Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Συνθήκη ΕΟΚ - 'Αρθρο 235 -'Εκταση εφαρμογής
2. Κοινωνική πολιτική - Κοινή πολιτική επαγγελματικής εκπαιδεύσεως - 'Εκδοση από το Συμβούλιο νομικών πράξεων που προβλέπουν κοινοτική δράση και επιβάλλουν στα κράτη μέλη υποχρεώσεις συνεργασίας - Νόμιμο έρεισμα - 'Αρθρο 128 της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 128)
3. Συνθήκη ΕΟΚ - Κατανομή αρμοδιοτήτων και προϋποθέσεις ασκήσεώς τους - 'Ελλειψη ομοιομορφίας
4. Πράξεις των οργάνων - Διαδικασία εκπονήσεως - Πράξεις νομοθετικού χαρακτήρα και πράξεις δημοσιονομικής φύσεως - Υπαγωγή σε διαφορετικές διαδικαστικές προϋποθέσεις
5. Κοινωνική πολιτική - Κοινή πολιτική επαγγελματικής εκπαιδεύσεως - Επαγγελματική εκπαίδευση - 'Εννοια - Πανεπιστημιακές σπουδές - Περιλαμβάνονται - 'Ορια
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 128)
6. Κοινωνική πολιτική - Κοινή πολιτική επαγγελματικής εκπαιδεύσεως - Θέσπιση από το Συμβούλιο του κοινοτικού προγράμματος δράσης σχετικά με την κινητικότητα των φοιτητών (Erasmus) - Πρόγραμμα επεκτεινόμενο στον τομέα της επιστημονικής έρευνας - Νόμιμο έρεισμα - 'Αρθρα 128 και 235 της Συνθήκης
Περίληψη
1. Από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 235 προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση του άρθρου αυτού ως νομίμου ερείσματος μιας πράξεως δικαιολογείται μόνο όταν καμιά άλλη διάταξη της Συνθήκης δεν παρέχει στα κοινοτικά όργανα την αναγκαία για την έκδοση της πράξεως αυτής αρμοδιότητα.
2. Η έκδοση νομικών πράξεων που προβλέπουν κοινοτική δράση στον τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και επιβάλλουν στα κράτη μέλη ανάλογες υποχρεώσεις συνεργασίας εντάσσεται στο πλαίσιο των εξουσιών που παρέχει στο Συμβούλιο το άρθρο 128 της Συνθήκης, ερμηνευόμενο σύμφωνα με το κείμενό του και την ανάγκη διασφαλίσεως της πρακτικής του αποτελεσματικότητας.
3. Στο πλαίσιο του συστήματος των κοινοτικών αρμοδιοτήτων, οι εξουσίες των οργάνων και οι προϋποθέσεις ασκήσεώς τους απορρέουν από τις ειδικές διατάξεις της Συνθήκης, των οποίων οι διαφορές, ιδίως όσον αφορά την παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δεν στηρίζονται πάντοτε σε συστηματικά κριτήρια.
4. Στο πλαίσιο του συστήματος της Συνθήκης, οι προϋποθέσεις ασκήσεως της κανονιστικής εξουσίας και οι προϋποθέσεις ασκήσεως της δημοσιονομικής εξουσίας δεν είναι ίδιες. Κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις της διαδικασίας που προβλέπεται στα πλαίσια του προϋπολογισμού για τη διάθεση των πιστώσεων που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση πράξεως νομοθετικού χαρακτήρα ουδόλως επηρεάζουν τις διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοσή της.
5. Κάθε μορφής εκπαίδευση που προετοιμάζει για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή που παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχόλησης περιλαμβάνεται στην επαγγελματική εκπαίδευση, ανεξαρτήτως της ηλικίας και του επιπέδου καταρτίσεως των μαθητών ή των σπουδαστών, ακόμη και αν το πρόγραμμα διδασκαλίας περιλαμβάνει τμήμα γενικής εκπαιδεύσεως. Οι πανεπιστημιακές σπουδές συγκεντρώνουν, γενικά, αυτές τις προϋποθέσεις. Το αντίθετο συμβαίνει μόνον όσον αφορά ορισμένους κύκλους ειδικών σπουδών οι οποίοι, λόγω της ιδιάζουσας φύσης τους, απευθύνονται σε πρόσωπα τα οποία μάλλον επιθυμούν να εμβαθύνουν στις γενικές τους γνώσεις παρά να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα.
