Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
'Ιδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών - Γεωργικές εισφορές - 'Ελλειψη κοινοτικής ρυθμίσεως - Εφαρμογή του εθνικού δικαίου - 'Ορια - Αρχές του κοινοτικού δικαίου - Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης - 'Εκταση
(Κανονισμός 1697/79 του Συμβουλίου)
Περίληψη
'Οταν οι μέθοδοι και προϋποθέσεις της εισπράξεως από τις εθνικές αρχές των κοινοτικών απαιτήσεων διέπονται, επειδή δεν υφίσταται κοινοτική ρύθμιση, από το εθνικό δίκαιο και στο δίκαιο αυτό δεν απαντά η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει την εφαρμογή του εθνικού αυτού δικαίου, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι οι παρόμοιες αλλά αμιγώς εθνικές απαιτήσεις δεν αντιμετωπίζονται διαφορετικά.
Επομένως, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που καθιερώνει το κοινοτικό δίκαιο, ανεξάρτητα από τις ειδικές διατάξεις του κανονισμού 1697/79, δεν υποχρεώνει τις εθνικές διοικητικές αρχές να παραιτηθούν από την εκ των υστέρων είσπραξη, κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου, της πρόσθετης γεωργικής εισφοράς που δεν καταβλήθηκε αρχικά, σύμφωνα με πάγια και μη αμφισβητούμενη πρακτική της διοικήσεως, την οποία όμως καταδίκασε στη συνέχεια με απόφασή του το Δικαστήριο, μολονότι οι επιχειρηματίες είχαν πιστέψει καλοπίστως, λόγω της πρακτικής αυτής, ότι όφειλαν να καταβάλουν το ποσό μόνο της εισφοράς που εισπράχθηκε αρχικά.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 210/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale civile e penale της Βενετίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού μεταξύ
Remo Padovani και κληρονόμων Mantovani
και
Amministrazione delle finanze dello Stato,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την εφαρμογή της κοινοτικής αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης σε σχέση με την εκ των υστέρων είσπραξη εκ μέρους των εθνικών διοικητικών αρχών μιας πρόσθετης γεωργικής εισφοράς που δεν εισπράχθηκε κατά την εισαγωγή σιτηρών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο τμήματος, T. Koopmans, K. Bahlmann, Κ. Ν. Κακούρη και T. F. O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι ανακόπτοντες της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους G. M. Ubertazzi, F. Capelli και G. Simeone,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον A. Prozzillo,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 21ης Απριλίου 1988, κατά την οποία η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπήθηκε από τον G. Marenco,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουνίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 27ης Μαΐου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Ιουλίου 1987, το Tribunale civile e penale της Βενετίας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς το ζήτημα αν ο διοικούμενος μπορεί να επικαλεστεί την κοινοτική αρχή της ασφάλειας του δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατά της διαδικασίας εισπράξεως εκ των υστέρων πρόσθετης κοινοτικής γεωργικής εισφοράς την οποία κίνησαν οι ιταλικές διοικητικές αρχές κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση ανακοπής που άσκησαν ο Remo Padovani και οι κληρονόμοι Mantovani κατά της Amministrazione delle finanze dello Stato κατόπιν της διορθώσεως από την καθής της ελλιπούς εκκαθαρίσεως των γεωργικών εισφορών που επιβλήθηκαν επί ορισμένων εισαγωγών σιτηρών το 1972.
3 Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 120/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα των σιτηρών (GU 117, σ. 2269), ο οποίος εφαρμόζεται στις επίμαχες εισαγωγές, οι εισφορές που έπρεπε να επιβληθούν για τις εισαγωγές αυτές ήταν οι ισχύουσες την ημέρα της εισαγωγής. Κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου οι ιταλικές διοικητικές αρχές επέβαλαν τότε τις επίμαχες εισφορές σύμφωνα με την πάγια τότε και μη αμφισβητούμενη ερμηνεία που έδιναν στην έννοια της ημέρας εισαγωγής. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, σε περίπτωση μεταβολής του συντελεστή της εισφοράς μετά την αποδοχή της διασαφήσεως εισαγωγής από τις τελωνειακές υπηρεσίες, η διοίκηση μπορούσε να επιβάλει, κατόπιν αιτήσεως του εισαγωγέα, τον ευνοϊκότερο συντελεστή, εφόσον το εμπόρευμα δεν είχε τεθεί στη διάθεση του εισαγωγέα.
