Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Οπωροκηπευτικά - Σχετικά προϊόντα - νωπά οπωροκηπευτικά προοριζόμενα για μεταποίηση - Περιλαμβάνονται
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1035/72 και 516/77)
2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Οπωροκηπευτικά - Οργανώσεις παραγωγών - Καθορισμός κατωτάτων τιμών αγοράς - Υποχρεωτικές για τουςπαραγωγούς και τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως που είναι μέλη - Επέκταση εφαρμογής στο σύνολο των ημεδαπών παραγωγών και των επιχειρήσεων μεταποιήσεως - Απαράδεκτη
(Κανονισμός του Συμβουλίου 1035/72)
3. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Οπωροκηπευτικά - Οργάνωση παραγωγών - Επιβολή εισφορών στους παραγωγούς που δεν είναι μέλη - Χρησιμοποίηση για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων ασυμβίβαστων με το κοινοτικό δίκαιο - Απαράδεκτη
(Κανονισμός του Συμβουλίου 1035/72)
Περίληψη
1. Εφόσον τα νωπά οπωροκηπευτικά εμπίπτουν στην κοινή οργάνωση αγορών που δημιουργήθηκε με τον κανονισμό 1035/72, οι κανόνες της οργάνωσης αυτής εφαρμόζονται στα εν λόγω προϊόντα ανεξάρτητα από τον τελικό προορισμό τους. Το γεγονός ότι προορίζονται για τη μεταποίηση δεν έχει ως αποτέλεσμα ότι τα προϊόντα αυτά, στο στάδιο της εμπορίας, υπάγονται στο καθεστώς του κανονισμού 516/77 περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά.
2. Ο κανονισμός 1035/72, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, όπως ίσχυε πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 3284/83 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι δεν παρέχει στα κράτη μέλη καμία αρμοδιότητα να επεκτείνουν στους ημεδαπούς παραγωγούς και επιχειρήσεις μεταποιήσεως, που δεν μετέχουν σε διεπαγγελματική οργάνωση του τομέα, τους κανόνες που έχει θεσπίσει η τελευταία στο πλαίσιο συμφωνιών για τον καθορισμό των κατωτάτων τιμών αγοράς ορισμένων κηπευτικών.
3. Η υποχρέωση συμμετοχής των παραγωγών που δεν είναι μέλη οργανώσεως στη χρηματοδότηση ταμείου το οποίο έχει συσταθεί από οργάνωση παραγωγών είναι παράνομη, καθόσον εξυπηρετεί τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που καθεαυτές κρίνονται αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 212/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal de grande instance του Agen προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Union nationale interprofessionnelle des legumes de conserve (Unilec)
και
Etablissements Larroche Freres,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 39, 42, 85, παράγραφος 1, και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και του κανονισμού 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και στην εμπορία γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 335),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, U. Everling, Y. Galmot, R. Joliet και F. A. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. F. Mancini
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
- η Unilec, ενάγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τους C. Gardel και Ν. Coutrelis, δικηγόρους, επικουρούμενους από τον B. Mangenot, εμπειρογνώμονα,
- η εταιρία Etablissements Larroche Freres, εναγομένη της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τους Holleaux και J. L. Marchi, δικηγόρους,
- η γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από τον J. P. Puissochet, επικουρούμενο από τον G. de Bergues, και κατά την προφορική διαδικασία από τον Giacomini, επικουρούμενο από τον L. Nouchi, εμπειρογνώμονα,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους P. Oliver, D. G. Lawrence και P. Hetsch, μέλη της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 3ης Μαΐου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 8ης Ιουλίου 1987, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Ιουλίου 1987, το tribunal de grande instance του Agen υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 39, 42, 85, παράγραφος 1, και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και του κανονισμού 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και στην εμπορία γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 335).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Union nationale interprofessionnelle des legumes de conserves (στο εξής: "Unilec") και της εταιρίας Etablissements Larroche Freres, παραγωγού κονσερβών, μη μέλους του εν λόγω συνδέσμου, η οποία διαφορά αφορούσε την άρνηση της εταιρίας Larroche να καταβάλει στην Unilec ποσό που αντιπροσωπεύει το ύψος των συνδρομών και των προσαυξήσεων λόγω εκπρόθεσμης καταβολής για τις περιόδους εμπορίας 1982/83 και 1983/84 για τα "μεγάλα κηπευτικά" (σέλινα) και τα "μικρά κηπευτικά" (σκούλια). Εξάλλου, κατά τη διαδικασία η Unilec απαίτησε την καταβολή εισφορών για την περίοδο εμπορίας 1985/86.
3 Με το γαλλικό νόμο 75-600, της 10ης Ιουλίου 1975, περί των διεπαγγελματικών γεωργικών οργανώσεων (JΟRF ((Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας)) της 11.7.1975, σ. 7124), όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 80-502, της 4ης Ιουλίου 1980 (JΟRF της 5.7.1980, σ. 1670) ιδρύθηκαν οι διεπαγγελματικέςγεωργικές οργανώσεις. Το άρθρο 2 του νόμου ορίζει ότι οι συμφωνίες που συνάπτονται στο πλαίσιο μιας αναγνωρισμένης οργανώσεως μπορούν να επεκταθούν από την αρμόδια διοικητική αρχή όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται με την εν λόγω διάταξη. Η επέκταση μιας συμφωνίας καθιστά τις διατάξεις της δεσμευτικές για όλα τα μέλη των οικείων επαγγελματικών φορέων. Το άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζει ότι οι αναγνωρισμένες οργανώσεις μπορούν να εισπράττουν εισφορές βάσει των συμφωνιών που έχουν επεκταθεί κατ' αυτόν τον τρόπο.
4 Κατ' εφαρμογή του εν λόγω νόμου, διάφορες υπουργικές αποφάσεις επεξέτειναν σε όλα τα μέλη των επαγγελματικών φορέων που εκπροσωπούνται στην εθνική διεπαγγελματική ένωση μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (Αnifelt) τις διατάξεις των διεπαγγαλματικών συμφωνιών που αφορούν τα σέλινα και τα σκούλια τα οποία προορίζονται για μεταποίηση. Ορισμένες από τις συμφωνίες αυτές, οι οποίες συνήφθησαν στο πλαίσιο της Unilec, αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τις συμβάσεις καλλιέργειας, την τιμή παραγωγής και τις εισφορές που βαρύνουν τους παραγωγούς και τους μεταποιητές ανστιστοίχως.
5 Η εταιρία Larroche αρνήθηκε να καταβάλει τις εισφορές που ζήτησε η Unilec, ισχυριζόμενη ότι οι επίδικες εισφορές αντίκεινται στους κανόνες της κοινής γεωργικής πολιτικής και συνιστούν συγκεκαλυμμένη επιβολή δασμών. Εξάλλου, η εταιρία Larroche ισχυρίστηκε ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση αντίκειται στους κανόνες της κοινής αγοράς, ιδίως στα άρθρα 42 και 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ,καθόσον, σκοπός των διεπαγγελματικών συμφωνιών είναι ο καθορισμός κατώτατης τιμής αγοράς των σχετικών προϊόντων.
6 Θεωρώντας ότι η διαφορά έθετε έτσι πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Ενόψει των διατάξεων των άρθρων 39, 42 και 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης της Ρώμης και του κανονισμού 26 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 4ης Απριλίου 1962, ο καθορισμός κατώτατης τιμής αγοράς - που έγινε με διεπαγγελματική συμφωνία επεκταθείσα διά της κανονιστικής οδού στο σύνολο των επαγγελμάτων των σχετικών με την παραγωγή, τη συσκευασία ή τη διάθεση στο εμπόριο γεωργικού προϊόντος, μπορεί να θεωρηθεί ως εναρμονισμένη πρακτική, ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και που έχει ως αποτέλεσμα ή αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς;
2) Θεωρείται ως ασυμβίβαστη προς τις διατάξεις του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ η προβλεπόμενη από εσωτερικό νόμο δυνατότητα, κατόπιν συνάψεως διεπαγγελματικής συμφωνίας που μπορεί να επεκταθεί διά της κανονιστικής οδού, να επιβάλλονται εισφορές επί προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών;"
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο και το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης, καθώς και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8 Ενόψει των περιστατικών, όπως αυτά έχουν αποδειχθεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, στην παρούσα υπόθεση ανακύπτουν, ουσιαστικά, τα ζητήματα αν οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου εμποδίζουν, αφενός, τα κράτη μέλη να επεκτείνουν στους ημεδαπούς παραγωγούς και μεταποιητές, που δεν είναι μέλη της οικείας διεπαγγελματικής οργανώσεως, τους κανόνες που θέσπισε η οργάνωση αυτή στο πλαίσιο συμφωνιών περί καθορισμού κατώτατης τιμής αγοράς για ορισμένα κηπευτικά και, αφετέρου, τη διεπαγγελματική οργάνωση να απαιτεί εισφορές από τους μεταποιητές που δεν είναι μέλη της σε περίπτωση εισαγωγής προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών.
Επί του πρώτου ερωτήματος
9 Πρέπει πρωτίστως να προσδιοριστούν οι σχετικές εν προκειμένω διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
10 Σχετικώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα γεωργικά προϊόντα, στα οποία αναφέρεται η διαφορά της κύριας δίκης, εμπίπτουν στις διατάξεις του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250). Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι η αρχή της επεκτάσεως των κανόνων που θέτει μία οργάνωση παραγωγών στο σύνολο των παραγωγών μιας ορισμένης περιοχής έγινε δεκτή στο κοινοτικό δίκαιο, για τον τομέα των οπωροκηπευτικών, με τον κανονισμό 3284/83 του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 1983, με τον οποίο τροποποιήθηκε ο προαναφερθείς κανονισμός 1035/72 (ΕΕ L 325, σ. 1). Πράγματι, με το άρθρο 15β που έχει παρεμβληθεί στις διατάξεις του κανονισμού 1035/72 με τον προαναφερθέντα κανονισμό 3284/83, εξουσιοδοτούνται τα κράτη μέλη να καθιστούν ορισμένους κανόνες, που θέτουν οι επαγγελματικές οργανώσεις, δεσμευτικούς και για τους παραγωγούς που δεν είναι μέλη των οργανώσεων αυτών. Ωστόσο, η εξουσιοδότηση αυτή υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις και όρια που έχουν καθοριστεί επακριβώς. Ειδικότερα, η ρήτρες που αφορούν την απόσυρση από την αγορά μπορούν να επεκταθούν μόνο στα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 1035/72, το οποίο δεν περιλαμβάνει τα κηπευτικά που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι, δυνάμει του κανονισμού 1489/84 του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος των κανονισμών 3284/83 και 3285/83 του Συμβουλίου (ΕΕ L 143, σ. 31), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1977/85 του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 1985, (ΕΕ L 186, σ. 2), ο προαναφερθείς κανονισμός 3284/83 τέθηκε σε ισχύ, για τα επίμαχα προϊόντα, μόλις την 1η Ιανουαρίου 1986.
11 Η Unilec, υποστηριζόμενη από τη γαλλική κυβέρνηση, ισχυρίζεται ωστόσο ότι η κρίσιμες κοινοτικές διατάξεις είναι εκείνες του κανονισμού 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 226) και όχι εκείνες που αφορούν την οργάνωση των αγορών των νωπών οπωροκηπευτικών. Ειδικότερα, η Unilec υποστηρίζει ότι όταν τα κηπευτικά πωλούνται σε μεταποιητή, δεν εμπίπτουν πλέον στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος κανονισμού 1035/72, αλλά σε εκείνο του προαναφερθέντος κανονισμού 516/77, περί των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών. Κατά συνέπεια, ο τελευταίος αυτός κανονισμός διέπειτις σχέσεις μεταξύ παραγωγών και μεταποιητών, σχέσεις που έδωσαν λαβή για τη διαφορά της κύριας δίκης.
12 Η εταιρία Larroche, της οποίας την άποψη συμμερίζεται η Επιτροπή, αντιτίθεται στην ερμηνεία αυτή. Υπογραμμίζει ιδίως ότι, όπως προκύπτει σαφώς από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού 1035/72, η τυποποίηση που επιδιώκεται με τη δημιουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς για τα νωπά οπωροκηπευτικά μπορεί να είναι πλήρως αποτελεσματική μόνον αν εφαρμόζεται σε όλα τα στάδια της εμπορίας.
13 Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, πρώτον, τα επίδικα μέτρα αφορούν μόνον τα κηπευτικά τα οποία είναι ακόμη νωπά. Δεύτερον, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία, εφόσον το προϊόν το οποίο μετά τη συγκομιδή του προορίζεται να πωληθεί σε μεταποιητή δεν εμπίπτει πλέον στην κανονιστική ρύθμιση ως προς τα νωπά προϊόντα, αλλά σε εκείνη που αφορά τα μεταποιημένα προϊόντα, παραγνωρίζει το κανονιστικό πλαίσιο που θεσπίστηκε με τις σχετικές διατάξεις περί της κοινής γεωργικής πολιτικής. 'Οπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, η επίτευξη των στόχων που επιδιώκονται με το βασικό κανονισμό στον τομέα της οργάνωσης αγοράς νωπών γεωργικών προϊόντων συνεπάγεται ότι η κανονιστική αυτή ρύθμιση μπορεί να αναπτύξει τα αποτελέσματά της μετά τη συγκομιδή των οπωροκηπευτικών, ανεξάρτητα από τον προορισμό των προϊόντων αυτών. Οι παρεμβάσεις των οργανώσεων παραγωγών στην αγορά που αποβλέπουν στο να προωθήσουν τη συγκέντρωση της προσφοράς και τη ρύθμιση των τιμών, που συνιστούν το σύστημα τυποποιήσεως το οποίο ρητά αναφέρεται στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1035/72, περιλαμβάνεται πράγματι στο στάδιο της εμπορίας, δηλαδή σε φάση μεταγενέστερη από αυτήν της συγκομιδής.
14 Από το σύνολο των σκέψεων αυτών προκύπτει ότι, όσον αφορά το αρχικό αίτημα της Unilec για τις περιόδους εμπορίας 1982/83 και 1983/84, εφόσον τα επίμαχα περιστατικά είναι προγενέστερα της 1ης Ιανουαρίου 1986, η κανονιστική ρύθμιση που είχε εν προκειμένω εφαρμογή περιλαμβάνεται στον κανονισμό 1035/72, περί κοινής οργανώσεως αγοράς για τα νωπά προϊόντα, όπως ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος κανονισμού 3284/83. 'Οσον αφορά την περίοδο εμπορίας 1985/86, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν συντρέχουν στην υπόθεση της κύριας δίκης οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 15β του κανονισμού 1035/72, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 3284/83, η δυνατότητα των κρατών μελών να επεκτείνουν στα μη μέλη, από 1ης Ιανουαρίου 1986, τους κανόνες που περιέχονται στις συμφωνίες οι οποίες συνήφθησαν στο πλαίσιο οργανώσεως παραγωγών ή ενώσεως οργανώσεων παραγωγών και αν, κατά συνέπεια, η εν λόγω επέκταση μπορεί να εφαρμοστεί στη διαφορά της κύριας δίκης.
15 Δεύτερον, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε ιδίως, τις αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1978, Pigs Marketing Board, 83/78, Rec. σ. 2347, της 7ης Φεβρουαρίου 1984, Jongeneel Kaas, 237/82, Συλλογή 1984, σ. 483 και της 25ης Νοεμβρίου 1986, Le Campion, 218/85, Συλλογή 1986, σ. 3513), η δημιουργίακοινής οργανώσεως αγοράς, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να απέχουν από κάθε μέτρο που παρεκκλίνει από τη ρύθμιση αυτή ή που μπορεί να τη βλάψει.
16 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, η επίδικη επέκταση στους μεταποιητές, που δεν είναι μέλη της Unilec, των διατάξεων ως προς την κατώτατη τιμή αγοράς που περιλαμβάνονται στις διεπαγγελματικές συμφωνίες, εισήγαγε στην εθνική αγορά ομοιόμορφο σύστημα εγγυημένων τιμών για όλους τους παραγωγούς. Το σύστημα αυτό αντικαθιστά, κατά συνέπεια, το σύστημα των τιμών αποσύρσεως το οποίο οι ενώσεις παραγωγών μπορούν να επιβάλλουν μόνο στα μέλη τους, δυνάμει του προαναφερθέντος κανονισμού 1035/72.
17 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές και προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, πρέπει να εξεταστεί αν και κατά πόσον ο κανονισμός 1035/72 αποκλείει την εφαρμογή εθνικού συστήματος που υποκαθιστά το μηχανισμό αποσύρσεως από την αγορά, το οποίο λειτουργεί υπό τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις.
18 Σχετικώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986, Le Campion, "ο κανονισμός 1035/72 ρυθμίζει εξαντλητικά το ζήτημα διακρίνοντας σαφέστατα τους μηχανισμούς παρεμβάσεως που μπορούν να κινήσουν οι ενώσεις παραγωγών από τους μηχανισμούς παρεμβάσεως που εφαρμόζονται σε όλους τους παραγωγούς. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, τα κράτη μέλη δεν είναι αρμόδια να επεκτείνουν σε όλους τους παραγωγούς την εφαρμογή των κανόνων περί παρεμβάσεως που θεσπίζουν οι ενώσεις παραγωγών".
19 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 1035/72, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, όπως ίσχυε πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 3284/83 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι δεν παρέχει στα κράτη μέλη καμία αρμοδιότητα να επεκτείνουν στους ημεδαπούς παραγωγούς και επιχειρήσεις μεταποιήσεως, που δεν μετέχουν σε διεπαγγελματική οργάνωση του τομέα, τους κανόνες που έχει θεσπίσει η τελευταία στο πλαίσιο συμφωνιών για τον καθορισμό των κατωτάτων τιμών αγοράς ορισμένων κηπευτικών.
20 Λαμβάνοντας υπόψη την απάντηση αυτή, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν η επέκταση ορισμένων κανόνων στους παραγωγούς που δεν είναι μέλη συμβιβάζεται ή όχι με το άρθρο 85 της Συνθήκης.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
21 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο, η υποχρέωση συμμετοχής των παραγωγών που δεν είναι μέλη οργανώσεως στη χρηματοδότηση ταμείου το οποίο έχει συσταθεί από οργάνωση παραγωγών είναι παράνομη, καθόσον εξυπηρετεί τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που καθεαυτές κρίνονται αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο (βλέπε, ειδικότερα, την προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986, Le Campion). Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, εναπόκειται στοεθνικό δικαστήριο να κρίνει αν ένα μέρος της οικονομικής εισφοράς που επιβάλλεται στους παραγωγούς οι οποίοι δεν είναι μέλη χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση τέτοιων δραστηριοτήτων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το tribunal de grande instance του Agen, με απόφαση της 8ης Ιουλίου 1987, αποφαίνεται:
1) Ο κανονισμός 1035/72, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών, όπως ίσχυε πρίν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 3284/83 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι δεν παρέχει στα κράτη μέλη καμία αρμοδιότητα να επεκτείνουν στους ημεδαπούς παραγωγούς και επιχειρήσεις μεταποιήσεως, που δεν μετέχουν σε διεπαγγελματική οργάνωσητου τομέα, τους κανόνες που έχει θεσπίσει η τελευταία στο πλαίσιο συμφωνιών για τον καθορισμό των κατωτάτων τιμών αγοράς ορισμένων κηπευτικών.
2) Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν συντρέχουν στην υπόθεση της κύριας δίκης οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 15β του κανονισμού 1035/72, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 3284/83, η δυνατότητα των κρατών μελών να επεκτείνουν στα μη μέλη, από 1ης Ιανουαρίου 1986, τους κανόνες που περιέχονται στις συμφωνίες οι οποίες συνήφθησαν στο πλαίσιο οργανώσεως παραγωγών ή ενώσεως οργανώσεων παραγωγών και αν, κατά συνέπεια, η εν λόγω επέκταση μπορεί να εφαρμοστεί στη διαφορά της κύριας δίκης.
3) Η υποχρέωση συμμετοχής των παραγωγών που δεν είναι μέλη οργανώσεως στη χρηματοδότηση ταμείου το οποίο έχει συσταθεί από οργάνωση παραγωγών είναι παράνομη, καθόσον εξυπηρετεί τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που καθαυτές κρίνονται αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο.
Full & Egal Universal Law Academy