Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Αλιεία - Κοινή διαρθρωτική πολιτική - Διατήρηση των θαλασσίων πόρων - Σύστημα ποσοστώσεων αλιείας - Ρύθμιση της χρησιμοποιήσεως των ποσοστώσεων αυτών από τα κράτη μέλη - Χορήγηση αδειών - Προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου των σκαφών με το οικείο κράτος - Υποχρεωτική άσκηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων με βάση τους εθνικούς λιμένες - Αποδεικτικά μέσα - Εκφόρτωση μέρους των αλιευμάτων και περιοδική παρουσία του σκάφους στους εθνικούς λιμένες - Παραδεκτό - Προϋποθέσεις - Τροποποίηση της εθνικής ρυθμίσεως περί χορηγήσεως των αδειών - Αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης - Παραβίαση - Δεν υφίσταται
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 101/76, άρθρο 2, παράγραφος 1, 2057/82, άρθρα 6, παράγραφος 1, και 9, παράγραφος 1, 170/83, άρθρα 4 και 5, παράγραφος 2, και 172/83)
Περίληψη
Το κοινοτικό δίκαιο, κατά το παρόν στάδιο εξελίξεώς του δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέψουν σε ένα από τα σκάφη τους να αλιεύει στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, να επιβάλλουν προϋποθέσεις που έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζουν την ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου του σκάφους με το εκάστοτε κράτος, καθόσον ο σύνδεσμος αυτός αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ των αλιευτικών δραστηριοτήτων του σκάφους αυτού και των πληθυσμών που εξαρτώνται από την αλιεία καθώς και των σχετικών βιομηχανιών, ούτε να επιβάλλουν, ώστε να εξασφαλίζεται η ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου κατά τα ανωτέρω, την προϋπόθεση ότι το σκάφος πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητες του έχοντας ως βάση τους εθνικούς λιμένες, καθόσον η προϋπόθεση αυτή δεν συνεπάγεται υποχρέωση εκκινήσεως από εθνικό λιμένα για κάθε αλιευτική αποστολή.
Τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρούν ότι μπορεί να συνιστά απόδειξη της συνδρομής της προϋποθέσεως αυτής η εκφόρτωση μέρους των αλιευμάτων ή η περιοδική παρουσία του σκάφους στους εθνικούς λιμένες και να δέχονται ως μόνη απόδειξη της ασκήσεως των δραστηριοτήτων του σκάφους με βάση εθνικούς λιμένες την εκφόρτωση ορισμένου μέρους των αλιευμάτων ή ορισμένη περιοδική παρουσία του σκάφους σε εθνικούς λιμένες, υπό την προϋπόθεση ότι η απαιτούμενη περιοδικότητα της παρουσίας του σκάφους στους λιμένες αυτούς δεν επιβάλλει αμέσως ή εμμέσως υποχρέωση εκφορτώσεως των αλιευμάτων σε εθνικούς λιμένες ή δεν παρακωλύει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας. Το γεγονός ότι σ' ένα κράτος μέλος έλαβε χώρα περιοριστικού χαρακτήρα τροποποίηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως αδειών αλιείας στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων, χωρίς οι προϋποθέσεις αυτές να παύσουν να είναι σύμφωνες με το κοινοτικό δίκαιο, δεν αποτελεί παραβίαση της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-216/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice της Αγγλίας και της Ουα λλίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ,
The Queen
και
Ministry of Agriculture, Fisheries and Food (Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων), ex parte Jaderow Ltd και λοιπών,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων και αρχών του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να κριθεί αν συμβιβάζονται προς αυτές οι προϋποθέσεις απο τις οποίες εξαρτάται, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, η άσκηση των δραστηριοτήτων των υπό βρετανική σημαία αλιευτικών σκαφών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler, προέδρους τμήματος, Τ. Koopmans, G. F. Mancini, R. Joliet, T. F. O' Higgins, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι Jaderow και λοιποί, εκπροσωπούμενοι από τους D. Vaughan, QC, και G. Barling, barrister, καθώς και από τον S. J. Swabey, soliticor, του γραφείου Thomas Cooper & Stibbard,
- η βρετανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον H. R. L. Purse, Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενο από τους J. Laws και C. Vajda, barristers, κατά την έγγραφη διαδικασία, και τους C. Bellamy, QC, C. Vajda, barrister, κατά την προφορική διαδικασία,
- η ιρλανδική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. J. Dockery, Chief State Solicitor, επικουρούμενο από τον James O' Reilly, barrister,
- η ισπανική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον F. J. Conde de Saro, γενικό διευθυντή του νομικού και θεσμικού συντονισμού επί κοινοτικών θεμάτων, και την R. Silva de Lapuerta, abogado del Estado,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P. Oliver, μέλος της νομικής υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 26ης Οκτωβρίου 1988,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Νοεμβρίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 22ας Μαΐου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Ιουλίου 1987, το High Court of Justice της Αγγλίας και της Ουαλίας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7, 34, 40, 48 έως 51, 52 έως 58 και 59 έως 66 της Συνθήκης ΕΟΚ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61), του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας (ΕΕ L 379, σ. 1), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ. 1).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Υπουργείου Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων και της Jaderow Ltd και άλλων εταιριών, που εκμεταλλεύονται αλιευτικά σκάφη, οι οποίες εδρεύουν όλες στο Ηνωμένο Βασίλειο και ελέγχονται κατά μέγα μέρος από ισπανικά συμφέροντα (στο εξής: προσφεύγουσες της κύριας δίκης").
Η νομοθεσία και η πρακτική του Ηνωμένου Βασιλείου στον τομέα της αλιείας
3 Κατά τον Sea Fish (Conservation) Act 1967 (νόμος του 1967 περί διατηρήσεως των θαλασσίων ιχθύων), όπως έχει τροποποιηθεί με τον Fishery Limits Act 1976 (νόμος του 1976 περί ζωνών αλιείας) και τον Fisheries Act 1981 (νόμος του 1981 περί αλιείας), τα αλιευτικά σκάφη που είναι νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να έχουν άδεια αλιείας. Η νομοθεσία αυτή συμπληρώθηκε με τον British Fishing Boats Act 1983 (νόμος του 1983 περί βρετανικών αλιευτικών σκαφών), τον British Fishing Boats Order 1983 (διάταγμα του 1983 περί βρετανικών αλιευτικών σκαφών) και τον Sea Fish Licensing Order 1983 (διάταγμα του 1983 περί θαλασσίων ιχθύων).
4 Οι άδειες αλιείας, που χορηγούσαν οι βρετανικές αρχές κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής από 1ης Ιανουαρίου 1986, καθόριζαν τη ζώνη αλιείας και τα είδη ιχθύων που καλύπτονταν από τις άδειες, καθώς και τις προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούνται σωρευτικώς ανά πάσα στιγμή, επί ποινή ανακλήσεως των αδειών, προϋποθέσεις που είχαν ως σκοπό να εξασφαλίζουν την ύπαρξη "πραγματικού οικονομικού συνδέσμου" προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούσαν, αφενός μεν, τις δραστηριότητες του σκάφους για το οποίο εχορηγείτο η άδεια, αφετέρου δε, το πλήρωμά του.
5 Η προϋπόθεση που αφορούσε τις δραστηριότητες του αλιευτικού σκάφους ήταν διατυπωμένη ως εξής:
"Το σκάφος πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση το Ηνωμένο Βασίλειο, τη νήσο Man ή τις νήσους της Μάγχης: χωρίς να θίγεται η γενικότητα του, ο όρος αυτός λογίζεται πληρούμενος αν για κάθε εξάμηνο κάθε ημερολογιακού έτους (δηλαδή από Ιανουάριο μέχρι Ιούνιο και από Ιούλιο μέχρι Δεκέμβριο):
α) τουλάχιστον το 50% κατά βάρος του φορτίου του πλοίου που καλύπτεται από την παρούσα άδεια ή από οποιαδήποτε άλλη ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο εκφορτώνεται και πωλείται στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη νήσο Man ή στις νήσους της Μάγχης ή μεταφορτώνεται προς πώληση εντός των βρετανικών αλιευτικών ορίων ή
β) αποδεικνύεται ότι το σκάφος βρέθηκε σε λιμάνι του Ηνωμένου Βασιλείου, της νήσου Man ή των νήσων της Μάγχης τουλάχιστον τέσσερις φορές ανά διαστήματα τουλάχιστον δεκαπέντε ημερών."
6 Οι προϋποθέσεις που αφορούσαν το πλήρωμα του αλιευτικού σκάφους ήταν διατυπωμένες ως εξής:
"i) Τουλάχιστον 75% του πληρώματος πρέπει να είναι βρετανοί υπήκοοι ή υπήκοοι κρατών μελών της ΕΟΚ (αποκλειομένων, μέχρι της 1ης Ιανουαρίου 1988, των ελλήνων υπηκόων και, μέχρι της 1ης Ιανουαρίου 1993, των ισπανών ή πορτογάλων υπηκόων που δεν είναι σύζυγοι ή τέκνα κάτω των 21 ετών ελλήνων, ισπανών ή πορτογάλων εργαζομένων, εγκατεστημένων ήδη στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων κατόπιν της προσχωρήσεως της Ελλάδας, Ισπανίας και Πορτογαλίας στις Κοινότητες όπως προβλέπεται στις σχετικές Συνθήκες Προσχωρήσεως), οι οποίοι κανονικά διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη νήσο Man και στις νήσους της Μάγχης διαμονή σημαίνει διαμονή στην ξηρά και για το σκοπό αυτό υπηρεσία σε βρετανικό πλοίο δεν υπολογίζεται ως διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη νήσο Man και στις νήσους της Μάγχης.
ii) Ο πλοίαρχος και όλο το πλήρωμα πρέπει να καταβάλλουν εισφορές στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, ή σε αντίστοιχα συστήματα της νήσου Man ή των νήσων της Μάγχης: το σύστημα πρέπει να περιλαμβάνει τις εισφορές των αυτοτελώς εργαζομένων των κατηγοριών 1, Special Mariners, 2 ή 4."
Η διαφορά της κύριας δίκης
7 Μετά την 1η Ιανουαρίου 1986 χορηγήθηκε στις προσφεύγουσες της κύριας δίκης σειρά αδειών για τα αλιευτικά σκάφη τους που ήταν νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο και έφεραν τη βρετανική σημαία. Οι χορηγηθείσες άδειες ανταποκρίνονταν στις προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
8 Με έγγραφα που απέστειλε στις 20 Αυγούστου και 9 Σεπτεμβρίου 1986, το Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων ζήτησε από τις προσφεύγουσες να αποδείξουν ότι, για το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ής Ιουνίου 1986, τηρήθηκε η σχετική με τις δραστηριότητες του αλιευτικού σκάφους προϋπόθεση. Κατόπιν ανταλλαγής αλληλογραφίας με τις προσφεύγουσες, ο υπουργός, με έγγραφο της 12ης Δεκεμβρίου 1986, τους κοινοποίησε την προσωρινή απόφασή του περί ανακλήσεως των αδειών αλιείας.
