Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα - Πριμοδότηση για τη μη εμπορία του γάλακτος - Εκποίηση της εκμεταλλεύσεως από τον παραγωγό ο οποίος έχει αναλάβει υποχρεώσεις μη εμπορίας - Αναγκαστικός πλειστηριασμός - Εμπίπτει - Μη αποδοχή των υποχρεώσεων από τον αγοραστή - Περίπτωση ανωτέρας βίας - Δεν συντρέχει - 'Ορια
(Κανονισμός 1078/77 του Συμβουλίου, άρθρο 6, παράγραφος 1 κανονισμός 1391/78 της Επιτροπής, άρθρα 9, παράγραφος 4, και 12, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1799/79)
2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα - Πριμοδότηση για τη μη εμπορία του γάλακτος - Ανάληψη υποχρεώσεων από τον παραγωγό - Μερική αθέτηση - Συνέπεια - Επιστροφή ολόκληρης της καταβληθείσας πριμοδότησης
(Κανονισμός 1078/77 του Συμβουλίου, άρθρα 6, παράγραφος 1, και 11, παράγραφος 1 κανονισμός 1391/78 της Επιτροπής, άρθρο 9, παράγραφος 1)
Περίληψη
1. Ο όρος "διάδοχος", που περιέχεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77, περί θεσπίσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και τη μετατροπή αγελών βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως, και ο όρος "εκχωρεί", που περιέχεται στο άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 1391/78, που εκδόθηκε προς εκτέλεση του προηγουμένου, έχουν την έννοια ότι περιλαμβάνουν και τη μεταβολή στο πρόσωπο του κυρίου της γεωργικής εκμεταλλεύσεως κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού.
Η μεταβολή στο πρόσωπο του κυρίου της γεωργικής εκμεταλλεύσεως κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού δεν συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού 1391/78, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού 1799/79, εκτός αν ο αναγκαστικός πλειστηριασμός αποτελεί συνέπεια εξαιρετικού και ανεξαρτήτου της βουλήσεως του κατόχου της εκμεταλλεύσεως συμβάντος, το οποίο προσλαμβάνει, ως εκτούτου, γι' αυτόν το χαρακτήρα απρόβλεπτης και αναπόφευκτης περίστασης.
2. Τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77, καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1391/78, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση μερικής αθετήσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το σύστημα πριμοδοτήσεων, τα καταβληθέντα ποσά πριμοδοτήσεων πρέπει να επιστρέφονται στο ακέραιο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 199/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του δανικού Hoejesteret προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Mads Peder Jensen
και
Landbrugsministeriet (Υπουργείο Γεωργίας),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί θεσπίσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και τη μετατροπή αγελών βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως (ΕFΤ 1977, L 131, σ. 1), καθώς και του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, περί τροποποιημένων λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και τη μετατροπή αγελών βοοειδώνγαλακτοκομικής κατευθύνσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 180), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1799/79 της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 57),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και Y. Galmot, δικαστές
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- το Landsbrugsministeriet, εκπροσωπούμενο από τους δικηγόρους O. Fentz και F. Olsen,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις D. Sorasio και I. Langermann,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Απριλίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με αίτηση της 23ης Ιουνίου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Ιουνίου 1987, το δανικό Hoejesteret υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρίαπροδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί θεσπίσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και τη μετατροπή αγελών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως (ΕFΤ 1977, L 131, σ. 1), καθώς και του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, περί τροποποιημένων λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και τη μετατροπή αγελών βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 180), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1799/79 της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/026, σ. 57).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Mads Peder Jensen, κυρίου γεωργικής εκμεταλλεύσεως, και του δανικού Υπουργείου Γεωργίας. Ο Jensen συνήψε, στις 12 Σεπτεμβρίου 1979, με το εν λόγω υπουργείο σύμβαση μη εμπορίας γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων επί μία πενταετία. Η πριμοδότηση, η οποία καταβαλλόταν σε αντάλλαγμα της αναληφθείσας δέσμευσης μη εμπορίας, θα έπρεπε να επιστραφεί, αν ο πριμοδοτούμενος δεν τηρούσε τις απορρέουσες από το σύστημα πριμοδοτήσεων υποχρεώσεις του ή αν ο ενδεχόμενος νέος κτήτορας της εκμετάλλευσης δεν αναδεχόταν για ίδιο λογαριασμό τις εν λόγω υποχρεώσεις. Το ήμισυ της επίδικης πριμοδότησης, η οποία ανερχόταν συνολικώς σε 289 120 δανικές κορώνες (DΚR), καταβλήθηκε κατά την έναρξη της πενταετούς περιόδου μη εμπορίας, ενώ το υπόλοιπο έπρεπε να καταβληθεί σε δύο ισόποσες δόσεις, αντιπροσωπεύουσα εκάστη το 25 % της πριμοδότησης, προ του πέρατος του τρίτου και του πέμπτου έτους αντιστοίχως.
3 Στις 15 Απριλίου 1981, η εκμετάλλευση πωλήθηκε με αναγκαστικό πλειστηριασμό στο Dansk Landbrugs Realkreditfond (δανικό Ταμείο Γεωργικής Πιστώσεως), το οποίο τη μεταπώλησε, στη συνέχεια, σε ιδιώτη. Επειδή ο τελευταίος δεν αναδέχτηκε τις υποχρεώσεις που απέρρεαν για τον Jensen από τη σύμβαση μη εμπορίας, το υπουργείο αναζήτησε από τον Jensen το ποσό της ήδη καταβληθείσας πριμοδότησης, ήτοι 144 560 DΚR.
4 Δεδομένου ότι ο Jensen δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα επιστροφής, το υπουργείο τον ενήγαγε ενώπιον του Vestre Landsret. Αφού η αγωγή αυτή έγινε πρωτοδίκως δεκτή με απόφαση του Vestre Landsret της 31ης Αυγούστου 1983, ο Jensen άσκησε έφεση ενώπιον του Hoejesteret, υποστηρίζοντας κατ' ουσίαν ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της αναζητήσεως του καταβληθέντος ποσού. Σχετικώς υποστήριξε, κυρίως, ότι η αθέτηση της σύμβασης αφορούσε μόνο τις περιπτώσεις οικειοθελούς εκποιήσεως και όχι την απώλεια της κυριότητας κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού. Επικουρικώς, επισήμανε ότι η σύμβαση μη εμπορίας είχε εν πάση περιπτώσει τηρηθεί επί μία διετία, ήτοι κατά το 40 % της διάρκειάς της, διάστημα που αντιστοιχούσε προς μέρος της πριμοδότησης ανερχόμενο σε 115 648 DΚR, το οποίο έπρεπε, επομένως, να αφαιρεθεί από το πράγματι καταβληθέν ποσό των 144 560 DΚR.
5 Κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξηρτάτο από την ερμηνεία της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης περί πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος, το Hoejesteret ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Περιλαμβάνει ο όρος 'διάδοχος' (' overtager' ), που χρησιμοποιείται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, και ο όρος 'μεταβιβάζει' (' overdrager' ), που περιέχεται στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 1307/77 της Επιτροπής, ή 'εκχωρεί' (' afstaar' ) που περιέχεται στο άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, και την περίπτωση κατά την οποία μεταβάλλεται το πρόσωπο του κυρίου της γεωργικής εκμεταλλεύσεως κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού;
2) Εμπίπτει η περίπτωση της μεταβολής στο πρόσωπο του κυρίου της γεωργικής εκμεταλλεύσεως κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού στις διατάξεις περί ανωτέρας βίας του άρθρου 12 του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 του κανονισμού 1799/79 της Επιτροπής;
3. 'Εχουν τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, κατά τα οποία τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για την επιστροφή των πριμοδοτήσεων που έχουν ήδη καταβάλει, την έννοια ότι αναζήτηση χωρεί μόνο κατά λόγο του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο δεν τηρήθηκαν οι απορρέουσες από το σύστημα πριμοδοτήσεων υποχρεώσεις;"
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, οι οικείες κοινοτικές διατάξεις, καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας και οι κατατεθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθ' όσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Το κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς
7 Για να δοθεί διαφωτιστική απάντηση στα υποβαλλόμενα ερωτήματα, πρέπει προκαταρκτικώς να υπομνηστεί η εφαρμοστέα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
8 Για να περιοριστεί η πλεονάζουσα παραγωγή γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων στην κοινή αγορά, με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1078/77 του Συμβουλίου θεσπίστηκε σύστημα πριμοδοτήσεων για τους γεωργούς που είτε παραιτούνται από την εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (πριμοδότηση μη εμπορίας) είτε μετατρέπουν τις αγέλες τους βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως προς την παραγωγή κρέατος (πριμοδότηση μετατροπής). Οι πριμοδοτήσεις μη εμπορίας, για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, χορηγούνται κατόπιν αιτήσεως σε κάθε γαλακτοπαραγωγό που αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην παραδίδει, εκ χαριστικής ή εξ επαχθούς αιτίας, γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα προερχόμενα από την εκμετάλλευσή του επί πενταετία (άρθρα 1 και 2).