4 Η ερμηνεία αυτή κρίθηκε στη συνέχεια από το Δικαστήριο εσφαλμένη, με την προδικαστική απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Frecassetti (απόφαση της 15ης Ιουνίου 1976 στην υπόθεση 113/75, Racc. 1976, σ. 983), σύμφωνα με την οποία η ημέρα εισαγωγής είναι η ημέρα κατά την οποία η διασάφηση εισαγωγής του εμπορεύματος γίνεται δεκτή από τις τελωνειακές υπηρεσίες και επομένως η εισφορά που πρέπει να επιβληθεί είναι αυτή που ισχύει την ημέρα αυτή, απαγορεύεται δε η εφαρμογή του ευνοϊκότερου συντελεστή εισφοράς που ίσχυσε μεταγενέστερα.
5 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής το διάταγμα 695 του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας, της 22ας Σεπτεμβρίου 1978, απαγόρευσε για τις κοινοτικές γεωργικές εισφορές την εφαρμογή του ευνοϊκότερου συντελεστή, περιόρισε όμως τη διαχρονική ισχύ του νέου κριτηρίου ορίζοντας την έναρξη ισχύος του στις 11 Σεπτεμβρίου 1976, ημέρα της δημοσιεύσεως του διατακτικού της ανωτέρω αποφάσεως 113/75 στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (GU C 214, σ. 14).
6 Στη συνέχεια το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1697/79, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από το φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254). Σκοπός του κανονισμού αυτού είναι, μεταξύ άλλων, να περιοριστεί, για λόγους ασφάλειας δικαίου, η δυνατότητα των εθνικών διοικητικών οργάνων να ζητούν εκ των υστέρων την καταβολή των κοινοτικών δασμών.
7 Εν τω μεταξύ η ιταλική διοίκηση είχε ζητήσει από τους ανακόπτοντες να καταβάλουν τη διαφορά μεταξύ της εισφοράς που ίσχυε κατά την ημέρα της αποδοχής της διασαφήσεως εισαγωγής και της εισφοράς που είχε επιβληθεί αρχικά βάσει του ευνοϊκότερου συντελεστή. 'Ετσι, τον Δεκέμβριο του 1977 εξέδωσε ένα πρώτο ένταλμα πληρωμής κατά των ανακοπτόντων. Στη συνέχεια διέκοψε την παραγραφή κοινοποιώντας νέα εντάλματα πληρωμής, το τελευταίο από τα οποία κοινοποιήθηκε το 1986.
8 Κατόπιν αυτών οι ανακόπτοντες άσκησαν ανακοπή ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου ισχυριζόμενοι ότι η εκκαθάριση και η επιβολή της πρόσθετης εισφοράς κατ' εφαρμογή του νέου κριτηρίου είναι ασυμβίβαστες με την κοινοτική αρχή της ασφάλειας του δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών.
9 Το εθνικό δικαστήριο έκρινε εν προκειμένω ότι οι ανακόπτοντες δεν μπορούν να επικαλεστούν την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης βάσει του εθνικού δικαίου και ότι δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των περιορισμών που θέτει ο προαναφερθείς κανονισμός 1697/79 στην αναζήτηση από τις εθνικές διοικητικές αρχές των δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από το φορολογούμενο. Το εθνικό δικαστήριο πάντως δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να υπάρχει εν πάση περιπτώσει στο κοινοτικό δίκαιο μια γενική αρχή προστασίας που να μπορούν να επικαλεστούν οι ανακόπτοντες εν προκειμένω. Κατόπιν αυτού το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1)Μπορεί στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης και ανεξαρτήτως των ειδικών και ρητών διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, να θεωρηθεί ότι ισχύει κάποια νομική αρχή περί προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών σε σχέση με ορισμένες παροχές που διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο, η οποία να έχει εφαρμογή ακόμη και όταν δεν υφίσταται αντίστοιχη αρχή στην εθνική έννομη τάξη;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα: μπορεί να εφαρμοστεί, προκειμένου να αποφευχθεί η επιβολή μεγαλύτερης εισφοράς επί εισαγωγών γεωργικών προϊόντων που πραγματοποιήθηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 1980 - και που επομένως δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 - η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης υπέρ των εισαγωγέων, οι οποίοι καλοπίστως κατέβαλαν χαμηλότερες κοινοτικές γεωργικές εισφορές από τις νομίμως οφειλόμενες, στηριζόμενοι στη μέθοδο εκκαθαρίσεως που εφάρμοζαν τότε πάγια και ομοιόμορφα οι εθνικές διοικητικές αρχές σύμφωνα με ερμηνευτικές αρχές που συνάγονταν και από επίσημες πράξεις της Κοινότητας και τις οποίες ακολουθούσαν τα εθνικά δικαστήρια, αλλά αργότερα το Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένες;"
10 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
11 Τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου, τα οποία είναι σκόπιμο να εξεταστούν από κοινού, αφορούν κατ' ουσία το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει, ανεξαρτήτως των ειδικών διατάξεων του προαναφερθέντος κανονισμού 1697/79, την ύπαρξη αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης η οποία να απαγορεύει στην εθνική διοίκηση να εισπράττει εκ των υστέρων, κατ' εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, την πρόσθετη γεωργική εισφορά που η εθνική διοίκηση αυτή δεν είχε εισπράξει αρχικά, σύμφωνα με πάγια και μη αμφισβητούμενη πρακτική της, την οποία όμως καταδίκασε μεταγενέστερα το Δικαστήριο με απόφασή του, εφόσον βάσει της εν λόγω πρακτικής οι επιχειρηματίες είχαν πιστέψει καλοπίστως ότι όφειλαν να καταβάλουν μόνο το ποσό της εισφοράς που επιβλήθηκε αρχικά.
12 Καταρχάς επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980 στις υποθέσεις 66, 127 και 128/79, Salumi I, Racc. 1980, σ. 1237), η ερμηνεία που δίνει το Δικαστήριο με την προδικαστική απόφαση στον κανόνα του κοινοτικού δικαίου αποσαφηνίζει και προσδιορίζει το περιεχόμενο και την έκταση εφαρμογής του κανόνα αυτού, όπως θα έπρεπε να έχει ερμηνευθεί και να εφαρμόζεται από την ημέρα που άρχισε να ισχύει. Κατά συνέπεια, ο κανόνας αυτός μπορεί και πρέπει, πλην εξαιρέσεων, να εφαρμόζεται με την ερμηνεία αυτή ακόμη και στις έννομες σχέσεις που δημιουργήθηκαν και συνήφθησαν πριν από την έκδοση της ερμηνευτικής αποφάσεως.
13 Ενδείκνυται να επισημανθεί σχετικά ότι η προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Ιουνίου 1976 δεν έθεσε στην ερμηνεία της ημέρας εισαγωγής χρονικούς περιορισμούς που να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους ασφάλειας του δικαίου.
14 Πρέπει να τονιστεί εξάλλου ότι οι περιορισμοί που θέτει ο προαναφερθείς κανονισμός 1697/79 στις δυνατότητες εκ των υστέρων εισπράξεως των εθνικών διοικητικών αρχών δεν ισχύουν για τις εκκαθαρίσεις των δασμών που πραγματοποιήθηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 1980 (απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1981 στις υποθέσεις 212 έως 217/80, Salumi II, Συλλογή 1981, σ. 2735).
15 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι εθνικές αρχές είχαν καταρχήν την υποχρέωση, βάσει του κοινοτικού δικαίου, να προβούν στην είσπραξη της διαφοράς μεταξύ του ποσού των εισφορών που είχαν πράγματι εισπράξει και του ποσού που έπρεπε να απαιτήσουν.
16 Καθόσον η κοινοτική ρύθμιση δεν έχει καθορίσει τους τρόπους και τις προϋποθέσεις εισπράξεως των γεωργικών εισφορών που αφορά η κύρια δίκη, απόκειται στην εθνική έννομη τάξη να καθορίσει τους εφαρμοστέους σχετικά κανόνες, με την επιφύλαξη των περιορισμών που θέτει το κοινοτικό δίκαιο σ' αυτή την εφαρμογή του εθνικού δικαίου.
17 Στο πλαίσιο των τρόπων και προϋποθέσεων εισπράξεως ανακύπτει και το πρόβλημα της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Κατά συνέπεια, τίθεται το ερώτημα αν το πρόβλημα αυτό ρυθμίζεται από το κοινοτικό δίκαιο ή αν το τελευταίο σιωπά επ' αυτού.
18 Πρέπει σχετικά να γίνει δεκτό ότι η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο, ανεξάρτητα από τις ειδικές διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού 1697/79, δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση εισπράξεως απαιτήσεων υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης.
19 Από τη συγκριτική εξέταση των σχετικών εθνικών διατάξεων προκύπτει πράγματι ότι στα δίκαια των κρατών μελών δεν απαντούν κοινές ή γενικά αποδεκτές αρχές από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί μια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου που θα επέβαλλε στα εθνικά διοικητικά όργανα την υποχρέωση να μη διορθώνουν την ελλιπή εκκαθάριση των κοινοτικών εισφορών, εφόσον έχει παρέλθει μια συγκεκριμένη προθεσμία ή υπάρχει λάθος για το οποίο ευθύνονται οι διοικητικές αρχές.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι περιορισμοί που θέτει ο προαναφερθείς κανονισμός 1697/79 στις δυνατότητες εισπράξεως εκ των υστέρων κοινοτικών απαιτήσεων από τις εθνικές αρχές συνιστούν την έκφραση μιας κοινοτικής αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης η οποία προϋπήρχε της ενάρξεως της ισχύος του εν λόγω κανονισμού.
21 Δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν ρυθμίζει την προϋπόθεση εισπράξεως που αφορά την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών, το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο.
22 Στις περιπτώσεις στις οποίες το εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται ως προς τους τρόπους και τις προϋποθέσεις της εισπράξεως υπήρχε η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο η εφαρμογή της αρχής αυτής του εθνικού δικαίου προκειμένου να απαγορευθεί η είσπραξη των οφειλών των καλόπιστων επιχειρηματιών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εφαρμογή του εθνικού δικαίου δεν επηρεάζει την έκταση εφαρμογής και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου και πραγματοποιείται κατά τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις σε σύγκριση με τις διαδικασίες επιλύσεως διαφορών του ίδιου τύπου που έχουν όμως αμιγώς εθνικό χαρακτήρα (απόφαση της 5ης Μαρτίου 1980, υπόθεση 265/78, Ferwerda, Racc. 1980, σ. 617, και απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, υποθέσεις 205 έως 215/82, Deutsche Milchkontor, Συλλογή 1983, σ. 2633).
23 Σχετικά το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν θα ήταν σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο η ειδική εθνική ρύθμιση για την είσπραξη κοινοτικών απαιτήσεων η οποία θα χορηγούσε στην εθνική διοίκηση, για την είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, εξουσίες πιο περιορισμένες από τις εξουσίες που απονέμονται στην ίδια αυτή διοίκηση για την είσπραξη εθνικών φόρων ή τελών του ίδιου τύπου (απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, που προαναφέρθηκε).
