Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Προσφυγή κατά της αποφάσεως που απορρίπτει τη διοικητική ένσταση - Παραδεκτή
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
2. Υπάλληλοι - Προσφυγή - Προηγούμενη διοικητική ένσταση - Ταυτότητα αντικειμένου και αιτίας - Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα που δεν περιλαμβάνονται στη διοικητική ένσταση, με την οποία όμως συνδέονται στενά - Παραδεκτά - Αίτημα αποζημιώσεως που διατυπώνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου - Δεν επεκτείνεται το αντικείμενο της διαφοράς
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, άρθρα 90 και 91)
3. Υπάλληλοι - Υποχρέωση προστασίας που βαρύνει τη διοίκηση - Εκταση
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, άρθρο 24)
Περίληψη
1. Κατά το σύστημα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο υπάλληλος μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή κατά αποφάσεως που ελήφθη έναντι αυτού από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μόνον αν έχει υποβάλει προηγουμένως διοικητική ένσταση ενώπιον της αρχής αυτής και αφού απερρίφθη η ένστασή του αυτή ρητώς ή σιωπηρώς. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές η προσφυγή είναι παραδεκτή είτε στρέφεται κατά μόνης της αποφάσεως που αμφισβητήθηκε αρχικά είτε κατά της αποφάσεως που απέρριψε τη διοικητική ένσταση είτε κατά αμφοτέρων των πράξεων αυτών, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι η διοικητική ένσταση και η προσφυγή ασκήθηκαν εντός των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
2. Τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου από έναν υπάλληλο πρέπει να έχουν το ίδιο αντικείμενο με τα αιτήματα που περιείχε η προηγούμενη διοικητική ένσταση και να περιλαμβάνουν τα ίδια κεφάλαια αμφισβητήσεως τα οποία στηρίζονται στην ίδια αιτία όπως εκείνα που επικαλέσθηκε στη διοικητική ένσταση. Αυτά τα κεφάλαια αμφισβητήσεως μπορούν να αναπτυχθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με την προβολή λόγων ακυρώσεως και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονται αναγκαστικά στη διοικητική ένσταση, με την οποία όμως συνδέονται στενά. Από αυτό προκύπτει ότι μολονότι οι διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αποσκοπούν στην επίτευξη φιλικής διευθετήσεως της διαφοράς μεταξύ του υπαλλήλου και της διοικήσεώς του, μέσω της ασκήσεως διοικητικής ενστάσεως, δεν έχουν όμως ως σκοπό να δεσμεύσουν κατά τροπο αυστηρό και τελικό τη δικαστική φάση της διαφοράς, αρκεί η ένδικη προσφυγή να μην τροποποιεί ούτε την αιτία ούτε το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως.
Είναι ιδίως παραδεκτό το αίτημα αποζημιώσεως που διατυπώνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ η διοικητική ένσταση αποσκοπούσε μόνο στην ακύρωση της αποφάσεως που φέρεται ως επιζήμια, διότι ένα τέτοιο ακυρωτικό αίτημα μπορεί να συνεπάγεται αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που προκάλεσε η εν λόγω απόφαση.
3. Η υποχρέωση προστασίας των υπαλλήλων κατά απειλών, προσβολών, εξυβρίσεων, δυσφημίσεων ή επιθέσεων τις οποίες μπορούν να υποστούν, η οποία βαρύνει τα κοινοτικά όργανα δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και η οποία καλύπτει επίσης την περίπτωση που οι υπάλληλοι είναι θύματα επιθέσεων άλλων υπαλλήλων, υφίσταται μόνον όταν τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά είναι αποδεδειγμένα.
Πράγματι, στον υπάλληλο, ο οποίος αξιώνει την προστασία την οποία δικαιούται δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ανήκει το βάρος να προσκομίσει τουλάχιστον αρχή αποδείξεως του υποστατού των επιθέσεων τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη. Μόνον όταν υφίστανται τέτοια στοιχεία οφείλει το θεσμικό όργανο να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, προβαίνοντας ιδίως σε έρευνα, για να εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που έδωσαν λαβή στην καταγγελία, σε συνεργασία με τον καταγγείλαντα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 224/87,
Jean Koutchoumoff, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος 52, avenue de la Renaissance, Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενος από τον Μarcel Slusny, κατόπιν από τους D. Lagasse και Ρ. Delvaux, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Εrnest Arendt, δικηγόρο, 4, avenue Marie-Therese,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Joseph Griesmar, επικουρούμενο από τον Βenoit Cambier, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον .Γεώργιο Κρεμλή, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο:
- την ακύρωση της απορρίψεως του αιτήματος του προσφεύγοντος περί κινήσεως πειθαρχικής διαδικασίας κατά του προϊσταμένου του τμήματός του?
- την υποχρέωση της Επιτροπής να χορηγήσει στον προσφεύγοντα την προστασία που προβλέπει το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων?
- την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο προσφεύγων από τη συμπεριφορά της Επιτροπής?
- την υποχρέωση της Επιτροπής να καταβάλει στον προσφεύγοντα 6 6 050 Εcu προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, καθώς και την καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους F. Grevisse, πρόεδρο τμήματος, J. C. Μoitinho de Almeida και Μ. Ζuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Τesauro
γραμματέας: J. Α. Ρompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Οκτωβρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Νοεμβρίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Ιουλίου 1987 ο Κoutchoumoff, βοηθός στη γενική διεύθυνση ΧΙΙΙ "Στρατηγική των τεχνολογιών της πληροφορίας και των τηλεπικοινωνιών" της Επιτροπής, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως, που προήλθε από τη σιωπή που τήρησε η Επιτροπή επί της διοικητικής ενστάσεως της 27ης Νοεμβρίου 1986, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1986, και απέβλεπε στο να κινηθεί πειθαρχική διαδικασία κατά του ιεραρχικού προϊσταμένου του Wilkinson. Ο Κoutchoumoff ζητεί επίσης να κρίνει το Δικαστήριο ότι δικαιούται την προστασία που προβλέπει το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του καταβάλει αποζημίωση 6 050 Εcu.
2 Ο Κοutchoumoff, ο οποίος εκλήθη να παρουσιαστεί ενώπιον του ιεραρχικού προϊσταμένου του Wilkinson στις 2 Ιουνίου 1986, ισχυρίζεται ότι υπέστη επίθεση από αυτόν, την οποία μπόρεσε να αποφύγει διαφεύγοντας στο αυτοκίνητό του.
3 Ο Κoutchoumoff ζήτησε με σημείωμα της 4ης Ιουνίου 1986 από την "αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να διαβιβάσει την υπόθεση αυτή στο πειθαρχικό συμβούλιο". Μετά τη σιωπή της διοικήσεως ο προσφεύγων υπέβαλε στις 27 Νοεμβρίου του ίδιου έτους διοικητική ένσταση με την οποία επανελέμβανε το περιεχόμενο του σημειώματος της 4ης Ιουνίου. Από τη νέα σιωπή της Επιτροπής επί της διοικητικής αυτής ενστάσεως προέκυψε σιωπηρή απορριπτική απόφαση, την οποία προσβάλλει ο προσφεύγων ενώπιον του Δικαστηρίου, ζητώντας επίσης την αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη.
4 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, καθώς και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
5 Η Επιτροπή προέβαλε κατά της προσφυγής τρεις ενστάσεις απαραδέκτου.
6 Η Επιτροπή ισχυρίζεται καταρχάς ότι η σιωπηρή απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως, η οποία συντελέστηκε στις 27 Νοεμβρίου 1986 και προσβάλλεται από τον Κoutchoumoff, έχει χαρακτήρα βεβαιωτικό της σιωπηρής απορρίψεως της αρχικής του αιτήσεως της 4ης Ιουνίου 1986, με την οποία ζητούσε να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη του Wilkinson, και ότι συνεπώς δεν αποτελεί πράξη δεκτική προσβολής.
7 Πρέπει εντούτοις να τονισθεί ότι, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο υπάλληλος μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά αποφάσεως που ελήφθη έναντι αυτού από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μόνον αν έχει υποβάλει προηγουμένως διοικητική ένσταση ενώπιον της αρχής αυτής και αφού απερρίφθη η ένστασή του αυτή ρητώς ή σιωπηρώς. Ετσι, σύμφωνα με το σύστημα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο υπάλληλος οφείλει να υποβάλει διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως την οποία αμφισβητεί και να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως η οποία απέρριψε την ένστασή του. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές η προσφυγή είναι παραδεκτή, είτε στρέφεται κατά μόνης της αποφάσεως που αμφισβητήθηκε αρχικά είτε κατά της αποφάσεως που απέρριψε τη διοικητική ένσταση είτε κατ' αμφοτέρων των πράξεων αυτών (απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1984, Αndersen κατά Συμβουλίου, 260/80, Συλλογή 1984, σ. 177, ιδίως σκέψεις 3 και 4), υπό την προϋπόθεση πάντως ότι η διοικητική ένσταση και η προσφυγή ασκήθηκαν εντός των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πράγμα που συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, η πρώτη ένσταση που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.
8 Η Επιτροπή ισχυρίζεται δεύτερον ότι ο Κoutchoumoff ουδέποτε ζήτησε με τις διοικητικές του προσφυγές την υπέρ αυτού εφαρμογή του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ούτε τη χορήγηση αποζημιώσεως.
9 Πρέπει να τονιστεί επί του σημείου αυτού ότι όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, όταν ο προσφεύγων ζήτησε να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη κατά του Wilkinson εννοούσε να αξιώσει, υπό τη μορφή αυτή, την προστασία που προβλέπει το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
10 Οσον αφορά το δεύτερο σημείο, έχει παγίως νομολογηθεί από το Δικαστήριο ότι, στις υπαλληλικές προσφυγές, τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να έχουν το ίδιο αντικείμενο με τα αιτήματα που περιείχε η διοικητική ένσταση, αφετέρου δε, ότι τα αιτήματα αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν τα ίδια κεφάλαια αμφισβητήσεως τα οποία στηρίζονται στην ίδια αιτία όπως εκείνα που επικαλέσθηκε στη διοικητική ένσταση. Αυτά τα κεφάλαια αμφισβητήσεως μπορούν ενώπιον του Δικαστηρίου να αναπτυχθούν με την προβολή λόγων ακυρώσεως και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονται αναγκαστικά στη διοικητική ένσταση, με την οποία όμως συνδέονται στενά (απόφαση της 20ής Μαΐου 1987, Geist κατά Επιτροπής, 242/85, Συλλογή 1987, σ. 2181). Από αυτά προκύπτει ότι μολονότι οι διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων αποσκοπούν στην επίτευξη φιλικής διευθετήσεως της διαφοράς μεταξύ του υπαλλήλου και της διοικήσεώς του, δεν έχουν όμως ως σκοπό να δεσμεύσουν κατά τρόπο αυστηρό και τελικό τη δικαστική φάση της διαφοράς, αρκεί η ένδικη προσφυγή να μη τροποποιεί ούτε την αιτία ούτε το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως (απόφαση της 7ης Μαΐου 1986, Rihoux και λοιποί κατά Επιτροπής, 52/85, Συλλογή 1986, σ. 1555). Τούτο ισχύει ιδίως όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο προσφεύγων ζήτησε με τη διοικητική του ένσταση την ακύρωση αποφάσεως που ελήφθη έναντι αυτού, οπότε ένα ακυρωτικό αίτημα μπορεί, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες εμφανίζεται, να συνεπάγεται αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που μπορεί να υπέστη από την εν λόγω απόφαση. Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου την οποία προβάλλει επί του σημείου αυτού η Επιτροπή κατά της προσφυγής του Κoutchoumoff πρέπει επίσης να απορριφθεί.
11 Τέλος, ναι μεν ισχυρίζεται η Επιτροπή ότι ο προσφεύγων ζήτησε κατά το διάστημα της διαδικασίας την αποκατάσταση και άλλων κεφαλαίων ζημίας πλην αυτών που αναφέρει το δικόγραφο, οι διαφορετικές όμως ζημίες που επικαλείται συνδέονται όλες με την άρνηση της Επιτροπής να του εξασφαλίσει την προστασία που ζήτησε βάσει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Συνεπώς, το αντικείμενο του αιτήματος ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τροποποιήθηκε.
12 Αντιθέτως, η Επιτροπή ορθώς υποστηρίζει ότι δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να απευθύνει στη διοίκηση διαταγή να εξασφαλίσει στον Κoutchoumoff την προστασία την οποία θεωρεί ότι δικαιούται. Τα αιτήματα που αφορούν αυτό το θέμα πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
Επί του αιτήματος ακυρώσεως της αρνήσεως της Επιτροπής να χορηγήσει στον Κoutchoumoff την προστασία που προβλέπει το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
13 Ο Κoutchoumoff ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αρωγής, επειδή δεν προσπάθησε να διαφωτίσει τα γεγονότα της 2ας Ιουνίου 1986, καθώς και το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, επειδή αρνήθηκε να ασκήσει πειθαρχική δίωξη κατά του Wilkinson κατόπιν της επιθέσεώς του κατά του προσφεύγοντος.
14 Καταρχάς πρέπει να παρατηρηθεί ότι η υποχρέωση προστασίας των υπαλλήλων κατά απειλών, προσβολών, εξυβρίσεων, δυσφημίσεων ή επιθέσεων τις οποίες μπορούν να υποστούν, η οποία βαρύνει τα κοινοτικά όργανα δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και η οποία καλύπτει επίσης την περίπτωση που οι υπάλληλοι είναι θύματα επιθέσεων άλλων υπαλλήλων, υφίσταται μόνον όταν τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά είναι αποδεδειγμένα.
15 Είναι μεν αληθές ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο (απόφαση της 14ης Ιουνίου 1979, V. κατά Επιτροπής, 18/78, Rec. 1979, σ. 2093), η διοίκηση οφείλει, ενόψει επεισοδίου ασυμβίβαστου με την τάξη και την ασφάλεια της υπηρεσίας, να επέμβει με όλη την αναγκαία ενεργητικότητα για να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά και να συναγάγει, εν γνώσει του θέματος, τις κατάλληλες συνέπειες, δεν είναι όμως υποχρεωμένη να λάβει μέτρα διερευνήσεως βάσει απλών μόνον ισχυρισμών ενός υπαλλήλου.
16 Πράγματι, στον υπάλληλο, ο οποίος αξιώνει την προστασία την οποία δικαιούται δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ανήκει το βάρος να προσκομίσει τουλάχιστον αρχή αποδείξεως του υποστατού των επιθέσεων τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη. Μόνον όταν υφίστανται τέτοια στοιχεία οφείλει η Επιτροπή να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, προβαίνοντας ιδίως σε έρευνα, για να εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που έδωσαν λαβή στην καταγγελία, σε συνεργασία με τον καταγγείλαντα.
17 Εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει, αφενός μεν, ότι οι αντίστοιχες αφηγήσεις των γεγονότων της 2ας Ιουνίου 1986 του Κoutchoumoff και του Wilkinson διαφέρουν ουσιωδώς, διότι ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι προσπάθησε μόνο να υπογράψει ο Κoutchoumoff την απόδειξη παραλαβής της εκθέσεως κρίσεώς του και ότι έλαβε την πρωτοβουλία να τον ακολουθήσει όταν αυτός ισχυρίστηκε ότι έπρεπε να μεταβεί στην υγειονομική υπηρεσία, για να εξακριβώσει μήπως προσπαθούσε να διαφύγει κατά τον τρόπο αυτόν την επίδοση της εκθέσεως κρίσεώς του, αφετέρου δε, ότι ποτέ δεν προσκόμισε ο Κoutchoumoff συγκεκριμένο στοιχείο για να στηρίξει την αφήγησή του, ιδίως κατά τη συνάντηση που είχε στις 12 Μαΐου 1987 με το διευθυντή προσωπικού, οπότε αρνήθηκε ακόμη και να δώσει ονόματα μαρτύρων, υπό το πρόσχημα ότι θα μπορούσαν να υποστούν πιέσεις.
18 Είναι αληθές ότι ο προσφεύγων πρότεινε, κατά την έγγραφη διαδικασία, την εξέταση από το Δικαστήριο δύο μαρτύρων, κατά δε την προφορική διαδικασία και συμπληρωματικών μαρτύρων.
19 Χωρίς να χρειάζεται να κρίνει το Δικαστήριο ως προς το νομότυπο αυτών των αιτήσεων εξετάσεως μαρτύρων, πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι έργο του Δικαστηρίου παρά να κρίνει τη νομιμότητα, ενόψει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, της αρνήσεως της Επιτροπής να χορηγήσει την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή προστασία, χωρίς να έχει την εξουσία να υποκαταστήσει την Επιτροπή ούτε να την υποχρεώσει να χορηγήσει την προστασία αυτή.
20 Επομένως, η νομιμότητα της αρνήσεως της Επιτροπής να λάβει μέτρα βάσει του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πρέπει να κριθεί σε συνάρτηση με τα στοιχεία τα οποία διέθετε η Επιτροπή κατά το χρόνο που έλαβε την αμφισβητούμενη απόφαση.
21 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι κατά το χρόνο αυτόν ο προσφεύγων επέδειξε πρόδηλη αδράνεια προσκομίσεως οποιασδήποτε αποδείξεως των ισχυρισμών του.
22 Υπό τις περιστάσεις αυτές και χωρίς να χρειάζεται να εξετάσει τους προταθέντες μάρτυρες, το Δικαστήριο πρέπει να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή μπόρεσε νομίμως, υπό τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως, να κρίνει ότι τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από τον Κoutchoumoff, δεν είχαν αποδειχθεί επαρκώς και να αρνηθεί, κατά συνέπεια, στον προσφεύγοντα να λάβει οποιοδήποτε μέτρο κατ' εφαρμογή του άρθρου 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
23 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πταίσμα που μπορεί να γεννήσει δικαίωμα αποκαταστάσεως στον Κoutchoumoff και ότι το ακυρωτικό αίτημα, καθώς και τα αιτήματα που αποσκοπουν στη χορήγηση αποζημιώσεως, πρέπει να απορριφθούν.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy