Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Σιτηρά - Εισφορά συνυπευθυνότητας - Νομικό έρεισμα
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 39, 40 και 43? κανονισμός του Συμβουλίου 2727/75, άρθρο 4, παράγραφος 4, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1579/86)
2. Ιδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Αρθρο 201 της Συνθήκης - Πεδίο εφαρμογής - Φόροι που επιβάλλονται στον γεωργικό τομέα για τη χρηματοδότηση των δαπανών - Δεν εφαρμόζεται - Απόφαση του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970 - Περιεχόμενό της
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 201? απόφαση του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970, άρθρο 2, εδάφιο 2)
3. Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Θεμελιώδη δικαιώματα - Δικαίωμα ιδιοκτησίας - Ελεύθερη άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων - Περιορισμοί - Επιτρέπονται - Προϋποθέσεις - Εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών - Επιτρέπεται
4. Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Αναλογικότητα - Μέτρα επιβολής οικονομικών επιβαρύνσεων - Αναλογική τους φύση - Κριτήρια εκτιμήσεως - Διακριτική εξουσία του κοινοτικού νομοθέτη σε θέματα κοινής γεωργικής πολιτικής - Δικαστικός έλεγχος - Ορια
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 40 και 43)
5. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Σιτηρά - Εισφορά συνυπευθυνότητας - Μέτρο προσαρμοζόμενο στις ανάγκες λειτουργίας της κοινής αγοράς - Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας - Δεν υπάρχει
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο γ)? κανονισμός του Συμβουλίου 2727/75, άρθρο 4, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1579/86)
6. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Διάκριση μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή - Εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών - Απαλλαγή σε περιπτώσεις χρησιμοποιήσεως στην εκμετάλλευση του παραγωγού μετά τη μεταποίηση - Η παροχή της εξαρτάται από τη μεταποίηση στο πλαίσιο της εκμεταλλεύσεως - Παράνομη - Αποτελέσματα - Προσωρινή διατήρηση του επιδίκου συστήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του που δεν εισάγουν διακρίσεις
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, και 177? κανονισμός της Επιτροπής 2040/86, άρθρο 1, παράγραφος 2, εδάφιο 2, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2572/86)
Περίληψη
1. Ενα μέτρο όπως η εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών, η οποία συμβάλλει στη σταθεροποίηση μιας αγοράς που χαρακτηρίζεται από διαρθρωτικά πλεονάσματα κι έτσι παίζει ρόλο αντίστοιχο με εκείνον των λοιπών παρεμβάσεων που προβλέπονται στον τομέα αυτό, εμπίπτει στο πλαίσιο των άρθρων 39 και 40 της Συνθήκης και, κατόπιν αυτού, βρίσκει κατάλληλο και επαρκές νομικό έρεισμα στο άρθρο 43 της Συνθήκης, οποιοσδήποτε κι αν είναι ο συντελεστής της εισφοράς.
2. Το άρθρο 201 της Συνθήκης αφορά μόνο τα έσοδα που χρησιμεύουν στη γενική χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της Κοινότητας, πλην των γεωργικών φόρων που ισχύουν σε ορισμένο γεωργικό τομέα και προορίζονται μόνο στη χρηματοδότηση των δαπανών σ' αυτόν τον τομέα. Ο αποκλεισμός της εφαρμογής αυτού του άρθρου δεν θίγεται από το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από τους ιδίους πόρους των Κοινοτήτων. Πράγματι, η διάταξη αυτή έχει ως μοναδικό σκοπό να επιτρέψει, στο πλαίσιο κοινής πολιτικής, τη δημιουργία νέων ιδίων πόρων, υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 201 και δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι καθιστά υποχρεωτική την προσφυγή στην εν λόγω διαδικασία για τη λήψη μέτρων που περιλαμβάνονται στο πλαίσιο κοινής πολιτικής για μόνο το λόγο ότι περιέχει την είσπραξη εσόδων.
3. Τόσο το δικαίωμα ιδιοκτησίας όσο και η ελεύθερη άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, την τήρηση των οποίων εξασφαλίζει το Δικαστήριο. Οι αρχές αυτές δεν αποτελούν πάντως απόλυτα προνόμια, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία τους μέσα στην κοινωνία. Κατά συνέπεια, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στη χρήση του δικαιώματος κυριότητος και στην ελεύθερη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, ιδίως στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πάντοτε σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Κοινότητα και δεν αποτελούν, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που θα προσέβαλε αυτή την ίδια την ουσία των έτσι διασφαλιζομένων δικαιωμάτων.
Λαμβανομένων υπόψη αυτών των κριτηρίων, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι η εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών προσβάλλει τα θεμελιώδη δικαιώματα των μεταποιητών σιτηρών.
4. Δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας, η νομιμότητα των μέτρων που επιβάλλουν οικονομικές επιβαρύνσεις στους επιχειρηματίες υπόκειται στην προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά είναι κατάλληλα και αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων που νομίμως επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση. Οταν προσφέρονται προς επιλογή περισσότερα κατάλληλα μέτρα, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό, οι δε επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις δεν πρέπει να είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Κατά το δικαστικό έλεγχο της τηρήσεως αυτών των προϋποθέσεων πρέπει πάντως να λαμβάνεται υπόψη ότι ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει στα θέματα της κοινής γεωργικής πολιτικής διακριτική εξουσία η οποία αντιστοιχεί στις πολιτικές ευθύνες που του παρέχουν τα άρθρα 40 και 43 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, μόνον η πρόδηλη ακαταλληλότητα ενός μέτρου που θεσπίστηκε σ' αυτό τον τομέα, σε σχέση με το στόχο που επιδιώκει το αρμόδιο όργανο, μπορεί να θίξει τη νομιμότητά του.
5. Ο κοινοτικός νομοθέτης, θεσπίζοντας την εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών και καθορίζοντας τις λεπτομέρειες εφαρμογής της, επέλεξε, μεταξύ διαφόρων δυνατοτήτων, τη μέθοδο την οποία θεώρησε ως την πλέον κατάλληλη για τη μείωση των διαρθρωτικών πλεονασμάτων στην αγορά σιτηρών ασκώντας άμεση, αν και συγκρατημένη, πίεση στις τιμές που καταβάλλονται στους παραγωγούς σιτηρών. Ενα τέτοιο μέτρο, που αποβλέπει στη συγκράτηση της προσφοράς με μείωση της τιμής για τους παραγωγούς, πρέπει καταρχήν να θεωρηθεί κατάλληλο για την επίτευξη του στόχου της σταθεροποιήσεως των γεωργικών αγορών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο γ), της Συνθήκης, έστω και αν, λόγω ορισμένων απαλλαγών, δεν πλήττει το σύνολο των εν λόγω προϊόντων. Ο κοινοτικός νομοθέτης δεν υπερέβη για το λόγο αυτό τα ακραία όρια της διακριτικής εξουσίας που διαθέτει στο γεωργικό τομέα και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
6. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2040/86, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2572/86, είναι ανίσχυρο καθόσον απαλλάσσει από την εισφορά συνυπευθυνότητας τις πρώτες μεταποιήσεις σιτηρών που διενεργούνται στην εκμετάλλευση του παραγωγού σε εγκαταστάσεις αυτής της εκμεταλλεύσεως, εφόσον το προϊόν της μεταποιήσεως χρησιμοποιείται στην ίδια αυτή εκμετάλλευση, ενώ δεν προβλέπει απαλλαγή για τις πρώτες μεταποιήσεις που διενεργούνται έξω από την εκμετάλλευση του παραγωγού ή σε εγκαταστάσεις που δεν περιλαμβάνονται στο γεωργικό εξοπλισμό αυτής της εκμεταλλεύσεως, όταν το προϊόν της μεταποιήσεως χρησιμοποιείται σ' αυτή την εκμετάλλευση. Μέχρις ότου λάβει ο κοινοτικός νομοθέτης τα κατάλληλα μέτρα για να καθιερώσει ισότητα μεταξύ των επιχειρηματιών, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζουν την επίδικη απαλλαγή, επεκτείνοντάς την πάντως στους επιχειρηματίες που υφίστανται τη διαπιστωθείσα δυσμενή διάκριση.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 265/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Duesseldorf προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Ηermann Schraeder HS Kraftfutter GmbH & Co. KG, Ochtrup
(Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας),
και
Ηauptzollamt Gronau,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του κανονισμού 1579/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2727/75 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ L 139, σ. 29), καθώς και του κανονισμού 2040/86 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1986, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής της εισφοράς συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ L 173, σ. 65),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους R. Joliet, πρόεδρο τμήματος, Sir Gordon Slynn, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias και Μ. Ζuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Τesauro
γραμματέας: Η. Α. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η εταιρεία Schraeder, εκπροσωπούμενη από τον V. Schiller, δικηγόρο Κολωνίας,
- η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον Η. R. L. Ρurse, του Τreasury Solicitor' s Department, στην έγγραφη διαδικασία, και από την S. J. Ηay και Μ. Α. Βlythe, barrister, στην προφορική διαδικασία,
