Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Αιτιολογημένη γνώμη - Εισαγωγικό της δίκης έγγραφο - Ταυτότητα ισχυρισμών (Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Απόδειξη της παραβάσεως - Βαρύνει την Επιτροπή - Τεκμήρια - Ανεπίτρεπτο - (Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
3. Αλιεία - Διατήρηση των θαλασσίων πόρων - Καθεστώς ποσοστώσεων - Υποχρεώσεις ελέγχου των κρατών μελών - Απαγόρευση της αλιείας μετά την εξάντληση των ποσοστώσεων - Παράβαση
(Κανονισμός του Συμβουλίου 2057/82, άρθρο 10, παράγραφος 2)
Διάδικοι
Στην υπόθεση 290/87,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο R. C. Fischer, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπουμένου από τους G. M. Borchardt και M. A. Fierstra, βοηθούς νομικούς συμβούλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία των Κάτω Χωρών,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι, λόγω υπερβάσεως των ποσοστώσεων αλιείας που χορηγήθηκαν για τα έτη 1983, 1984 και 1985, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ. 1), και από τα άρθρα 1 και 6 έως 10 του κανονισμού 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών (ΕΕ L 220, σ. 1), σε συνδυασμό με τους κανονισμούς περί καθορισμού των ποσοστώσεων για τα έτη αυτά,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους T. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, R. Joliet, και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco, και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 7ης Ιουνίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Σεπτεμβρίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι, λόγω υπερβάσεως των ποσοστώσεων αλιείας που του χορηγήθηκαν για τα έτη 1983, 1984 και 1985, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ. 1, στο εξής: κανονισμός περί θεσπίσεως του καθεστώτος διατηρήσεως), και από τα άρθρα 1 και 6 έως 10 του κανονισμού 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών (ΕΕ L 220, σ. 1, στο εξής: κανονισμός περί των μέτρων ελέγχου), σε συνδυασμό με τους κανονισμούς περί καθορισμού των ποσοστώσεων για τα έτη αυτά.
2 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αναγνωρίζει ότι υπήρξαν υπερβάσεις ορισμένων από τις ποσοστώσεις αλιείας που του χορηγήθηκαν για τα έτη 1983, 1984 και 1985.
3 Η Επιτροπή υποστηρίζει, κυρίως, ότι οι υπερβάσεις των ποσοστώσεων είναι συνέπεια παραβάσεως της υποχρεώσεως του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, την οποία υπέχει από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού περί των μέτρων ελέγχου, να επιβάλει εγκαίρως παύση της αλιείας. Δευτερευόντως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι υπερβάσεις οφείλονται επίσης στην εκ μέρους του Βασιλείου των Κάτω Χωρών πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών του σχετικά με τη διαχείριση των ποσοστώσεων, τις οποίες του επιβάλλει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού περί θεσπίσεως του καθεστώτος διατηρήσεως, καθώς και στην παράβαση των υποχρεώσεων επιθεωρήσεως του στόλου, καταστολής των παραβάσεων και ελέγχου των αλιεύσεων, οι οποίες καθορίζονται στον κανονισμό περί των μέτρων ελέγχου.
4 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον αυτό απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
5 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, επειδή η Επιτροπή δεν διατυπώνει συγκεκριμένες αιτιάσεις ως προς τις ολλανδικές διατάξεις που αποσκοπούν στην εφαρμογή του κανονισμού περί θεσπίσεως του καθεστώτος διατηρήσεως και του κανονισμού περί των μέτρων ελέγχου.
6 Η εν λόγω ένσταση απαραδέκτου είναι απορριπτέα. Πράγματι, η Επιτροπή προσδιόρισε σαφώς το αντικείμενο της διαφοράς αναφέροντας στην προσφυγή της τις απορρέουσες από τις κοινοτικές διατάξεις περί αλιείας υποχρεώσεις, τις οποίες το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρεται ότι δεν εκπλήρωσε ή εκπλήρωσε ανεπαρκώς. Το αν η Επιτροπή προσκόμισε συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν τη διαπίστωση παραβάσεως αποτελεί ζήτημα ουσίας.