9 Ειδικοί κανόνες προβλέπονται για την περίπτωση εκποιήσεως της εκμεταλλεύσεως. 'Ετσι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77, "ο διάδοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως μπορεί να αναλάβει εγγράφως τη δέσμευση ότι θα εξακολουθήσει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει ο προκάτοχός του. Στην περίπτωση αυτή, τα ήδη καταβληθέντα ποσά περιέρχονται οριστικά στον προκάτοχο, το δε υπόλοιπο καταβάλλεται στο διάδοχό του. Σε αντίθετη περίπτωση, ο προκάτοχος αποδίδει τα ήδη καταβληθέντα ποσά".
10 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού προβλέπει ότι, πλην ορισμένων περιπτώσεων, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, τα κράτη μέλη "λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την επιστροφή των ήδη καταβληθέντων ποσών, για την περίπτωση που δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες υποχρεώσεις".
11 Προς εφαρμογή του κανονισμού του Συμβουλίου, η Επιτροπή εξέδωσε, μεταξύ άλλων, τον προαναφερθέντα κανονισμό 1391/78, με τον οποίο αντικατέστησε τον προϊσχύσαντα κανονισμό 1307/77, της 15ης Ιουνίου 1977 (ΕFΤ 1977, L 150, σ. 24). Το άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 1391/78 ορίζει ότι, "αν ο παραγωγός εκχωρεί ολικά ή μερικά την εκμετάλλευσή του σε τρίτους, ανακοινώνει εκ των προτέρων το γεγονός στην αρμόδια αρχή για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως και προσάγει, κατά περίπτωση, την απόδειξη κατά πόσο ο εκδοχέας αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το καθεστώς των πριμοδοτήσεων. Η αρμόδια αρχή ... ανακτά ενδεχομένως τα ποσά που έχουν ήδη πληρωθεί στο δικαιούχο".
12 Το άρθρο 12 του κανονισμού 1391/78, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1799/79, κάμπτει τον κανόνα περί αποδόσεως των καταβληθέντων ποσών σε περίπτωση ανωτέρας βίας. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού επιτρέπει, συγκεκριμένα, στα κράτη μέλη να μην προβαίνουν στην είσπραξη των πριμοδοτήσεων που έχουν ήδη καταβάλει, "όταν, λόγω περιπτώσεως ανωτέρας βίας που συμβαίνει μετά την ημέρα αποδοχής της αιτήσεως πριμοδοτήσεως, ο δικαιούχος ή ο διάδοχός του ... δεν είναι σε θέση να τηρήσει μια υποχρέωση που απορρέει από το καθεστώς πριμοδοτήσεων, ή ο οποίος, για να την τηρήσει, θα υφίστατο υπερβολική θυσία". Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου απαριθμεί καταστάσεις που μπορούν να δικαιολογήσουν,μεταξύ άλλων, τη μη είσπραξη των καταβληθεισών πριμοδοτήσεων, "με την επιφύλαξη συγκεκριμένων περιστάσεων που λαμβάνονται υπόψη σε ατομικές περιπτώσεις". Η απαρίθμηση αυτή περιλαμβάνει το θάνατο και την επαγγελματική ανικανότητα του δικαιούχου, την αναγκαστική απαλλοτρίωση και την τυχαία καταστροφή της εκμεταλλεύσεως, τις φυσικές καταστροφές, καθώς και την επιζωοτία που προσβάλλει το ζωικό κεφάλαιο του δικαιούχου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
13 Ενόψει των πραγματικών στοιχείων που εκτίθενται στην απόφαση παραπομπής, το πρώτο ερώτημα πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι ερωτάται κατ' ουσίαν αν ο όρος "διάδοχος", που περιέχεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, και ο όρος "εκχωρεί", που περιέχεται στο άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αφορούν και τη μεταβολή στο πρόσωπο του κυρίου της γεωργικής εκμεταλλεύσεως κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού.
14 Το υπουργείο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι τόσο το γράμμα των προεκτεθέντων άρθρων όσο και ο επιδιωκόμενος με το σύστημα πριμοδοτήσεων σκοπός υποδεικνύουν την ερμηνεία κατά την οποία οι διατάξεις αυτές αφορούν κάθε μορφή εκποιήσεως γεωργικής εκμεταλλεύσεως, ασχέτως του τρόπου μεταβιβάσεως.
15 Η άποψη αυτή πρέπει να γίνει δεκτή. Πράγματι, από τη γραμματική ερμηνεία των όρων "διάδοχος" και "εκχωρεί", καθώς και από τις αντίστοιχες εκφράσεις στα κείμενα των άλλωνγλωσσών, που δεν συνοδεύονται από κανέναν προσδιορισμό περιορίζοντα το εννοιολογικό τους εύρος, προκύπτει ότι οι υπό κρίση διατάξεις έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η οικεία γεωργική εκμετάλλευση εκποιείται σε τρίτον, ασχέτως του τρόπου μεταβιβάσεως. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν και την περίπτωση της μεταβολής κυρίου της εκμεταλλεύσεως κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού.
16 Η ευρεία αυτή ερμηνεία επιρρωνύεται από τον επιδιωκόμενο σκοπό της υπό κρίση κανονιστικής ρύθμισης, που είναι η συνέχιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει ο πριμοδοτηθείς, με το να καθίσταται δυνατό να αναδεχθεί ο νέος κτήτορας της εκμεταλλεύσεως τις υποχρεώσεις αυτές, απαλλάσσοντας εφεξής το μεταβιβάσαντα, ο οποίος ελευθερώνεται έτσι και από την ενδεχόμενη υποχρέωσή του να αποδώσει την πριμοδότηση που εισέπραξε.
17 Στο πρώτο ερώτημα πρέπει, επομένως, να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος "διάδοχος", που περιέχεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, και ο όρος "εκχωρεί", που περιέχεται στο άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, έχουν την έννοια ότι περιλαμβάνουν και τη μεταβολή στο πρόσωπο του κυρίου της γεωργικής εκμεταλλεύσεως κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
18 Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται κατ' ουσίαν αν η μεταβολή στο πρόσωπο του κυρίου της γεωργικής εκμεταλλεύσεως κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού 1799/79 της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1979.
19 Τόσο το υπουργείο όσο και η Επιτροπή παρατηρούν ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός δεν περιλαμβάνεται στην απαρίθμηση των καταστάσεων που μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη αναζήτηση των καταβληθεισών πριμοδοτήσεων λόγω ανωτέρας βίας, την οποία περιέχει το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1391/78. Ούτε και εμπίπτει στη γενική έννοια της ανωτέρας βίας κατά το κοινοτικό δίκαιο, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 12, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, διότι η έννοια αυτή δεν καλύπτει καταστάσεις που συναρτώνται με συνήθεις οικονομικούς κινδύνους. Γίνεται εξάλλου δεκτό ότι η έννοια της ανωτέρας βίας συνιστά εξαίρεση της αρχής ότι οι ανειλημμένες υποχρεώσεις πρέπει να τηρούνται γι' αυτό, πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
20 Σχετικώς, πρέπει προκαταρκτικώς να υπομνηστεί ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1391/78, όπως τροποποιήθηκε, απαριθμεί κατά τρόπο μη περιοριστικό τις καταστάσεις που δικαιολογούν τη μη αναζήτηση των πριμοδοτήσεων που έχουν ήδη καταβληθεί. Το γεγονός, επομένως, ότι η απαρίθμηση αυτή δεν περιέχει μνεία του αναγκαστικού πλειστηριασμού δεν εμποδίζει να ληφθεί αυτός υπόψη βάσει της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, εφόσονβέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει η τελευταία αυτή διάταξη. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί αν ο αναγκαστικός πλειστηριασμός της εκμετάλλευσης μπορεί να συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 12, παράγραφος 1.
21 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ως ανωτέρα βία πρέπει να νοηθούν περιστάσεις που είναι ξένες προς τη βούληση του ενδιαφερομένου, ασυνήθεις και απρόβλεπτες και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν όση επιμέλεια και αν είχε καταβληθεί (βλέπε απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1986, υπόθεση 266/84, Denkavit France, Συλλογή 1986, σ. 164).
22 Σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά, ο αναγκαστικός πλειστηριασμός της εκμεταλλεύσεως δεν μπορεί, κατά κανόνα, να συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας, ιδίως όταν οι συναντώμενες οικονομικές δυσχέρειες που οδηγούν στον πλειστηριασμό συναρτώνται με συνήθεις οικονομικούς κινδύνους, τους οποίους είναι εύλογο να αντιμετωπίζει ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως. Το αντίθετο μπορεί όμως να συμβαίνει στην περίπτωση που ο αναγκαστικός πλειστηριασμός της εκμετάλλευσης προκλήθηκε από συμβάν σε τέτοιο βαθμό εξαιρετικό και ανεξάρτητο της θελήσεως του ενδιαφερομένου, ώστε να συνιστά γι' αυτόν ασυνήθη και απρόβλεπτη περίσταση κατά την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας.
23 Οι εκτιμήσεις των πραγματικών ζητημάτων που είναι αναγκαίες για να προσδιοριστεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ερμηνευτικά στοιχεία που παρέχει το Δικαστήριο.
24 Για τους λόγους αυτούς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η μεταβολή στο πρόσωπο του κυρίου της γεωργικής εκμεταλλεύσεως κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού δεν συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού 1799/79 της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1979, εκτός αν ο αναγκαστικός πλειστηριασμός αποτελεί συνέπεια εξαιρετικού και ανεξαρτήτου της βουλήσεως του κατόχου της εκμεταλλεύσεως συμβάντος, το οποίο προσλαμβάνει, ως εκ τούτου, γι' αυτόν το χαρακτήρα απρόβλεπτης και αναπόφευκτης περίστασης.
Επί του τρίτου ερωτήματος
25 Με το τρίτο ερώτημα ερωτάται κατ' ουσίαν αν τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση μερικής αθετήσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το σύστημα πριμοδοτήσεων, πρέπει να επιστραφούν στο ακέραιο τα καταβληθέντα ποσά πριμοδοτήσεων ή ότι πρέπει να επιστραφούν μόνο τα ποσά που αντιστοιχούν στην περίοδο κατά την οποία δεν τηρήθηκαν οι εν λόγω υποχρεώσεις.
26 Το υπουργείο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι, πλην ορισμένων ειδικών περιστάσεων, όπως ιδίως η περίπτωση ανωτέρας βίας, η υπό κρίση κανονιστική ρύθμιση καθιερώνει την αρχή της πλήρους αποδόσεως των καταβληθεισών πριμοδοτήσεων στην περίπτωση που δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως καθ' όλη την πενταετή περίοδο μη εμπορίας. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η ερμηνεία αυτή δενείναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, διότι, σε περίπτωση μερικής αθετήσεως των ανειλημμένων υποχρεώσεων, μόνον η πλήρης απόδοση της καταβληθείσας πριμοδότησης εγγυάται την τήρηση της κανονιστικής ρύθμισης από τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς καθ' όλη την περίοδο μη εμπορίας.