- το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον Α. Βrautigam, κύριο υπάλληλο διοικήσεως της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου, επικουρούμενο από τον Χ. Μαυράκο, μέλος της εν λόγω υπηρεσίας,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο D. Βooss,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 1ης Μαρτίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Απριλίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 22ας Ιουλίου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, το Finanzgericht Duesseldorf υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του κανονισμού 1579/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2727/75 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ L 139, σ. 29), καθώς και του κανονισμού 2040/86 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1986, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής της εισφοράς συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ L 173, σ. 65).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρείας Ηermann Schraeder HS Kraftfutter GmbH & Co. KG (στο εξής: Schraeder), επιχειρήσεως που εμπορεύεται μεταποιημένα σιτηρά, και του Ηauptzollamt Gronau. Η Schraeder δήλωσε για τον Ιανουάριο 1987 ποσότητα 3 836 651 τόννων μεταποιημένων σιτηρών για τα οποία υπολόγισε ποσό 49 492,80 γερμανικών μάρκων (DΜ) ως εισφορά συνυπευθυνότητας για τον τομέα των σιτηρών.
3 Με την ενώπιον του Finanzgericht Duesseldorf προσφυγή της η Schraeder αμφισβητεί τη νομιμότητα της εισπράξεως της εισφοράς για το λόγο ότι το επίδικο κοινοτικό σύστημα στερείται κύρους. Πράγματι, η εισφορά έχει χαρακτήρα φόρου και επομένως θα έπρεπε να εισαχθεί βάσει όχι μόνο του άρθρου 43, αλλά επίσης και του άρθρου 201 της Συνθήκης. Επιπλέον, η είσπραξη αυτής της επιβαρύνσεως παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και την επαγγελματική και οικονομική ελευθερία. Η Schraeder προβάλλει επίσης παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και ισχυρίζεται ότι η εισφορά καταλήγει σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ παραγωγών σιτηρών και μεταξύ κατασκευαστών συνθέτων ζωοτροφών, παραβιάζοντας έτσι την απαγόρευση των διακρίσεων που θεσπίζει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
4 Για να μπορέσει το Finanzgericht Duesseldorf να κρίνει τα επιχειρήματα αυτά ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Είναι άκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1579/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986 (ΕΕ L 139 της 24.5.1986, σ. 29 και επόμενες), που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2727/75 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158), καθώς και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2040/86 της Επιτροπής, της 30ης Ιουνίου 1986, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής της εισφοράς συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ L 173 της 1.7.1986 σ.65, και επόμενες);"
5 Ενόψει των στοιχείων του φακέλου, το ερώτημα αυτό πρέπει να νοηθεί ότι αφορά το κύρος του κανονισμού 1579/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986, που αναφέρθηκε πιο πάνω, και του κανονισμού 2040/86 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1986, που αναφέρθηκε επίσης πιο πάνω, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2572/86 της Επιτροπής, της 12ης Αυγούστου 1986 (ΕΕ L 229, σ. 25).
6 Στη έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι επίμαχες κοινοτικές διατάξεις, καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Ως προς το νομικό έρεισμα της κανονιστικής ρυθμίσεως
7 Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο η Schraeder υποστηρίζει, καταρχάς, ότι ο κανονισμός 1579/86 του Συμβουλίου δεν μπορούσε εγκύρως να στηρίζεται μόνο στο άρθρο 43 της Συνθήκης. Η εισφορά συνυπευθυνότητας αποτελεί στην πραγματικότητα φόρο και έπρεπε επομένως να εισαχθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 201 της Συνθήκης. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται, αφενός, στο γεγονός ότι η εισφορά οφείλεται από τους μεταποιητές σιτηρών που δεν είναι οι υπεύθυνοι της πλεονασματικής παραγωγής σιτηρών, αφετέρου δε στον υψηλό συντελεστή αυτής της εισφοράς. Η ερμηνεία αυτή είναι άλλωστε σύμφωνη με τη απόφαση 70/243 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από τους ιδίους πόρους των Κοινοτήτων, που προβλέπει στο άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, τα έσοδα που προκύπτουν από άλλους φόρους που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο κοινής πολιτικής.
8 Η βρετανική κυβέρνηση, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αμφισβητούν τη βασιμότητα αυτών των επιχειρημάτων. Η εισφορά συνυπευθυνότητας αποσκοπεί, σε συμφωνία με το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο γ), της Συνθήκης, στη σταθεροποίηση της αγοράς σιτηρών, περιορίζοντας την παραγωγή σιτηρών με μείωση της τιμής για τον παραγωγό, αντίστοιχη με τη μείωση της τιμής παρεμβάσεως. Αποτελεί επομένως μέτρο παρεμβάσεως και όχι δημοσιονομικό φόρο.
9 Η τελευταία αυτή άποψη πρέπει να γίνει δεκτή. Πράγματι, η εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών συμβάλλει στη σταθεροποίηση της αγοράς σιτηρών, συγκρατώντας την αύξηση στην αγορά η οποία χαρακτηρίζεται από διαρθρωτικά πλεονάσματα. Παίζει επομένως ρόλο αντίστοιχο με εκείνον των λοιπών παρεμβάσεων που προβλέπονται από την κοινή οργάνωση της αγοράς των σιτηρών, όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 2727/75, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1779/86, κατά το γράμμα του οποίου η εισφορά "θεωρείται ότι αποτελεί μέρος των παρεμβάσεων που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών ...". Ενα τέτοιο μέτρο εμπίπτει στο πλαίσιο των άρθρων 39 και 40 της Συνθήκης και, κατόπιν αυτού, βρίσκει κατάλληλο και επαρκές νομικό έρεισμα στο άρθρο 43 της Συνθήκης, οποιοσδήποτε κι αν είναι ο συντελεστής της εισφοράς.
10 Η υποχρέωση στηρίξεως της επίδικης κανονιστικής ρυθμίσεως επίσης στο άρθρο 201 της Συνθήκης δεν δικαιολογείται ούτε από το γεγονός ότι η εισφορά συνυπευθυνότητας παρουσιάζει επίσης χρηματική πλευρά κατά το ότι συμβάλλει στον περιορισμό των δαπανών διαχειρίσεως των μηχανισμών της αγοράς στον τομέα των σιτηρών. Οπως ορθώς υποστηρίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, το άρθρο 201 αφορά μόνο τα έσοδα που χρησιμεύουν στη γενική χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της Κοινότητας, πλην των γεωργικών φόρων που ισχύουν σε ορισμένο γεωργικό τομέα και προορίζονται μόνο στη χρηματοδότηση των δαπανών σ' αυτό τον τομέα.
11 Η κρίση αυτή δεν αλλάζει από το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, που αναφέρθηκε πιο πάνω, κατά το γράμμα του οποίου "αποτελούν εξάλλου ιδίους πόρους που εγγράφονται στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων τα έσοδα που προκύπτουν από άλλες επιβαρύνσεις που θα θεσπιστούν, στο πλαίσιο κοινής πολιτικής, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ... εφόσον ολοκληρώθηκε η διαδικασία του άρθρου 201 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ...". Από αυτή την ίδια τη διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι έχει ως μοναδικό σκοπό να επιτρέψει, στο πλαίσιο κοινής πολιτικής, τη δημιουργία νέων ιδίων πόρων, υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 201. Η διάταξη αυτή δεν μπορεί πάντως να ερμηνευθεί, αντίθετα από το γράμμα της, σαν να καθιστά υποχρεωτική την προσφυγή στη διαδικασία του άρθρου 201 για τη λήψη μέτρων που περιλαμβάνονται στο πλαίσιο κοινής πολιτικής για μόνο το λόγο ότι περιέχει την είσπραξη εσόδων.
12 Επομένως, το επιχείρημα περί ανεπαρκείας του νομικού ερείσματος της επιδίκου κανονιστικής ρυθμίσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Ως προς την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων
13 Η Schraeder υποστηρίζει περαιτέρω ότι το επίδικο σύστημα παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα διασφαλιζόμενα από την κοινοτική έννομη τάξη και ειδικότερα το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και την επαγγελματική και οικονομική ελευθερία, κατά το μέτρο που οι μεταποιητές και όχι οι παραγωγοί σιτηρών, μόνοι υπεύθυνοι των πλεονασμάτων σιτηρών, είναι οι υποκείμενοι στην εισφορά και οι υπόχρεοι της διοικητικής εκκαθαρίσεώς της.
14 Δυνάμει νομολογίας που καθιερώθηκε ιδίως με την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1979 (Ηauer, 44/79, Slg.1979, σ. 3727), τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων εξασφαλίζει το Δικαστήριο. Εξασφαλίζοντας την τήρηση αυτών των δικαιωμάτων, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να καθοδηγείται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, έτσι ώστε να μη γίνονται δεκτά στην Κοινότητα μέτρα ασυμβίβαστα προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται από τα συντάγματα των κρατών αυτών. Οι διεθνείς συμβάσεις περί προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην κατάρτιση των οποίων μετέσχαν ή στις οποίες προσχώρησαν τα κράτη μέλη, μπορούν επίσης να παράσχουν ενδείξεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου.
15 Το Δικαστήριο αναγνώρισε ειδικότερα, ιδίως με την προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1979, ότι τόσο το δικαίωμα ιδιοκτησίας όσο και η ελεύθερη άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου. Οι αρχές αυτές δεν αποτελούν πάντως απόλυτα προνόμια, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία τους μέσα στην κοινωνία. Κατά συνέπεια, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στη χρήση του δικαιώματος κυριότητος και στην ελεύθερη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, ιδίως στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πάντοτε σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Κοινότητα και δεν αποτελούν, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που θα προσέβαλε αυτή την ίδια την ουσία των έτσι διασφαλιζομένων δικαιωμάτων. Λαμβανομένων υπόψη αυτών των κριτηρίων θα πρέπει να κριθεί το συμβιβαστό του συστήματος της εισφοράς συνυπευθυνότητας με τις απαιτήσεις της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
16 Ενόψει των ισχυρισμών που προβάλλει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί ότι, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 2727/75, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1579/86, και του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2040/86, η εισφορά επιρρίπτεται από τους μεταποιητές στους παραγωγούς σιτηρών. Από αυτό προκύπτει ότι τη χρηματική επιβάρυνση της εισφοράς υφίστανται οικονομικά μόνον οι παραγωγοί σιτηρών, διότι οι μεταποιητές σιτηρών υφίστανται μόνο μια επιβάρυνση διοικητικής και λογιστικής φύσεως, η οποία συνδέεται με την καταβολή και την επίρριψη της εισφοράς.
17 Υπό τις περιστάσεις αυτές πρέπει να γίνει δεκτό ότι το σύστημα της εισφοράς συνυπευθυνότητας ουδόλως προσβάλλει το δικαίωμα ιδιοκτησίας των μεταποιητών σιτηρών.
18 Οσον αφορά την ελεύθερη άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το γεγονός ότι η πληρωμή της εισφοράς προβλέπεται στο επίπεδο των μεταποιητών σιτηρών οι οποίοι με την επαγγελματική τους δραστηριότητα δημιουργούν το γενεσιουργό λόγο αυτής της εισφοράς, ανταποκρίνεται στη θεμιτή μέριμνα της αποτελεσματικής διαχειρίσεως και συγχρόνως της διοικητικής απλοποιήσεως του συστήματος της εισφοράς. Η σχετική υποχρέωση των μεταποιητών σιτηρών να καταβάλουν και να επιρρίψουν την εισφορά στους προμηθευτές τους ανταποκρίνεται επομένως σε στόχους γενικού συμφέροντος, η επίτευξη των οποίων δικαιολογεί τις μηδαμινές δυσχέρειες που συνεπάγεται αυτή η υποχρέωση για την κατηγορία των οικείων επιχειρηματιών. Η απαίτηση αυτή δεν θίγει, εξάλλου, παρά κατά τρόπο ανεπαίσθητο την ελεύθερη άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των υποχρέων και δεν μπορεί κατά συνέπεια να προσβάλει αυτή την ίδια την ουσία του δικαιώματος αυτού.
19 Επομένως, το επιχείρημα περί παραβιάσεως της επαγγελματικής και οικονομικής ελευθερίας δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας
20 Η Schraeder προβάλλει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας για το λόγο ότι η εισφορά συνυπευθυνότητας δεν είναι ούτε κατάλληλη ούτε αναγκαία για την επίτευξη του στόχου της σταθεροποιήσεως της αγοράς που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο γ), της Συνθήκης. Πράγματι, λόγω των απαλλαγών που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2040/86, μόνον ένα μέρος περίπου 50% των σιτηρών που προορίζονται για ζωοτροφή υπόκειται στην εισφορά. Η εισφορά αυτή ενεργεί, άλλωστε, αρνητικά στην πώληση σιτηρών αφού, λόγω της αυξήσεως της τιμής των μεταποιημένων σιτηρών, καταλήγει σε περιστολή της ζητήσεως.
21 Η αρχή της αναλογικότητας περιλαμβάνεται, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου. Δυνάμει αυτής της αρχής, η νομιμότητα των μέτρων που επιβάλλουν οικονομικές επιβαρύνσεις στους επιχειρηματίες υπόκειται στην προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά είναι κατάλληλα και αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων που νομίμως επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση. Οταν προσφέρονται προς επιλογή περισσότερα κατάλληλα μέτρα, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό, οι δε επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις δεν πρέπει να είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς.
22 Οσον αφορά το δικαστικό έλεγχο αυτών των προϋποθέσεων, πρέπει πάντως να επισημανθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει στα θέματα της κοινής γεωργικής πολιτικής διακριτική εξουσία η οποία αντιστοιχεί στις πολιτικές ευθύνες που του παρέχουν τα άρθρα 40 και 43 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, μόνον η πρόδηλη ακαταλληλότητα ενός μέτρου που θεσπίστηκε σ' αυτό τον τομέα, σε σχέση με το στόχο που επιδιώκει το αρμόδιο όργανο, μπορεί να θίξει τη νομιμότητά του (βλέπε ιδίως την απόφαση της 9ης Ιουλίου 1985, Βozzetti, 179/84, Συλλογή 1985, σ. 2301).
23 Στην προκειμένη περίπτωση, ο κοινοτικός νομοθέτης, θεσπίζοντας την επίδικη εισφορά και καθορίζοντας τις λεπτομέρειες εφαρμογής της, επέλεξε μεταξύ διαφόρων δυνατοτήτων τη μέθοδο την οποία θεώρησε ως την πλέον κατάλληλη για τη μείωση των διαρθρωτικών πλεονασμάτων στην αγορά σιτηρών ασκώντας άμεση, αν και συγκρατημένη, πίεση στις τιμές που καταβάλλονται στους παραγωγούς σιτηρών. Ενα τέτοιο μέτρο, που αποβλέπει στη συγκράτηση της προσφοράς με μείωση της τιμής για τους παραγωγούς, πρέπει καταρχήν να θεωρηθεί κατάλληλο για την επίτευξη του στόχου της σταθεροποιήσεως των γεωργικών αγορών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο γ), της Συνθήκης, έστω και αν, λόγω ορισμένων απαλλαγών, δεν πλήττει το σύνολο των εν λόγω προϊόντων.
24 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής εξουσίας που διαθέτει εν προκειμένω. Επομένως, το επιχείρημα περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να απορριφθεί.
Επί του ζητήματος αν το σύστημα της εισφοράς δημιουργεί διακρίσεις
25 Η Schraeder ισχυρίζεται ότι λόγω των απαλλαγών που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2040/86, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2572/86, το σύστημα της εισφοράς δημιουργεί διακρίσεις μεταξύ διαφόρων κατηγοριών μεταποιητών και παραγωγών σιτηρών και παραβιάζει κατά συνέπεια το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, καθώς και τη γενική αρχή της ισότητας.
26 Πρέπει σχετικώς να υπενθυμιστεί ότι την αιτίαση αυτή την ερεύνησε το Δικαστήριο στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 1988 (Van Landschoot, 300/86, Συλλογή 1988, σ. 3443). Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2040/86, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2572/86, είναι ανίσχυρο κατά το μέτρο που δημιουργεί μερική διάκριση μεταξύ μεταποιητών και μεταξύ παραγωγών σιτηρών, απαλλάσσοντας από την εισφορά συνυπευθυνότητας τις πρώτες μεταποιήσεις σιτηρών, οι οποίες έγιναν στην εκμετάλλευση του παραγωγού σε εγκαταστάσεις της εκμεταλλεύσεως αυτής, εφόσον το προϊόν της μεταποιήσεως χρησιμοποιήθηκε στην ίδια αυτή εκμετάλλευση, χωρίς όμως να προβλέψει απαλλαγή για τις πρώτες μεταποιήσεις που έγιναν εκτός της εκμεταλλεύσεως του παραγωγού ή σε εγκαταστάσεις που δεν περιλαμβάνονται στο γεωργικό εξοπλισμό αυτής της εκμεταλλεύσεως, έστω κι αν το προϊόν της μεταποιήσεως χρησιμοποιείται στην εκμετάλλευση αυτή. Το Δικαστήριο πάντως επισήμανε ότι εναπόκειται στον κοινοτικό νομοθέτη να συναγάγει τις συνέπειες της αποφάσεως αυτής, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα για να καθιερωθεί η ισότητα μεταξύ των επιχειρηματιών και ότι, αναμένοντας τη νέα κανονιστική ρύθμιση, οι αρμόδιες αρχές έπρεπε να συνεχίσουν να εφαρμόζουν την απαλλαγή που προβλέπεται από τη διάταξη που κηρύχθηκε ανίσχυρη, επεκτείνοντας όμως την απαλλαγή αυτή στους επιχειρηματίες που θίγονται από τη διαπιστωθείσα διάκριση.
27 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι
- το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2040/86 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1986, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2572/86 της Επιτροπής, της 12ης Αυγούστου 1986, είναι ανίσχυρο καθόσον απαλλάσσει από την εισφορά συνυπευθυνότητας τις πρώτες μεταποιήσεις σιτηρών που διενεργούνται στην εκμετάλλευση του παραγωγού σε εγκαταστάσεις αυτής της εκμεταλλεύσεως, εφόσον το προϊόν της μεταποιήσεως χρησιμοποιείται στην ίδια αυτή εκμετάλλευση, ενώ δεν προβλέπει αυτή την απαλλαγή για τις πρώτες μεταποιήσεις που διενεργούνται έξω από την εκμετάλλευση του παραγωγού ή σε εγκαταστάσεις που δεν περιλαμβάνονται στο γεωργικό εξοπλισμό αυτής της εκμεταλλεύσεως, όταν το προϊόν της μεταποιήσεως χρησιμοποιείται σ' αυτή την εκμετάλλευση.
- εναπόκειται στον κοινοτικό νομοθέτη να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να καθιερώσει ισότητα μεταξύ των επιχειρηματιών, όσον αφορά την επίδικη ρύθμιση απαλλαγών.
- εν τω μεταξύ, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζουν την απαλλαγή που προβλέπεται με την εν λόγω διάταξη, επεκτείνοντάς την πάντως στους επιχειρηματίες που υφίστανται τη διαπιστωθείσα δυσμενή διάκριση.
- κατά τα λοιπά, από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του κανονισμού 1579/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986, ούτε του κανονισμού 2040/86 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1986, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2572/86 της Επιτροπής, της 12ης Αυγούστου 1986.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η βρετανική κυβέρνηση, το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Finanzgericht Duesseldorf, με Διάταξη της 22ας Ιουλίου 1987, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2040/86 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1986, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2572/86 της Επιτροπής, της 12ης Αυγούστου 1986, είναι ανίσχυρο καθόσον απαλλάσσει από την εισφορά συνυπευθυνότητας τις πρώτες μεταποιήσεις σιτηρών που διενεργούνται στην εκμετάλλευση του παραγωγού σε εγκαταστάσεις αυτής της εκμεταλλεύσεως, εφόσον το προϊόν της μεταποιήσεως χρησιμοποιείται στην ίδια αυτή εκμετάλλευση, ενώ δεν προβλέπει αυτή την απαλλαγή για τις πρώτες μεταποιήσεις που διενεργούνται έξω από την εκμετάλλευση του παραγωγού ή σε εγκαταστάσεις που δεν περιλαμβάνονται στο γεωργικό εξοπλισμό αυτής της εκμεταλλεύσεως, όταν το προϊόν της μεταποιήσεως χρησιμοποιείται σ' αυτή την εκμετάλλευση.
2) Εναπόκειται στον κοινοτικό νομοθέτη να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να καθιερώσει ισότητα μεταξύ των επιχειρηματιών, όσον αφορά την επίδικη ρύθμιση απαλλαγών.
3) Εν τω μεταξύ, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζουν την απαλλαγή που προβλέπεται με την εν λόγω διάταξη, επεκτείνοντάς την πάντως στους επιχειρηματίες που υφίστανται τη διαπιστωθείσα δυσμενή διάκριση.
4) Κατά τα λοιπά, από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του κανονισμού 1579/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986, ούτε του κανονισμού 2040/86 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1986, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2572/86 της Επιτροπής, της 12ης Αυγούστου 1986.
Full & Egal Universal Law Academy