6. Το κοινοτικό πρόγραμμα δράσης σχετικά με την κινητικότητα των φοιτητών (Erasmus) αφορά όχι μόνο τον τομέα της επαγγελματικής εκπαίδευσης αλλά και τον τομέα της επιστημονικής έρευνας. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο δεν ήταν αρμόδιο να το εκδώσει δυνάμει μόνο του άρθρου 128 της Συνθήκης και, επομένως, ήταν αναγκασμένο, πριν από την έναρξη της ισχύος της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, να στηριχθεί και στο άρθρο 235 της Συνθήκης.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 242/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Gregorio Garzon Clariana, κύριο νομικό σύμβουλο, και από τους Julian Currall και Γεώργιο Κρεμλή, μέλη της νομικής της υπηρεσίας και αντίκλητούς της στο Λουξεμβούργο, Centre Wagner,
προσφεύγουσα
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τους Arthur Alan Dashwood και Felix Van Craeyenest, διευθυντή και κύριο υπάλληλο διοικήσεως αντίστοιχα στη νομική του υπηρεσία, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Joerg Kaeser, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, Boulevard Konrad Adenauer,
καθού
υποστηριζόμενου από
την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Martin Seidel, Ministerialrat στο Υπουργείο Οικονομικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της,
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον H. R. L. Purse, Treasury Solicitor, και τον Richard Plender, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο της πρεσβεία της,
και
τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Pierre Puissochet και τον Marc Giacomini, ως αναπληρωτή του πρώτου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της,
παρεμβαίνουσες,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 87/327/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1987, για τη θέσπιση του κοινοτικού προγράμματος δράσης σχετικά με την κινητικότητα των φοιτητών (Erasmus) (ΕΕ L 166, σ. 20),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, T. Koopmans, R. Joliet και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, G.F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler και G. C. Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: D. Loutermann, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 10ης Ιανουαρίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Φεβρουαρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Αυγούστου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, εδάφιο 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 87/327/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1987, για τη θέσπιση του κοινοτικού προγράμματος δράσης σχετικά με την κινητικότητα των φοιτητών (Erasmus) (ΕΕ L 166, σ. 20).
2 Η απόφαση αυτή αναφέρει ως νόμιμο έρεισμα τα άρθρα 128 και 235 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και την απόφαση 63/266 του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1963, περί θεσπίσεως των γενικών αρχών για την εφαρμογή κοινής πολιτικής επαγγελματικής καταρτίσεως (ΕΕ ειδ.έκδ. 05/001, σ. 12).
3 Η Επιτροπή στηρίζει την προσφυγή της σε δύο λόγους ακυρώσεως: παράβαση της Συνθήκης, λόγω της προσθήκης, από το Συμβούλιο, του άρθρου 235 στο νόμιμο έρεισμα που είχε προτείνει η ίδια και παράβαση ουσιώδους τύπου, κατά το μέτρο που η προσθήκη αυτή στηρίζεται σε αιτιολογία που δεν πληροί τους όρους του άρθρου 190 της Συνθήκης.
4 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας και η Γαλλική Δημοκρατία παρενέβησαν υπέρ του Συμβουλίου.
5 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του νομίμου ερείσματος
6 Καταρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως έχει ήδη δεχθεί το Δικαστήριο, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 235 προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση του άρθρου αυτού ως νομίμου ερείσματος μιας πράξεως δικαιολογείται μόνο όταν καμιά άλλη διάταξη της Συνθήκης δεν παρέχει στα κοινοτικά όργανα την αναγκαία για την έκδοση της πράξεως αυτής αρμοδιότητα (απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, 45/86, Συλλογή 1987, σ. 1493).
7 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο ήταν αρμόδιο για την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως βάσει μόνο του άρθρου 128 της Συνθήκης και της προαναφερθείσας αποφάσεως 63/266. Κατά το Συμβούλιο και τις παρεμβαίνουσες κυβερνήσεις, η πρόσθετη αναφορά στο άρθρο 235 ήταν αναγκαία, αφενός επειδή η σχεδιαζόμενη στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus δράση υπερβαίνει τα όρια των εξουσιών που έχουν παρασχεθεί με το άρθρο 128 στο Συμβούλιο σχετικά με την επαγγελματική εκπαίδευση και αφετέρου επειδή το αντικείμενο του προγράμματος αυτού εξέρχεται του πλαισίου της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. Επομένως, υπό το διπλό αυτό πρίσμα επιβάλλεται να εξετασθούν τα διάφορα επιχειρήματα που προβλήθηκαν για να δικαιολογηθεί η χρησιμοποίηση του άρθρου 235 ως νομίμου ερείσματος.
α) Ως προς τις εξουσίες του Συμβουλίου σχετικά με την επαγγελματική εκπαίδευση
8 Ενώ η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 128 της Συνθήκης αποτελεί το κατάλληλο νόμιμο έρεισμα για τη θέσπιση των εκτελεστικών μέτρων για την εφαρμογή της κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, το Συμβούλιο και οι παρεμβαίνουσες κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι η διάταξη αυτή της Συνθήκης δεν επιτρέπει την ανάπτυξη της πολιτικής αυτής παρά σε εμβρυώδες στάδιο. Θεωρούν, πράγματι, ότι η εν λόγω διάταξη είναι προγραμματικού μάλλον παρά εκτελεστικού χαρακτήρα και προβλέπει την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων. Σχετικά, ισχυρίζονται ότι, καίτοι στο Συμβούλιο απόκειται ο καθορισμός των κριτηρίων που τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν κατά την εφαρμογή της πολιτικής για την επαγγελματική εκπαίδευση, αντιθέτως το Συμβούλιο δεν είναι αρμόδιο να καθορίζει, βάσει της ίδιας αυτής διατάξεως, κοινοτικές ενέργειες, όπως αυτές που προβλέπονται από το πρόγραμμα Erasmus.
9 Ενώπιον αυτής της διαστάσεως απόψεων, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 128 προβλέπει ότι "το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεως με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, θεσπίζει τις γενικές αρχές για την εφαρμογή κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, ικανής να συμβάλει στην αρμονική ανάπτυξη τόσο των εθνικών οικονομιών όσο και της κοινής αγοράς". 'Οπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, η πρόβλεψη της εφαρμογής κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως απαγορεύει οποιαδήποτε ερμηνεία της διάταξης αυτής που θα είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει την Κοινότητα από τα αναγκαία μέσα δράσεως για την λυσιτελή άσκηση της κοινής αυτής πολιτικής.
10 Με την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985 (Gravier, 293/83, Συλλογή 1985, σ. 593), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η κοινή πολιτική επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 128 της Συνθήκης διαμορφωνόταν σταδιακά. Η προαναφερθείσα απόφαση 63/266, η οποία αποτελεί την αφετηρία αυτής της διαδικασίας σταδιακής υλοποιήσεως, ερείδεται στην αντίληψη ότι η εφαρμογή των γενικών αρχών της κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων, σε συνεργασία μεταξύ τους (βλέπε συγκεκριμένα την πρώτη αρχή, τέταρτο εδάφιο, την τέταρτη αρχή, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, την πέμπτη, όγδοη και ένατη αρχή).
11 Ερμηνευόμενο σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, το άρθρο 128 παρέχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να εκδίδει νομικές πράξεις που να προβλέπουν κοινοτική δράση στον τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και να επιβάλλουν στα κράτη μέλη ανάλογες υποχρεώσεις συνεργασίας. Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς το γράμμα του άρθρου 128 και διασφαλίζει επίσης την πρακτική του αποτελεσματικότητα.
12 Η ερμηνεία αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το άρθρο 128 δεν προβλέπει την παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ούτε θέτει ειδικούς όρους όσον αφορά την πλειοψηφία που απαιτείται για τη λήψη των αποφάσεων του Συμβουλίου, ενώ άλλες διατάξεις της Συνθήκης ορίζουν αυστηρότερες διαδικαστικές προϋποθέσεις όσον αφορά τη θέσπιση πράξεων για την εφαρμογή κοινής πολιτικής ή μάλιστα τον συντονισμό της πολιτικής των κρατών μελών ή των εθνικών διατάξεων.
13 Εν προκειμένω, πρέπει να επισημανθεί ότι, στο πλαίσιο του συστήματος των κοινοτικών αρμοδιοτήτων, οι εξουσίες των οργάνων και οι προϋποθέσεις ασκήσεώς τους απορρέουν από τις ειδικές διατάξεις της Συνθήκης, των οποίων οι διαφορές, ιδίως όσον αφορά την παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δεν στηρίζονται πάντοτε σε συστηματικά κριτήρια.
14 Πρέπει πάντως να τονισθεί ότι, μεταξύ των διατάξεων της Συνθήκης που προβάλλονται προς στήριξη της θέσεως του Συμβουλίου, το άρθρο 57 έχει οπωσδήποτε σημασία για την οροθέτηση του πεδίου του άρθρου 128. Πράγματι, το άρθρο 57 προβλέπει συγκεκριμένα την έκδοση οδηγιών για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων, καθώς και το συντονισμό των εθνικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων. Εξ αυτού έπεται ότι τα μέτρα αυτού του είδους, ακόμη και αν αφορούν την επαγγελματική εκπαίδευση, δεν εμπίπτουν στο άρθρο 128.
15 Αντιθέτως, το πεδίο της διατάξεως αυτής, ως γενικής βάσης για τη θέσπιση μέτρων στο πλαίσιο της πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, δεν περιορίζεται από το γεγονός ότι στη Συνθήκη προβλέπονται συγκεκριμένες ενέργειες όσον αφορά την επαγγελματική εκπαίδευση σε ορισμένους τομείς, όπως πχ. στο άρθρο 41 της Συνθήκης σχετικά με την κοινή γεωργική πολιτική και στο άρθρο 125 σχετικά με τις ενισχύσεις από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο.
16 Υποστηρίχθηκε ακόμη ότι μία πράξη που έχει τόσο σημαντικές επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό όπως το πρόγραμμα Erasmus δεν ήταν δυνατό να εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 128.
17 Σχετικά, πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι το επιχείρημα αυτό, κατά το μέτρο που στηρίζεται στη σύγκριση μεταξύ των διαδικαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 128 και αυτών των άλλων διατάξεων της Συνθήκης που έχουν επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, απορρίφθηκε ήδη ανωτέρω.
18 Κατά το μέτρο που το επιχείρημα ερείδεται στο γεγονός ότι οι δημοσιονομικής φύσεως αποφάσεις που αφορούν το πρόγραμμα Erasmus υπόκεινται σε αυστηρότερες διαδικαστικές προϋποθέσεις από αυτές που θέτει το άρθρο 128, πρέπει να επισημανθεί ότι, στο πλαίσιο του συστήματος της Συνθήκης, οι προϋποθέσεις ασκήσεως της κανονιστικής εξουσίας και οι προϋποθέσεις ασκήσεως της δημοσιονομικής εξουσίας δεν είναι ίδιες. Κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις της διαδικασίας που προβλέπεται στα πλαίσια του προϋπολογισμού για τη διάθεση των πιστώσεων που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση του επίμαχου προγράμματος δεν επηρεάζουν τις διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες προκύπτουν από μια τελείως ανεξάρτητη διάταξη.
19 Υπό το φως των προηγούμενων σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η δράση που έχει σχεδιαστεί στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus δεν υπερβαίνει τις εξουσίες που παρέχονται στο Συμβούλιο με το άρθρο 128 της Συνθήκης όσον αφορά την επαγγελματική εκπαίδευση. Πράγματι, η επίδικη απόφαση προβλέπει κοινοτικές ενέργειες σχετικά με την ενημέρωση και την προώθηση της κινητικότητας των φοιτητών και επιβάλλει στα κράτη μέλη υποχρεώσεις συνεργασίας.
20 Καίτοι η ενέργεια υπ' αριθμόν 3 του προγράμματος αφορά "μέτρα για την ενίσχυση της κινητικότητας μέσω της ακαδημαϊκής αναγνώρισης των διπλωμάτων και των περιόδων σπουδών", από την ανάλυση των διαφόρων μέτρων που προβλέπονται στο πλαίσιο της ενέργειας αυτής καταφαίνεται ότι τα εν λόγω μέτρα έχουν απλώς προπαρασκευαστικό και προτρεπτικό χαρακτήρα σε σχέση με την μελετώμενη αναγνώριση, η οποία δεν αποτελεί, αυτή καθεαυτή, αντικείμενο της ενέργειας. Το χαρακτηριστικό αυτό αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η ενέργεια δεν εμπίπτει αποκλειστικά στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 57 της Συνθήκης.
21 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι το Συμβούλιο ήταν αρμόδιο να εκδώσει την προσβαλλόμενη πράξη βάσει του άρθρου 128 της Συνθήκης, υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη αυτή δεν εξέρχεται των ορίων του τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως.
β) Ως προς τον τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως
22 Ενώ η Επιτροπή φρονεί ότι το επίμαχο πρόγραμμα αφορά μόνο την επαγγελματική εκπαίδευση, το Συμβούλιο και οι παρεμβαίνουσες κυβερνήσεις θεωρούν ότι το εν λόγω πρόγραμμα εξέρχεται του πλαισίου αυτού από πολλές απόψεις.
23 Ισχυρίζονται καταρχάς ότι το πρόγραμμα Erasmus εφαρμόζεται σε όλους τους κλάδους πανεπιστημιακών σπουδών, πολλοί από τους οποίους δεν εμπίπτουν στην επαγγελματική εκπαίδευση.
24 Σχετικά, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια πλέον νομολογία (βλέπε καταρχάς την προαναφερθείσα απόφαση Gravier, της 13ης Φεβρουαρίου 1985), κάθε μορφής εκπαίδευση που προετοιμάζει για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή που παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχόλησης περιλαμβάνεται στην επαγγελματική εκπαίδευση, ανεξαρτήτως της ηλικίας και του επιπέδου καταρτίσεως των μαθητών ή των σπουδαστών, ακόμη και αν το πρόγραμμα διδασκαλίας περιλαμβάνει τμήμα γενικής εκπαιδεύσεως.
25 Με την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988 (Blaizot, 24/86, Συλλογή 1988, σ. 379), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι πανεπιστημιακές σπουδές συγκεντρώνουν, γενικά, αυτές τις προϋποθέσεις και διευκρίνισε ότι το αντίθετο συμβαίνει μόνον όσον αφορά ορισμένους κύκλους ειδικών σπουδών οι οποίοι, λόγω της ιδιάζουσας φύσης τους, απευθύνονται σε πρόσωπα τα οποία μάλλον επιθυμούν να εμβαθύνουν στις γενικές τους γνώσεις παρά να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα.
26 Από την απόφαση αυτή προκύπτει επίσης ότι δεν αποκλείεται να έχουν χαρακτήρα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως οι σπουδές οι οποίες, καίτοι δεν απονέμουν άμεσα τυπικό προσόν για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος, παρέχουν την ιδιαίτερη προς τούτο ικανότητα, ή οι σπουδές που περιλαμβάνουν διάφορους κύκλους οι οποίοι πρέπει να θεωρηθούν ως μία ενότητα, χωρίς να είναι δυνατό να γίνεται διάκριση μεταξύ των κύκλων που εμπίπτουν στην επαγγελματική εκπαίδευση και αυτών που δεν καλύπτονται από την έννοια αυτή (βλέπε επίσης την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Humbel, 263/86, Συλλογή 1988, σ. 5365).
27 Εξ αυτού έπεται ότι οι σπουδές στις οποίες εφαρμόζεται το επίμαχο πρόγραμμα εμπίπτουν γενικά στον τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και ότι μόνον κατ' εξαίρεση η μελετώμενη στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού δράση θα μπορούσε να αφορά και πανεπιστημιακές σπουδές οι οποίες, λόγω των ιδιαζόντων γνωρισμάτων τους, δεν εμπίπτουν στον εν λόγω τομέα. Αυτό και μόνο το ενδεχόμενο δεν μπορεί να δικαιολογήσει το συμπέρασμα ότι το επίμαχο πρόγραμμα υπερβαίνει τα όρια του πλαισίου της πολιτικής για την επαγγελματική εκπαίδευση και ότι, κατά συνέπεια, το Συμβούλιο δεν ήταν αρμόδιο να το θεσπίσει δυνάμει του άρθρου 128 της Συνθήκης.
28 Υποστηρίχθηκε, δεύτερον, ότι ορισμένοι στόχοι του επίμαχου προγράμματος, όπως συγκεκριμένα ο στόχος "της ενίσχυσης των σχέσεων μεταξύ των πολιτών των διαφόρων κρατών μελών, ((με σκοπό την)) παγίωση της ιδέας της Ευρώπης των Πολιτών" ((άρθρο 2, στοιχείο ΙV) της προσβαλλόμενης απόφασης)) βαίνουν πέραν των ορίων του πλαισίου της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως.
29 Εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί, αφενός, ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει την ύπαρξη ιδιαίτερης σχέσεως μεταξύ της κοινής πολιτικής για την επαγγελματική εκπαίδευση και της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων (βλέπε την προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985 στην υπόθεση Gravier) και, αφετέρου, ότι ο απολύτως θεμιτός σκοπός της εντάξεως της διαμορφώσεως κοινής πολιτικής στο πλαίσιο των γενικών στόχων της Κοινότητας, όπως η πραγματοποίηση της Ευρώπης των Πολιτών, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση του νομίμου ερείσματος των πράξεων που εμπίπτουν αντικειμενικά στην οικεία κοινή πολιτική.
30 Τρίτον, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επηρεάζει την οργάνωση της εκπαίδευσης κατά το μέτρο που αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικτύου πανεπιστημιακής συνεργασίας (ενέργεια 1 του προγράμματος).
31 Σχετικά, πρέπει να υπομνησθεί κατ' αρχάς ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, με την απόφασή της 3ης Ιουλίου 1974 (Casagrande, 9/74, Rec. 1974, σ. 773), ότι, καίτοι η σχετική με την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση πολιτική δεν εμπίπτει, αυτή καθεαυτή, στους τομείς που η Συνθήκη έχει υπαγάγει στην αρμοδιότητα των κοινοτικών οργάνων, δεν έπεται εξ αυτού ότι η άσκηση των αρμοδιοτήτων που έχουν μεταβιβαστεί στην Κοινότητα θα περιοριζόταν καθ' οιονδήποτε τρόπο σε περίπτωση που η άσκηση αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει τα μέτρα που λαμβάνονται για την εφαρμογή μιας πολιτικής όπως η εκπαιδευτική πολιτική.
32 Περαιτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με το κείμενο της ενέργειας υπ' αριθ. 1, το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα της προσβαλλόμενης απόφασης, το ευρωπαϊκό δίκτυο θα αποτελείται από τα πανεπιστήμια που έχουν συνάψει ορισμένες συμφωνίες ανταλλαγής φοιτητών και διδακτικού προσωπικού. Ως εκ τούτου, καίτοι είναι αληθές ότι στην Κοινότητα εναπόκειται η δημιουργία του δικτύου αυτού, τα πανεπιστήμια δεν μπορούν να ενταχθούν σ' αυτό παρά μόνο βάσει των διατάξεων που διέπουν το καθεστώς τους και την οργάνωσή τους, διατάξεων που δεν θίγονται από το εν λόγω πρόγραμμα. Κατά συνέπεια το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
33 Υποστηρίχθηκε προσέτι ότι η χρησιμοποίηση του άρθρου 235 της Συνθήκης ως νομίμου ερείσματος επιβαλλόταν διότι το επίμαχο πρόγραμμα περιλαμβάνει στοιχεία που αφορούν τον τομέα της έρευνας.
34 Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επιστημονική έρευνα αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του επιτελούμενου από τα πανεπιστήμια έργου. 'Οχι μόνον ένα μέρος του πανεπιστημιακού προσωπικού ασχολείται αποκλειστικά με αυτή, αλλ' επιπλέον η εν λόγω έρευνα αποτελεί καταρχήν ουσιώδες στοιχείο της δραστηριότητας της πλειοψηφίας των πανεπιστημιακών διδασκάλων καθώς και μέρους των φοιτητών, π.χ. αυτών που προετοιμάζονται για την απόκτηση διδακτορικού τίτλου ή κάνουν άλλες συναφείς σπουδές.
35 Η ερμηνεία της προσβαλλόμενης απόφασης υπό την έννοια ότι δεν αφορά την πανεπιστημιακή επιστημονική έρευνα θα είχε ως αποτέλεσμα τον ουσιαστικό περιορισμό ορισμένων στόχων του προγράμματος Erasmus, και συγκεκριμένα "της προωθήσεως ευρείας και εντατικής συνεργασίας μεταξύ των πανεπιστημίων όλων των κρατών μελών" και της "αξιοποιήσεως όλου του πνευματικού δυναμικού των πανεπιστημίων της Κοινότητας χάρη στη μεγαλύτερη κινητικότητα του διδακτικού προσωπικού, κατά τρόπο ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης που παρέχονται από τα πανεπιστήμια αυτά με σκοπό τη διαφύλαξη της ανταγωνιστικότητας της Κοινότητας στην παγκόσμια αγορά" ((άρθρο 2, στοιχείο ii) και iii) )).
36 Υπό τις συνθήκες αυτές και ελλείψει ρητής επιφυλάξεως στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την επιστημονική έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τουλάχιστον ένα μέρος της σχεδιαζόμενης δράσης αφορά τόσο τον τομέα της έρευνας όσο και τον τομέα της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όσον αφορά την ενέργεια 1 ("δημιουργία και λειτουργία ευρωπαϊκού πανεπιστημιακού δικτύου"), όπου προβλέπεται συγκεκριμένα η "ενίσχυση στα μέλη του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού των πανεπιστημίων, για να επισκεφθούν άλλα κράτη μέλη προκειμένου να εκπονήσουν προγράμματα κοινών σπουδών με τα πανεπιστήμια αυτών των κρατών μελών και να ανταλλάξουν εμπειρίες σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις στους τομείς της αρμοδιότητάς τους", καθώς και η χορήγηση ενισχύσεων για να ενθαρρυνθεί η μεγαλύτερη κινητικότητα του διδακτικού προσωπικού στην Κοινότητα (σημεία 3 και 4). Εξάλλου, το άρθρο 130 σημείο Ζ της Συνθήκης, που προστέθηκε με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, αναφέρει, μεταξύ των άλλων τομέων δράσης που πρέπει να αναλάβει η Κοινότητα για την επιδίωξη των στόχων που θέτει ο νέος τίτλος που αφορά την έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη, την προώθηση της κατάρτισης και της κινητικότητας των ερευνητών της Κοινότητας.
37 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά όχι μόνον τον τομέα της επαγγελματικής εκπαίδευσης αλλά και τον τομέα της επιστημονικής έρευνας, το Συμβούλιο δεν ήταν αρμόδιο να την εκδώσει δυνάμει μόνο του άρθρου 128 και ότι, επομένως, ήταν αναγκασμένο, πριν από την έναρξη της ισχύος της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, να στηριχθεί και στο άρθρο 235 της Συνθήκης. Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Επιτροπής, ο οποίος αφορά την έλλειψη νομίμου ερείσματος, πρέπει να απορριφθεί.
Επί της αιτιολογίας
38 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 190 της Συνθήκης ως προς την αιτιολογία, δεδομένου ότι η τελευταία αιτιολογική σκέψη της εν λόγω πράξεως είναι διατυπωμένη κατά τρόπο αόριστο και ασαφή, πράγμα που δεν επιτρέπει να καταστούν γνωστοί οι λόγοι που ώθησαν το Συμβούλιο να επιλέξει το άρθρο 235 ως νόμιμο έρεισμα.
39 Σχετικά, πρέπει να αναγνωριστεί ότι με την εν λόγω αιτιολογική σκέψη εκφράζεται απερίφραστα η πεποίθηση του Συμβουλίου ότι το άρθρο 128 της Συνθήκης δεν επαρκεί ως νόμιμο έρεισμα, εν όψει του τομέα που καλύπτει η επίδικη πράξη, και, κατά συνέπεια, ότι δεν προβλέπονται από τη Συνθήκη οι απαιτούμενες εξουσίες δράσεως κατά την έννοια του άρθρου 235. Από τις σκέψεις που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι η πεποίθηση αυτή ήταν δικαιολογημένη.
40 Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι το Συμβούλιο διατύπωσε λακωνικά τους λόγους στους οποίους στήριξε την πεποίθησή του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση ουσιώδους τύπου ικανή να επιφέρει την ακυρότητα της εν λόγω πράξεως.
41 Εξ αυτού έπεται ότι ο λόγος ακυρώσεως της Επιτροπής που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
42 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων των παρεμβαινόντων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1. Απορρίπτει την προσφυγή.
2.Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα περιλαμβανομένων και των εξόδων των παρεμβαινόντων.
Full & Egal Universal Law Academy