7 Αντίθετα, η αιτίαση της Επιτροπής που αναφέρεται στην ύπαρξη ενδεχόμενης παραβάσεως των υποχρεώσεων καταγραφής των αλιεύσεων, που επιβάλλονται από το άρθρο 9 του κανονισμού περί των μέτρων ελέγχου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
8 Συγκεκριμένα, όπως γίνεται δεκτό κατά πάγια νομολογία, η προσφυγή πρέπει να στηρίζεται στους λόγους και επιχειρήματα στους οποίους στηρίζεται και η αιτιολογημένη γνώμη (βλέπε απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 211/81, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1982, σ. 4547, ιδίως σκέψη 14).
9 'Ομως, εν προκειμένω , στην από 16 Δεκεμβρίου 1986 αιτιολογημένη γνώμη αναφερόταν ρητώς ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς το ζήτημα της τηρήσεως των υποχρεώσεων καταγραφής των αλιεύσεων για τα έτη 1983 και 1984. 'Οσον αφορά, εξάλλου, το έτος 1985, η Επιτροπή εγκατέλειψε προσωρινά αυτό το ζήτημα στο σημείο 3.1 της εν λόγω αιτιολογημένης γνώμης και δεν επανήλθε πλέον σ' αυτό μεταγενέστερα.
Επί της ουσίας
Επί της κυρίας αιτιάσεως που αφορά την καθυστερημένη παύση της αλιείας
10 Η Επιτροπή προσάπτει με την αιτίαση αυτή στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού περί των μέτρων ελέγχου. Κατά τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη οφείλουν να καθορίζουν την ημερομηνία κατά την οποία μία ποσόστωση θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί και να απαγορεύσουν προσωρινά, από την ημερομηνία αυτή, την αλιεία, τη διατήρηση επί του σκάφους, τη μεταφόρτωση και την εκφόρτωση των ιχθύων που ανήκουν στο απόθεμα για το οποίο πρόκειται. Κατά την Επιτροπή, η εν λόγω διάταξη επιβάλλει μία υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος, ούτως ώστε η απλή διαπίστωση της υπερβάσεως των ποσοστώσεων επιτρέπει να θεωρηθεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν εκπλήρωσε εγκαίρως την υποχρέωσή του για την παύση της αλιείας.
11 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν αρκεί αφεαυτής για να θεμελιώσει τη διαπίστωση παραβάσεως. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της διαδικασίας που κινείται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως και δεν μπορεί να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο (βλέπε απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Μαΐου 1982, Επιτροπή κατά Βασιλείου των Κάτω Χωρών, 96/81, Συλλογή 1982, σ. 1791, ιδίως σκέψη 6).
12 Αφού η Επιτροπή δεν μπορεί να αρκεστεί σε τεκμήρια για να θεμελιώσει την αιτίασή της, πρέπει να εξετασθεί αν προσκόμισε προς στήριξη της προσφυγής της πραγματικά στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν αποφάσισε εγκαίρως την παύση της αλιείας για ορισμένα ιχυαποθέματα κατά την υπό κρίση περίοδο.
13 'Οσον αφορά τα έτη 1983 και 1984, η Επιτροπή περιορίστηκε στο να αναφέρει, ως απόδειξη, το σύνολο των αλιευτικών ποσοτήτων κατά ιχθυαπόθεμα. Δεν αμφισβητείται ότι στα σχετικά αριθμητικά στοιχεία αναφέρονται σωρευτικώς οι αλιεύσεις που πραγματοποιήθηκαν πριν από την έκδοση των αποφάσεων περί παύσεως της αλιείας και οι παράνομες αλιεύσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε τη συνολική ποσότητα των αλιεύσεων που είχαν πραγματοποιηθεί είτε κατά την ημερομηνία εκδόσεως των αποφάσεων περί παύσεως της αλιείας είτε κατά την ημερομηνία της θέσεώς τους σε ισχύ με τη δημοσίευσή τους στην Staatscourant, το Δικαστήριο βρίσκεται στην αδυναμία να προσδιορίσει αν οι διαπιστωθείσες υπερβάσεις οφείλονται σε καθυστερημένη παύση της αλιείας ή αν, αντίθετα, οφείλονται σε παράνομες αλιεύσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αποφάσισε καθυστερημένα την παύση της αλιείας για τα έτη 1983 και 1984.
14 Αντίθετα, για το έτος 1985, η Επιτροπή ανέφερε τις ποσότητες των αλιεύσεων που είχαν πραγματοποιηθεί κατά την ημερομηνία εκδόσεως των αποφάσεων περί παύσεως της αλιείας. 'Οπως αναγνώρισε ο εκπρόσωπος της ολλανδικής κυβερνήσεως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, από τα αριθμητικά αυτά στοιχεία προκύπτει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, αποφάσισε, σε ορισμένες περιπτώσεις, την παύση της αλιείας, όταν η ποσόστωση που είχε χορηγηθεί για το συγκεκριμένο απόθεμα είχε ήδη εξαντληθεί. Αυτό συνέβη, παραδείγματος χάριν, με τους γάδους στη ζώνη VΙΙ α και με τους πλάτακες στις ζώνες ΙΙ και ΙV.
15 Από τις διαπιστώσεις αυτές συνάγεται ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού περί των μέτρων ελέγχου, καθότι, κατά το έτος 1985, δεν αποφάσισε εγκαίρως την παύση της αλιείας ως προς ορισμένα αποθέματα.
Επί των δευτερευουσών αιτιάσεων
16 Η Επιτροπή προσάπτει, καταρχάς, στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών ότι δεν εκπλήρωσε προσηκόντως τις υποχρεώσεις που υπέχει, σχετικά με τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων, από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού περί θεσπίσεως του καθεστώτος διατηρήσεως.
17 Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί, καθότι η Επιτροπή δεν επισήμανε συγκεκριμένα κενά στη ρύθμιση που θέσπισε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ούτε ανέφερε σε ποιες ρυθμίσεις έπρεπε να προβεί το εν λόγω κράτος για να συμμορφωθεί με τις επιταγές της διατάξεως αυτής.
18 Η Επιτροπή υποστηρίζει, στη συνέχεια, ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, και το άρθρο 6 του κανονισμού περί των μέτρων ελέγχου. Σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές, τα κράτη μέλη οφείλουν να επιθεωρούν τα αλιευτικά σκάφη και να κινούν την ποινική ή διοικητική διαδικασία κατά των πλοιάρχων που δεν τηρούν τις κείμενες διατάξεις περί των μέτρων διατηρήσεως και ελέγχου. Κατά τη δεύτερη διάταξη δε, τα κράτη μέλη οφείλουν να ελέγχουν την ακρίβεια των δηλώσεων των πλοιάρχων σχετικά με τις εκφορτωθείσες ποσότητες ιχθύων.
19 'Οσον αφορά την υποχρέωση επιθεωρήσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι οι προσπάθειες ελέγχου που κατέβαλαν οι ολλανδικές αρχές αποδείχθηκαν ανεπαρκείς. 'Οσον αφορά τον κολασμό των διαπιστωθεισών παραβάσεων, θεωρεί ότι μπορούσε να καταστεί αποτελεσματικότερη η καταστολή των παρανόμων αλιευτικών δραστηριοτήτων. Τέλος, όσον αφορά τον έλεγχο της ακριβείας των δηλώσεων αλιεύσεως, η Επιτροπή περιορίστηκε να υπενθυμίσει ότι οι ολλανδικές αρχές οφείλουν να διορθώνουν τις δηλώσεις αυτές, οσάκις περιέχουν ανακρίβειες.
20 Οι τελευταίες αυτές αιτιάσεις πρέπει επίσης να απορριφθούν. Πράγματι, η Επιτροπή δεν παρουσίασε σε κανένα στάδιο της διαδικασίας ακριβή και συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, και το άρθρο 6 του κανονισμού περί των μέτρων ελέγχου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Ωστόσο, κατά την παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, του ιδίου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει τα έξοδα, ολικώς ή μερικώς, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε εν μέρει, πρέπει κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΟΚ 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών, καθότι, κατά το έτος 1985, δεν αποφάσισε εγκαίρως την παύση της αλιείας ως προς ορισμένα αποθέματα.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy