Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινό δασμολόγιο - Δασμολογικές κλάσεις - "Πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας" κατά την έννοια της κλάσεως 99.02 - Αντίτυπα που τυπώνονται από πρωτότυπο σχέδιο που έγινε από τον καλλιτέχνη με το χέρι - Χρησιμοποίηση μηχανικής μεθόδου εκτυπώσεως ή τεχνικής διαδοχικών εκτυπώσεων κατ' αντίθετη φορά που επιτρέπουν την πολλαπλή εκτύπωση - Αριθμός εκδιδομένων αντιτύπων - Μη αποφασιστικό κριτήριο για τον πρωτότυπο χαρακτήρα
Περίληψη
Τα αντίτυπα που τυπώνονται από πλάκα που έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι από τον καλλιτέχνη πρέπει να θεωρούνται ως πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας, κατά την έννοια της κλάσεως 99.02 του κοινού δασμολογίου, ακόμη κι αν η έκδοση των αντιτύπων γίνεται με τη χρησιμοποίηση μηχανικής μεθόδου εκτυπώσεως. Πρέπει επίσης να θεωρούνται ως πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας τα αντίτυπα που εκτυπώνονται σύμφωνα με διαδικασία εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά, με την οποία το πρωτότυπο σχέδιο, που έγινε σε ειδικό χαρτί καλούμενο χαρτί αντιγραφής ή χαρτί Βερολίνου, μεταφέρεται πολλές φορές, αρχικά από το χαρτί αντιγραφής στο λίθο, από τον οποίο στη συνέχεια αναπαράγεται νέο χαρτί αντιγραφής, το οποίο με τη σειρά του μεταφέρεται σε νέο λίθο, επιτρέποντας την έκδοση δεύτερης σειράς αντιτύπων, και ούτω καθεξής, μέχρις ότου επιτευχθεί ο επιθυμητός αριθμός αντιτύπων.
Ο αριθμός αντιτύπων που εκδίδονται από το ίδιο πρωτότυπο σχέδιο μπορεί να αποτελέσει ένδειξη ως προς το μη πρωτότυπο χαρακτήρα του έργου, δεν μπορεί όμως ν' αποτελέσει, από μόνος του, αποφασιστικό κριτήριο για τον καθορισμό του πρωτότυπου χαρακτήρα της λιθογραφίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 291/87,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του "Hessisches Finanzgericht" προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Volker Huber, "Edition und Galerie", με έδρα το Offenbach am Main, αφενός,
και
Hauptzollamt Frankfurt am Main-Flughafen (κεντρικό τελωνείο της Φραγκφούρτης επί του Μάιν), αφετέρου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της δασμολογικής κλάσεως 99.02, "πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας", του παραρτήματος του κανονισμού 950/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού δασμολογίου (ABl. L 172, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους T. F. O' Higgins, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και F. A. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η επιχείρηση Volker Huber, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον Werner Schwinn, δικηγόρο Φραγκφούρτης,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο, Joern Sack,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 8ης Νοεμβρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Νοεμβρίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 24ης Αυγούστου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Σεπτεμβρίου 1987, το "Hessisches Finanzgericht" υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της δασμολογικής κλάσεως 99.02, "πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας", του παραρτήματος του κανονισμού 950/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού δασμολογίου (ABl. L 172, σ. 1) (στο εξής: ΚΔ).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της επιχειρήσεως Volker Huber (στο εξής: Huber) και του "Hauptzollamt Frankfurt am Main-Flughafen" (στο εξής: "Hauptzollamt") σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη 10 000 λιθογραφιών, οι οποίες τυπώθηκαν αντίστοιχα σε 8 400 και 4 500 αντίτυπα από δύο πλάκες που έγιναν από τον καλλιτέχνη Bruno Bruni με το χέρι, δεν είχαν υπογραφή ούτε αρίθμηση και πραγματοποιήθηκαν με μηχανική πρέσα και με μέθοδο εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά που επιτρέπει την πολλαπλή εκτύπωση.
3 Προκειμένου να διατεθούν στο εμπόριο, η Huber προσεκόμισε τις λιθογραφίες αυτές στο Hauptzollamt δηλώνοντάς τες ως "πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας, κωδικός αριθμός 9902 000 00" που τυγχάνουν, έτσι, δασμολογικής απαλλαγής.
4 Το Hauptzollamt υπήγαγε το εμπόρευμα αυτό στον κωδικό αριθμό 4911 930 90 ("εικόνες χαρακτικής") και επέβαλε δασμό 3,1 % με την αιτιολογία ότι οι εν λόγω λιθογραφίες δεν είχαν ούτε υπογραφή, ούτε έφεραν κανένα στοιχείο σχετικά με τον αριθμό αντιτύπου και τον αριθμό εκτυπώσεως και ότι επιπλέον ο αριθμός αντιτύπων ήταν υπερβολικά μεγάλος.
5 Η Huber άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του "Hessisches Finanzgericht". Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας το δικαστήριο αυτό διέταξε πραγματογνωμοσύνη, από την οποία προέκυψε ότι δεν επρόκειτο για λιθογραφίες τυπωμένες μέσω χειροκίνητης πρέσας, αλλά για λιθογραφίες κατασκευασμένες με μηχανική μέθοδο, κατά την οποία το χαρτί τοποθετείται αυτομάτως στο λίθο, ο λίθος χρωματίζεται αυτομάτως και η εκτύπωση γίνεται πάνω σε μια πλάκα. Για να επιτευχθεί μεγάλος αριθμός αντιτύπων, το σχέδιο του καλλιτέχνη εκτυπώνεται σε πολλά αντίτυπα με διαδικασία επανεκτυπώσεως, κατά τρόπον ώστε η εκτύπωση γίνεται καταρχάς από ένα ειδικό χαρτί, καλούμενο χαρτί αντιγραφής ή χαρτί Βερολίνου, πάνω στο λίθο, έπειτα και πάλι από το λίθο πάνω στο χαρτί και ούτω καθεξής, μέχρις ότου επιτευχθεί ο επιθυμητός αριθμός αντιτύπων.
6 Θεωρώντας ότι η διαφορά θέτει πρόβλημα ερμηνείας της σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, το "Hessisches Finanzgericht" ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Προϊόντα εκτυπώσεως πρέπει να θεωρούνται ως 'πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας' κατά την έννοια της κλάσεως 99.02 (σημείωση 2 του κεφαλαίου 99 του κοινού δασμολογίου), αν η εκτύπωση δεν γίνεται μέσω πρέσας με το χέρι, αλλά το προς εκτύπωση χαρτί τοποθετείται αυτομάτως στο λίθο, ο λίθος χρωματίζεται αυτομάτως και η εκτύπωση γίνεται μηχανικά πάνω σε πλάκα, παρόλο που αυτή η μέθοδος εκτυπώσεως ως μηχανική μέθοδος δεν επιτρέπει κατά το γερμανικό κείμενο της σημειώσεως 2 του κεφαλαίου 99 μία τέτοια δασμολογική κατάταξη;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: πρέπει επομένως να μη θεωρούνται ως πρωτότυπα τέτοιες εικόνες χαρακτικής, αν το σχέδιο που έγινε από τον καλλιτέχνη σε χαρτί αντιγραφής (χαρτί Βερολίνου) προς το σκοπό 'πολλαπλής εκτυπώσεως' μέσω μιας διαδικασίας εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά εκτυπώνεται σε πολλά αντίτυπα από το χαρτί στο λίθο, από το λίθο στο χαρτί και από εκεί πάλι στο λίθο, έως ότου επιτευχθεί ο επιθυμητός αριθμός αντιτύπων;
3) Εξαρτάται ο χαρακτηρισμός μιας λιθογραφίας ως πρωτοτύπου, όπως εκτίθεται στις επεξηγηματικές σημειώσεις του Συμβουλίου τελωνειακής συνεργασίας των Βρυξελλών για τη δασμολογική διάκριση 99.02, και από το ότι παράγεται μόνο ένας σχετικά μικρός αριθμός αντιτύπων (γενικά όχι περισσότερο από εξήντα) με το ίδιο θέμα; Εν πάση περιπτώσει, παρεμποδίζουν εκδόσεις 8 400 ή 4 500 τεμαχίων τη δασμολογική κατάταξη ως πρωτοτύπων λιθογραφιών;"
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
8 Με το ερώτημα αυτό, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν, ενόψει του κειμένου της σημειώσεως 2 του κεφαλαίου 99 του ΚΔ, τα δοκίμια που τυπώνονται από πλάκα που έγινε εξ ολοκλήρου με το χέρι από τον καλλιτέχνη πρέπει να θεωρούνται ως πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 99.02, ακόμη κι αν η έκδοση αντιτύπων έγινε με μηχανική μέθοδο εκτυπώσεως.
9 Σύμφωνα με τη σημείωση 2 του κεφαλαίου 99 του ΚΔ, θεωρούνται ως "πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας", κατά την έννοια της δασμολογικής κλάσεως 99.02, "τα δοκίμια που έχουν τυπωθεί απευθείας, μαύρα ή χρωματιστά, από μία ή περισσότερες πλάκες που έχουν γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι από τον καλλιτέχνη, οποιαδήποτε και αν είναι η τεχνική ή η ύλη που έχει χρησιμοποιηθεί, με εξαίρεση κάθε μηχανική ή φωτομηχανική μέθοδο".
10 Το γαλλικό κείμενο της διατάξεως αυτής αφήνει αμφιβολίες σχετικά με το ζήτημα αν η απαγόρευση κάθε μηχανικής ή φωτομηχανικής μεθόδου αφορά την κατασκευή της πλάκας ή την έκδοση των αντιτύπων.
11 Από τη γραμματική όμως ερμηνεία του κειμένου αυτού στις περισσότερες γλώσσες συνάγεται ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα αντίτυπα που τυπώνονται από την πλάκα με μηχανική ή φωτομηχανική μέθοδο δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πρωτότυπες λιθογραφίες. Επιπλέον, όσον αφορά την πραγματοποίηση του σχεδίου πάνω στην πλάκα, η σημείωση προβλέπει ρητά ότι αυτό πρέπει να έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι από τον καλλιτέχνη, έτσι ώστε περιττεύει κάθε συμπληρωματική διευκρίνιση σχετικά με τον αποκλεισμό μηχανικών μεθόδων.
12 Η Huber παρατηρεί σχετικά ότι δεν υπάρχει φωτομηχανική μέθοδος εκτυπώσεως. Αντίθετα, υπάρχουν μηχανικές ή φωτομηχανικές τεχνικές για τη δημιουργία της πλάκας.
13 Στη συνέχεια η Huber επισημαίνει, πράγμα που δέχεται και η Επιτροπή, ότι για την εκτύπωση των αντιτύπων χρησιμοποιείται πάντοτε μηχανική μέθοδος, δηλαδή μία πρέσα που λειτουργεί σύμφωνα με ένα σύστημα ανυψώσεως για να θέσει το προς εκτύπωση φύλλο σε επαφή με το λίθο ή την πλάκα. Από τον 19ο αιώνα αυτή την πρέσα δεν τη χειρίζεται αναγκαστικά ο άνθρωπος, αλλά μπορεί να ενεργοποιείται από μία κινητήρια δύναμη, ιδίως όταν ο λίθος έχει τόσο βάρος ώστε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά η μυϊκή δύναμη.
14 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι οι σημερινές τεχνικές δεν διαφέρουν βασικά από εκείνες που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν και ότι η απαγόρευση μηχανικών μεθόδων δεν ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα των τεχνικών μεθόδων στη λιθογραφία. Εξάλλου, η χρησιμοποίηση χειροκίνητης πρέσας πρέπει και αυτή, stricto sensu, να θεωρηθεί ως μηχανική μέθοδος. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι η προαναφερθείσα σημείωση αποσκοπεί στον αποκλεισμό των μεθόδων που βασίζονται σε "αυτοματισμούς", έννοια όμως που δεν κατόρθωσε να διευκρινίσει. Τελικά, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, για να έχει νόημα η σημείωση 2, του κεφαλαίου 99 του ΚΔ πρέπει να ερμηνευθεί ως απαγορεύουσα τη μηχανική εκτύπωση σε σημαντικές ποσότητες αντιτύπων.
15 Επειδή η γραμματική ανάλυση της σημειώσεως δεν επιτρέπει να δοθεί ορισμός της εννοίας "πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας", κατά τη δασμολογική κλάση 99.02, σύμφωνος με την πράγματι υφιστάμενη πρακτική στον τομέα αυτό, πρέπει η εν λόγω διάταξη να ερμηνευθεί με βάση τη "ratio legis" κατά τρόπο που να συμφωνεί προς το σκοπό που επεδίωκαν οι συντάκτες της διατάξεως αυτής.
16 Η κλάση 99.02 του ΚΔ απαλλάσσει από τους δασμούς τα εμπορεύματα που αναφέρονται σ' αυτή, αποσκοπώντας προφανώς στην ευνοϊκή μεταχείριση της καλλιτεχνικής παραγωγής.
17 Επειδή η λιθογραφία αποτελεί πάντοτε αναπαραγωγή ενός πρωτότυπου σχεδίου που γίνεται από τον καλλιτέχνη με το χέρι, ο καλλιτεχνικός χαρακτήρας της δεν μπορεί να εκτιμηθεί παρά μόνο σε σχέση με το πρωτότυπο αυτό. Εφόσον το σχέδιο γίνεται από τον καλλιτέχνη πάνω στο λίθο ή την πλάκα χωρίς να χρησιμοποιηθεί μηχανική ή φωτομηχανική μέθοδος, δεν ενδιαφέρει ο χειροκίνητος ή μηχανικός χαρακτήρας της τεχνικής που χρησιμοποιείται για να μεταφερθεί το σχέδιο στο προς εκτύπωση φύλλο, διότι δεν επηρεάζει τον καλλιτεχνικό χαρακτήρα του έργου.
18 Η ερμηνεία της σημειώσεως 2 του κεφαλαίου 99 του ΚΔ με βάση το σκοπό που επιδιώκεται με τη δασμολογική κλάση 99.02, καταλήγει στο ότι η απαγόρευση μηχανικών και φωτομηχανικών μεθόδων δεν μπορεί να αφορά παρά τη δημιουργία της πρωτότυπης πλάκας από την οποία τυπώνονται τα αντίτυπα.
19 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι αντίτυπα που τυπώνονται από πλάκα που έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι από τον καλλιτέχνη πρέπει να θεωρούνται ως πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας, κατά την έννοια της κλάσεως 99.02 του ΚΔ, ακόμη κι αν η έκδοση των αντιτύπων γίνεται με τη χρησιμοποίηση μηχανικής μεθόδου εκτυπώσεως.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
20 Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν οι λιθογραφίες διατηρούν τον πρωτότυπο χαρακτήρα τους, κατά την έννοια της κλάσεως 99.02 του ΚΔ, όταν τα αντίτυπα αυτά δεν εκτυπώνονται πλέον απευθείας από την πλάκα που πραγματοποίησε ο καλλιτέχνης, αλλά σύμφωνα με μία μέθοδο επανεκτυπώσεως, με την οποία το πρωτότυπο σχέδιο που έγινε σε ειδικό χαρτί, καλούμενο χαρτί αντιγραφής ή χαρτί Βερολίνου, εκτυπώνεται πολλές φορές με αντίθετη φορά αρχικά από το χαρτί αντιγραφής στο λίθο, από τον οποίο στη συνέχεια εκτυπώνεται νέο χαρτί αντιγραφής, το οποίο, με τη σειρά του μεταφέρεται σε νέο λίθο επιτρέποντας την έκδοση δεύτερης σειρά αντιτύπων και ούτω καθ' εξής, μέχρις ότου επιτευχθεί ο επιθυμητός αριθμός αντιτύπων.
21 Σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις της ονοματολογίας του συμβουλίου τελωνειακής συνεργασίας (σημειώσεις που αφορούν την κλάση 99.02, σ. 1774), η τεχνική εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά, μέθοδος με την οποία ο καλλιτέχνης, αντί να εργασθεί απευθείας πάνω στο λίθο, σχεδιάζει εκ των προτέρων το θέμα του σε χαρτί αντιγραφής, ώστε να μην είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιεί ένα βαρύ και δυσκολομεταχείριστο λίθο, δεν επιφέρει την απώλεια του πρωτότυπου χαρακτήρα των λιθογραφιών που τυπώνονται από το λίθο στον οποίο μεταφέρθηκε το σχέδιο που πραγματοποιήθηκε στο χαρτί αντιγραφής, αν και, stricto sensu, με την τεχνική αυτή, η εκτύπωση των αντιτύπων δεν γίνεται από "πλάκα που έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι από τον καλλιτέχνη", κατά την έννοια της σημειώσεως 2 του κεφαλαίου 99 του ΚΔ.
22 Γεννάται το ερώτημα αν διατηρείται αυτός ο πρωτότυπος χαρακτήρας των λιθογραφιών, όταν το σχέδιο του χαρτιού αντιγραφής μεταφέρεται σε περισσότερες πλάκες.
23 Ως προς αυτό, πρέπει να εξετασθούν δύο διαφορετικές περιπτώσεις.
24 'Οταν τα αντίτυπα εκτυπώνονται από περισσότερες πλάκες, των οποίων η επεξεργασία προέρχεται απευθείας από το ίδιο χαρτί αντιγραφής που πραγματοποιήθηκε από τον καλλιτέχνη με το χέρι, τίποτα δεν εμποδίζει, σχετικά με τον πρωτότυπο ή καλλιτεχνικό χαρακτήρα του έργου, να θεωρηθούν τα αντίτυπα αυτά ως πρωτότυπες λιθογραφίες.
