Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Δασμοί - Φόροι ισοδυνάμου αποτελέσματος - 'Εννοια - Τέλος που εισπράττεται για τον έλεγχο των τιμών εισαγωγής
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 12 και επόμενα πράξη προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, άρθρο 29)
Περίληψη
Χρηματική επιβάρυνση, έστω και ελάχιστη, ασχέτως της ονομασίας και του τρόπου επιβολής της, η οποία επιβάλλεται μονομερώς επί εμπορευμάτων που εισάγονται από άλλο κράτος μέλος, κατά τη διέλευση των συνόρων, ή λόγω της διελεύσεως των συνόρων, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς τελωνειακούς δασμούς. Συνιστά, κατά συνέπεια, επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος, την κατάργηση της οποίας προβλέπουν το άρθρο 12 και επόμενα της Συνθήκης και το άρθρο 29 της πράξεως προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, τέλος που εισπράττει το εν λόγω κράτος μέλος για τον έλεγχο των τιμών των εισαγομένων προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 229/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ξενοφώντα Γιαταγάνα, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, επίσης μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την κυβέρνησή της, με εκπρόσωπο τον Γιάννη Δρόσο, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εμπορίου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ελληνική πρεσβεία, 117, Val-Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εισπράττοντας τέλος για τον έλεγχο των τιμών των εισαγομένων προϊόντων, προελεύσεως άλλων κρατών μελών της Κοινότητας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 29 της πράξεως προσχωρήσεως της Ελλάδος στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τουςO. Due, πρόεδρο,T. Koopmans, R. Joliet και T. F. O' Higgins, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler και J. C. Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 22ας Ιουνίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουλίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Ιουλίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εισπράττοντας τέλος για τον έλεγχο των τιμών των εισαγομένων προϊόντων, προελεύσεως άλλων κρατών μελών της Κοινότητας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 29 της πράξεως προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
2 Το άρθρο 12 και επόμενα της Συνθήκης προβλέπουν ιδίως την μεταξύ των κρατών μελών κατάργηση των φορολογικών επιβαρύνσεων που έχουν ισοδύναμο με δασμούς αποτέλεσμα, το δε άρθρο 29 της πράξεως προσχωρήσεως ορίζει ότι, σε ό,τι αφορά τις εισαγωγές μεταξύ Κοινότητας και Ελληνικής Δημοκρατίας, η κατάργηση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί σταδιακώς κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου η οποία έληξε την 1η Ιανουαρίου 1986.
3 Κατά την ελληνική νομοθεσία, η "'Ενωση Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Ελλάδος", που ιδρύθηκε με νόμο, έχει την υποχρέωση να συγκεντρώνει και να παρέχει στις εξουσιοδοτημένες για τη διενέργεια πράξεων επί του συναλλάγματος τράπεζες στοιχεία με σκοπό τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του ελέγχου που οφείλουν να πραγματοποιούν οι εν λόγω τράπεζες στον τομέα του συναλλάγματος.
4 Ως αντιπαροχή για το έργο αυτό οι τράπεζες εισπράττουν από τους εισαγωγείς, κατά τον έλεγχο που ασκούν, τέλος το οποίο αποδίδουν στην εν λόγω 'Ενωση Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων Ελλάδος. Εγκύκλιος του Υπουργού Εμπορίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1980, ορίζει ότι το τέλος αυτό ισούται προς το 1*/οο της αξίας cif που αναφέρεται επί εκάστου τιμολογίου εισαγωγής, με ελάχιστο όριο 250 δραχμές και ανώτατο 5 000 δραχμές. Το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου απαλλάσσονται πλήρως ή κατά το ήμισυ, αντιστοίχως, από την υποχρέωση καταβολής του τέλους.
5 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 3 Μαΐου 1985 (υπόθεση 138/85), η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εισπράττοντας μετά την 1η Ιανουαρίου 1981 το τέλος αυτό, μέσω των τραπεζών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 28 της πράξεως προσχωρήσεως.
6 Το εν λόγω άρθρο 28 προβλέπει την κατάργηση, από 1ης Ιανουαρίου 1981, κάθε φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό, η οποία επιβάλλεται μετά την 1η Ιανουαρίου 1979 στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητας και της Ελληνικής Δημοκρατίας.
7 Κατά τη διαδικασία επί της προαναφερθείσας υπόθεσης 138/85 προέκυψε, ωστόσο, ότι το επίδικο τέλος δεν είχε επιβληθεί με τον ελληνικό νόμο 1089, της 12ης Νοεμβρίου 1980, περί Εμπορικών, Βιομηχανικών, Επαγγελματικών και Βιοτεχνικών Επιμελητηρίων, με τον οποίο ιδρύθηκε η 'Ενωση Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων, αλλά με παλαιότερο νόμο του 1947. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή παραιτήθηκε από την προσφυγή που είχε στηρίξει στο άρθρο 28 της πράξεως προσχωρήσεως και η υπόθεση διαγράφηκε από το πρωτόκολλο του Δικαστηρίου.
8 Η υπό κρίση προσφυγή ασκήθηκε ύστερα από νέα προκαταρκτική διαδικασία, την οποία κίνησε η Επιτροπή στις 8 Αυγούστου 1986 και στήριξε, ιδίως, στο άρθρο 29 της πράξεως προσχωρήσεως.
9 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς οι σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
10 Η ελληνική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον η Επιτροπή δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία, δεδομένου ότι το έγγραφο οχλήσεως της 8ης Αυγούστου 1986 περιορίζεται σε παραπομπή στις παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή στη διαγραφείσα από το πρωτόκολλο του Δικαστηρίου υπόθεση. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε, συνεπώς, τη δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο.
11 Πρέπει, σχετικώς, να τονιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή δεν μπορεί να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως παρά μόνο εφόσον έχει προηγουμένως παράσχει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.
12 Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, σκοπός του εγγράφου οχλήσεως, κατά το στάδιο της προ της ασκήσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως διαδικασίας, είναι να προσδιορίσει το αντικείμενο της διαφοράς και να παράσχει στο κράτος μέλος που καλείται να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του τα αναγκαία στοιχεία για την προετοιμασία της υπερασπίσεώς του.
13 Στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να τονιστεί ότι η μόνη πραγματική διαφορά μεταξύ της πρώτης προσφυγής, που στηρίχθηκε στο άρθρο 28 της πράξεως προσχωρήσεως, από την οποία παραιτήθηκε η Επιτροπή, και της διαδικασίας που κατέληξε στην άσκηση της υπό κρίση προσφυγής, που στηρίζεται στο άρθρο 29 της εν λόγω πράξεως, έγκειται στην ημερομηνία από την οποία τέθηκε σε ισχύ η προσβαλλόμενη εθνική κανονιστική ρύθμιση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι, μετά από το νέο έγγραφο οχλήσεως με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο που στηρίζεται, όμως, σε άλλη διάταξη και παραπέμπει, κατά τα λοιπά, στην προηγούμενη προσφυγή, η ελληνική κυβέρνηση διέθετε όλα τα αναγκαία και χρήσιμα για την ετοιμασία της υπεράσπισής της στοιχεία.
14 Συνεπώς, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Επί της ουσίας
15 Η ελληνική κυβέρνηση ισχυρίζεται, κυρίως, ότι το τέλος εισπράττεται ως αντιπαροχή για υπηρεσίες που πράγματι προσφέρουν τα Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια, στα οποία μετέχουν επίσης οι εισαγωγείς. Σκοπός των υπηρεσιών αυτών είναι η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας και της κανονικότητας του ελέγχου των πράξεων επί του συναλλάγματος. Το τέλος καλύπτει τα σχετικά με τις υπηρεσίες αυτές έξοδα και είναι ανάλογο προς αυτές. Επικουρικώς, η ελληνική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το προστατευτικό αποτέλεσμα του τέλους είναι αμελητέο. Διευκρινίζει, επίσης, ότι δεν επιβάλλεται τέλος όταν η αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι μικρότερη των 200 000 δραχμών ή όταν η εισαγωγή πραγματοποιείται από το Δημόσιο.
16 Διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποδείξει το συμφέρον που έχουν οι εισαγωγείς να μετέχουν στην εφαρμογή της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί ελέγχου των πράξεων επί του συναλλάγματος, ούτε να διευκρινίσει γιατί η εύρυθμη λειτουργία και η κανονικότητα του ελέγχου των πράξεων επί του συναλλάγματος συνιστά υπηρεσία παρεχόμενη στους εισαγωγείς, ως αντιπαροχή της οποίας εισπράττεται το τέλος.
17 Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο, ιδίως με την απόφασή του της 5ης Φεβρουαρίου 1976 (Bresciani, 87/75, Racc. 1976, σ. 129), χρηματική επιβάρυνση, ασχέτως της ονομασίας και του τρόπου επιβολής της, η οποία επιβάλλεται μονομερώς επί εμπορευμάτων που εισάγονται από άλλο κράτος μέλος, κατά τη διέλευση των συνόρων, ή λόγω της διελεύσεως των συνόρων συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς.
18 Κατά συνέπεια, το επίδικο τέλος, το οποίο επιβάλλεται στα εμπορεύματα λόγω της εισαγωγής τους, συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς, την κατάργηση των οποίων προβλέπουν το άρθρο 12 και επόμενα της Συνθήκης και το άρθρο 29 της πράξεως προσχωρήσεως.
19 Σε ό,τι αφορά το επικουρικό επιχείρημα της ελληνικής κυβερνήσεως, ως προς το αμελητέο αποτέλεσμα του τέλους, αρκεί να τονιστεί ότι, κατά την προαναφερθείσα νομολογία, κάθε χρηματική επιβάρυνση, έστω και ελάχιστη, που επιβάλλεται λόγω της διελεύσεως των συνόρων, συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
20 Το γεγονός ότι το εν λόγω τέλος δεν εισπράττεται για όλα τα εισαγόμενα εμπορεύματα, επειδή δεν επιβάλλεται όταν η αξία του εισαγομένου εμπορεύματος είναι μικρότερη των 200 000 δραχμών ή όταν την εισαγωγή πραγματοποιεί το Δημόσιο, δεν επηρεάζει την παραπάνω διαπίστωση.
21 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εισπράττοντας τέλος για τον έλεγχο των τιμών των εισαγομένων προϊόντων, προελεύσεως άλλων κρατών μελών της Κοινότητας, εκτός από τις περιπτώσεις όπου η αξία του εισαγομένου εμπορεύματος είναι μικρότερη των 200 000 δραχμών ή όπου την εισαγωγή πραγματοποιεί το Δημόσιο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 29 της πράξεως προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Σύμφωνα με τα άρθρα 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η καθής ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφαίνεται:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία εισπράττοντας τέλος για τον έλεγχο των τιμών των εισαγομένων προϊόντων, προελεύσεως άλλων κρατών μελών της Κοινότητας, εκτός από την περίπτωση όπου η αξία του εισαγομένου εμπορεύματος είναι μικρότερη των 200 000 δραχμών ή όπου την εισαγωγή πραγματοποιεί το Δημόσιο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 29 της πράξεως προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy