Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι - Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως - Καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό - Πεδίο εφαρμογής - Καθηγητές ξένων γλωσσών - Συμβάσεις διεπόμενες από το δίκαιο κράτους μέλους - Επιτρέπονται
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό)
Περίληψη
Ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό δεν συνιστούν εξαντλητική κανονιστική ρύθμιση ικανή να απαγορεύει την πρόσληψη προσώπων εκτός του κατ' αυτόν τον τρόπο θεσπισθέντος κανονιστικού πλαισίου. Αντίθετα, η ικανότητα που έχει η Κοινότητα να συνάπτει συμβατικές σχέσεις διεπόμενες από το δίκαιο κράτους μέλους εκτείνεται στη σύναψη συμβάσεως εργασίας ή παροχής υπηρεσιών.
Πάντως, η σύναψη τέτοιων συμβάσεων θα ήταν παράνομη αν η Κοινότητα καθόριζε τους όρους των συμβάσεων όχι ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας, αλλά για να αποφύγει την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ή του καθεστώτος λοιπού προσωπικού.
Αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση προσλήψεως καθηγητών ξένων γλωσσών βάσει συμβάσεων αορίστου χρόνου, οι οποίες διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους. Πράγματι, μολονότι η γλωσσική κατάρτιση του προσωπικού είναι όντως σημαντική για την καλή λειτουργία των θεσμικών οργάνων μιας πολυγλωσσικής Κοινότητας, εντούτοις είναι γεγονός ότι δεν συνιστά ένα από τα έργα που ανατέθηκαν από τις Συνθήκες στα κοινοτικά όργανα. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, εναπόκειται στα κοινοτικά όργανα να εκτιμούν τον καταλληλότερο τρόπο για την ικανοποίηση αναγκών αυτής της φύσεως, ανάλογα με το συμφέρον της υπηρεσίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-249/87,
Francoise Mulfinger και λοιποί, εκπροσωπούμενοι από τον Jean-Noel Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την Yvette Hamilius, 11 boulevard Royal,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από την Marie Wolfcarius, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, επικουρούμενης από τον Jean-Luc Fagnart, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να ακυρωθεί η απόφαση της διοικήσεως να υποβάλει προς υπογραφή στους προσφεύγοντες πρότυπη σύμβαση καθηγητή ξένων γλωσσών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, F. A. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias και F. Grevisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όπως τροποποιήθηκε κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 4ης Ιουλίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Οκτωβρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Αυγούστου 1987, η Francoise Mulfinger και έξι άλλοι καθηγητές ξένων γλωσσών ζήτησαν να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής να τους προτείνει την υπογραφή, τον Νοέμβριο 1986, πρότυπης συμβάσεως καθηγητή ξένων γλωσσών.
2 Οι προσφεύγοντες διδάσκουν επί πολλά έτη ξένες γλώσσες στους υπαλλήλους της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Παραδίδουν μαθήματα άλλοτε γενικά και άλλοτε ειδικά, προσαρμοσμένα στις ειδικές ανάγκες των υπηρεσιών. Τα καθήκοντά τους συνίστανται, ιδίως, στην οργάνωση των μαθημάτων αυτών, στην προπαρασκευή του παιδαγωγικού υλικού που είναι κατάλληλο για τις ειδικές ανάγκες των υπαλλήλων και στην παράδοση μαθημάτων. Τα καθήκοντά τους περιλαμβάνουν επίσης άλλες παροχές, όπως την επεξεργασία γραπτών δοκιμασιών για τη συμμετοχή στα μαθήματα, τη διόρθωση των εξετάσεων. Οι ενδιαφερόμενοι προσλαμβάνονται βάσει συμβάσεων εργασίας που διέπονται από το βελγικό δίκαιο.
3 Το 1986, η καθής πρότεινε στους προσφεύγοντες την υπογραφή πρότυπης συμβάσεως αορίστου χρόνου η οποία πρόβλεπε την παροχή υπηρεσιών για τριάντα τρεις εβδομάδες ανά ακαδημαϊκό έτος και δεκαπέντε ώρες ανά εβδομάδα. Η παροχή των υπηρεσιών έπρεπε να γίνεται σύμφωνα με τις οδηγίες του προϊσταμένου του τμήματος "επαγγελματική επιμόρφωση". Η εν λόγω σύμβαση διασαφήνιζε στο άρθρο 5, παράγραφος 2, ότι "ενόψει της φύσεως των υπηρεσιών που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας συμβάσεως, ο συμβαλλόμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπάλληλος της Επιτροπής".
4 Οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι η Επιτροπή έπρεπε να τους είχε προσλάβει βάσει καθεστώτος καλυπτόμενο από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως) ή υπό το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό (στο εξής: ΚΛΠ).
5 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
6 Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγοντες προβάλλουν τέσσερις ισχυρισμούς τους οποίους αντλούν αντιστοίχως από την παράβαση του άρθρου 212 της Συνθήκης ΕΟΚ και/ή του τίτλου Ι του ΚΛΠ, την καταστρατήγηση της διαδικασίας εκ μέρους της διοικήσεως, την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την παράβαση, εκ μέρους της διοικήσεως, του καθήκοντος αρωγής έναντι των μόνιμων και λοιπών υπαλλήλων. Επιβάλλεται να εξεταστούν μαζί οι δύο πρώτοι ισχυρισμοί λόγω του ότι είναι συναφείς.
Επί των δύο πρώτων ισχυρισμών
7 Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να προσλαμβάνουν με σύμβαση προσωπικό, προκειμένου να ασκεί καθήκοντα τα οποία αντιστοιχούν σε διαρκείς ανάγκες, το οποίο δεν διέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ή το ΚΛΠ. Θεωρούν ότι, υποβάλλοντας προς υπογραφή στους επιφορτισμένους με παράδοση μαθημάτων ξένων γλωσσών - οι οποίοι πρέπει να ασκούν καθήκοντα διαρκούς χαρακτήρα - σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου διεπόμενη από το βελγικό δίκαιο, η Επιτροπή είχε ως σκοπό να αποφύγει την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του ΚΛΠ και, έτσι, καταστρατήγησε τη διαδικασία.
8 Προς στήριξη της απόψεώς τους, οι προσφεύγοντες επικαλούνται αρκετές διατάξεις, ήτοι το παλαιό άρθρο 212 της Συνθήκης ΕΟΚ, το άρθρο 24 της Συνθήκης Συγχωνεύσεως, το άρθρο 214 της Συνθήκης ΕΟΚ, σχετικό με την υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου του προσωπικού των Κοινοτήτων, το άρθρο 215, παράγραφος 3, σχετικό με το καθεστώς προσωπικής ευθύνης των υπαλλήλων των Κοινοτήτων και το άρθρο 12 και επόμενα του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
9 Επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι, πρώτον, μολονότι είναι ακριβές ότι οι διατάξεις αυτές κάνουν μνεία μόνον των μόνιμων και λοιπών υπαλλήλων, στους οποίους αναφέρεται το αντικείμενο των διατάξεων, εντούτοις δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αυτές αποκλείουν τη δυνατότητα να προσλαμβάνεται προσωπικό πλην αυτού στο οποίο οι εν λόγω διατάξεις αναφέρονται.
10 Επιβάλλεται εν συνεχεία να παρατηρηθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (ιδίως, αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 1982, Porta, 109/81, Συλλογή 1982, σ. 2469, της 20ής Ιουνίου 1985, Klein, 123/84, Συλλογή 1985, σ. 1907, της 11ης Ιουλίου 1985, Maag, 43/84, Συλλογή 1985, σ. 2581, και της 11ης Ιουλίου 1985, Cantisani, 111/84, Συλλογή 1985, σ. 2671), ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και το ΚΛΠ που θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο κατ' εφαρμογή του άρθρου 24, παράγραφος 1, εδάφιο 1, της Συνθήκης Συγχωνεύσεως, δεν συνιστούν εξαντλητική κανονιστική ρύθμιση ικανή να απαγορεύει την πρόσληψη προσώπων εκτός του κατ' αυτόν τον τρόπο θεσπισθέντος κανονιστικού πλαισίου. Αντίθετα, η ικανότητα δικαίου που αναγνωρίζεται στην Κοινότητα βάσει των άρθρων 211 και 181 της Συνθήκης ΕΟΚ, των άρθρων 6 και 42 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και των άρθρων 153 και 185 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, να συνάπτει συμβατικές σχέσεις διεπόμενες από το δίκαιο κράτους μέλους, εκτείνεται στη σύναψη συμβάσεως εργασίας ή παροχής υπηρεσιών.
11 Πάντως, η σύναψη τέτοιων συμβάσεων θα ήταν παράνομη αν η Κοινότητα καθόριζε τους όρους των συμβάσεων όχι ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας, αλλά για να αποφύγει την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και/ή του ΚΛΠ (βλέπε απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985, Klein, που παρατέθηκε ήδη).
12 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι προσφεύγοντες προσλήφθηκαν βάσει συμβάσεων αορίστου χρόνου και, επομένως, ασκούν καθήκοντα τα οποία δεν αντιστοιχούν σε καθαρά έκτακτες ανάγκες.
13
Οι προσφεύγοντες συνάγουν τη συνέπεια ότι η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να τους προσλάβει υπό καθεστώς διεπόμενο από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
14 Πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι η γλωσσική κατάρτιση του προσωπικού είναι όντως σημαντική για την καλή λειτουργία των θεσμικών οργάνων μιας πολυγλωσσικής Κοινότητας, εντούτοις είναι γεγονός ότι δεν συνιστά ένα από τα έργα που ανατέθηκαν από τις Συνθήκες στα κοινοτικά όργανα. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, πρέπει να αναγνωριστεί στην Επιτροπή εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον καταλληλότερο τρόπο για την ικανοποίηση αναγκών αυτής της φύσεως, ανάλογα με το συμφέρον της υπηρεσίας.'Ετσι, η Επιτροπή μπορούσε, για παράδειγμα, να προσφύγει στις υπηρεσίες εξωτερικής επιχειρήσεως προκειμένου να εξασφαλίσει τη γλωσσική κατάρτιση του προσωπικού της.
15 'Ομως, δεν φαίνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπερέβη τα όρια της εν λόγω εξουσίας εκτιμήσεως. Πράγματι, από τα πραγματικά στοιχεία που προέβαλαν οι προσφεύγοντες δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή καθόρισε τους όρους απασχολήσεως των προσφευγόντων όχι σε συνάρτηση προς το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά για να αποφύγει την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ή του ΚΛΠ. Εξάλλου, κανένα στοιχείο του φακέλου δεν επιτρέπει τη διαπίστωση πρόδηλης πλάνης στην εκτίμηση του εν λόγω συμφέροντος της υπηρεσίας και στον τρόπο με τον οποίο αυτό αντιμετωπίστηκε.
16 Συνέπεται ότι οι δύο πρώτοι ισχυρισμοί των προσφευγόντων πρέπει να απορριφθούν.
Επί του τρίτου ισχυρισμού
17 Με τον τρίτο ισχυρισμό, ο οποίος αντλείται από την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ουσιαστικά ότι, μετά από μακρά διαδικασία διαβουλεύσεων που ανέλαβε η Επιτροπή με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις προκειμένου να βρεθεί ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα προσλήψεως καθηγητών ξένων γλωσσών, νομίμως ανέμεναν να τύχουν ενός καθεστώτος απασχολήσεως το οποίο να καλύπτεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ή το ΚΛΠ.
18 Σχετικώς, αρκεί η παρατήρηση ότι, αφενός, το γεγονός ότι διεξάγονται διαπραγματεύσεις δεν εξασφαλίζει με βεβαιότητα την κατάληξή τους και, αφετέρου, δεν προκύπτει εν προκειμένω ότι η Επιτροπή ανέλαβε, κατά τις διαπραγματεύσεις, την υποχρέωση να προσφέρει στους καθηγητές ξένων γλωσσών καθεστώς απασχολήσεως καλυπτόμενο από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ή το ΚΛΠ. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τέταρτου ισχυρισμού
19 Με τον τέταρτο ισχυρισμό τους, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι η Επιτροπή παρέβη το καθήκον αρωγής έναντι του προσωπικού της, επιβάλλοντας στους καθηγητές ξένων γλωσσών όρους οι οποίοι δεν τους επιτρέπουν να ασκούν τα μόνιμα και καθημερινά τους καθήκοντα ούτε να εξασφαλίζουν την ποιότητα και την απαραίτητη συνέχεια στη διδασκαλία ξένων γλωσσών.
20 Σχετικώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, με τον ισχυρισμό αυτό, οι προσφεύγοντες αμφισβητούν την εκτίμηση της Επιτροπής όσον αφορά τον καλύτερο τρόπο για την ικανοποίηση των αναγκών γλωσσικής καταρτίσεως του προσωπικού της. 'Ομως, όπως έχει ήδη διαπιστωθεί πιο πάνω κατά την εξέταση των δύο πρώτων ισχυρισμών, δεν προκύτπει ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει σ' αυτόν τον τομέα. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί.
21 Επειδή κανένας από τους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι προσφεύγοντες δεν έγινε δεκτός, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν. Δεδομένου ότι με την παρούσα προσφυγή ζητείται να αναγνωριστεί στους προσφεύγοντες η ιδιότητα του υπαλλήλου των Κοινοτήτων, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του κανόνα αυτού ως προς τους προσφεύγοντες.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy