Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Προσφυγή - Βλαπτική πράξη - 'Εννοια - Εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών από το οποίο προκύπτει η ύπαρξη αποφάσεως σχετικά με το δοθέν κλιμάκιο
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων άρθρα 90 και 91)
2. Υπάλληλοι - 'Αδεια για προσωπικούς λόγους - Επανένταξη - Κατάταξη κατά κλιμάκιο
((Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 40, παράγραφοι 3 και 4, στοιχείο δ) ))
Περίληψη
1. Η κοινοποίηση του μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος αποδοχών έχει ως αποτέλεσμα να αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά διοικητικής αποφάσεως, όταν από το σημείωμα αυτό προκύπτει σαφώς η ύπαρξη της εν λόγω αποφάσεως.
Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που το μηνιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών καθιστά γνωστή στον επανενταχθέντα μετά τη λήξη της αδείας του για προσωπικούς λόγους υπάλληλο την απόφαση της διοικήσεως ως προς την κατάταξή του κατά κλιμάκιο, εφόσον η απόφαση περί επανεντάξεως που του κοινοποιήθηκε δεν περιείχε καμία σχετική αναφορά.
2. 'Οπως προκύπτει από το άρθρο 40, παράγραφοι 3 και 4, στοιχείο δ), τελευταία περίοδος του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο επανεντασσόμενος μετά τη λήξη της αδείας του για προσωπικούς λόγους υπάλληλος κατατάσσεται, καταρχήν, στο βαθμό και το κλιμάκιο που είχε όταν αποχώρησε με άδεια, η δε διοίκηση δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη, για τον καθορισμό του κλιμακίου με το οποίο θα επανενταχθεί ο ενδιαφερόμενος, ούτε τη διάρκεια της αδείας ούτε το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της λήξεως της εν λόγω αδείας και της πραγματικής επανεντάξεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 200/87,
Bruno Giordani, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra, εκπροσωπούμενος από τον Giuseppe Marchesini, δικηγόρο στο ιταλικό Corte di Cassazione, κάτοικος Μιλάνου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Victor Biel, 18A, rue des Glacis,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από την Marie Wolfcarius, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, επικουρούμενη από το δικηγόρο Λουξεμβούργου Aloyse May, 31 Grand-Rue, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, Centre Wagner,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως περί επανεντάξεως του προσφεύγοντος στην υπηρεσία, καθόσον με την απόφαση αυτή του δόθηκε το πέμπτο κλιμάκιο του βαθμού Α 5, καθώς και αίτημα καταβολής αποζημιώσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους F. Grevisse, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: D. Louterman, κύρια υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 1ης Δεκεμβρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Μαρτίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Ιουνίου 1987, ο Giordani, υπάλληλος του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί:
1) να ακυρωθεί η απόφαση περί επανεντάξεώς του, όπως συμπληρώθηκε με το εκκαθαριστικό σημείωμα της 14ης Οκτωβρίου 1986, καθόσον με την εν λόγω απόφαση του παρέχεται το πέμπτο κλιμάκιο του βαθμού Α 5
2) να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τον επανεντάξει στην υπηρεσία τόσο ως προς την αρχαιότητα σε βαθμό και σε κλιμάκιο, όσο και ως προς την ασφαλιστική κάλυψή του - αναδρομικώς αφότου κενώθηκε η πρώτη θέση που μπορούσε να του έχει προσφερθεί κατά το αρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
3) να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει στον προσφεύγοντα αποζημίωση ίση προς τη διαφορά μεταξύ των καθαρών κοινοτικών αποδοχών που θα του καταβάλλονταν προοδευτικώς καθ' όλο το διάστημα της καθυστερήσεως της επανεντάξεώς του και των καθαρών επαγγελματικών του εσόδων κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, καθώς και το ποσό που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που καταβλήθηκαν από την 1η Σεπτεμβρίου 1986 και αυτών που αντιστοιχούν στην κατάταξη στο όγδοο κλιμάκιο του βαθμού Α 5
4) η ζητούμενη αποζημίωση να καταβληθεί εντόκως προς 8 % αφότου τα σχετικά ποσά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα μαζί με τα δικαστικά έξοδα.
5) να υποχρεωθεί η καθής, στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας, να γνωστοποιήσει τις κενές θέσεις του διοικητικού και του επιστημονικού κλάδου που θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί υπόψη για την επανένταξη του προσφεύγοντος στην υπηρεσία και στις οποίες τοποθετήθηκαν άλλοι υποψήφιοι κατά την περίοδο 1974-1986.
2 /Β/
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το 1971 ο Giordani, ο οποίος την εποχή εκείνη είχε το βαθμό Α 5, τέταρτο κλιμάκιο, έλαβε άδεια για προσωπικούς λόγους η οποία παρατάθηκε μέχρι το 1974. Πριν από την οριστική λήξη της αδείας αυτής ο Giordani πληροφόρησε την Επιτροπή ότι επιθυμούσε να επανέλθει στην υπηρεσία. Η Επιτροπή του απάντησε ότι το αίτημά του δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί, καθόσον δεν υπήρχε καμία κενή θέση στην κατηγορία ή στον κλάδο του, αντιστοιχούσα στο βαθμό του.
3
Στη συνέχεια, ο Giordani υπέβαλε πολλές αιτήσεις επανεντάξεως στις οποίες δεν δόθηκε απάντηση ή δόθηκε αρνητική απάντηση λόγω της ελλείψεως διαθεσίμων θέσεων. Στις 9 Απριλίου 1986, ο Giordani υπέβαλε στην Επιτροπή νέα αίτηση επανεντάξεως, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
4 Με την από 26 Μαΐου 1986 απόφαση, ο Giordani επανεντάχθηκε ως υπάλληλος του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου με το βαθμό Α 5 στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra από 1ης Σεπτεμβρίου 1986. Η εν λόγω απόφαση δεν αναφερόταν καθόλου στους λοιπούς όρους επανεντάξεως, όπως το κλιμάκιο και η αρχαιότητα σε βαθμό και σε κλιμάκιο.
5 'Οταν του κοινοποιήθηκε το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών της 14ης Οκτωβρίου 1986, ο Giordani διαπίστωσε ότι το ποσό που του καταβλήθηκε αντιοτοιχούσε στις αποδοχές υπαλλήλων με το πέμπτο κλιμάκιο του βαθμού Α 5.
6 Στις 26 Νοεμβρίου 1986, ο Giordani υπέβαλε βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, διοικητική ένσταση, στην οποία η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: η ΑΔΑ) δεν έδωσε απάντηση.
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτα της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του αιτήματος ακυρώσεως
Επί του παραδεκτού
8 Στο υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή καταρχάς αμφισβήτησε το παραδεκτό της προσφυγής λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, δήλωσε ότι παρατείται της ενστάσεως απαραδέκτου, επισημαίνοντας συγχρόνως ότι η προσφυγή πρωτοκολλήθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η εκπρόσωπος της Επιτροπής υποστήριξε ότι, όσον αφορά το πρώτο αίτημα της προσφυγής το οποίο αποσκοπεί στην ακύρωση της αποφάσεως με την οποία δόθηκε το πέμπτο κλιμάκιο του βαθμού Α 5, το πρώτο εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών της 14ης Οκτωβρίου 1986 δεν συνιστά τη βλαπτική πράξη, αφού αυτή περιεχόταν στην απόφαση περί επανεντάξεως της 26ης Μαΐου 1986. Προσέθεσε δε ότι, ναι μεν η απόφαση περί επανεντάξεως δεν ανέφερε ρητώς το κλιμάκιο με το οποίο θα επανεντασσόταν ο Giordani, αυτός όμως όφειλε να ζητήσει εγκαίρως διευκρινίσεις. Εν πάση δε περιπτώσει, το διάστημα που μεσολάβησε από την 26η Μαΐου 1986 μέχρι την πρώτη αντίδραση του ενδιαφερομένου, ήτοι τη διοικητική του ένσταση της 26ης Νοεμβρίου 1986, ήταν εξαιρετικά μακρό.
9 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι οι ακριβείς όροι της επανεντάξεώς του περιήλθαν σε γνώση του όταν έλαβε το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών του της 14ης Οκτωβρίου 1986. Επομένως, η διοικητική ένστασή του της 26ης Νοεμβρίου 1986 στρεφόταν κατά της πρώτης πράξεως από την οποία προέκυπτε ότι η διοίκηση είχε παραλείψει ή αρνηθεί να λάβει υπόψη την περίοδο κατά την οποία ήταν ακουσίως απών. Επικαλείται σχετικώς τη νομολογία του Δικαστηρίου επί περιπτώσεων καθυστερημένης επανεντάξεως μετά τη λήξη αδείας για προσωπικούς λόγους (απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 1976, Sergy, 58/75, Racc. 1976, σ. 1139, και απόφαση της 5ης Μαΐου 1983, Pizziolo 785/79, Συλλογή 1983, σ. 1343).
10 Πρέπει εξαρχής να επισημανθεί ότι η στάση της Επιτροπής είναι επαμφοτερίζουσα, καθόσον αυτή δεν δηλώνει σαφώς αν προβάλλει ή όχι ένσταση απαραδέκτου της παρούσας προσφυγής. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εφαρμοσθεί το άρθρο 92, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, κατά το οποίο το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως.