24 Αντίστροφα, εφόσον οι προϋποθέσεις και οι μέθοδοι που εφαρμόζουν κατά το εθνικό δίκαιο οι εθνικές αρχές για την είσπραξη των κοινοτικών απαιτήσεων είναι οι ίδιες με εκείνες που εφαρμόζουν οι ίδιες αυτές αρχές σε παρόμοιες περιπτώσεις σχετικά με αμιγώς εθνικές απαιτήσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταρχήν ότι αυτές οι προϋποθέσεις και μέθοδοι αντίκεινται στην υποχρέωση των εθνικών αρχών να εξασφαλίζουν την εκτέλεση της κοινοτικής ρυθμίσεως στο έδαφός τους και ότι επομένως θίγουν την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (βλέπε την προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983).
25 Στην αντίθετη όμως περίπτωση, κατά την οποία στο εθνικό δίκαιο που διέπει τις μεθόδους και προϋποθέσεις της εισπράξεως δεν απαντά η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει την εφαρμογή του εθνικού αυτού δικαίου, υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι για τις παρόμοιες αλλά αμιγώς εθνικές απαιτήσεις δεν ισχύει καμία διαφορετική αρχή.
26 Βεβαίως, όπως ισχυρίστηκαν οι ανακόπτοντες, η έλλειψη κοινοτικών κανόνων ως προς τις μεθόδους και προϋποθέσεις της εισπράξεως μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη διαφορετική μεταχείριση των επιχειρηματιών στα διάφορα κράτη μέλη.
27 Εντούτοις, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, οι διαφορές αυτές ήταν αναπόφευκτες στο τότε στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου. Με την απόφαση εκείνη το Δικαστήριο τόνισε ότι, αν αποδεικνυόταν ότι ορισμένες ανομοιότητες μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών είναι ικανές να διακυβεύσουν την ισότητα μεταχειρίσεως μεταξύ των επιχειρηματιών των διαφόρων κρατών μελών, να προκαλέσουν στρεβλώσεις ή να βλάψουν τη λειτουργία της κοινής αγοράς, τα αρμόδια κοινοτικά όργανα θα όφειλαν να θεσπίσουν τις αναγκαίες διατάξεις για την αντιμετώπιση των ανομοιοτήτων αυτών. Οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν πράγματι με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1697/79, στον οποίο όμως ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έκρινε ότι έπρεπε να προσδοθεί αναδρομική ισχύ.
28 Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει στο εθνικό δικαστήριο να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που καθιερώνει το κοινοτικό δίκαιο, ανεξάρτητα από τις ειδικές διατάξεις του κανονισμού 1697/79, δεν υποχρεώνει τις εθνικές διοικητικές αρχές να παραιτηθούν από την εκ των υστέρων είσπραξη, κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου, της πρόσθετης γεωργικής εισφοράς που δεν καταβλήθηκε αρχικά, σύμφωνα με πάγια και μη αμφισβητούμενη πρακτική της διοικήσεως, την οποία όμως καταδίκασε στη συνέχεια με απόφασή του το Δικαστήριο, μολονότι οι επιχειρηματίες είχαν πιστέψει καλοπίστως, λόγω της πρακτικής αυτής, ότι όφειλαν να καταβάλουν το ποσό μόνο της εισφοράς που εισπράχθηκε αρχικά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 27ης Μαΐου 1987 το Tribunale civile e penale της Βενετίας, αποφαίνεται:
Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που καθιερώνει το κοινοτικό δίκαιο, ανεξάρτητα από τις ειδικές διατάξεις του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, δεν υποχρεώνει τις εθνικές διοικητικές αρχές να παραιτηθούν από την εκ των υστέρων είσπραξη, κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου, της πρόσθετης γεωργικής εισφοράς που δεν καταβλήθηκε αρχικά, σύμφωνα με πάγια και μη αμφισβητούμενη πρακτική της διοικήσεως, την οποία όμως καταδίκασε στη συνέχεια με απόφασή του το Δικαστήριο, μολονότι οι επιχειρηματίες είχαν πιστέψει καλοπίστως, λόγω της πρακτικής αυτής, ότι όφειλαν να καταβάλουν το ποσό μόνο της εισφοράς που εισπράχθηκε αρχικά.
Full & Egal Universal Law Academy