25 Πρέπει, εντούτοις, να εξετασθεί αν η απάντηση πρέπει να είναι η ίδια σε μία περίπτωση, σαν αυτή που έχει τεθεί στην κρίση του παραπέμποντος δικαστηρίου, κατά την οποία οι λιθογραφίες πραγματοποιούνται με μία μέθοδο εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά, με την οποία οι επόμενες πλάκες παραγονται με νέο χαρτί αντιγραφής, που επιτυγχάνεται με αναπαραγωγή από την πρώτη πλάκα.
26 Η Επιτροπή θεωρεί σχετικά ότι, ακόμη κι αν κατά συσταλτική ερμηνεία των επεξηγηματικών σημειώσεων της ονοματολογίας του συμβουλίου τελωνειακής συνεργασίας θα προέκυπτε το συμπέρασμα ότι αντίτυπα που τυπώνονται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, με διαδικασία εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά, ώστε να επιτευχθεί πολλαπλή εκτύπωση, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν πρωτότυπες λιθογραφίες, η τεχνική αυτή θα έπρεπε να γίνει δεκτή, λόγω του ότι οι επεξηγηματικές σημειώσεις επιτρέπουν γενικά τη μέθοδο εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά, με μόνη προϋπόθεση ότι το αρχικό σχέδιο έχει πραγματοποιηθεί από τον καλλιτέχνη και δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά, από ποιοτική άποψη, σε σύγκριση με εκτύπωση που έγινε από το αρχικό σχέδιο. Η Επιτροπή εντούτοις διευκρινίζει ότι η διαδικασία αυτή δεν θα πρέπει να συνεπάγεται απεριόριστη αναπαραγωγή.
27 Από τις διευκρινίσεις που δόθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι μία μέθοδος σαν αυτή που αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, χρησιμοποιείται ευρέως στην πράξη από τον 19ο αιώνα, με σκοπό να καθίσταται δυνατή η ταυτόχρονη εκτύπωση μεγαλύτερου αριθμού αντιτύπου.
28 Επειδή οι λιθογραφίες, αντίθετα απ' ό,τι οι πίνακες, δεν πραγματοποιούνται ποτέ απευθείας από τον καλλιτέχνη, αλλά αποτελούν αναπαραγωγή πρωτότυπου σχεδίου, ο πρωτότυπος χαρακτήρας ενός τέτοιου έργου δεν μπορεί να εκτιμηθεί παρά μόνο υπό το πρίσμα, αφενός, της προσωπικής επεμβάσεως του καλλιτέχνη στην πραγματοποίηση του πρωτοτύπου και, αφετέρου, της μεθόδου εκτυπώσεως που πρέπει να γίνεται από μία ή περισσότερε πλάκες στις οποίες μεταφέρεται, με τη μέθοδο εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά, το πρωτότυπο σχέδιο του καλλιτέχνη.
29 Εφόσον γίνεται δεκτή η αρχή ότι το πρωτότυπο σχέδιο του καλλιτέχνη δεν πρέπει να εκτελείται απευθείας πάνω στην πλάκα, αλλά μπορεί, κατ' εφαρμογή της τεχνικής εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά, να μεταφέρεται στην πλάκα αυτή από ένα ειδικό χαρτί, δεν υπάρχει πλέον λόγος να μη γίνει δεκτός ο πρωτότυπος χαρακτήρας αντιτύπων που εκτυπώνονται από πλάκες στις οποίες μεταφέρεται το σχέδιο μέσω ενός νέου χαρτιού αντιγραφής που λαμβάνεται από την πρώτη πλάκα.
30 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι πρέπει να θεωρούνται ως πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας, κατά την έννοια της κλάσεως 99.02 του ΚΔ, τα αντίτυπα που εκτυπώνονται σύμφωνα με μία μέθοδο εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά, με την οποία το πρωτότυπο σχέδιο, που έχει γίνει σε ειδικό χαρτί, καλούμενο χαρτί αντιγραφής ή χαρτί Βερολίνου, μεταφέρεται πολλές φορές, αρχικά από το χαρτί αντιγραφής στο λίθο, από τον οποίο στη συνέχεια αναπαράγεται νέο χαρτί αντιγραφής το οποίο, με τη σειρά του, μεταφέρεται σε νέο λίθο, επιτρέποντας την έκδοση δεύτερης σειράς αντιτύπων, και ούτω καθεξής, μέχρις ότου επιτευχθεί ο επιθυμητός αριθμός αντιτύπων.
Επί του τρίτου ερωτήματος
31 Με το τρίτο του ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν ο αριθμός των αντιτύπων που τυπώνονται από το ίδιο πρωτότυπο σχέδιο επηρεάζει τον πρωτότυπο χαρακτήρα της λιθογραφίας, κατά την έννοια της κλάσεως 99.02 του ΚΔ.
32 Σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις της ονοματολογίας του συμβουλίου τελωνειακής συνεργασίας που αφορούν τη δασμολογική κλάση 99.02, ο σχετικά περιορισμένος αριθμός των αντιτύπων που εκτυπώνονται - και δεν ξεπερνούν γενικά τα εξήντα - αποτελεί κατάλληλο κριτήριο που παρέχει ενδείξεις για να διακρίνεται το πρωτότυπο έργο από το αντίγραφο, την απομίμηση ή την αναπαραγωγή έργου.
33 Από το κείμενο αυτό προκύπτει ότι το κριτήριο του αριθμού των αντιτύπων που εκτυπώνονται δεν προτείνεται παρά μόνο για να παράσχει ενδείξεις ως προς το μη πρωτότυπο χαρακτήρα του έργου, ώστε να διακρίνεται η λιθογραφική παραγωγή από αναπαραγωγές που προέρχονται από άλλες μεθόδους. Αν ο αριθμός των αντιτύπων που εκτυπώνονται από το ίδιο πρωτότυπο έχει άμεση επίπτωση επί της οικονομικής αξίας της λιθογραφίας, δεν μπορεί αντίθετα, ν' αποτελεί αυτός καθεαυτός αποφασιστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό του πρωτότυπου χαρακτήρα της λιθογραφίας κατά την έννοια της κλάσεως 99.02 του ΚΔ.
34 Κατά συνέπεια, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο αριθμός αντιτύπων που εκτυπώνονται από το ίδιο πρωτότυπο σχέδιο μπορεί ν' αποτελέσει ένδειξη ως προς το μη πρωτότυπο χαρακτήρα του έργου, δεν μπορεί όμως ν' αποτελεί αυτός καθεαυτός, αποφασιστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό του πρωτότυπου χαρακτήρα της λιθογραφίας, κατά την έννοια της κλάσεως 99.02 του ΚΔ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
35 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το "Hessisches Finanzgericht", με Διάταξη της 24ης Αυγούστου 1987, αποφαίνεται:
"1) Τα αντίτυπα που τυπώνονται από πλάκα που έχει γίνει εξ ολοκλήρου με το χέρι από τον καλλιτέχνη πρέπει να θεωρούνται ως πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας, κατά την έννοια της κλάσεως 99.02 του ΚΔ, ακόμη κι αν η έκδοση των αντιτύπων γίνεται με τη χρησιμοποίηση μηχανικής μεθόδου εκτυπώσεως.
2) Πρέπει να θεωρούνται ως πρωτότυπες εικόνες λιθογραφίας, κατά την έννοια της κλάσεως 99.02 του ΚΔ, τα αντίτυπα που εκτυπώνονται σύμφωνα με μία μέθοδο εκτυπώσεως κατ' αντίθετη φορά, με την οποία το πρωτότυπο σχέδιο, που έχει γίνει σε ειδικό χαρτί, καλούμενο χαρτί αντιγραφής ή χαρτί Βερολίνου, μεταφέρεται πολλές φορές, αρχικά από το χαρτί αντιγραφής στο λίθο, από τον οποίο στη συνέχεια αναπαράγεται νέο χαρτί αντιγραφής το οποίο, με τη σειρά του, μεταφέρεται σε νέο λίθο, επιτρέποντας την έκδοση δεύτερης σειράς αντιτύπων, και ούτω καθεξής, μέχρις ότου επιτευχθεί ο επιθυμητός αριθμός αντιτύπων.
3) Ο αριθμός αντιτύπων που εκτυπώνονται από το ίδιο πρωτότυπο σχέδιο μπορεί ν' αποτελέσει ένδειξη ως προς το μη πρωτότυπο χαρακτήρα του έργου, δεν μπορεί όμως ν' αποτελεί αυτός καθεαυτός, αποφασιστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό του πρωτότυπου χαρακτήρα της λιθογραφίας, κατά την έννοια της κλάσεως 99.02 του ΚΔ."
Full & Egal Universal Law Academy