27 Πρέπει να σημειωθεί ότι από τη διατύπωση των υπό κρίση διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το σύστημα πριμοδοτήσεων, το ποσό της καταβληθείσας πριμοδότησης πρέπει να αποδοθεί πλήρως και όχι μόνο κατ' αναλογία προς το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν εκπληρώθηκαν οι υποχρεώσεις αυτές.
28 Η ερμηνεία αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77, η πριμοδότηση καταβάλλεται σε δόσεις, ίσες προς το 50 % και το 25 % αντιστοίχως κατά το πρώτο, το τρίτο και το πέμπτο έτος της περιόδου μη εμπορίας. 'Οπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού, σκοπός αυτού του τρόπου πληρωμής είναι να διευκολύνεται ο έλεγχος της τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εφαρμογή του συστήματος πριμοδοτήσεων. Από τη διάταξη αυτή επομένως δεν μπορεί να αντληθεί επιχείρημα υπέρ του περιορισμού της εκτάσεως των υποχρεώσεων που περιλαμβάνει το σύστημα αυτό.
29 Προς αντίκρουση της ερμηνείας που γίνεται δεκτή δεν ευσταθεί ούτε ο ισχυρισμός ότι μια ρύθμιση που επιβάλλει την επιστροφή ολόκληρων των καταβληθέντων ποσών σε περίπτωσημερικής αθετήσεως των ανειλημμένων υποχρεώσεων είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
30 Σχετικώς, πρέπει να τονιστεί ότι το σύστημα πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία αποσκοπεί στη μείωση των πλεονασμάτων γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων στην αγορά, παρακινώντας τους γεωργούς να παραιτηθούν από την εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων επί ορισμένη περίοδο. Με γνώμονα αυτόν το σκοπό, προκύπτει ότι ο ουσιώδης νομικός λόγος της χορήγησης και της οριστικής κτήσης της πριμοδότησης μη εμπορίας είναι η πραγματική παύση κάθε μορφής εμπορίας των εν λόγω προϊόντων για ολόκληρη την προβλεπόμενη περίοδο, ούτως ώστε η έστω και μερική αθέτηση της υποχρεώσεως αυτής να αναιρεί τη δικαιολογία, αλλά και τη νομική βάση της χορήγησης και της διατήρησης της πριμοδότησης εκ μέρους του πριμοδοτηθέντος. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτό το επιχείρημα περί παραγνωρίσεως της αρχής της αναλογικότητας.
31 Για τους λόγους αυτούς, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση μερικής αθετήσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το σύστημα πριμοδοτήσεων, τα καταβληθέντα ποσά πριμοδοτήσεων πρέπει να επιστρέφονται στο ακέραιο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με αίτηση της 23ης Ιουνίου 1987 το δανικό Hoejesteret, αποφαίνεται:
1)Ο όρος "διάδοχος", που περιέχεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, και ο όρος "εκχωρεί", που περιέχεται στο άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, έχουν την έννοια ότι περιλαμβάνουν και τη μεταβολή στο πρόσωπο του κυρίου της γεωργικής εκμεταλλεύσεως κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού.
2) Η μεταβολή στο πρόσωπο του κυρίου της γεωργικής εκμεταλλεύσεως κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού δεν συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 τουκανονισμού 1799/79 της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1979, εκτός αν ο αναγκαστικός πλειστηριασμός αποτελεί συνέπεια εξαιρετικού και ανεξαρτήτου της βουλήσεως του κατόχου της εκμεταλλεύσεως συμβάντος, το οποίο προσλαμβάνει, ως εκτούτου, γι' αυτόν το χαρακτήρα απρόβλεπτης και αναπόφευκτης περίστασης.
3) Τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση μερικής αθετήσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το σύστημα πριμοδοτήσεων, τα καταβληθέντα ποσά πριμοδοτήσεων πρέπει να επιστρέφονται στο ακέραιο.
Full & Egal Universal Law Academy