11 Σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, προσφυγή υπαλλήλου είναι παραδεκτή μόνον αν προηγουμένως έχει υποβληθεί στην ΑΔΑ διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η εν λόγω ένσταση πρέπει επίσης να στρέφεται κατά της βλαπτικής για τον προσφεύγοντα πράξεως και να έχει κινηθεί εντός τρίμηνης προθεσμίας.
12 Εν προκειμένω, είναι καταρχάς απορριπτέος ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι ο προσφεύγων όφειλε να πληροφορηθεί με δική του πρωτοβουλία τους όρους της επανεντάξεώς του και ότι, αφού δεν το έπραξε εγκαίρως, η ένστασή του είναι εκπρόθεσμη. Στην πραγματικότητα, εναπέκειτο στην Επιτροπή να διευκρινίσει τους βασικούς όρους της επανεντάξεως του προσφεύγοντος, όπως το κλιμάκιο και την αρχαιότητα, στην απόφασή της της 26ης Μαΐου 1986. Εν πάση περιπτώσει δε, το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση ήταν ελλιπής δεν είναι δυνατόν να αποβεί σε βάρος του προσφεύγοντος.
13 'Οσον αφορά, κατόπιν το ζήτημα αν το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών της 14ης Οκτωβρίου 1986 μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί τη βλαπτική πράξη που έπρεπε να προσβληθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία (βλέπε προσφάτως την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Canters κατά Επιτροπής, 159/86, Συλλογή 1988, σ. 4859) κοινοποίηση του μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος αποδοχών έχει ως αποτέλεσμα να αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά διοικητικής αποφάσεως, όταν από το σημείωμα αυτό προκύπτει σαφώς η ύπαρξη της εν λόγω αποφάσεως.
14 Μολονότι είναι λυπηρό το ότι η Επιτροπή ενημέρωσε τον προσφεύγοντα για ένα ουσιώδη όρο της επανεντάξεώς του με ένα απλό εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών και όχι με κοινοποίηση της αποφάσεως που οπωσδήποτε ελήφθη, πρέπει ωστόσο να αναγνωρισθεί ότι από το εν λόγω εκκαθαριστικό σημείωμα προκύπτει σαφώς η ύπαρξη αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με το δοθέν κλιμάκιο. 'Ετσι, η προθεσμία υποβολής ενστάσεως κατά της αποφάσεως αυτής άρχισε να τρέχει αφότου περιήλθε εις γνώσιν του προσφεύγοντος το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών του της 14ης Οκτωβρίου 1986. Κατά συνέπεια, η υποβληθείσα στις 26 Νοεμβρίου 1986 διοικητική ένσταση δεν ειναι εκπρόθεσμη. Επομένως, πρέπει να κριθεί παραδεκτό το αίτημα περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως.
Επί της ουσίας
15 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, δίνοντάς του το πέμπτο κλιμάκιο του βαθμού Α 5, παρέλειψε ή αρνήθηκε να λάβει υπόψη την περίοδο κατά την οποία απουσίαζε ακουσίως από την υπηρεσία. Θεωρεί ότι η επανένταξή του με καθυστέρηση δώδεκα ετών μετά τη λήξη της αδείας του για προσωπικούς λόγους συνιστά κατάφωρη παράβαση του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
16 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αφότου ο προσφεύγων υπέβαλε την πρώτη αίτησή του για επανένταξη, η διοίκηση εξέταζε συστηματικά όλες τις κενούμενες θέσεις του επιστημονικού κλάδου. Ο προσφεύγων δεν είχε τα απαιτούμενα προσόντα για καμία από τις θέσεις αυτές, για το λόγο δε αυτόν, δεν κατέστη δυνατόν να επανενταχθεί.
17 Πρέπει να τονιστεί ότι, κατά το άρθρο 40, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο υπάλληλος, κατά τη διάρκεια της αδείας του, παύει να απολαύει του δικαιώματος μισθολογικής προαγωγής και προαγωγής κατά βαθμό η υπαγωγή του στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπεται στα άρθρα 72 και 73, καθώς και η κάλυψη έναντι των αντιστοίχων κινδύνων, αναστέλλονται. Εξάλλου, το άρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), τελευταία περίοδος, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ορίζει ότι, μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής επανεντάξεως του, ο υπάλληλος παραμένει σε κατάσταση αδείας για προσωπικούς λόγους άνευ αποδοχών.
18 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο επανεντασσόμενος υπάλληλος κατατάσσεται, καταρχήν, στο βαθμό και το κλιμάκιο που είχε όταν αποχώρησε με άδεια για προσωπικούς λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι βέβαιο ότι η κατάταξη του προσφεύγοντος, όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών του, είναι σύμφωνη με τις εν λόγω διατάξεις, χωρίς να θίγεται το δικαίωμά του να ζητήσει να του δοθεί άλλο κλιμάκιο βάσει άλλων διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
19 Επομένως, το αίτημα της προσφυγής που αποσκοπεί στην ακύρωση της αποφάσεως επενεντάξεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Επί των αιτημάτων περί αποκαταστάσεως της σταδιοδρομίας και περί αποζημιώσεως
20 Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου των αιτημάτων αυτών της προσφυγής στηριζόμενη στο ότι δεν προηγήθηκε της υποβολής τους αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
21 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι οι αιτήσεις του για επανένταξη και αποζημίωση που υποβλήθηκαν υπό τις ανωτέρω εκτιθέμενες συνθήκες απορρίφθηκαν σιωπηρώς με την απόφαση της Επιτροπής, όπως αυτή συνάγεται από το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών της 14ης Οκτωβρίου 1986, και κατά συνεπεια τα οικεία αιτήματα ήταν δυνατόν να προβληθούν με τη διοικητική προσφυγή της 26ης Νοεμβρίου 1986.
22 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το παραδεκτό μιας προσφυγής προϋποθέτει κανονική τήρηση της πριν από την άσκησή της διοικητικής διαδικασίας που προβλέπεται στις εν λόγω διαταξεις. Στην περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, ο υπάλληλος επιδιώκει την έκδοση αποφάσεως με την οποία η διοίκηση θα αναγνωρίζει ότι παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και, κατά συνέπεια θα αποκαθιστά την εκ της παραβάσεως αυτής προκληθείσα σε βάρος του ζημία, η διοικητική διαδικασία πρέπει να κινηθεί με την υποβολή αιτήσεως του ενδιαφερομένου με την οποία θα καλείται η διοίκηση να εκδόσει την αιτουμένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Μόνο κατά της απορριπτικής της αιτήσεως αυτής αποφάσεως μπορεί ο ενδιαφερόμενος να υποβάλει διοικητική ένσταση, ενώπιον της διοικήσεως, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου.
23 Στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω διοικητική διαδικασία, τα στάδια της οποίας προβλέπουν επιτακτικά οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν τηρήθηκαν.
24 Πράγματι, δεν προηγήθηκε της από 26 Νοεμβρίου 1986 διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος, όσον αφορά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αίτημα της προσφυγής, αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Από τη δικογραφία προκύπτει, αντίθετα, ότι η Επιτροπή δεν έλαβε γνώση του ισχυρισμού του προσφεύγοντος περί καθυστερημένης επανεντάξεως παρά μόνον όταν αυτος υπέβαλε τη διοικητική του ένσταση.
25 Τέλος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών της 14ης Οκτωβρίου 1986 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 3, και όχι βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), πρώτη περίοδος, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, στο οποίο ο προσφεύγων θεμελιώνει το αίτημά του περί αποκαταστάσεως της ζημίας την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη.
26
Ενόψει των προηγηθέντων, η επίδικη απόφαση που συνάγεται από το εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών της 14ης Οκτωβρίου 1986 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί σιωπηρή απόρριψη της αιτήσεως του προσφεύγοντος.
27 Υπό τις συνθήκες αυτές, τα αιτήματα περί αποκαταστάσεως της σταδιοδρομίας και περί αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του αιτήματος για τη διεξαγωγή αποδείξεων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα κατά το άρθρο 70 του ίδιου κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών του προσωπικού των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους, υπό την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 69. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει ακόμα και το νικήσαντα διάδικο στην καταβολή προς τον αντίδικο των εξόδων στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί, αν κρίνει ότι τα έξοδα αυτά προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως.
29 Στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Επιτροπή επειδή δεν περιέλαβε τους ουσιώδεις όρους της επανεντάξεώς του, όπως το κλιμάκιο και την αρχαιότητα, στην απόφασή της της 26ης Μαΐου 1986, περιέφερε σε πλάνη τον προσφεύγοντα ωθώντας τον να διατυπώσει την προσφυγή του κατά τα προεκτιθέμενα. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή πρέπει να φέρει το ήμισυ των εξόδων του προσφεύγοντος.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Η Επιτροπή φέρει τα δικά της έξοδα και το ήμισυ των εξόδων του προσφεύγοντος.
Full & Egal Universal Law Academy