9 Στις 17 Δεκεμβρίου 1986, οι προσφεύγουσες ζήτησαν από το High Court of Justice της Αγγλίας και της Ουαλίας να ελέγξει τη νομιμότητα των προσωρινών αποφάσεων του υπουργού όπως περιέχονταν στο προαναφερθέν έγγραφο της 12ης Δεκεμβρίου, καθώς και κάθε αποφάσεως που θα μπορούσε να λάβει ο υπουργός προς επιβεβαίωσή τους, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η σχετική με τις δραστηριότητες του αλιευτικού σκάφους προϋπόθεση, θεωρούμενη μεμονωμένως ή μαζί με τις λοιπές προϋποθέσεις που αναφέρονταν στο πλήρωμα, ήταν ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο.
10 Προς επίλυση της διαφοράς αυτής, το High Court of Justice υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"Ερώτημα 1
'Οταν ένα κράτος μέλος χορηγεί άδεια αλιείας σε εταιρία που εδρεύει σ' αυτό για αλιευτικό σκάφος της κυριότητάς της που φέρει τη σημαία του κράτους αυτού, στο οποίο και έχει προσηκόντως νηολογηθεί, η δε άδεια περιέχει προϋποθέσεις (που πρέπει να πληρούνται όλες ανά πάσα στιγμή) προκειμένου να εξασφαλίζεται ο 'πραγματικός οικονομικός σύνδεσμος' του σκάφους με το εν λόγω κράτος μέλος, μια προϋπόθεση της άδειας υπό την εξής διατύπωση:
' το σκάφος πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση το Ηνωμένο Βασίλειο, τη νήσο Man ή τις νήσους της Μάγχης χωρίς να θίγεται η γενικότητά του, η προϋπόθεση αυτή λογίζεται πληρούμενη αν για κάθε εξάμηνο κάθε ημερολογιακού έτους (δηλαδή από Ιανουάριο μέχρι Ιούνιο και από Ιούλιο μέχρι Δεκέμβριο):
α) τουλάχιστον το 50% κατά βάρος του φορτίου του πλοίου που καλύπτεται από την παρούσα άδεια ή από οποιαδήποτε άλλη ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο εκφορτώνεται και πωλείται στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη νήσο Man ή στις νήσους της Μάγχης ή μεταφορτώνεται προς πώληση εντός των βρετανικών αλιευτικών ορίων ή
β) αποδεικνύεται ότι το σκάφος βρέθηκε σε λιμένα του Ηνωμένου Βαιλείου, της νήσου Man ή των νήσων της Μάγχης τουλάχιστον τέσσερις φορές ανά διαστήματα τουλάχιστον δεκαπέντε ημερών' ,
είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο λόγω της διατυπώσεώς της και/ή της σχέσεώς της με τις δύο άλλες προϋποθέσεις της άδειας (τις οποίες αφορά η υπόθεση C-3/87), συγκεκριμένα δε μια τέτοια προϋπόθεση
α) είναι ασυμβίβαστη προς την κοινή διαρθρωτική πολιτική στον τομέα της αλιείας όπως περιέχεται, μεταξύ άλλων, στον κανονισμό (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου;
β) είναι ασυμβίβαστη προς την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας όπως περιέχεται, μεταξύ άλλων, στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου;
γ) απαγορεύεται από τα άρθρα 7, 34, 40, 48 έως 51, 52 έως 58 ή 59 έως 66 της Συνθήκης ΕΟΚ ή από κάποια από τις εν λόγω διατάξεις;
δ) είναι ανίσχυρη ως δυσανάλογη, ανεπιεικής ή αντίθετη προς τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των προσφευγόντων;
ε) είναι μέτρο που δεν εμπίπτει στις εξουσίες του Ηνωμένου Βασιλείου ή είναι παράνομη δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου ως αντίθετη για τους προαναφερθέντες λόγους, προς τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις;
Ερώτημα 2
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, έχει καμιά σημασία αν η προϋπόθεση εφαρμόζεται από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους ως αναφερόμενη μόνο στη φυσική παρουσία του σκάφους στο κράτος μέλος και υπό την έννοια ότι αποκλείεται, ως άσχετη με την τήρησή της, κάθε εξέταση άλλων στοιχείων μαρτυρούντων την ύπαρξη οικονομικού ή δημοσιονομικού συνδέσμου μεταξύ του σκάφους, των πλοιοκτητών και εφοπλιστών και του εν λόγω κράτους μέλους;"
11 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία, καθώς και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
12 Από τη Διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η διαφορά της κύριας δίκης αναφέρεται, κατ' ουσίαν, στις προϋποθέσεις που μπορούν να επιβάλλονται στα βρετανικά σκάφη που αλιεύουν στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων τις οποίες χορηγεί η Κοινότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πρέπει, επομένως, υπό την επιφύλαξη του συμφώνου των προϋποθέσεων αυτών προς το κοινοτικό δίκαιο, όσον αφορά την εκτός των ποσοστώσεων αλιεία, πριν από τη σκιαγράφηση και την εξέταση των προβλημάτων που θέτουν τα υποβληθέντα ερωτήματα, να υπομνηστούν οι κατευθυντήριες γραμμές της κανονιστικής ρυθμίσεως περί ποσοστώσεων αλιείας εντός του γενικού πλαισίου της κοινοτικής ρυθμίσεως περί αλιείας.
13 Η κοινοτική ρύθμιση καθιερώνει την αρχή της ισότητας των προϋποθέσεων προσβάσεως στα αλιευτικά αποθέματα όλων των αλιευτικών σκαφών που φέρουν τη σημαία κράτους μέλους ή που είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος (άρθρο 2, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 101/76 του Συμβουλίου), με εξαίρεση τη ζώνη 12 ναυτικών μιλίων από τις γραμμές βάσεως των κρατών μελών, ως προς την οποία τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, από τον κανόνα της ισότητας των προϋποθέσεων προσβάσεως (άρθρο 100 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972, σε συνδυασμό προς το άρθρο 6 του προαναφερθέντος κανονισμού 170/83 του Συμβουλίου). Τα υποβληθέντα ερωτήματα δεν αφορούν το ιδιαίτερο καθεστώς που ισχύει γι' αυτή τη ζώνη των 12 μιλίων.
14 'Οσον αφορά τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων, με τον προαναφερθέντα κανονισμό (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου έχει θεσπιστεί, σε εκτέλεση του άρθρου 102 της προαναφερθείσας πράξης προσχωρήσεως του 1972, κοινοτικό καθεστώς διατηρήσεως και διαχειρίσεως, συνεπαγόμενο περιορισμό της αλιευτικής δραστηριότητας. Εξάλλου, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 220, σ. 1), έχουν ήδη τεθεί οι κανόνες ελέγχου προκειμένου να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τους τιθέμενους περιορισμούς στις δυνατότητες αλιεύσεως. Ο τελευταίος κανονισμός έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4027/86 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986 (ΕΕ L 376, σ. 4).
15 Το άρθρο 3 του προαναφερθέντος κανονισμού 170/83 προβλέπει ετήσιο καθορισμό, ανά απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων, του συνόλου των επιτρεπομένων αλιευμάτων (στο εξής: ΤΑC), που είναι διαθέσιμο για την Κοινότητα, όταν για ένα ή περισσότερα συγγενή είδη κρίνεται αναγκαίο να περιοριστεί η ποσότητα των αλιευμάτων. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι "η διατιθέμενη για την Κοινότητα ποσότητα αλιευμάτων, που αναφέρεται στο άρθρο 3, κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών, κατά τρόπο που να εξασφαλίζει σε κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των δραστηριοτήτων που ασκούνται σε κάθε απόθεμα". Πρόκειται - κατά τη διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 4 - για "κατανομή των πόρων μεταξύ των κρατών μελών". Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 170/83, τα κράτη μέλη μπορούν να ανταλλάξουν ολόκληρη την ποσόστωση που τους χορηγήθηκε ή ένα μέρος της.
16 Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι "τα κράτη μέλη καθορίζουν, τηρώντας τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί". Προβλέπεται, επίσης, ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου αυτής θεσπίζονται, εφόσον είναι αναγκαίο, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14, τη λεγομένη διαδικασία της "επιτροπής διαχειρίσεως".
17 Με τις διατάξεις του κανονισμού αυτού έχει, συνεπώς, θεσπιστεί σύστημα εθνικών ποσοστώσεων αλιείας. 'Οπως προκύπτει από τις διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού 2057/82, ιδίως από το άρθρο 10, παράγραφος 1, και από τις διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού 4027/86, ο κοινοτικός νομοθέτης συνδέει τις εθνικές ποσοστώσεις προς τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του οικείου κράτους μέλους ή που είναι νηολογημένα σ' αυτό και τα οποία μπορούν, μόνα αυτά, να αλιεύουν εντός των ορίων των ποσοστώσεων αυτών.
18 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που τους έχει παρασχεθεί προς καθορισμό των λεπτομερειών για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων τους, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν σε ποια από τα σκάφη του αλιευτικού τους στόλου θα επιτρέπεται να αλιεύουν στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων, υπό τον όρο ότι τα εφαρμοζόμενα κριτήρια συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο.
19 Σχετικώς, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε αλιευτικά σκάφη να αλιεύουν στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων μόνον υπό ορισμένες προϋποθέσεις αναφερόμενες, παραδείγματος χάρη, στις διαστάσεις, την ηλικία ή την κατάσταση του σκάφους, τον εξοπλισμό του, τον αριθμό των επιβαινόντων αλιέων, τις συνθήκες διαβιώσεως και διατροφής του πληρώματος, τα ζητήματα υγιεινής, ασφαλείας ..., κατά το μέτρο που οι προϋποθέσεις αυτές δεν διέπονται αποκλειστικά από την κοινοτική ρύθμιση.
20 Επομένως, το προς εξέταση ζήτημα είναι αν και σε ποιο βαθμό το κοινοτικό δίκαιο αντιτίθεται στην επιβολή μιας προϋποθέσεως όπως αυτή στην οποία αναφέρεται η κύρια δίκη. Τα ερωτήματα που υπέβαλε προς τούτο το εθνικό δικαστήριο μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Ι. Επιτρέπει το κοινοτικό δίκαιο σε κράτος μέλος, προκειμένου να επιτρέψει σε ένα από τα σκάφη του να αλιεύει στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας,
α) να επιβάλλει προϋποθέσεις που έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζουν την ύπαρξη "πραγματικού οικονομικού συνδέσμου" προς το εν λόγω κράτος μέλος;
β) προκειμένου να εξασφαλιστεί η ύπαρξη τέτοιου συνδέσμου, να επιβάλλει την προϋπόθεση ότι το σκάφος πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές του "έχοντας ως βάση" το εν λόγω κράτος μέλος;
γ) να θεωρεί ότι η προϋπόθεση αυτή λογίζεται πληρούμενη εφόσον αποδεικνύεται ότι κάθε εξάμηνο κάθε έτους (δηλαδή από Ιανουάριο μέχρι Ιούνιο και από Ιούλιο μέχρι Δεκέμβριο)
i) 50% των ιχθύων που έχουν αλιευθεί εντός του ορίου της ποσοστώσεως εκφορτώνεται και πωλείται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, ή
ii) το σκάφος βρέθηκε σε λιμένα του εν λόγω κράτους μέλους τουλάχιστον τέσσερις φορές ανά διαστήματα τουλάχιστον δεκαπέντε ημερών;
δ) να αποκλείει, απαιτώντας από το σκάφος να ασκεί τις δραστηριότητές του με βάση το έδαφος του κράτους μέλους και λαμβάνοντας κατ' αυτό τον τρόπο υπόψη μόνο την παρουσία του σκάφους, κάθε άλλο στοιχείο που να μαρτυρεί την ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου μεταξύ του σκάφους και του εν λόγω κράτους μέλους;
ΙΙ. Αντίκειται προς την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών που ασκούσαν ήδη αλιευτικές δραστηριότητες κατά το παρελθόν η επιβολή νέας προϋποθέσεως που δεν προβλεπόταν προηγουμένως;
ΙΙΙ. Αντιτίθεται το κοινοτικό δίκαιο στην επιβολή προϋποθέσεως όπως η προαναφερθείσα, λαμβανομένης υπόψη της σχέσεώς της προς τις δύο άλλες προϋποθέσεις στις οποίες αναφέρεται η υπόθεση C-3/87;
Επί του ερωτήματος Ι α), περί του πραγματικού οικονομικού συνδέσμου του σκάφους προς το κράτος μέλος
21 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σκοπός του συστήματος εθνικών ποσοστώσεων.
22 Ο σκοπός αυτός προκύπτει κυρίως από το άρθρο 4 του κανονισμού 170/83, ερμηνευόμενο υπό το φως των αιτιολογικών του σκέψεων. Το άρθρο 4 ορίζει ότι η κατανομή των ΤΑC έχει ως σκοπό "να εξασφαλίζει σε κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των δραστηριοτήτων που ασκούνται σε κάθε απόθεμα". Οι έννοιες της σταθερότητας και της σχετικότητας ορίζονται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού. Η έκτη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι "με τη σταθερότητα αυτή πρέπει ... να διαφυλαχθούν οι ειδικές ανάγκες των περιοχών των οποίων οι πληθυσμοί είναι ιδαίτερα εξαρτημένοι από την αλιεία και τη συνδεδεμένη μ' αυτή βιομηχανία ...". Κατά την έβδομη αιτιολογική σκέψη, "με την έννοια αυτή πρέπει να εκληφθεί η σχετικότητα της επιδιωκόμενης σταθερότητας". Επίσης από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 172/83, του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί καθορισμού για το 1982, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων που αναπτύσσονται στην αλιευτική ζώνη της Κοινότητας, της συνολικής ποσότητας των επιτρεπομένων αλιευμάτων, του μεριδίου της Κοινότητας από αυτά τα αλιεύματα, της κατανομής του μεριδίου αυτού στα κράτη μέλη και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες πραγματοποιείται το σύνολο των επιτρεπομένων αλιευμάτων (ΕΕ L 24, σ. 30), προκύπτει επίσης ότι, "για τη δίκαιη κατανομή των διαθεσίμων πόρων, πρέπει να ληφθούν υπόψη ιδιαίτερα οι παραδοσιακές αλιευτικές δραστηριότητες, οι ειδικές ανάγκες των περιοχών όπου οι τοπικοί πληθυσμοί είναι ιδιαίτερα εξαρτημένοι από τις αλιευτικές και τις σχετικές βιομηχανίες, καθώς και (η) απώλεια αλιευτικού δυναμικού στα ύδατα τρίτων χωρών".
23 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι σκοπός των ποσοστώσεων είναι να εξασφαλίζεται σε κάθε κράτος μέλος ένα μέρος του κοινοτικού ΤΑC, καθοριζόμενο, κατά βάση, σε συνάρτηση με τα αλιεύματα τα οποία απέφεραν οι παραδοσιακές αλιευτικές δραστηριότητες και καρπώνονταν οι τοπικοί πληθυσμοί που εξαρτώνται από την αλιεία και οι σχετικές βιομηχανίες του κράτους μέλους πριν από την θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων.
24 Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι το σύστημα εθνικών ποσοστώσεων θεσπίστηκε ώστε να είναι δυνατή η λήψη, το ταχύτερο δυνατόν, των μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων που προβλέπει το άρθρο 102 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972. Αποτελεί, συνεπώς, ένα στάδιο προς μία κοινοτική πολιτική αλιείας, συνεπαγομένη την αναδιάρθρωση και προσαρμογή των αλιευτικών στόλων βάσει των διαθέσιμων αλιευτικών πόρων. Το εν λόγω σύστημα ποσοστώσεων, πάντως, αποτελεί εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της ισότητας των προϋποθέσεων προσβάσεως στα αλιευτικά αποθέματα, ο οποίος διατυπώνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 101/76.
25 Κατά συνέπεια, τα μέτρα που μπορούν να λαμβάνουν τα κράτη μέλη κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που τους παρέχεται με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 170/83, προκειμένου να αποκλείουν ορισμένα σκάφη που φέρουν τη σημαία τους από τη συμμετοχή στην εκμετάλλευση της εθνικής τους ποσοστώσεως, είναι δικαιολογημένα μόνον αν είναι ενδεδειγμένα και απαραίτητα προς επίτευξη του προεκτεθέντος σκοπού των ποσοστώσεων.
26 Βάσει του σκοπού αυτού μπορούν, πράγματι, να δικαιολογηθούν προϋποθέσεις που έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζεται η ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου μεταξύ του σκάφους και του οικείου κράτους μέλους, εφόσον με τις προϋποθέσεις αυτές επιδιώκεται να επωφελούνται των ποσοστώσεων οι πληθυσμοί που εξαρτώνται από την αλιεία καθώς και οι σχετικές βιομηχανίες. Αντιθέτως, η απαίτηση της υπάρξεως οικονομικού συνδέσμου που να υπερβαίνει το πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του συστήματος εθνικών ποσοστώσεων.
27 Κατά συνέπεια, στο ερώτημα Ι α) προσήκει η απάντηση ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέψουν σε ένα από τα σκάφη τους να αλιεύει στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, να επιβάλλουν προϋποθέσεις που έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζουν την ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου με το εκάστοτε κράτος μέλος, καθόσον ο σύνδεσμος αυτός αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ των αλιευτικών δραστηριοτήτων του σκάφους αυτού και των πληθυσμών που εξαρτώνται από την αλιεία καθώς και των σχετικών βιομηχανιών.
Επί του ερωτήματος Ι β), σχετικά με την υποχρέωση ασκήσεως δραστηριοτήτων με βάση εθνικό λιμένα
28 Ενόψει των ανωτέρω παρατηρήσεων και της ανωτέρω απαντήσεως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προϋπόθεση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα αυτό είναι καταρχήν σύμφωνη προς τον σκοπό των ποσοστώσεων και επομένως συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο κατά το μέτρο που συνεπάγεται απλώς και μόνον την υποχρέωση ότι το σκάφος ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας συνήθως ως βάση εθνικό λιμένα. Θα υπερακόντιζε, όμως, τον σκοπό αυτό, αν συνεπαγόταν υποχρέωση εκκινήσεως από εθνικό λιμένα για κάθε αλιευτική αποστολή.
29 Κατά συνέπεια, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέψουν σε ένα από τα σκάφη τους να αλιεύει στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, να επιβάλλουν, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου κατά τα ανωτέρω, την προϋπόθεση ότι το σκάφος πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητες του έχοντας ως βάση τους εθνικούς λιμένες, καθόσον η προϋπόθεση αυτή δεν συνεπάγεται υποχρέωση εκκινήσεως από εθνικό λιμένα για κάθε αλιευτική αποστολή.
Επί του ερωτήματος Ι γ), σχετικά με τις αποδείξεις οι οποίες αναφέρονται στην εκφόρτωση μέρους των αλιευμάτων και την περιοδική παρουσία σε εθνικούς λιμένες
30 Επιβάλλεται να τονιστεί ότι το ερώτημα αυτό αφορά το αν συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο η μερική εκφόρτωση των αλιευμάτων που αλιεύονται στο πλαίσιο των ποσοστώσεων ή η περιοδική παρουσία του σκάφους σε εθνικούς λιμένες, όχι ως προϋποθέσεις χορηγήσεως αδείας αλιείας, αλλ' ως στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το σκάφος ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση τους εθνικούς λιμένες.
31 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι καθεμιά από τις περιστάσεις αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς απόδειξη του γεγονότος ότι το σκάφος κινείται συνήθως έχοντας ως βάση εθνικό λιμένα και συμβάλλει στην απόδειξη ότι το σκάφος διατηρεί πραγματικό οικονομικό σύνδεσμο με τους πληθυσμούς που εξαρτώνται από την αλιεία καθώς και με τις σχετικές βιομηχανίες, σύμφωνα με τον σκοπό του καθεστώτος εθνικών ποσοστώσεων.
32 Κατά συνέπεια, στο ερώτημα αυτό προσήκει η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέψουν σε ένα από τα σκάφη τους να αλιεύει στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων, να θεωρούν ότι μπορεί να συνιστά απόδειξη του γεγονότος ότι το σκάφος ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση τους εθνικούς λιμένες η εκφόρτωση μέρους των αλιευμάτων ή η περιοδική παρουσία του σκάφους στους εθνικούς λιμένες.
Επί του ερωτήματος Ι δ), σχετικά με τον αποκλεισμό κάθε άλλου στοιχείου που να μαρτυρεί την ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου
33 Το ερώτημα αυτό περιλαμβάνει δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο εμποδίζει τα κράτη μέλη να δέχονται ως απόδειξη του ότι το σκάφος ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση τους εθνικούς λιμένες μόνο την εκφόρτωση μέρους των αλιευμάτων ή ορισμένη περιοδική παρουσία του σκάφους σε εθνικούς λιμένες ((αποδεικτικά μέσα στα οποία αναφέρεται το ερώτημα Ι γ) )). Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος αυτού αφορά το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο εμποδίζει τα κράτη μέλη, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου μεταξύ του εκάστοτε κράτους και των σκαφών που μπορούν να αλιεύουν στο πλαίσιο των ποσοστώσεών του, να λαμβάνουν υπόψη μόνο την άσκηση των δραστηριοτήτων του σκάφους με βάση τους εθνικούς λιμένες ((όρος στον οποίον αναφέρεται το ερώτημα Ι β) )).
34 'Οσον αφορά το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, επιβάλλεται να τονιστεί ότι παρόμοιος περιορισμός των αποδεικτικών μέσων σημαίνει, στην πραγματικότητα, υποχρέωση του σκάφους είτε να εκφορτώνει το απαιτούμενο μέρος των αλιευμάτων του σε εθνικούς λιμένες είτε να βρίσκεται, σύμφωνα με την απαιτούμενη περιοδικότητα, στους λιμένες αυτούς.
35 'Οσον αφορά την εκφόρτωση μέρους των αλιευμάτων σε εθνικούς λιμένες, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2057/82, ο πλοίαρχος του σκάφους υποχρεούται να υποβάλλει "στις αρχές του κράτους μέλους του οποίου χρησιμοποιεί τους τόπους εκφορτώσεως δήλωση", στην οποία να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, οι εκφορτωθείσες ποσότητες και ο τόπος αλιείας, και ότι κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, όπως έχει τροποποιηθεί με τον προαναφερθέντα κανονισμό 4027/86, "τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε να καταγράφονται όλες οι εκφορτώσεις ιχθυοαποθέματος ή ομάδας ιχθυοαποθεμάτων, που υπόκεινται σε ΤΑC ή σε ποσοστώσεις, οι οποίες πραγματοποιούνται από αλιευτικά σκάφη υπό σημαία κράτους μέλους ή νηολογημένα σε κράτος μέλος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε αλιευτικό σκάφος έχει τη δυνατότητα να εκφορτώνει τα αλιεύματά του απευθείας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος.
36 Επομένως, τα κράτη μέλη, καθορίζοντας, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 170/83, τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί, δεν μπορούν να απαιτούν τα αλιεύματα ή ένα μέρος τους να εκφορτώνεται σε εθνικούς λιμένες.
37 Η διαπίστωση αυτή αποκλείει τη δυνατότητα προβολής της εκφορτώσεως των αλιευμάτων ή μέρους αυτών σε εθνικούς λιμένες ως μόνης αποδείξεως του ότι το σκάφος ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση τους λιμένες αυτούς.
38 Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν αποκλείει τη δυνατότητα προβολής της εκφορτώσεως των αλιευμάτων ως αποδεικτικού μέσου μεταξύ πολλών άλλων, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι οι άλλες επιτρεπόμενες αποδείξεις δεν επιβάλλουν αμέσως ή εμμέσως υποχρέωση εκφορτώσεως των αλιευμάτων σε εθνικούς λιμένες. Αυτό θα συνέβαινε αν, προκειμένου να είναι σε θέση να προσκομίσει τις αποδείξεις αυτές, ο επιχειρηματίας ήταν αναγκασμένος, στην πράξη, να εκφορτώνει τα αλιεύματα του σκάφους σε εθνικούς λιμένες ή αν οι αποδείξεις αυτές ήταν, στην πράξη, τόσο δύσκολο να προσκομιστούν ώστε ο επιχειρηματίας να μην έχει άλλη επιλογή από την απόδειξη της εκφορτώσεως των αλιευμάτων σε εθνικούς λιμένες.
39 'Οσον αφορά την περιοδική παρουσία σε εθνικούς λιμένες, πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως τονίστηκε ανωτέρω, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέψουν σε ένα από τα σκάφη τους να αλιεύει στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, να το υποχρεώνουν να ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση τους εθνικούς λιμένες, κατά το μέτρο που αυτό δεν συνεπάγεται υποχρέωση εκκινήσεως από εθνικό λιμένα για κάθε αλιευτική αποστολή του σκάφους.
40 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει, ομοίως, τα κράτη μέλη, προκειμένου να θεωρήσουν ότι η υποχρέωση αυτή τηρείται, να απαιτούν να αποδειχθεί ότι το πλοίο ελλιμενίστηκε σε εθνικό λιμένα με ορισμένη περιοδικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι η απαιτούμενη περιοδικότητα δεν παρακωλύει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας ή δεν συνεπάγεται, στην πράξη, υποχρέωση εκφορτώσεως μέρους των αλιευμάτων κατά τον ελλιμενισμό στους λιμένες αυτούς.
41 Κατά συνέπεια, σ' αυτό το σκέλος του ερωτήματος προσήκει η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να δέχονται ως μόνη απόδειξη του ότι πληρούται η προϋπόθεση της ασκήσεως των δραστηριοτήτων του σκάφους με βάση εθνικούς λιμένες την εκφόρτωση μέρους των αλιευμάτων ή ορισμένη περιοδική παρουσία του σκάφους σε εθνικούς λιμένες, υπό την προϋπόθεση ότι η απαιτούμενη περιοδικότητα της παρουσίας του σκάφους στους λιμένες αυτούς δεν επιβάλλει αμέσως ή εμμέσως υποχρέωση εκφορτώσεως των αλιευμάτων σε εθνικούς λιμένες ή δεν παρακωλύει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας.
42 'Οσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, από τη Διάταξη περί παραπομπής και από τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι το σκέλος αυτό αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στον αποκλεισμό, ως αποδείξεων της υπάρξεως πραγματικού οικονομικού συνδέσμου, ορισμένων στοιχείων οικονομικής ή δημοσιονομικής φύσεως, όπως του γεγονότος ότι οι πλοιοκτήτριες εταιρίες ή οι εταιρίες που εκμεταλλεύονται τα σκάφη έχουν συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι υπόκεινται στον φόρο εταιριών και στον βρετανικό ΦΠΑ, ότι ανακοινώνουν στο αρμόδιο βρετανικό υπουργείο τις στατιστικές που αναφέρονται στην αλιευτική δραστηριότητα των σκαφών τους, ότι υπόκεινται σε επιθεώρηση των βρετανικών αρχών και ότι επενδύουν τα ποσά που είναι αναγκαία ώστε τα σκάφη τους να συμμορφώνονται προς τις προδιαγραφές του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και ότι το προϊόν της πωλήσεως των αλιευμάτων που αλίευσαν τα σκάφη τους κατατίθεται σε τραπεζικούς τους λογαριασμούς στο Ηνωμένο Βασίλειο.
43 Σχετικώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, υποβάλλοντας το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο εκκινεί από μία ευρύτατη έννοια του όρου "πραγματικός οικονομικός σύνδεσμος". Στην ανωτέρω, όμως, απάντηση στο ερώτημα Ι α), διευκρινίστηκε ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να απαιτούν την ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου με τα αλιευτικά τους σκάφη, όχι γενικώς, αλλά καθόσον ο σύνδεσμος αυτός αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ των αλιευτικών δραστηριοτήτων των σκαφών αυτών και των πληθυσμών που εξαρτώνται από την αλιεία καθώς και των σχετικών βιομηχανιών.
44 Ενόψει της ιδιαίτερα περιοριστικής αυτής ερμηνείας του συνδέσμου την ύπαρξη του οποίου μπορούν να απαιτούν τα κράτη μέλη προκειμένου να επιτρέψουν σε ένα σκάφος να αλιεύει στο πλαίσιο των ποσοστώσεων αλιείας τους, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, όπως αυτό διατυπώθηκε ανωτέρω.
Επί του ερωτήματος ΙΙ, περί δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
45 Σχετικώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας που παρέχεται στα κράτη μέλη με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, για την άσκηση αλιευτικών δραστηριοτήτων είναι δυνατό να απαιτούνται άδειες, οι οποίες, ως εκ της φύσεώς τους, υπόκεινται σε χρονικά όρια και σε διάφορες προϋποθέσεις. Εξάλλου, η θέσπιση του συστήματος ποσοστώσεων συνιστά απλώς μία βαθμίδα της εξελίξεως στον τομέα της αλιείας, που χαρακτηρίζεται από αστάθεια και συνεχείς μεταβολές της καταστάσεως, λόγω διαδοχικών γεγονότων όπως η επέκταση των ζωνών αλιείας σε 200 μίλια κατά μήκος ορισμένων κοινοτικών ακτών το 1976, η ανάγκη λήψεως μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων, που υλοποιείται σε διεθνές επίπεδο με την καθιέρωση των ΤΑC, οι συζητήσεις για την κατανομή των διαθεσίμων για την Κοινότητα ΤΑC μεταξύ των κρατών μελών, η οποία τελικώς πραγματοποιήθηκε βάσει περιόδου αναφοράς με περιέλαβε τα έτη 1973 μέχρι 1978, και η οποία επανεξεταζόταν κάθε χρόνο.
46 Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι επιχειρηματίες στον τομέα της αλιείας δεν μπορούσαν να θεωρήσουν βασίμως ότι η κοινοτική νομοθεσία αντιτίθεται σε κάθε τροποποίηση των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται βάσει της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως ή πρακτικής για τη χορήγηση αδειών αλιείας στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων και στην επιβολή νέων προϋποθέσεων, που να συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο.
47 Κατά συνέπεια, στο ερώτημα αυτό προσήκει η απάντηση ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται σε κανονιστική ρύθμιση ή πρακτική κράτους μέλους η οποία, προκειμένου περί χορηγήσεως αδειών αλιείας στο πλαίσιο εθνικών ποσοστώσεων, επιβάλλει νέα προϋπόθεση που δεν προβλεπόταν προηγουμένως.
Επί του ερωτήματος ΙΙΙ, περί της σχέσεως της εν λόγω προϋποθέσεως προς τις προϋποθέσεις τις οποίες αφορά η υπόθεση C-3/87
48 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, ενόψει των ανωτέρω απαντήσεων, κατά τις οποίες προϋπόθεση όπως η εν λόγω δεν είναι ασυμβίβαστη, υπό τις διατυπωθείσες επιφυλάξεις, προς το κοινοτικό δίκαιο, παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα αυτό. Το ζήτημα του ασυμβιβάστου προς το κοινοτικό δίκαιο προϋποθέσεων όπως αυτές που αναφέρει το εθνικό δικαστήριο εξετάζεται στην απόφαση επί της υποθέσεως C-3/89, που δημοσιεύεται την ίδια ημέρα με την παρούσα απόφαση.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
49 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η ιρλανδική κυβέρνηση, η ισπανική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι, η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το High Court of Justice της Αγγλίας και της Ουαλίας, με Διάταξη της 22ας Μαΐου 1987, αποφαίνεται:
Το κοινοτικό δίκαιο, κατά το παρόν στάδιο εξελίξεώς του:
1) δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέψουν σε ένα από τα σκάφη τους να αλιεύει στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, να επιβάλλουν προϋποθέσεις που έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζουν την ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου με το εκάστοτε κράτος, καθόσον ο σύνδεσμος αυτός αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ των αλιευτικών δραστηριοτήτων του σκάφους αυτού και των πληθυσμών που εξαρτώνται από την αλιεία καθώς και των σχετικών βιομηχανιών
2) δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέψουν σε ένα από τα σκάφη τους να αλιεύει στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, να επιβάλλουν, ώστε να εξασφαλίζεται η ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου κατά τα ανωτέρω, την προϋπόθεση ότι το σκάφος πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση τους εθνικούς λιμένες, καθόσον η προϋπόθεση αυτή δεν συνεπάγεται υποχρέωση εκκινήσεως από εθνικό λιμένα για κάθε αλιευτική αποστολή
3) δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέψουν σε ένα από τα σκάφη τους να αλιεύει στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων, να θεωρούν ότι μπορεί να συνιστά απόδειξη του γεγονότος ότι το σκάφος ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση τους εθνικούς λιμένες η εκφόρτωση μέρους των αλιευμάτων ή η περιοδική παρουσία του σκάφους στους εθνικούς λιμένες
4) δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να δέχονται ως μόνη απόδειξη του ότι πληρούται η προϋπόθεση της ασκήσεως των δραστηριοτήτων του σκάφους με βάση εθνικούς λιμένες, την εκφόρτωση μέρους των αλιευμάτων ή ορισμένη περιοδική παρουσία του σκάφους σε εθνικούς λιμένες, υπό την προϋπόθεση ότι η απαιτούμενη περιοδικότητα της παρουσίας του σκάφους στους λιμένες αυτούς δεν επιβάλλει αμέσως ή εμμέσως υποχρέωση εκφορτώσεως των αλιευμάτων σε εθνικούς λιμένες ή δεν παρακωλύει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας
5) δεν αντιτίθεται σε κανονιστική ρύθμιση ή σε πρακτική κράτους μέλους η οποία, προκειμένου περί χορηγήσεως αδειών αλιείας στο πλαίσιο εθνικών ποσοστώσεων, επιβάλλει νέα προϋπόθεση που δεν προβλεπόταν προηγουμένως.
Full & Egal Universal Law Academy