και της Union syndicale·
—
να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης.
III — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων επί της ουσίας
1.
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, που προβάλλεται με τις προσφυγές, αφορά την παράβαση του άρθρου 24α του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και την παράβαση του καθήκοντος αρωγής.
—
Κατά τους προσφεύγοντες, ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως αναγνωρίζει το δικαίωμα των υπαλλήλων να είναι μέλη συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών οργανώσεων. Οι οργανώσεις αυτές έχουν το δικαίωμα — το οποίο τους αναγνώρισε το Δικαστήριο (απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1974 στην υπόθεση 18/74, Syndicat général du personnel, Rec. 1974, σ. 933 ) — να επιδίδονται σε κάθε νόμιμη δραστηριότητα προς υπεράσπιση των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών τους.
Μεταξύ των δραστηριοτήτων αυτών περιλαμβάνεται η δυνατότητα να επικρίνουν, με τον ενδεδειγμένο τρόπο, τις πράξεις της διοικήσεως και να αντιτίθενται σ' αυτήν. Τα θεσμικά όργανα υποχρεούνται, επομένως, να εγγυώνται στις συνδικαλιστικές ή επαγγελματικές οργανώσεις την ελευθερία έκφρασης. Ενόψει του καθήκοντος αρωγής, το οποίο υπέχουν έναντι των υπαλλήλων τους, τα θεσμικά όργανα δεν μπορούν να περιορίζονται σε καθαρά παθητικό ρόλο, αλλά οφείλουν να θέτουν στη διάθεση των συνδικαλιστικών οργανώσεων μέσα δράσης, παρέχοντας τους τη δυνατότητα να ενημερώνουν το προσωπικό για τις δραστηριότητες που αναπτύσσουν προς προάσπιση των συμφερόντων του, καθώς και για τις ενδεχόμενες παραβάσεις και καταχρήσεις της διοίκησης. Το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν μπορεί, προς δικαιολόγηση της απόφασης του προέδρου του της 17ης Μαρτίου 1987, να ισχυρίζεται ότι, εφόσον δεν έχει συνάψει με τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του προσωπικού συμφωνίαπλαίσιο, δεν υποχρεούται να προβαίνει σε διανομή των προκηρύξεων και ανακοινώσεων τους. Και τούτο διότι πρόκειται για θεμελιώδες και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα των οργανώσεων αυτών, προϋφιστάμενο της υπογραφής τέτοιας συμφωνίας-πλαισίου.
Εξάλλου, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, με την απόφαση της 3ης Ιουλίου 1985 (υπόθεση 3/83, Abrias, Συλλογή 1985, σ. 1995 ), το Δικαστήριο έχει επίσης αναγνωρίσει το δικαίωμα των συνδικαλιστικών οργανώσεων να συνάπτουν συμφωνίες με τα θεσμικά όργανα. Σχετικώς υπενθυμίζουν ότι το Συμβούλιο, κατά την 713η συνοδό του της 22ας και 23ης Ιουνίου 1981, εξέδωσε απόφαση σχετική με τη διαδικασία διαβουλεύσεως, σκοπός της οποίας είναι να του παρέχει τη δυνατότητα να λαμβάνει τις αποφάσεις του επί θεμάτων προσωπικού με πλήρη γνώση των πραγμάτων. Η διαδικασία αυτή υλοποιείται « στο πλαίσιο μιας επιτροπής, συγκείμενης όχι μόνον από εκπροσώπους των κρατών μελών και του προσωπικού, αλλά και από εκπροσώπους των διοικητικών αρχών όλων των θεσμικών οργάνων και όλων των εξομοιουμένων προς αυτά οργάνων των Κοινοτήτων » ( μεταξύ των οποίων και το Ελεγκτικό Συνέδριο). Κατά τους προσφεύγοντες, από την απόφαση αυτή του Συμβουλίου προκύπτει ότι οι αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του προσωπικού, και μόνον αυτές, έχουν το δικαίωμα και μάλιστα την υποχρέωση να εκπροσωπούν το προσωπικό στις συνεδριάσεις « πολιτικής διαβουλεύσεως», που διοργανώνονται με τα θεσμικά όργανα. Η προσβαλλόμενη όμως απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987 στερεί τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους των οργανώσεων που εκπροσωπούν τους υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου της αναγκαίας απαλλαγής από τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα για να μετάσχουν στις συνεδριάσεις της επιτροπής διαβουλεύσεως, τόσο αυτής της ίδιας, όσο και των προπαρασκευαστικών της συνεδριάσεων που διοργανώνονται από την Επιτροπή.
Γενικώς, οι προσφεύγοντες τονίζουν ότι όλα τα άλλα θεσμικά όργανα παρέχουν στις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του προσωπικού διευκολύνσεις ποικιλόμορφες (υπό μορφή απαλλαγής από τα υπηρεσιακά καθήκοντα, αποδόσεως εξόδων αποστολής, διευκολύνσεις ταχυδρομείου και γραμματείας, κλπ. ) και ανάλογες προς το μέγεθος των οργανώσεων και τα καθήκοντα τους. Τονίζουν ότι, αν οι διευκολύνσεις αυτές, που δεν είναι αμελητέες από άποψη δημοσιονομικών δαπανών, δεν εύρισκαν έρεισμα στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, το Ελεγκτικό Συνέδριο, που έχει ως έργο να ελέγχει την κανονικότητα των κοινοτικών εσόδων και δαπανών, δεν θα παρέλειπε να απευθύνει σχετική παρατήρηση στα άλλα θεσμικά όργανα. Ματαίως, άρα, το καθού προσπαθεί να οχυρωθεί πίσω από την έλλειψη κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως για όλα τα όργανα, για να δικαιολογήσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις.
—
Το Ελεγκτικό Ιννέόριο προτείνει την απόρριψη αυτού του λόγου.
Διευκρινίζει το περιεχόμενο των προσβαλλόμενων αποφάσεων. Η της 17ης Μαρτίου αφορούσε την κατάργηση των ταχυδρομικών διευκολύνσεων, τις οποίες παρείχε μέχρι τότε, για να μην καταστεί το Ελεγκτικό Συνέδριο υπεύθυνο για το περιεχόμενο των συνδικαλιστικών ανακοινώσεων που διανέμονταν μ' αυτόν τον τρόπο· η απόφαση όμως αυτή δεν καθιστούσε αδύνατη τη διανομή των εν λόγω ανακοινώσεων, εφόσον αυτή μπορούσε να πραγματοποιηθεί με μέριμνα των συνδικαλιστικών οργανώσεων και με δική τους ευθύνη. Η απόφαση της 31ης Μαρτίου απορρίπτει μόνο το αίτημα της απαλλαγής από τα υπηρεσιακά καθήκοντα προς συμμετοχή σε συνεδριάσεις με την Επιτροπή και δεν αφορά επομένως τις συνεδριάσεις της επιτροπής διαβουλεύσεως, η οποία προβλέπεται από την απόφαση του Συμβουλίου (το Ελεγκτικό Συνέδριο παρέχει εντολές αποστολής και ειδικές άδειες στους υπαλλήλους που είναι προσηκόντως εξουσιοδοτημένοι από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, για να μπορέσουν να παραστούν σ' αυτές τις συνεδριάσεις)· εξάλλου, η απόφαση αυτί] δεν πλήττει το δικαίωμα των υπαλλήλων να μετέχουν σε οποιαδήποτε συνδικαλιστική συνεδρίαση χρεώνοντας τον αναγκαίο χρόνο στην κανονική τους άδεια.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο θεωρεί ότι με τις αποφάσεις αυτές σεβάστηκε πλήρως τη συνδικαλιστική ελευθερία, όπως έχει οριστεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου, εφόσον ουδόλως περιόρισε το δικαίωμα των συνδικαλιστικών οργανώσεων να συνιστώνται ελευθέρως και να επιδίδονται σε κάθε νόμιμη δραστηριότητα. Διατείνεται ότι οι ισχυρισμοί των προσφευγόντων συνεπάγονται για τα θεσμικά όργανα υποχρεώσεις, οι οποίες δεν προβλέπονται ούτε από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ούτε από άλλη κανονιστική πράξη, ουδόλως εξουσιοδοτούνται από τον προϋπολογισμό, ούτε συμβιβάζονται άλλωστε με τις οργανικές θέσεις και τις πιστώσεις λειτουργίας του θεσμικού οργάνου.
Ασφαλώς, ορισμένα θεσμικά όργανα έχουν παράσχει διευκολύνσεις σε ορισμένες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Αυτό όμως το έχουν πράξει στο πλαίσιο ειδικής συμβάσεως, πράγμα που αποδεικνύει ότι οι προσφεύγοντες δεν μπορούν βασίμως να επικαλούνται προϋφιστάμενο δικαίωμα (αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, στα εθνικά δίκαια, οι διευκολύνσεις αυτές ορίζονται είτε από νομοθετικά κείμενα, είτε μέσω συλλογικών συμβάσεων). Ενδέχεται επίσης άλλα θεσμικά όργανα να παρέχουν ορισμένες διευκολύνσεις στην πράξη αυτό όμως το πράττουν βάσει της ελευθερίας που διαθέτουν περί την οργάνωση των υπηρεσιών τους.
Όπως και να έχει το πράγμα, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του υπαλληλικού δικαίου, και ειδικότερα ελλείψει οποιασδήποτε κοινής ρυθμίσεως για όλα τα θεσμικά όργανα, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να αξιώνουν από το Ελεγκτικό Συνέδριο να τους παραχωρεί διευκολύνσεις ανάλογες προς εκείνες που αναγνωρίζονται στα μέλη της επιτροπής προσωπικού και των λοιπών, ισομερούς συνθέσεως, οργάνων που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, οι οποίες, ιδίως σε ένα όργανο των διαστάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, θα είχαν ολέθριες επιπτώσεις στη λειτουργία της υπηρεσίας και σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο υποστηρίζει ότι οι προσφεύγοντες δεν μπορούν λυσιτελώς να επικαλούνται το καθήκον αρωγής ως βάση των ισχυρισμών τους. Κατά το καθού, προϋπόθεση για την ενεργοποίηση του καθήκοντος αρωγής είναι να έχει το όργανο τη δυνατότητα να επιλέγει μεταξύ διαφόρων τρόπων δράσεως, οπότε το καθήκον αρωγής επιβάλλει στο θεσμικό όργανο να λάβει υπόψη, κατά την άσκηση αυτής της επιλογής, και τα προσωπικά συμφέροντα των υπαλλήλων. Τέτοια δυνατότητα επιλογής δεν υφίσταται εν προκειμένω, εφόσον ούτε ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, ούτε τα διατιθέμενα από τον προϋπολογισμό μέσα, ούτε το συμφέρον της λειτουργίας ενός θεσμικού οργάνου του μεγέθους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του επιτρέπουν να παράσχει τις διευκολύνσεις που αξιώνουν οι προσφεύγοντες.
2.
Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, που προβάλλεται με τις προσφυγές, στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των υπαλλήλων.
—
Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η αρχή αυτή έχει διττώς αγνοηθεί.
Αφενός, όλα τα άλλα όργανα παρέχουν στους εκπροσώπους των συνδικαλιστικών οργανώσεων απαλλαγές από την άσκηση των καθηκόντων τους, ακόμη και αποσπάσεις πλήρους απασχολήσεως, για να τους δίνουν τη δυνατότητα να εκπληρώνουν τα καθήκοντα τους, και ιδίως να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις διαβουλεύσεως.
Αφετέρου, το Ελεγκτικό Συνέδριο αποστέλλει υπηρεσιακώς υπαλλήλους του, για να το εκπροσωπούν ως θεσμικό όργανο στις συνεδριάσεις της επιτροπής διαβουλεύσεως, ενώ οι υπάλληλοι που υπερασπίζουν τα συμφέροντα του προσωπικού ούτε καν απαλλάσσονται από την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων.
—
Το Ελεγκτικό Συνέδριο ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει αυτόν το λόγο ακυρώσεως.
Ως προς το πρώτο του σκέλος, σημειώνει ότι δεν είναι ακριβές ότι όλα τα θεσμικά όργανα παρέχουν απαλλαγή από την άσκηση των καθηκόντων στους υπαλλήλους τους που είναι εντεταλμένοι από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις να μετέχουν στις συνεδριάσεις διαβουλεύσεως. Ορισμένα όργανα το πράττουν βάσει συμβάσεων που έχουν συνάψει με ορισμένες οργανώσεις' άλλα δεν το πράττουν, επισήμως τουλάχιστον. Εν πάση περιπτώσει, η συμπεριφορά των άλλων θεσμικών οργάνων ανάγεται στην αυτονομία τους περί την οργάνωση των υπηρεσιών τους και δεν μπορεί να παραγάγει θετική υποχρέωση βαρύνουσα το Ελεγκτικό Συνέδριο. Μ' αυτό τονίζεται ακόμη ότι οι προσφεύγοντες δεν διευκρινίζουν πώς θα μπορούσε να εξαλειφθεί η υφισταμένη διάκριση μεταξύ θεσμικών οργάνων, την οποία καταγγέλλουν: θα πρέπει δηλαδή να γίνει ευθυγράμμιση με τα όργανα που παρέχουν τις περισσότερες διευκολύνσεις, με εκείνα που παρέχουν τις λιγότερες ή με εκείνα που παρέχουν μόνο τις διευκολύνσεις που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις;
Ως προς το δεύτερο σκέλος του λόγου ακυρώσεως, το καθού διατείνεται ότι δεν υπάρχει άνιση μεταχείριση μεταξύ των υπαλλήλων που αποστέλλει υπηρεσιακώς για να το εκπροσωπήσουν και των αντιπροσώπων των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Και τούτο διότι οι μόνες συνεδριάσεις όπου συμμετέχουν ταυτόχρονα και οι μεν και οι δε είναι οι συνεδριάσεις διαβουλεύσεως που εντάσσονται στο πλαίσιο της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 22ας και 23ης Ιουνίου 1981, και για τις οποίες το Ελεγκτικό Συνέδριο χορηγεί ακριβώς στους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους ειδικές άδειες και τους αποδίδει τα έξοδα αποστολής. Το καθού προσθέτει ότι η επιχειρηματολογία επί του σημείου αυτού είναι, εν πάση περιπτώσει, απαράδεκτη κατά το μέτρο που προέρχεται από τον Maurissen, εφόσον δεν περιλαμβανόταν στην προ της ασκήσεως προσφυγής διοικητική ένσταση.
IV — Απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
Δυνάμει του άρθρου 21 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αυτό ζήτησε από το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και από τις δικές του υπηρεσίες να του αναφέρουν:
1)
αν παρείχαν πλεονεκτήματα στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τους εκπροσώπους τους, για να διευκολύνουν την άσκηση του έργου τους, και συγκεκριμένα:
—
αν οι υπηρεσίες του εσωτερικού τους ταχυδρομείου αναλάμβαναν τη διανομή των συνδικαλιστικών ανακοινώσεων ( προκηρύξεων, δελτίων, επιστολών, κλπ.) στους υπαλλήλους του θεσμικού οργάνου·
—
αν παρείχαν απαλλαγή από την άσκηση των καθηκόντων ή ειδικές άδειες στους υπαλλήλους που εξουσιοδοτούνται από τις αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις της επιτροπής διαβουλεύσεως, η οποία συστήθηκε με απόφαση του Συμβουλίου κατά τη συνοδό του της 22ας και 23ης Ιουνίου 1981, και στις προπαρασκευαστικές της συνεδριάσεις, τις οποίες διοργανώνει η Επιτροπή·
2)
σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν αυτά τα παρεχόμενα πλεονεκτήματα απορρέουν από μη κωδικοποιημένη πρακτική, από μονομερή απόφαση του οργάνου ή από συμφωνία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Το Δικαστήριο ζήτησε να προσκομιστεί μια τέτοια απόφαση ή συμφωνία, εφόσον υφίστατο.
1.
Το Συμβούλιο απάντησε ότι είχε συνάψει συμφωνία στις 20 Δεκεμβρίου 1978 με τις συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις του προσωπικού της γενικής του γραμματείας. Η συμφωνία αυτή περιέχει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διατάξεις:
«Άρθρο 12
Οι οργανώσεις που συμμετέχουν στην παρούσα συμφωνία μπορούν να χρησιμοποιούν τα μέσα μετάφρασης, αναπαραγωγής και επικοινωνίας της γενικής γραμματείας για τις δραστηριότητες τις σχετικές με την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας και για την ενημέρωση του προσωπικού σχετικά με τις δραστηριότητες αυτές.
Άρθρο 10
1. Οι υπεύθυνοι των συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών οργανώσεων ή οι προσηκόντως εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι τους δικαιούνται ειδικής αδείας που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις ημέρες κατ' έτος, προς διευκόλυνση της συμμετοχής τους εκτός του θεσμικού οργάνου σε συνδικαλιστικές συνελεύσεις ή συνέδρια.
2. Ειδικές άδειες μπορούν να χορηγηθούν για τη συνδικαλιστική εκπαίδευση, υπό τους όρους με τους οποίους χορηγούνται για την επαγγελματική εκπαίδευση. »
Το Συμβούλιο προσάρτησε στην απάντηση του το κείμενο της συμφωνίας, καθώς και τις δηλώσεις στα πρακτικά των διαπραγματεύσεων με τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους.
2.
Η Επιτροπή απάντησε ότι παρέχονταν διευκολύνσεις στις συνδικαλιστικές ή επαγγελματικές οργανώσεις, δυνάμει της συμφωνίας περί των σχέσεων μεταξύ της Επιτροπής και των συνδικαλιστικών και επαγγελματικών οργανώσεων, που συνήφΟη στις 20 Σεπτεμβρίου 1974. Η συμφωνία αυτή περιέχει ιδίως διατάξεις σχετικές με τη συνδικαλιστική άδεια και τις ειδικές άδειες, καθώς και σχετικές με την εκ μέρους της επιτροπής προσωπικού και της συντονιστικής επιτροπής χρήση των μέσων μετάφρασης, αναπαραγωγής και επικοινωνίας του θεσμικού οργάνου.
Η Επιτροπή προσκόμισε το κείμενο της συμφωνίας αυτής.
3.
Το Κοινοβούλιο απάντησε ότι οι παρεχόμενες στις συνδικαλιστικές οργανώσεις διευκολύνσεις μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
«i)
οι προκηρύξεις, επιστολές και λοιπές ανακοινώσεις των συνδικάτων μπορούν να αναρτώνται στις διάφορες πινακίδες που βρίσκονται στους τρεις τόπους εργασίας·
ii)
οι προκηρύξεις, επιστολές και λοιπές ανακοινώσεις των συνδικάτων μπορούν να διανέμονται στα διάφορα κτίρια των τριών τόπων εργασίας από την υπηρεσία εσωτερικού ταχυδρομείου·
iii)
το Κοινοβούλιο παρέχει στις συνδικαλιστικές οργανώσεις ένα σύνολο 60ημερών αποστολής, το οποίο αυτές μοιράζονται μεταξύ τους· επιπλέον, κατά την προεκλογική εκστρατεία προς ανανέωση της επιτροπής προσωπικού, κάθε συνδικάτο λαμβάνει πρόσθετη ποσόστωση 10ημερών αποστολής. Εκτός ποσοστώσεως παρέχονται σε αντιπροσώπους των συνδικαλιστικών οργανώσεων εντολές αποστολής για να παρίστανται στις συνεδριάσεις της επιτροπής διαβουλεύσεως που έχει συσταθεί από το Συμβούλιο και την CLOSP ( συντονιστική επιτροπή των συνδικαλιστικών και επαγγελματικών οργανώσεων)·
iv)
κάθε υπεύθυνος συνδικαλιστικής οργανώσεως απαλλάσσεται της άσκησης των υπηρεσιακών του καθηκόντων για να συμμετάσχει σε συνδικαλιστική δραστηριότητα, υπό την προϋπόθεση ότι ο προϊστάμενος της υπηρεσίας του ή ο ιεραρχικά ανώτερος του έλαβε εγκαίρως γνώση και ότι εξασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας· ο προϊστάμενος της υπηρεσίας ή ιεραρχικά ανώτερος μπορεί να αρνηθεί να τον απαλλάξει από την άσκηση των καθηκόντων του σε περίπτωση ανάγκης της υπηρεσίας·
ν)
οι υπηρεσίες του “ adressographe ” προμηθεύουν σε κάθε συνδικάτο, κατ' αίτηση του και δύο φορές κατ' έτος, αριθμό φακέλων φερόντων την υπηρεσιακή διεύθυνση κάθε υπαλλήλου του θεσμικού οργάνου.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν θέτει στη διάθεση των συνδικαλιστικών οργανώσεων ούτε τις μεταφραστικές του υπηρεσίες ούτε τα μέσα αναπαραγωγής του ».
Κατά το Κοινοβούλιο, όλες αυτές οι διευκολύνσεις απορρέουν από μη κωδικοποιημένη πρακτική, η οποία όμως εφαρμόζεται από μακρού χρόνου, πλην της απαριθμουμένης στο στοιχείο iii), για την οποία υπάρχουν σχετικές εσωτερικές οδηγίες, τις οποίες και προσκομίζει το Κοινοβούλιο ως παράρτημα της απάντησης του.
4.
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή απάντησε ότι παρείχε διευκολύνσεις στις συνδικαλιστικές οργανώσεις βάσει συμφωνίαςπλαισίου, που συνήψε στις 31 Μαρτίου 1977 με τις συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις του προσωπικού της γενικής γραμματείας, και της από 10 Ιουλίου 1980 τροποποίησης της, και εντός των ορίων αυτών.
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή προσάρτησε, ως παράρτημα της απάντησης της, το κείμενο της συμφωνίας και την τροποποίηση του.
5.
Οι υπηρεσίες τον Δικαστηρίου απάντησαν ότι οι συνδικαλιστικές ανακοινώσεις διανέμονται από την υπηρεσία του εσωτερικού ταχυδρομείου στους υπαλλήλους του οργάνου, καθώς και ότι παρέχονται απαλλαγές από την άσκηση των καθηκόντων στους υπαλλήλους του που είναι εντεταλμένοι από τις αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις για να συμμετάσχουν σε διάφορες συνεδριάσεις ( καίτοι, ως προς αυτό, οι περιπτώσεις εφαρμογής υπήρξαν μέχρι τώρα πολύ λίγες ).
Αυτά τα πλεονεκτήματα προκύπτουν από μη κωδικοποιημένη πρακτική, δεδομένου ότι δεν έχει συναφθεί συμφωνία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις.
F. Grévisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 18ης Ιανουαρίου 1990 ( *1 )
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-193/87 και C-194/87,
Henri Maurissen, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος και επικουρούμενος από τον Jean-Noël Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την Yvette Hamilius, δικηγόρο στο cour ď appel, 11, boulevard Royal,
προσφεύγων,
και
Union syndicale, service public européen, με έδρα το Λουξεμβούργο, εν τω προσώπω του γενικού της γραμματέα Adam Buick, εκπροσωπούμενη και επικουρούμενη από τον Jean-Noël Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την Yvette Hamilius, δικηγόρο στο cour ď appel, 11, boulevard Royal,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από την
Internationale des services publics, με έδρα το Ferney-Voltaire ( Γαλλία ), εκπροσωπούμενη και επικουρούμενη από τους Michel Deruyver και Véronique Leclercq, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την Yvette Hamilius, δικηγόρο στο cour d' appel, li, boulevard Royal,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τους Michael Becker και Marc Ekelmans, τη Lucette Defalque, δικηγόρο Βρυξελλών, και τον Jean-Aimé Stoli, ως σύμβουλο, με τόπο επιδόσεων την έδρα του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
καθού,
που έχουν ως αντικείμενο την ακύρωση δύο αποφάσεων του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου:
—
της 17ης Μαρτίου 1986, με την οποία ο πρόεδρος έδωσε εντολή στην υπηρεσία εσωτερικού ταχυδρομείου του Συνεδρίου να απέχει προσωρινώς από τη διευκόλυνση της θέσεως σε κυκλοφορία των συνδικαλιστικών δελτίων
—
της 31ης Μαρτίου 1987, με την οποία ο πρόεδρος αρνήθηκε να χορηγήσει στους εκπροσώπους την Union syndicale απαλλαγή από την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, ώστε να μπορέσουν να συμμετάσχουν σε συνεδριάσεις των συνδικάτων με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αφορώσες γενικά ζητήματα προσωπικού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, Κ. Ν. Κακούρη, F. Α. Schockweiler και Μ. Ziileeg, προέδρους τμήματος, Τ. Koopmans, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias και F. Grévisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: J.-G. Giraud, γραμματέας
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 17ης Οκτωβρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με προσφυγή που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Ιουνίου 1987 και πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό υποθέσεως C-193/87, ο Maurissen, μόνιμος υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ζήτησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, την ακύρωση δύο αποφάσεων του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 17ης και της 31ης Μαρτίου 1987, σχετικών με την άσκηση της συνδικαλιστικής δραστηριότητας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
2
Με προσφυγή που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Ιουνίου 1987 και πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως C-194/87, η Union syndicale Luxembourg, service public européen, ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση των ίδιων αποφάσεων.
3
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, με έντυπη προκήρυξη, που έφερε ημερομηνία 26 Φεβρουαρίου 1987 και αναφερόταν στις προθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τις προβλέψεις δαπανών για το οικονομικό έτος 1988, η εκτελεστική επιτροπή της Union syndicale Λουξεμβούργου κατάγγειλε την προβλεπόμενη αύξηση του αριθμού των εκτάκτων υπαλλήλων. Κατά το κείμενο της προκηρύξεως, από μια τέτοια αύξηση υπήρχε κίνδυνος όχι μόνο να υποβαθμιστεί η ευρωπαϊκή δημοσιοϋπαλληλία, αλλά και να απειληθεί η ανεξαρτησία του Συνεδρίου και να υπονομευθεί ο ρόλος του ως « δημοσιονομικής συνειδήσεως της Ευρώπης ».
4
Στις 17 Μαρτίου 1987 ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απηύθυνε στον Maurissen, μοναδικό υπάλληλο του Συνεδρίου του οποίου το όνομα περιλαμβανόταν μεταξύ των μελών της εκτελεστικής επιτροπής της Union syndicale που αναγράφονταν στο κάτω μέρος της προκηρύξεως, έγγραφο με το οποίο, αφού αποδοκίμαζε την προκήρυξη, τόσον ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο της, του γνωστοποιούσε την απόφαση του να απαγορεύσει προσωρινώς στην υπηρεσία εσωτερικού ταχυδρομείου τη διανομή συνδικαλιστικών δελτίων. Με το ίδιο έγγραφο, κάλεσε τον Maurissen να αποστέλλει εφεξής τα δελτία αυτά στην επιτροπή προσωπικού, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιεί για τη διανομή τους τις υπηρεσίες του εσωτερικού ταχυδρομείου, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι οποιοσδήποτε άλλος τρόπος διανομής θα έπρεπε να γίνεται με αποκλειστικά δική του πρωτοβουλία.
5
Εξάλλου, στις 11 Μαρτίου 1987 ο γενικός γραμματέας της Union syndicale Λουξεμβούργου πληροφόρησε τον πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τη σύσταση συνδικαλιστικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο, ζητώντας του να απαλλάξει από την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων τα μέλη της αντιπροσωπείας που ορίζονταν για να μετάσχουν σε συνεδριάσεις με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αφορώσες ζητήματα προσωπικού.
6
Στις 31 Μαρτίου 1987, σημειώνοντας ότι έλαβε γνώση της συστάσεως συνδικαλιστικής αντιπροσωπείας, ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απάντησε στο γενικό γραμματέα της Union syndicale ότι δεν μπορούσε να δεχθεί το αίτημά του περί απαλλαγής από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων.
7
Οι υπό κρίση προσφυγές στρέφονται κατά των αποφάσεων αυτών της 17ης και της 31ης Μαρτίου 1987.
8
Επειδή το Ελεγκτικό Συνέδριο αμφισβήτησε το παραδεκτό εκατέρας των προσφυγών, το Δικαστήριο αποφάσισε να αποφανθεί προκαταρκτικώς με χωριστή απόφαση επί των προβαλλομένων λόγων απαραδέκτου.
9
Με απόφαση της 11ης Μαΐου 1989, το Δικαστήριο δέχτηκε τύποις την προσφυγή του Maurissen. Δέχτηκε, εξάλλου, τύποις την προσφυγή της Union syndicale, κατά το μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως της 31ης Μαρτίου 1987, ενώ την απέρριψε ως απαράδεκτη κατά το μέτρο που στρεφόταν κατά της αποφάσεως της 17ης Μαρτίου 1987.
10
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
11
Προς εξέταση του βάσιμου της προσφυγής, πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 24α του κανονισμού της υπηρεσιακής τους κατάστασης, « οι υπάλληλοι απολαύουν του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαιδύνανται ιδίως να είναι μέλη συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών οργανώσεων των υπαλλήλων που εργάζονται στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ».
12
Στα κοινοτικά όργανα, καθώς και στους οργανισμούς που — δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων — εξομοιούνται προς αυτά όσον αφορά την εφαρμογή αυτού του κανονισμού, εναπόκειται να μην πράττουν τίποτε που θα μπορούσε να εμποδίσει την άσκηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας, την οποία αναγνωρίζουν οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 24α.
13
Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( αποφάσεις της 8ης Οκτωβρίου 1974 στην υπόθεση 175/73, Union syndicale, Rec. 1974, σ. 917, και στην υπόθεση 18/74, Syndicat général du personnel, Rec. 1974, σ. 933), η αναγνωριζόμενη ως άνω συνδικαλιστική ελευθερία συνεπάγεται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του εργατικού δικαίου, όχι μόνο το δικαίωμα των υπαλλήλων να συγκροτούν ελεύθερα ενώσεις της επιλογής τους, αλλά και το δικαίωμα των ενώσεων αυτών να επιδίδονται σε κάθε θεμιτή δραστηριότητα προς υπεράσπιση των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών τους.
14
Απ' αυτό έπεται, πρώτον, ότι τα κοινοτικά όργανα και οι κοινοτικοί οργανισμοί δεν μπορούν να απαγορεύουν στους υπαλλήλους να εγγράφονται σε συνδικαλιστικές ή επαγγελματικές οργανώσεις και να συμμετέχουν στη συνδικαλιστική δράση, ούτε να τους περιάγουν, καθ' οποιονδήποτε τρόπο, σε δυσμενέστερη θέση λόγω της συμμετοχής τους ή της δράσης τους αυτής.
15
Προκύπτει, δεύτερον, ότι τα κοινοτικά όργανα και οι κοινοτικοί οργανισμοί πρέπει να αποδέχονται, και χωρίς να επιφυλάσσουν αδικαιολογήτως διαφορετική μεταχείριση στις κατ' ιδίαν συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις, τη δυνατότητα τους να διαδραματίζουν το ρόλο που τους προσιδιάζει, αναλαμβάνοντας ιδίως ενέργειες για να ενημερώνουν τους υπαλλήλους, να τους εκπροσωπούν έναντι των εν λόγω οργάνων και οργανισμών και να συμμετέχουν σε διαβουλεύσεις με τα εν λόγω όργανα και οργανισμούς εφ' όλων των θεμάτων που ενδιαφέρουν το προσωπικό.
16
Με γνώμονα τις προεκτεθείσες σκέψεις πρέπει να εκτιμηθεί και η νομιμότητα των επιδίκων αποφάσεων.
Επί της προσφυγής του Maurissen κατά το μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως της 17ης Μαρτίου 1987
17
Προς στήριξη αυτού του σκέλους της προσφυγής του, ο Maurissen προβάλλει δύο λόγους: αφενός, παράβαση του άρθρου 24α του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και, αφετέρου, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων.
Επί νου πρώνου Aóyov
18
Πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση της 17ης Μαρτίου 1987 καταργεί τη δυνατότητα χρήσεως της υπηρεσίας εσωτερικού ταχυδρομείου προς διανομή των συνδικαλιστικών δελτίων. Δεν απαγορεύει τη διανομή των εν λόγω δελτίων στο χώρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου όπως προκύπτει ειδικότερα από το ίδιο το κείμενο της, η απόφαση αυτή δεν εμποδίζει τους συνδικαλιστικούς υπευθύνους να καταφεύγουν, με δική τους « πρωτοβουλία », σε « οποιονδήποτε άλλο τρόπο διανομής ».
19
Έτσι, η απόφαση αυτή αρνείται απλώς ένα πλεονέκτημα, του οποίου η μεν παροχή θα διευκόλυνε ασφαλώς τη δράση του Maurissen ως συνδικαλιστικού υπευθύνου, η δε μη παροχή δεν έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της ασκήσεως της συνδικαλιστικής του δραστηριότητας.
20
Μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να ελεγχθεί μόνον αν το δικαίωμα επί του πλεονεκτήματος το οποίο αρνείται να παράσχει μπορούσε να βρει έρεισμα, όπως υποστηρίζει ο Maurissen, είτε σε κάποια γενική αρχή του εργατικού δικαίου ισχύουσα στην κοινοτική έννομη τάξη, είτε στις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ή σε πράξεις, μονομερείς ή συμβατικές, εκδοθείσες προς εφαρμογή τους, είτε ακόμη στο καθήκον αρωγής.
21
Σχετικώς, πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι, ναι μεν η ελευθερία του συνδικαλίζεσθαι συνιστά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, το περιεχόμενο της όμως δεν εκτείνεται σε τέτοιο μέτρο ώστε να περιλαμβάνει και την υποχρέωση των κοινοτικών οργάνων και οργανισμών να θέτουν την υπηρεσία του εσωτερικού τους ταχυδρομείου στη διάθεση των συνδικαλιστικών οργανώσεων για τη διανομή στο προσωπικό των ανακοινώσεων που εκδίδουν οι οργανώσεις αυτές.
22
Το άρθρο 24α του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, που εκφράζει την αναγνώριση της ελευθερίας του συνδικαλίζεσθαι στο πλαίσιο της κοινοτικής δημοσιοϋπαλληλίας, δεν διευκρινίζει τίποτε σχετικά με την παροχή τέτοιων διευκολύνσεων. Εξάλλου, η διάταξη αυτή δεν έχει συμπληρωθεί, ως προς το ζήτημα αυτό, ούτε από γενική εκτελεστική διάταξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ούτε από συμφωνία συναφθείσα μεταξύ του τελευταίου και αυτής ή εκείνης της συνδικαλιστικής ή επαγγελματικής οργανώσεως.
23
Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί, όσον αφορά το καθήκον αρωγής, ότι αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο των ατομικών σχέσεων μεταξύ της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και των υπαλλήλων που υπάγονται σ' αυτήν δεν χωρεί επίκλησή του προς επίλυση προβλημάτων που ανάγονται στις συλλογικές σχέσεις μεταξύ κοινοτικών οργάνων και οργανισμών, αφενός, και συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών οργανώσεων, αφετέρου.
24
Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί νου δεντέρον λόγον
25
Ο λόγος αυτός έγκειται στο ότι ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αρνούμενος να παράσχει στους συνδικαλιστικούς υπευθύνους μεταχείριση εξίσου ευνοϊκή με εκείνη που παρέχουν τα άλλα κοινοτικά όργανα και κοινοτικοί οργανισμοί για τη διανομή συνδικαλιστικών δελτίων, παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων.
26
Πρέπει να σημειωθεί ότι, ναι μεν είναι αληθές ότι ορισμένα άλλα κοινοτικά όργανα και κοινοτικοί οργανισμοί παρέχουν για το θέμα αυτό, κατά ποικίλους άλλωστε τρόπους, διευκολύνσεις στις συνδικαλιστικές ή επαγγελματικές οργανώσεις και τους εκπροσώπους τους, πρόκειται όμως για πλεονεκτήματα που, ελλείψει οποιασδήποτε νομικής υποχρεώσεως απορρέουσας από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, παρέχονται χαριστικώς βάσει των εξουσιών προς οργάνωση της υπηρεσίας η δυνάμει ρητών συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ του οργάνου ή οργανισμού και των εκπροσώπων του προσωπικού του.
27
Τέτοια μέτρα, οφειλόμενα σε ιδία πρωτοβουλία των οργάνων ή οργανισμών, δεν μπορούν να προβληθούν προς στήριξη του λόγου περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
28
Άρα, και ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
29
Επομένως, η προσφυγή του Maurissen, κατά το μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως της 17ης Μαρτίου 1987, πρέπει να απορριφθεί.
Επί των προσφυγών κατά το μέτρο που στρέφονται κατά της αποφάσεως της 31ης Μαρτίου 1987
30
Πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί ο λόγος τον οποίο οι προσφεύγοντες στηρίζουν στη συνδικαλιστική ελευθερία, η οποία διασφαλίζεται με το άρθρο 24α του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
31
Το Ελεγκτικό Συνέδριο αναγνώρισε μεν την αρχή της ελευθερίας του συνδικαλίζεσθαι, αναφέρθηκε όμως συγκεκριμένα στην απόφαση του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 1981, με την οποία καθιερώθηκε η διαδικασία διαβουλεύσεως. Υποστήριξε ότι, ναι μεν υποχρεούται, δυνάμει της αποφάσεως αυτής, να χορηγεί απαλλαγή από την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων στους εκπροσώπους του προσωπικού του, οι οποίοι ορίζονται από τις συνδικαλιστικές ή επαγγελματικές οργανώσεις, για να μεταβαίνουν στις συνεδριάσεις της προβλεπόμενης από την απόφαση « επιτροπής διαβουλεύσεως », μια τέτοια όμως υποχρέωση δεν μπορεί να επεκταθεί και στις προπαρασκευαστικές συνεδριάσεις τις οποίες διοργανώνει η Επιτροπή.
32
Σχετικώς, πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι η προβλεπόμενη με την απόφαση του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 1981 διαδικασία διαβουλεύσεως εφαρμόζεται για τις « προτάσεις, τις οποίες υποβάλλει στο Συμβούλιο η Επιτροπή και που αφορούν την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Κοινοτήτων ή το καθεστώς των λοιπών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, ή ακόμη την εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ή του εν λόγω καθεστώτος περί των αμοιβών ή των συντάξεων ».
33
Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται μέσω της λεγομένης « επιτροπής διαβουλεύσεως », η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των κρατών μελών και των διοικητικών αρχών των κοινοτικών οργάνων και οργανισμών, αλλά και από εκπροσώπους του προσωπικού, οι οποίοι ορίζονται από τις συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις.
34
Πρέπει να σημειωθεί εξάλλου ότι, όσον αφορά τις τροποποιήσεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και την εξέλιξη των αμοιβών και των συντάξεων, αρμόδιο για τη λήψη των αναγκαίων αποφάσεων είναι μεν το Συμβούλιο, το όργανο όμως αυτό μπορεί να ενεργήσει μόνο βάσει προτάσεως της Επιτροπής και σε στενή συνεργασία μαζί της. Οι εργασίες της προβλεπόμενης στην απόφαση της 23ης Ιουνίου 1981« επιτροπής διαβουλεύσεως » εντάσσονται έτσι σε μια διαδικασία της οποίας τα πρώτα στάδια εξελίσσονται στο πλαίσιο της Επιτροπής και στις συνεδριάσεις μεταξύ της Επιτροπής και των εκπροσώπων των συνδικάτων.
35
Επομένως, τα κοινοτικά όργανα και οι κοινοτικοί οργανισμοί υποχρεούνται να μην εμποδίζουν τις συνδικαλιστικές δραστηριότητες που είναι αναγκαίες για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής συμμετοχής σ' αυτή τη διαδικασία διαβουλεύσεως. Πράγματι, η συνδικαλιστική ελευθερία συνεπάγεται ακριβώς να έχουν τα συνδικάτα τη δυνατότητα να συμμετέχουν σ' αυτήν τη διαβούλευση και να συμβάλλουν έτσι στη διαμόρφωση των αποφάσεων.
36
Εξ αυτού έπεται ότι, όταν η Επιτροπή αποφασίζει να συγκαλέσει σε συνεδρίαση τους εκπροσώπους των συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών οργανώσεων για να προετοιμάσει τις προτάσεις που θα υποβάλει στο Συμβούλιο, οι εν λόγω εκπρόσωποι πρέπει να τυγχάνουν των αναγκαίων διευκολύνσεων για να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις.
37
Οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι πρέπει έτσι να απαλλάσσονται, προς το σκοπό αυτόν, των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, με διαδικασίες που πρέπει να καθοριστούν, είτε μονομερώς είτε συμβατικώς, από τις αρχές του κάθε κοινοτικού οργάνου ή οργανισμού.
38
Επομένως, η απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987 πρέπει να ακυρωθεί, διότι, ως εκ της γενικής της διατυπώσεως και του χαρακτήρα αρχής τον οποίον προσλαμβάνει, αρνείται στους εκπροσώπους των συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών οργανώσεων κάθε απαλλαγή από την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, για να μπορούν να μεταβαίνουν στις συνεδριάσεις τις οποίες διοργανώνει η Επιτροπή. Υπ' αυτές τις συνθήκες, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου τον οποίο προβάλλουν οι προσφεύγοντες.
39
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι πρέπει να γίνουν δεκτές^ οι προσφυγές κατά το μέτρο που στρέφονται κατά της αποφάσεως της 31ης Μαρτίου 1987 του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και να απορριφθεί η προσφυγή του Maurissen κατά τα λοιπά.
Επί των δικαστικών εξόδων
40
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Ωστόσο, κατά το άρθρο 70 του ίδιου κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα θεσμικά όργανα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
41
Στην υπόθεση 193/87, το Ελεγκτικό Συνέδριο πρέπει να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα. Πρέπει εξάλλου να επιβαρυνθεί με το ήμισυ των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο Maurissen, ο οποίος επέτυχε την ακύρωση της μιας από τις αποφάσεις τις οποίες προσέβαλε με την προσφυγή του.
42
Στην υπόθεση 194/87, εφόσον η Union syndicale νίκησε ως προς το ένα σκέλος και ηττήθηκε ως προς το έτερο σκέλος της προσφυγής, πρέπει να οριστεί ότι κάθε διάδικος, περιλαμβανομένης και της Internationale des services publics, η οποία παρενέβη υπέρ της Union syndicale, θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την από 31 Μαρτίου 1987 απόφαση του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
2)
Απορρίπτει την προσφυγή του Maurissen κατά τα λοιπά.
3)
Στην υπόθεση C-193/87 το Ελεγκτικό Συνέδριο φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα και το ήμισυ των δικαστικών εξόδων του Maurissen, περιλαμβανομένων και εκείνων της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων.
4)
Στην υπόθεση C-194/87 κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Due
Slynn
Κακούρης
Zuleeg
Schockweiler
Koopmans
Moitinho de Almeida
Rodríguez Iglesias
Grévisse
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 18 Ιανουαρίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy