Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Κανονιστική ρύθμιση που περιορίζει την εισαγωγή εκ μέρους ιδιωτών φαρμάκων εγκεκριμένων και χορηγουμένων χωρίς συνταγή στο κράτος μέλος της εισαγωγής, τα οποία, όμως, αγοράστηκαν σε φαρμακείο άλλου κράτους μέλους - Δικαιολογία - Προστασία της δημόσιας υγείας - Ελλείπει
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 30 και 36)
Περίληψη
Περιορίζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο χωρίς να δικαιολογείται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας και, κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης εθνική κανονιστική διάταξη η οποία απαγορεύει την εισαγωγή, εκ μέρους ιδιώτη και για τις προσωπικές του ανάγκες, φαρμάκων εγκεκριμένων στο κράτος μέλος της εισαγωγής, τα οποία χορηγούνται στο εν λόγω κράτος χωρίς ιατρική συνταγή και τα οποία αγοράστηκαν σε φαρμακείο άλλου κράτους μέλους. Πράγματι, η αγορά του φαρμάκου σε φαρμακείο άλλου κράτους μέλους παρέχει εγγυήσεις ισοδύναμες με εκείνες που προκύπτουν από την πώληση του φαρμάκου σε φαρμακείο του κράτους μέλους στο οποίο εισήχθη το φάρμακο, κατά μείζονα λόγο αφού οι προϋποθέσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του φαρμακοποιού και οι λεπτομέρειες ασκήσεώς του απετέλεσαν αντικείμενο κοινοτικών οδηγιών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 215/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hessischen Finanzgericht προς το Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, μεταξύ
Heinz Schumacher, Frankfurt am Main 1,
και
Hauptzollamt Frankfurt am Main-Ost,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, προκειμένου να κριθεί αν συμβιβάζονται με τα εν λόγω άρθρα οι διατάξεις του άρθρου 73, παράγραφος 1, του νόμου περί μεταρρυθμίσεως της νομοθεσίας περί φαρμάκων (ΑΜG - Arzneimittelrechtsgesetz) της 24ης Αυγούστου 1976 (BGBl. I, 1976, σ. 2445 και επόμενες),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους F. Grevisse, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Martin Seidel, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και το δικηγόρο Κολωνίας Dietrich Ehle,
- η κυβέρνηση του Βασιλείου της Δανίας, εκπροσωπούμενη από τον Laurids Mikaelsen, νομικό σύμβουλο,
- η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Regis de Goutte,
- η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Joern Sack, νομικό σύμβουλο, και τον Reinhard Wagner,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 26ης Ιανουαρίου 1989, στην οποία ο προσφεύγων παρέστη αυτοπροσώπως,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιανουρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 25ης Μαΐου 1987, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Ιουλίου 1987, το Hessische Finanzgericht (πρωτοβάθμιο φορολογικό δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της εν λόγω Συνθήκης.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Heinz Schumacher και του Hauptzollamt Frankfurt am Main (κεντρικό τελωνείο της Φραγκφούρτης). 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, ο Schumacher, ο οποίος κατοικεί στην Φραγκφούρτη, παρήγγειλε, για προσωπική του χρήση, από το φαρμακείο "pharmacie du Dome" του Στρασβούργου ποσότητα "Chophtyol", φαρμάκου που αποτελείται κατά βάση από απόσταγμα αγκινάρας και χρησιμοποιείται, ιδίως, για τη θεραπεία δυσπεψιών και ως διουρητικό. Το φάρμακο αυτό που παρασκευάζεται στη Γαλλία είναι εγκεκριμμένο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όπου διατίθεται χωρίς ιατρική συνταγή από τα φαρμακεία. Η τιμή του όμως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι υψηλότερη από την τιμή του στη Γαλλία. Μετά την άρνηση των τελωνειακών αρχών να επιτρέψουν τη θέση προς κατανάλωση της ποσότητας αυτής φαρμάκων, ο Schumacher προσέφυγε κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Hessische Finanzgericht, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο το παρόν προδικαστικό ερώτημα.
3 Η απορριπτική απόφαση στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 73, παράγραφος 1, του νόμου περί μεταρρυθμίσεως της νομοθεσίας περί φαρμάκων (Gesetz zur Neuordnung des Arzneimittelrechts), της 24ης Αυγούστου 1976 (BGBl. I, 1976, σ. 2445 και επόμενες) που επιτρέπουν την εισαγωγή φαρμάκων, προερχομένων από χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, υπό την προϋπόθεση, αφενός μεν, όταν πρόκειται για φάρμακα που υπόκεινται σε έγκριση ή καταχώριση, ότι έχει χορηγηθεί η έγκριση, έχουν καταχωριστεί ή έχουν απαλλαγεί από την υποχρέωση εκπληρώσεως αυτού του τύπου, αφετέρου δε, ότι αποδέκτης της εισαγωγής είναι φαρμακευτική επιχείρηση, χονδρέμπορας, κτηνίατρος ή πρόσωπο που εκμεταλλεύεται φαρμακείο, αποκλειομένων δηλαδή των ιδιωτών. Από την απαγόρευση αυτή προβλέπονται ορισμένες εξαιρέσεις που δεν αφορούν, όμως, την εκκρεμούσα στην κύρια δίκη υπόθεση.
4 Επειδή το εθνικό δικαστήριο είχε αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο συμβιβάζεται μία τέτοια διάταξη, λόγω ιδίως του γενικού της χαρακτήρα, με τις διατάξεις των άρθρων 30 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Το άρθρο 73, παράγραφος 1, σημείο 1, του νόμου περί μεταρρυθμίσεως της νομοθεσίας περί φαρμάκων (Gesetz zur Neuordnung des Arzneimittelrechts), της 24ης Αυγούστου 1976 (BGBl. I, 1976, σ. 2245 και επόμενες) συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον απαγορεύει γενικώς την εκ μέρους ιδιωτών εισαγωγή φαρμάκων από τα κράτη μέλη;"
5 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
6 Πρέπει, καταρχάς, να τονιστεί ότι δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης, να αποφαίνεται ως προς το συμβιβαστό των διατάξεων ενός εθνικού νόμου με τη Συνθήκη. Αντιθέτως, έχει την αρμοδιότητα να παρέχει στο εθνικό δικαστήριο όλα εκείνα τα ερμηνευτικά στοιχεία του κοινοτικού δικαίου που θα του επιτρέψουν να κρίνει το ζήτημα αυτό του συμβιβαστού στο πλαίσιο της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του.
7 Υπό το πρίσμα αυτό, το ερώτημα που υπέβαλε το Hessische Finanzgericht πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν οι διατάξεις των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης αντιτίθενται σε νομοθεσία η οποία απαγορεύει σε ιδιώτη να εισάγει για προσωπική του χρήση φάρμακο που είναι εγκεκριμένο στο κράτος μέλος εισαγωγής, στο οποίο χορηγείται χωρίς ιατρική συνταγή, όταν αυτό αγοράστηκε σε φαρμακείο άλλου κράτους μέλους.
8 Η γερμανική και δανική κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι κανονιστική ρύθμιση όπως αυτή που προκύπτει από το νόμο της 24ης Αυγούστου 1976 και η οποία προβλέπει, εξάλλου, ορισμένες εξαιρέσεις, όπως αυτή που αναφέρεται στους ταξιδιώτες, δικαιολογείται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
9 Υπογραμμίζουν ότι τα συστήματα διανομής φαρμάκων τα οποία, προβλέπουν γενικώς στα κράτη μέλη ότι η πώλησή τους πραγματοποιείται από λιανικούς πωλητές που έχουν λάβει ειδική άδεια, αποσκοπούν να παράσχουν στον καταναλωτή έναν ορισμένο αριθμό εγγυήσεων όπως τη σωστή ενημέρωση, την παροχή συμβουλών, τη διασφάλιση της ποιότητας, λαμβανομένων, ιδίως, υπόψη των ρυθμίσεων των σχετικών με την αποθήκευση. Την ανάγκη αυτών των εγγυήσεων την αναγνωρίζει και το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως με την οδηγία του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965, περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των σχετικών με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (65/65, ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 25). Κατά την οδηγία αυτή, για να επιτραπεί η εμπορία των φαρμάκων πρέπει να υπάρχει προηγούμενη έγκριση των κρατών, τα οποία έχουν την εξουσία να κρίνουν ποια είναι η αξία τους και κατά πόσον είναι αβλαβή.
10 'Ολο αυτό το σύστημα δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει αν οι ιδιώτες ήταν ελεύθεροι να εισάγουν φάρμακα. Η δυνατότητα αυτή θα είχε ως συνέπεια καταστρατηγήσεις που θα ήταν αδύνατο να ελεγχθούν και καταχρήσεις στη χρησιμοποίηση των φαρμάκων. Η δυνατότητα αυτή θα καθιστούσε, επίσης, δυνατή την παράκάμψη του κανόνα που προβλέπει η προαναφερθείσα οδηγία της 26ης Ιανουαρίου 1965 για χορήγηση εθνικής αδείας κυκλοφορίας στην αγορά.
11 Αντιθέτως, η Επιτροπή και η γαλλική κυβέρνηση θεωρούν ότι νομοθεσία όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση είναι ασυμβίβαστη με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, λόγω του πολύ γενικού της χαρακτήρα και της δυσαναλογίας της με τις ανάγκες προστασίας της δημόσιας υγείας.
12 Είναι, βεβαίως, αληθές ότι στα κράτη μέλη εναπόκειται η ρύθμιση του εμπορίου φαρμάκων και η λήψη των αναγκαίων μέτρων για τη διάθεσή τους μέσω φαρμακείων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται μία γενική απαγόρευση εισαγωγής, που να αφορά τους ιδιώτες, όταν οι τελευταίοι έχουν αγοράσει τα φάρμακα σε φαρμακείο άλλου κράτους μέλους. Και μόνο το γεγονός αυτό σημαίνει ότι έχουν διασφαλιστεί όλες οι εγγυήσεις τις οποίες αποσκοπεί να παράσχει ένα κλειστό σύστημα διανομής φαρμάκων. Θα αρκούσε να περιοριστεί η έγκριση εισαγωγής στις ποσότητες εκείνες που είναι αναγκαίες για την προσωπική μόνο κατανάλωση του ενδιαφερομένου πράγμα που μπορεί να ελεγχθεί αν τεθούν οι κατάλληλοι κανόνες.
13 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για φάρμακο που είναι εγκεκριμένο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου χορηγείται χωρίς συνταγή. Δεν θεωρεί, ωστόσο, τα δύο αυτά στοιχεία ως καθοριστικά καθόσον, κατά την άποψή της, η αγορά σε άλλο κράτος μέλος φαρμάκου μη εγκεκριμένου στο κράτος της κατοικίας του αγοραστή ανάγεται στην προσωπική επιλογή του ενδιαφερομένου. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αποδεχθεί την άποψη αυτή, τίποτα δεν εμποδίζει να επιβληθεί στον ιδιώτη εισαγωγέα η υποχρέωση να αποδείξει ότι το εισαγόμενο φάρμακο είναι εγκεκριμένο και ότι χορηγείται χωρίς συνταγή ή ότι του το συνέστησε ιατρός.
14 Πρέπει, καταρχάς, να τονιστεί - πράγμα που δεν αμφισβητείται εξάλλου - ότι νομοθετική ρύθμιση όπως αυτή στην οποία αναφέρεται η υπόθεση της κύριας δίκης, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου.
15 Εξάλλου, όπως ήδη έχει τονίσει το Δικαστήριο, η προαναφερθείσα οδηγία της 26ης Ιανουαρίου 1965, όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες του Συμβουλίου, 75/319 της 20ής Μαρτίου 1965 (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/003, σ. 66), 83/570 της 20ής Οκτωβρίου 1983 (ΕΕ L 332, σ. 1) και 87/71 της 22ας Δεκεμβρίου 1986 (ΕΕ L 15, σ. 36), αποσκοπεί απλώς στη σταδιακή εναρμόνιση των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων που αφορούν την παραγωγή και το εμπόριο των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων. Η εναρμόνιση αυτή δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί πλήρως, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, εφόσον, π.χ., ένα φάρμακο μπορεί να έχει εγκριθεί σε ένα κράτος μέλος αλλά όχι σε ένα ή περισσότερα άλλα, ή μπορεί η χορήγησή του να εξαρτάται από ιατρική συνταγή ή όχι. Μόνο όταν με κοινοτικές οδηγίες εναρμονιστούν όλα τα μέτρα που απαιτούνται για την προστασία της υγείας των προσώπων και των ζώων δεν θα δικαιολογείται πλέον προσφυγή στο άρθρο 36. Πρέπει, λοιπόν, να εξεταστεί αν μέτρα όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης.
16 Κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ "οι διατάξεις των άρθρων 30 έως και 34 δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών ... που δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων" εφόσον "δεν αποτελούν ούτε μέσον αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών".
17 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου μεταξύ των αγαθών και συμφερόντων που προστατεύει το άρθρο 36, η υγεία κι η ζωή των ανθρώπων κατέχουν την πρώτη θέση εναπόκειται δε στα κράτη μέλη, εντός των ορίων που θέτει η Συνθήκη, να αποφασίζουν για το επίπεδο της προστασίας που επιθυμούν να διασφαλίσουν και, ιδίως, το βαθμό αυστηρότητας των ελέγχων που πρέπει να πραγματοποιηθούν.
18 Πρέπει όμως, επίσης, να τονιστεί ότι κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου από το άρθρο 36 προκύπτει ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική που περιορίζει ή μπορεί να περιορίσει τις εισαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων συμβιβάζεται με τη Συνθήκη μόνον εφόσον είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων.
19 'Οταν ιδιώτης αγοράζει σε φαρμακείο άλλου κράτους μέλους φάρμακο που είναι εγκεκριμένο και χορηγείται χωρίς ιατρική συνταγή στο κράτος μέλος όπου το εισάγει για προσωπική του χρήση, διάταξη όπως αυτή του άρθρου 73 του γερμανικού νόμου της 24ης Αυγούστου 1976 που ρυθμίζει τα περιστατικά στα οποία αναφέρεται η διαφορά της κύριας δίκης αποτελεί, προφανώς, μέτρο που περιορίζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο και δεν δικαιολογείται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
20 Πράγματι, η αγορά του φαρμάκου σε φαρμακείο άλλου κράτους μέλους παρέχει εγγυήσεις ισοδύναμες με εκείνες που επικαλούνται οι κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Δανίας και τις οποίες θα διασφάλιζε η πώληση του φαρμάκου από φαρμακείο του κράτους μέλους στο οποίο εισήγαγε το φάρμακο ο ιδιώτης. Το συμπέρασμα αυτό είναι ακόμα περισσότερο επιβεβλημένο αν ληφθεί υπόψη ότι οι προϋποθέσεις προσβάσεως στο επάγγελμα του φαρμακοποιού και οι λεπτομέρειες ασκήσεώς του έχουν εναρμονιστεί με τις οδηγίες 85/432 και 85/433 του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985 (ΕΕ L 253, σ. 34 και 37).
21 Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι ο γερμανός νομοθέτης προέβλεψε, στα σημεία 6 και 7 της παραγράφου 2 του άρθρου 73 του εν λόγω νόμου, εξαίρεσεη από την απαγόρευση εισαγωγής φαρμάκων, αφενός μεν, όταν τα φάρμακα εισάγονται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με την ευκαιρία ταξιδίου και σε ποσότητες που δεν υπερβαίνουν την κατανάλωση ή χρήση που μπορεί ευλόγως να γίνει κατά τη διάρκεια του ταξιδίου αυτού, αφετέρου δε, όταν εισάγονται με αυτοκίνητα και προορίζονται αποκλειστικώς για χρήση ή κατανάλωση των προσώπων που μεταφέρονται με τα αυτοκίνητα αυτά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο ίδιος ο γερμανός νομοθέτης δεν θεωρεί αναγκαίους για την προστασία της δημόσιας υγείας ελέγχους όπως αυτούς για τους οποίους πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, εφόσον δεν διενεργούνται παρόμοιοι έλεγχοι όταν η εισαγωγή πραγματοποιείται με μεθόδους διαφορετικές της ταχυδρομικής αποστολής, μεθόδους που δεν προσφέρουν εξάλλου, περισσότερες εγγυήσεις από όσες η τελευταία για την προστασία της δημόσιας υγείας.
22 Πρέπει, συνεπώς, να δοθεί ως απάντηση στο ερώτημα που υποβλήθηκε ότι είναι ασυμβίβαστη προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης εθνική κανονιστική διάταξη που απαγορεύει την εισαγωγή, εκ μέρους ιδιώτη και για τις προσωπικές του ανάγκες, φαρμάκων εγκεκριμένων στο κράτος μέλος εισαγωγής, που χορηγούνται στο εν λόγω κράτος χωρίς ιατρική συνταγή, τα οποία αγοράστηκαν σε φαρμακείο άλλου κράτους μέλους.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Βασιλείου της Δανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Hessische Finanzgericht, με Διάταξη της 25ης Μαΐου 1987, αποφαίνεται:
Είναι ασυμβίβαστη προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ εθνική κανονιστική διάταξη που απαγορεύει την εισαγωγή, εκ μέρους ιδιώτη και για τις προσωπικές του ανάγκες, φαρμάκων εγκεκριμένων στο κράτος μέλος εισαγωγής, που χορηγούνται στο εν λόγω κράτος χωρίς ιατρική συνταγή, τα οποία αγοράστηκαν σε φαρμακείο άλλου κράτους μέλους.
Full & Egal Universal Law Academy