Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διαγωνισμός - Διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων - Αποκλεισμός από τις εξετάσεις - Αιτιολογία - Υποχρέωση - Εκταση
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΙΙ, άρθρο 5)
2. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διαγωνισμός - Προϋποθέσεις συμμετοχής - Επαγγελματική πείρα που ισοδυναμεί με δίπλωμα - Εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 5, παράγραφος 1)
3. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διαγωνισμός - Διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων - Λαμβάνονται υπόψη οι τίτλοι των υποψηφίων για να συμμετάσχουν στις εξετάσεις - Διαφορετική εκτίμηση σχετικά με τον ίδιο υποψήφιο σε διαδοχικούς διαγωνισμούς - Επιτρέπεται - Προϋποθέσεις
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΙΙ, άρθρο 5)
Περίληψη
1. Για να ληφθούν υπόψη οι πρακτικές δυσχέρειες που ανακύπτουν σε διαγωνισμό ευρείας συμμετοχής, η εξεταστική επιτροπή ενός τέτοιου διαγωνισμού μπορεί, σε πρώτο στάδιο, να γνωστοποιήσει στους υποψηφίους μόνον τα κριτήρια και το αποτέλεσμα της επιλογής, να δώσει δε αργότερα ατομικές εξηγήσεις σε όσους υποψηφίους το ζητήσουν ρητώς.
2. Για τον καθορισμό των προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό, ιδίως της προϋποθέσεως που αφορά την ισοδύναμη με δίπλωμα επαγγελματική πείρα, η προκήρυξη του διαγωνισμού μπορεί νόμιμα να επαναλαμβάνει μόνο, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, τη γενική διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και κατά συνέπεια να αναθέτει στην εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού την ευθύνη να εκτιμήσει, κατά περίπτωση, αν οι προσκομιζόμενοι τίτλοι και τα διπλώματα, καθώς και η προβαλλόμενη επαγγελματική πείρα κάθε υποψηφίου, ανταποκρίνονται στο επίπεδο που απαιτεί ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως για την άσκηση καθηκόντων της κατηγορίας που αφορά η προκήρυξη αυτή.
3. Οταν η εξεταστική επιτροπή δεν μπορεί να ελέγξει την πλήρωση των προϋποθέσεων που θέτει η προκήρυξη του διαγωνισμού παρά μόνον προβαίνοντας σε μία εν μέρει υποκειμενική εκτίμηση, είναι ελεύθερη να αποκλίνει από την εκτίμηση προηγουμένων εξεταστικών επιτροπών, αλλά, τότε, έχει την υποχρέωση να αιτιολογεί ειδικά την απόφασή της.
Πάντως, η υποχρέωση αιτιολογήσεως κάθε αποφάσεως που αφορά έναν υποψήφιο λόγω του ότι η σχετική με αυτόν εκτίμηση ήταν λιγότερο ευνοϊκή από την αντίστοιχη εκτίμηση προηγουμένου διαγωνισμού δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά μόνο στο μέτρο που ο ενδιαφερόμενος επέστησε την προσοχή της εξεταστικής επιτροπής στο σημείο αυτό. Πράγματι, μια εξεταστική επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να προβεί η ίδια σε έρευνες για να εξακριβώσει αν επετράπη η συμμετοχή των υποψηφίων στο πλαίσιο προηγουμένης διαδικασίας διαγωνισμού. Οι υποψήφιοι πρέπει να προσκομίσουν στην εξεταστική επιτροπή όλα τα στοιχεία που θεωρούν χρήσιμα για την εξέταση της υποψηφιότητάς τους, ακόμη κι αν δεν κλήθηκαν ρητώς προς τούτο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 225/87,
Ρatricia Belardinelli και δώδεκα άλλοι υπάλληλοι κατηγορίας C του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, επικουρούμενοι και εκπροσωπούμενοι από τον Jean-Noel Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεως στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο της δικηγόρου Υvette Hamilius, 11, boulevard Royal,
προσφεύγοντες,
κατά
Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένου από τον Francis Hubeau, προϊστάμενο τμήματος, επικουρούμενο από τον Jean-Francois Bellis, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το Δικαστήριο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CJ 80/86, περί αποκλεισμού των προσφευγόντων από τις εξετάσεις,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους R. Joliet, πρόεδρο τμήματος, Sir Gordon Slynn και G. C. Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας:J. Α. Ρompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όπως τροποποιήθηκε κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 28ης Φεβρουαρίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Απριλίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Ιουλίου 1987, η Ρatricia Belardinelli και δώδεκα άλλοι υπάλληλοι κατηγορίας C του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησαν προσφυγή, με την οποία ζητούν την ακύρωση των αποφάσεων με τις οποίες η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού CJ 80/86 τους απέκλεισε από τις εξετάσεις του διαγωνισμού αυτού για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις αναπληρωτών βοηθών διοικήσεως (σταδιοδρομία Β 5/Β 4).
2 Κατά την προκήρυξη του διαγωνισμού, οι υποψήφιοι έπρεπε να έχουν δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως (απολυτήριο) ή ισοδύναμη επαγγελματική πείρα και να αποδεικνύουν επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε εν όλω ή εν μέρει υπό την ιδιότητα του μονίμου ή εκτάκτου υπαλλήλου ενός οργάνου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είτε σε θέση γραμματείας ή βοηθού γραφείου τουλάχιστον επί 4 έτη, είτε στον τομέα της διοικητικής και οικονομικής διαχειρίσεως με πλήρη απασχόληση τουλάχιστον επί 2 έτη, είτε στον τομέα της τεκμηριώσεως τουλάχιστον επί 2 έτη. Η προκήρυξη του διαγωνισμού διευκρίνιζε ότι ο υποψήφιος που αποδείκνυε επαγγελματική πείρα ισοδυναμούσα με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως δεν μπορούσε πλέον να επικαλεστεί την ίδια πείρα για την επαγγελματική πείρα που απαιτείται ανεξαρτήτως του διπλώματος.
3 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, όσον αφορά τους υποψηφίους που άσκησαν την παρούσα προσφυγή, η εξεταστική επιτροπή θεώρησε ότι ένδεκα από τους υποψηφίους αυτούς δεν πληρούσαν την προϋπόθεση της ισοδύναμης με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως επαγγελματικής πείρας και ότι οι δύο άλλοι πληρούσαν την προϋπόθεση αυτή, αλλά δεν αποδείκνυαν την επαγγελματικη πείρα που απαιτείται ανεξαρτήτως του διπλώματος.
4 Οι προσφεύγοντες στηρίζουν την προσφυγή τους σε τέσσερις λόγους ακυρώσεως:
- παράβαση του άρθρου 25, εδάφιο 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως), διότι οι αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής στερούνται αιτιολογίας?
-
- παράβαση της προκηρύξεως του διαγωνισμού, του άρθρου 5 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του άρθρου 5, εδάφιο 1, του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, διότι η εξεταστική επιτροπή, κατά τον καθορισμό των κριτηρίων εκτιμήσεως της επαγγελματικής πείρας που είναι ισοδύναμη με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως, υπέπεσε σε νομική πλάνη και πλάνη περί τα πράγματα ?
- παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων λόγω της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών ?
- παραβίαση των γενικών αρχών του δικαίου, διότι η εξεταστική επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ότι σε ορισμένους από τους προσφεύγοντες είχε επιτραπεί προηγουμένως να συμμετάσχουν σε παρόμοιους διαγωνισμούς.
5 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου
Ως προς το λόγο ακυρώσεως που στηρίζεται στην έλλειψη αιτιολογίας
6 Κατά την άποψη των προσφευγόντων, η απόφαση περί αποκλεισμού τους από το διαγωνισμό δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, στο μέτρο που η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού δεν τους έδωσε ατομικές εξηγήσεις από τις οποίες θα μπορούσαν να κατανοήσουν για ποιους συγκεκριμένους λόγους η επαγγελματική τους πείρα δεν κρίθηκε επαρκής.
7 Πρέπει σχετικά να υπενθυμιστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, λαμβανομένων υπόψη των πρακτικών δυσχερειών που ανακύπτουν σε διαγωνισμό ευρείας συμμετοχής, η εξεταστική επιτροπή ενός τέτοιου διαγωνισμού μπορεί, σε πρώτο στάδιο, να γνωστοποιήσει στους υποψηφίους μόνον τα κριτήρια και το αποτέλεσμα της επιλογής, να δώσει δε αργότερα ατομικές εξηγήσεις σε όσους υποψηφίους το ζητήσουν ρητώς (αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 1981, Μichel, 195/80, Συλλογή 1981, σ. 2861? της 9ης Ιουνίου 1983, Verzyck, 225/82, Συλλογή 1983, σ. 1991? της 8ης Μαρτίου 1988, Sergio, 64, 71 έως 73 και 78/86 Συλλογή 1988, σ. 1399 και της 28ης Φεβρουαρίου 1989, Βasch, 100, 146 και 153/87, Συλλογή 1989, σ. 447).
8 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι μόνον οκτώ από τους δεκατρείς προσφεύγοντες ζήτησαν ατομικώς να τους γνωστοποιηθούν τα εκτιμηθέντα στοιχεία που οδήγησαν την εξεταστική επιτροπή να λάβει την επίδικη απόφαση. Η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού δεν απάντησε ατομικώς στα αιτήματα αυτά, αλλά απηύθυνε, στις 21 Μαΐου 1987, σε καθένα για τον οποίο ετίθετο θέμα εκτιμήσεως της επαγγελματικής πείρας, ακόμη και στους υποψηφίους που δεν ζήτησαν εξηγήσεις, ανακοίνωση που ανέφερε τα σχετικώς εφαρμοζόμενα κριτήρια.
9 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ανακοίνωση αυτή περιείχε επαρκείς εξηγήσεις στην προκειμένη περίπτωση καθιστώντας δυνατόν, αφενός, σε κάθε υποψήφιο να αντιληφθεί, αναλόγως των σπουδών και του τύπου της εργασίας που είχε εκτελέσει, ποια στοιχεία υπαγόρευσαν τη σχετική με αυτόν απόφαση της εξεταστικής επιτροπής και, αφετέρου, στο Δικαστήριο να ελέγξει την αιτιολογία της αποφάσεως που ελήφθη.
10 Πρέπει να προστεθεί ότι δύο από τους προσφεύγοντες (Cano και Couve) αντέδρασαν μεν προς την εξεταστική επιτροπή, αφού έλαβαν γνώση της ανακοινώσεως της 21ης Μαΐου 1987, με τα αιτήματά τους όμως δεν ζήτησαν συμπληρωματικές ατομικές εξηγήσεις, αλλά της ζήτησαν να επανεξετάσει την απόφασή της περί αποκλεισμού τους από τις εξετάσεις. Επομένως, τα αιτήματα αυτά δεν υποχρέωσαν την εξεταστική επιτροπή να αιτιολογήσει πληρέστερα τις αρχικές της αποφάσεις. Το γεγονός ότι δεν έκρινε ότι πρέπει να τροποποιήσει τις αποφάσεις αυτές δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω.
11 Κατά συνέπεια, οι επίδικες αποφάσεις ήταν επαρκώς αιτιολογημένες και ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς τους λόγους ακυρώσεως που αφορούν τα γενικά κριτήρια που θέσπισε και εφάρμοσε η εξεταστική επιτροπή
12 Πρέπει να εξεταστούν από κοινού ο δεύτερος και τρίτος λόγος ακυρώσεως, που αφορούν, αφενός, το περιεχόμενο των κριτηρίων που θέσπισε η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού για να εκτιμήσει τη διάρκεια και το είδος της επαγγελματικής πείρας που θεωρείται ισοδύναμη με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως και, αφετέρου, τις ανισότητες που δημιουργεί η εφαρμογή των κριτηρίων αυτών.
13 Σχετικά, πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι για τον καθορισμό των προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό, ιδίως της προϋποθέσεως που αφορά την ισοδύναμη με δίπλωμα επαγγελματική πείρα, η προκήρυξη του διαγωνισμού περιορίστημε να επαναλάβει τη γενική διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο , του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και κατά συνέπεια ανέθετε στην εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού την ευθύνη να εκτιμήσει, κατά περίπτωση, αν οι προσκομιζόμενοι τίτλοι και τα διπλώματα, καθώς και η προβαλλόμενη επαγγελματική πείρα κάθε υποψηφίου, ανταποκρίνονταν στο επίπεδο που απαιτεί ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως για την άσκηση καθηκόντων της κατηγορίας Β.
14 Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε ρητώς τη νομιμότητα της πρακτικής αυτής με την απόφαση της 14ης Ιουνίου 1972 (Μarcato, 44/71, Rec. 1972, σ. 427). Εξάλλου, οι προσφεύγοντες δεν αμφισβήτησαν ούτε τη νομιμότητα της προκηρύξεως του διαγωνισμού ούτε το γεγονός ότι η εξεταστική επιτροπή θέσπισε γενικά κριτήρια για την εκτίμηση της επαγγελματικής πείρας των υποψηφίων.
15 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι πρέπει να εξακριβωθεί αν η εξεταστική επιτροπή, καθορίζοντας τα κριτήρια εκτιμήσεώς της, παρέβη, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, τους όρους της προκηρύξεως του διαγωνισμού ή επέβαλε συμπληρωματικές προϋποθέσεις πέραν από τις προϋποθέσεις συμμετοχής που έθεσε η προκήρυξη του διαγωνισμού, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των σχετικών καθηκόντων.
16 Πρέπει να υπενθυμιστεί σχετικά ότι, λαμβανομένης υπόψη της γενικής διατυπώσεως της προκηρύξεως του διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή διέθετε ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για να καθορίσει τα κριτήρια εφαρμογής των προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό.
17 Ασκώντας αυτή την εξουσία εκτιμήσεως, η εξεταστική επιτροπή απαίτησε, όσον αφορά την ισοδύναμη με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως επαγγελματική πείρα, πείρα αποκτηθείσα σε θέση εργασίας που κανονικά αντιστοιχεί σε επίπεδο σπουδών που πλησιάζει το επίπεδο του απολυτηρίου, και έκρινε ότι η διάρκεια αυτής της επαγγελματικής πείρας έπρεπε να υπερβαίνει αισθητά τη διάρκεια των σχολικών ετών που έπρεπε να υποκαταστήσει. Βάσει των κριτηρίων αυτών, η εξεταστική επιτροπή κατάρτισε ένα πίνακα που καθόριζε, ανάλογα με το επίπεδο σπουδών και το είδος της επαγγελματικής πείρας κάθε υποψηφίου, τη διάρκεια αυτής της επαγγελματικής πείρας που χρειάζεται για να υποκαταστήσει δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως.
18 Τα κριτήρια που δέχθηκε κατά τον τρόπο αυτόν η εξεταστική επιτροπή δεν φαίνονται ούτε αυθαίρετα ούτε παράλογα, λαμβανομένης υπόψη της γενικής διατυπώσεως της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εξεταστική επιτροπή παρέβη τους όρους της προκηρύξεως αυτής ή ότι επέβαλε συμπληρωματικές προϋποθέσεις πέραν από τις προϋποθέσεις συμμετοχής που έθεσε η προκήρυξη αυτή, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών καθηκόντων.
19 Οσον αφορά, τέλος, το λόγο ακυρώσεως που στηρίζεται στην παραβίαση των αρχών της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων, η επιχειρηματολογία των προσφευγόντων συνίσταται στην αμφισβήτηση του γεγονότος ότι η εξεταστική επιτροπή έλαβε υπόψη της τις διαφορές όσον αφορά την επαγγελματική πείρα καθενός από τους υποψηφίους. Αρκεί σχετικά να παρατηρηθεί ότι η λήψη υπόψη των διαφορών αυτών προβλέπεται από την ίδια την προκήρυξη του διαγωνισμού και του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η εξεταστική επιτροπή, καθορίζοντας εκ των προτέρων γενικά κριτήρια εκτιμήσεως και εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά σ' όλους τους υποψηφίους, εξουδετέρωσε ακριβώς τον κίνδυνο παραβιάσεως των αρχών της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων που επικαλέστηκαν οι προσφεύγοντες.
20 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η εξεταστική επιτροπή δεν παρέβη ούτε την προκήρυξη του διαγωνισμού ούτε το άρθρο 5 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ούτε το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ούτε τις αρχές της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι ακυρώσεως.
Ως προς το λόγο ακυρώσεως που στηρίζεται στο ότι είχε προηγουμένως γίνει δεκτή η συμμετοχή ορισμένων προσφευγόντων σε παρόμοιους διαγωνισμούς
21 Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η εξεταστική επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη της τις αποφάσεις των εξεταστικών επιτροπών προηγουμένων διαγωνισμών, με τις οποίες, αφού διαπιστώθηκε ότι η επαγγελματική πείρα ορισμένενων από αυτούς ισοδυναμεί με δίπλωμα μέσης εκπαιδεύσεως, τους επιτράπηκε να μετάσχουν στους διαγωνισμούς.
22 Οπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με αποφάσεις της 5ης Απριλίου 1979 (Κobor, 112/78, Rec. 1979, σ. 1573) και της 21ης Μαρτίου 1985 (De Santis, 108/84, Συλλογή 1985, σ. 947), όταν η εξεταστική επιτροπή δεν μπορεί να ελέγξει την πλήρωση των προϋποθέσεων που θέτει η προκήρυξη του διαγωνισμού παρά μόνον προβαίνοντας σε μια εν μέρει υποκειμενική εκτίμηση, είναι ελεύθερη να αποκλίνει από την εκτίμηση προηγουμένων εξεταστικών επιτροπών, αλλά, τότε, έχει την υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή της.
23 Πάντως, πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως κάθε αποφάσεως που αφορά έναν υποψήφιο λόγω του ότι η σχετική με αυτόν εκτίμηση ήταν λιγότερο ευνοϊκή από την αντίστοιχη εκτίμηση προηγουμένου διαγωνισμού δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά μόνο στο μέτρο που ο ενδιαφερόμενος επέστησε την προσοχή της εξεταστικής επιτροπής στο σημείο αυτό.
24 Πράγματι, μια εξεταστική επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να προβεί η ίδια σε έρευνες για να εξακριβώσει αν επετράπη η συμμετοχή των υποψηφίων στο πλαίσιο προηγουμένης διαδικασίας διαγωνισμού. Οι υποψήφιοι πρέπει να προσκομίσουν στην εξεταστική επιτροπή όλα τα στοιχεία που θεωρούν χρήσιμα για την εξέταση της υποψηφιότητάς τους, ακόμη κι αν δεν κλήθηκαν ρητώς προς τούτο.
25 Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να αναφέρουν το γεγονός αυτό, καθώς και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο μπορούσε να δικαιολογήσει τροποποίηση τις αποφάσεως περί αποκλεισμού, όταν τους γνωστοποιήθηκε η απόφαση αυτή.
26 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, εκτός της Μueller και του Μallaby, κανένας από τους προσφεύγοντες δεν γνωστοποίησε στην εξεταστική επιτροπή το γεγονός ότι είχε γίνει δεκτός σε ένα ή περισσότερους προηγούμενους διαγωνισμούς Β.
27 Αντίθετα, η Μuller, με επιστολή που απηύθυνε στι 16 Μαΐου 1987 στην εξεταστική επιτροπή, υποστήριξε ρητώς ότι της είχε επιτραπεί να μετάσχει στους διαγωνισμούς CJ 34/80 και 133/81. Δεν αμφισβητείται ότι η εξεταστική επιτροπή δεν της έδωσε ατομική εξήγηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η επαγγελματική της πείρα αποτέλεσε αντικείμενο λιγότερο ευνοϊκής εκτιμήσεως στο πλαίσιο του επίμαχου διαγωνισμού από ό,τι στους προηγουμένους διαγωνισμούς. Από αυτό προκύπτει ότι η απόφαση περί αποκλεισμού πρέπει να ακυρωθεί όσον αφορά τη Μuller.
28 Οσον αφορά τον Μallaby, αυτός πληροφόρησε βέβαια την εξεταστική επιτροπή ότι, λαμβανομένης υπόψη της επαγγελματικής του πείρας, μπορούσε να γίνει δεκτή η συμμετοχή του σε εξωτερικό διαγωνισμό Β της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Δεν προσκόμισε όμως στην εξεταστική επιτροπή καμιά ένδειξη από την οποία να μπορεί να εξακριβωθεί ο ισχυρισμός αυτός και να αιτιολογηθεί, ενδεχομένως, η λιγότερο ευνοϊκή εκτίμηση της επαγγελματικής του πείρας στο πλαίσιο του επίμαχου διαγωνισμού. Επιπλέον, ενώ το Δικαστήριο κάλεσε τους προσφεύγοντες να αναφέρουν συγκεκριμένα τους διαγωνισμούς στους οποίους επετράπη η συμμετοχή τους, o Mallaby δεν έδωσε καμία συγκεκριμένη σχετική πληροφορία.
29 Επομένως, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός όσον αφορά τη Μuller και να απορριφθεί όσον αφορά τους υπόλοιπους προσφεύγοντες.
30 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CJ 80/86 περί αποκλεισμού των προσφευγόντων από τις εξετάσεις πρέπει να ακυρωθεί όσον αφορά τη Μuller. H προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφαίνεται:
1) Ακυρώνει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CJ/80/86 περί αποκλεισμού της Μuller από το διαγωνισμό.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Οι προσφεύγοντες, εκτός της Μuller, φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
4) Το Δικαστήριο φέρει τα δικαστικά του έξοδα, καθώς και τα έξοδα της Μuller.
Full & Egal Universal Law Academy