Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι - Αμοιβή - Επίδομα αποδημίας - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - 'Ελλειψη συνήθους κατοικίας και κυρίας επαγγελματικής δραστηριότητας στον τόπο υπηρεσίας πριν από την ανάληψη καθηκόντων στις Κοινότητες - Εξαίρεση - Υπηρεσία που παρασχέθηκε σε άλλο κράτος ή σε διεθνή οργανισμό - 'Ορια - Υπάλληλοι που είχαν ήδη από πριν μόνιμο δεσμό με τη χώρα υπηρεσίας
((Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VΙΙ, άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α) ))
Περίληψη
Προβλέποντας το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείιο α), του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για τη χορήγηση του επιδόματος αποδημίας εξαίρεση από την εφαρμογή των κριτηρίων συνήθους κατοικίας και κυρίας επαγγελματικής δραστηριότητας στον τόπο υπηρεσίας κατά το διάστημα περιόδου αναφοράς προηγούμενης της αναλήψεως καθηκόντων υπέρ του υπαλλήλου, ο οποίος κατά το διάστημα της περιόδου αυτής διέμενε στη χώρα αυτή λόγω των υπηρεσιών που παρείχε για άλλο κράτος ή για διεθνή οργανισμό, δεν αποβλέπει στο να τιμωρήσει τα πρόσωπα που έχουν εγκατασταθεί στη χώρα υπηρεσίας για τον προηγούμενο λόγο χωρίς να έχουν μόνιμο δεσμό με τη χώρα αυτή.
Η εν λόγω εξαίρεση δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε περίπτωση όπου ένας υπάλληλος, μολονότι υπηρέτησε σε άλλο κράτος ή σε διεθνή οργανισμό στο έδαφος της χώρας υπηρεσίας, είχε ήδη προηγουμένως μόνιμο δεσμό με τη χώρα αυτή, διότι είχε εκεί τη συνήθη διαμονή του και άσκησε εκεί τις επαγγελματικές του δραστηριότητες από πολλού χρόνου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 211/87,
Miguel Vicente Nunez, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος από τον Edmond Lebrun, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Tony Biever, 83, boulevard Grande-Duchesse Charlotte,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Joseph Griesmar, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής που κοινοποιήθηκαν στον προσφεύγοντα με έγγραφο της 16ης Δεκεμβρίου 1986 και με έγγραφο της 5ης Ιουνίου 1987, την καταδίκη της Επιτροπής στην καταβολή στον προσφεύγοντα του επιδόματος αποδημίας και της αποζημιώσεως εγκαταστάσεως, προσαυξημένων και των δύο ποσών με τόκους υπερημερίας προς 8 %, και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, T. Koopmans και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 20ής Απριλίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της ίδιας ημερομηνίας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Ιουλίου 1987 ο Miguel Vicente Nunez, υπάλληλος κατηγορίας Β της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής της 16ης Δεκεμβρίου 1986 και της 5ης Ιουνίου 1987, με τις οποίες η Επιτροπή αρνήθηκε τη χορήγηση στον αιτούντα του επιδόματος αποδημίας και της αποζημιώσεως εγκαταστάσεως και απέρριψε τη διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος κατά της πιο πάνω αρνήσεως, καθώς και την καταδίκη της Επιτροπής να του καταβάλει το επίδομα και την αποζημίωση που προαναφέρθηκαν, προσαυξημένα κατά τόκους υπερημερίας.
2 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς, οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
3 Κατά το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως), το επίδομα αποδημίας χορηγείται στον υπάλληλο ο οποίος δεν είναι και δεν υπήρξε ποτέ υπήκοος του κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο τόπος όπου υπηρετεί και ο οποίος δεν είχε κατοικήσει ή ασκήσει κατά συνήθη τρόπο "επί πέντε έτη λήγοντα έξι μήνες πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του" την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του στο ευρωπαϊκό έδαφος του εν λόγω κράτους. Για την εφαρμογή αυτής της διατάξεως δεν λαμβάνονται υπόψη "οι καταστάσεις που προκύπτουν από την παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος ή διεθνή οργανισμό".
4 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η αποζημίωση εγκαταστάσεως χορηγείται στον υπάλληλο που πληροί τους όρους για τη χορήγηση του επιδόματος αποδημίας ή αποδεικνύει ότι υποχρεώθηκε ν' αλλάξει διαμονή για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του άρθρου 20 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι ο υπάλληλος έχει την υποχρέωση να διαμένει στον τόπο της υπηρεσίας του ή σε τόση απόσταση από τον τελευταίο, ώστε να μην παρεμποδίζεται στην άσκηση των καθηκόντων του.
5 Οι λόγοι ακυρώσεως αφορούν αφενός μεν παράβαση των δύο αυτών διατάξεων του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και αφετέρου αγνόηση από μέρους της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής των γενικών αρχών του δικαίου, ιδίως δε της αρχής της ισότητας και της αρχής σύμφωνα με την οποία κάθε διοικητική πράξη πρέπει να στηρίζεται σε νομικά αποδεκτή αιτιολογία. Και οι δύο λόγοι ακυρώσεως στηρίζονται στην άποψη, σύμφωνα με την οποία ο προσφεύγων συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 4 του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για να τύχει του επιδόματος αποδημίας και ότι, κατά συνέπεια, είχε δικαίωμα να του χορηγηθεί η αποζημίωση εγκαταστάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ίδιου παραρτήματος.
6 Ο προσφεύγων υποστηρίζει σχετικώς ότι η περίοδος αναφοράς που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 4 του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως βρίσκεται μεταξύ 1ης Απριλίου 1981 και 31ης Μαρτίου 1986, δεδομένου ότι ο προσφεύγων ανέλαβε υπηρεσία έξι μήνες μετά την τελευταία αυτή ημερομηνία, δηλαδή την 1η Οκτωβρίου 1986. Κατά το διάστημα αυτής της περιόδου αναφοράς, ο προσφεύγων, ο οποίος δεν έχει και ούτε είχε ποτέ τη βελγική υπηκοότητα, κατοίκησε και άσκησε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες επί βελγικού εδάφους, οι δραστηριότητες του όμως αυτές παρασχέθηκαν, για όλο το διάστημα της εν λόγω περιόδου, στην υπηρεσία της πρεσβείας του Βασιλείου της Ισπανίας στις Βρυξέλλες. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 4, η κατάσταση αυτή δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη επομένως, ο προσφεύγων δεν μπορεί να λογιστεί ως πρόσωπο που κατοίκησε και εργάστηκε στο Βέλγιο κατά το διάστημα της περιόδου αναφοράς.
7 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο προσφεύγων έζησε στο Βέλγιο από το 1961 και ότι εκεί πραγματοποίησε ένα τμήμα των μαθητικών του σπουδών καθώς και τις ανώτατες σπουδές του. Εφόσον λοιπόν ο προσφεύγων κατοίκησε χωρίς διακοπή στη χώρα της υπηρεσίας του, δεν έχει δικαίωμα ούτε για επίδομα αποδημίας ούτε για αποζημίωση εγκαταστάσεως. Η εξαίρεση της τελευταίας περιόδου της παραγράφου 1, στοιχείο α), του άρθρου 4 του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχει ως συνέπεια την εξουδετέρωση της περιόδου που διανύθηκε στην υπηρεσία του Βασιλείου της Ισπανίας, υπό την έννοια ότι η περίοδος αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη απ' αυτό προκύπτει ότι η περίοδος αναφοράς των πέντε ετών πρέπει να οπισθοδρομήσει χρονικά και να τεθεί πριν από την ημερομηνία που ο προσφεύγων εισήλθε στην υπηρεσία της πρεσβείας της Ισπανίας.
8 Από το φάκελο προκύπτει ότι ο προσφεύγων κατοίκησε στο βελγικό έδαφος από τα νεανικά του χρόνια και ότι άσκησε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες καταρχάς ως γραμματέας διευθύνσεως σε ιδιωτικό εργοδότη στις Βρυξέλλες, κατόπιν δε, από το 1976 ώς την ανάληψη υπηρεσίας στην Επιτροπή, ως υπάλληλος επί συμβάσει και κατόπιν ως μόνιμος υπάλληλος στην πρεσβεία της Ισπανίας σ' αυτή την πόλη.
9 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η χορήγηση του επιδόματος αποδημίας έχει ως σκοπό την αντιστάθμιση των ειδικών βαρών και μειονεκτημάτων που προκύπτουν από την ανάληψη καθηκόντων στις Κοινότητες για τους υπαλλήλους που για το λόγο αυτό υποχρεώνονται να αλλάξουν τόπο διαμονής από τον τόπο της κατοικίας τους στον τόπο της υπηρεσίας τους και να ενσωματωθούν στο νέο περιβάλλον (βλέπε απόφαση της 2ας Μαΐου 1985, De Angelis, 246/83, Συλλογή 1985, σ. 1253). Υπό το φως αυτού του σκοπού πρέπει να ερμηνευτεί το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
10 Απ' αυτό προκύπτει πρώτον ότι, ναι μεν η διάταξη αυτή στηρίζεται, για να προσδιορίσει την περίπτωση της αποδημίας, στη συνήθη διαμονή και στις κύριες επαγγελματικές δραστηριότητες του υπαλλήλου στο έδαφος του κράτους της υπηρεσίας του για ορισμένη περίοδο αναφοράς, αλλά δέχεται τα συνδετικά αυτά στοιχεία για να θεσπίσει απλά και αντικειμενικά κριτήρια για τη σύλληψη της καταστάσεως των υπαλλήλων οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι, λόγω της αναλήψεως υπηρεσίας στις Κοινότητες, να αλλάξουν διαμονή και να ενταχθούν στο νέο τους περιβάλλον.
11 Από την προηγούμενη σκέψη προκύπτει περαιτέρω ότι, ναι μεν η εν λόγω διάταξη προβλέπει εξαίρεση από την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων για την περίπτωση του υπαλλήλου, ο οποίος, κατά το διάστημα της περιόδου αναφοράς, διέμενε στον τόπο υπηρεσίας του όταν τελούσε στην υπηρεσία άλλου κράτους ή διεθνούς οργανισμού, η εξαίρεση όμως αυτή έχει ως σκοπό να μην τιμωρήσει, με απώλεια του επιδόματος αποδημίας, τα πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στον τόπο υπηρεσίας για να ασκήσουν εκεί δραστηριότητες στην υπηρεσία άλλου κράτους ή διεθνούς οργανισμού χωρίς να έχουν μόνιμο δεσμό με τη χώρα αυτή.
12 Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, η εν λόγω εξαίρεση δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε περίπτωση σαν την προκειμένη, όπου ένας υπάλληλος, μολονότι υπηρέτησε στην πρεσβεία ενός άλλου κράτους στο έδαφος της χώρας υπηρεσίας, είχε ήδη προηγουμένως μόνιμο σύνδεσμο με τη χώρα αυτή, διότι είχε εκεί τη συνήθη διαμονή του και άσκησε εκεί τις επαγγελματικές του δραστηριότητες από πολλού χρόνου.
13 Επομένως, η ερμηνεία της επίμαχης διάταξης, την οποία υποστηρίζει ο προσφεύγων, είναι απορριπτέα. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δεν συγκέντρωνε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να μπορέσει να λάβει επίδομα αποδημίας.
14 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει επίσης ότι ο προσφεύγων δεν είχε δικαίωμα αποζημιώσεως εγκαταστάσεως, εφόσον δεν συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις για να τύχει επιδόματος αποδημίας ούτε μπόρεσε, πράγμα που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, να αποδείξει ότι ήταν υποχρεωμένος ν' αλλάξει διαμονή για να εκπληρώσει την υποχρέωση της διαμονής στον τόπο της υπηρεσίας του.
15 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
16 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy